Translate

fb

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μπορίς Παστερνάκ και μια καντάτα με το "χιόνι" ως εσωτερικο τοπίο...

 

Πορτρέτο του Μπορίς Παστερνάκ
φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο πατέρα του



Στις 10 Φεβρουαρίου 1890 γεννήθηκε στη Μόσχα ο Μπόρις Παστερνάκ, μια μορφή που έμελλε να σημαδέψει βαθιά την πορεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και της πνευματικής σκέψης του 20ού αιώνα. Ποιητής, συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, υπήρξε από νωρίς φορέας μιας πολυσχιδούς καλλιτεχνικής κληρονομιάς.

Η τέχνη υπήρχε στο αίμα του. Ο πατέρας του, Λεοντίν Παστερνάκ, διακεκριμένος ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, και η μητέρα του, Ρόζα Κάουφμαν, σπουδαία πιανίστα, δημιούργησαν ένα σπίτι όπου η δημιουργία ήταν καθημερινή εμπειρία. Στο οικογενειακό περιβάλλον σύχναζαν εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής, Τολστόι, Ρίλκε, Ραχμάνινοφ, Σκριάμπιν, καλλιεργώντας από νωρίς στον νεαρό Μπόρις μια αίσθηση πνευματικής αποστολής.

Αρχικά, η πορεία του Παστερνάκ έδειχνε να κατευθύνεται προς τη μουσική. Υπό την ενθάρρυνση του Αλεξάντρ Σκριάμπιν, στενού φίλου της οικογένειας, σπούδασε μουσική για περίπου μία δεκαετία και ασχολήθηκε με τη σύνθεση. Ωστόσο, παρά τη σοβαρή του ενασχόληση, εγκατέλειψε τελικά τη μουσική, θεωρώντας πως δεν μπορούσε να εκφράσει μέσω αυτής το βάθος της εσωτερικής του αναζήτησης.

Η στροφή του προς τις σπουδές Φιλοσοφίας και Γλώσσας υπήρξε καθοριστική. Εκεί διαμόρφωσε τη μοναδική ποιητική του φωνή, έναν λόγο πυκνό, στοχαστικό, όπου η φύση, ο χρόνος και η ανθρώπινη συνείδηση συνδέονται άρρηκτα. Η ποίησή του θεωρείται από τις σημαντικότερες της ρωσικής λογοτεχνίας, ενώ το μυθιστόρημα "Δόκτωρ Ζιβάγκο" ανέδειξε με δραματικό τρόπο το δίλημμα του ανθρώπου και του καλλιτέχνη μέσα στη δίνη της Ιστορίας.

Αυτή η εσωτερικότητα και η ποιητική λιτότητα του Παστερνάκ βρήκαν απρόσμενη μουσική συνέχεια στο έργο του σπουδαίου ρώσου συνθέτη, Georgy Sviridov.  

Ο συνθέτης, Georgy Sviridov
Για τον συνθέτη, η ποίηση κατείχε πάντα σημαντική θέση και ο Μπόρις Παστερνάκ υπήρξε ένας σιωπηλός συνοδοιπόρος του. Τα κείμενά του δεν τα προσέγγισε αρχικά σαν μουσικό υλικό, αλλά σαν χώρο παρηγοριάς, στοχασμού και εσωτερικής συνομιλίας. Στα ημερολόγιά του, ο Σβιρίντοφ αναφέρεται συχνά στον Παστερνάκ υπογραμμίζοντας πως "στην ποίησή του εντόπιζε σκέψεις για τη ζωή, για τον άνθρωπο, για την εποχή και τις πληγές που άφησε η επανάσταση".

Χρειάστηκαν δεκαετίες εσωτερικής ωρίμανσης μέχρι ο Σβιρίντοφ να αισθανθεί έτοιμος να μεταφέρει αυτή την ποίηση στις παρτιτούρες του. Το 1965, γεννήθηκε η πρώτη σύνθεση του Σβιρίντοφ εμπνευσμένη από τον Παστερνάκ, μια μικρή καντάτα με τίτλο "Sneg idyot - Το χιόνι πέφτει".
Ένα έργο για γυναικεία χορωδία, χορωδία αγοριών και ορχήστρα, λιτό στη μορφή αλλά βαθύ σε νόημα. Ο συνθέτης επέλεξε τρία ποιήματα γραμμένα στα τελευταία χρόνια της ζωής του ποιητή:

  • Το χιόνι πέφτει
  • Ψυχή και
  • Νύχτα

Πρόκειται για στίχους έντονα περιγραφικούς, όπου η φύση γίνεται καθρέφτης της εσωτερικής κατάστασης του ανθρώπου. Όμως πίσω από το τοπίο, πίσω από το λευκό πέπλο και το σκοτάδι, βρίσκεται πάντα παρών ο ίδιος ο δημιουργός. Ο ποιητής στοχάζεται τον ρόλο του, παροτρύνει τον εαυτό του να συνεχίσει, να αντέξει, να γράψει. Αυτή η διακριτική αλλά επίμονη παρουσία του καλλιτέχνη μέσα στο έργο ήταν κάτι που συγκίνησε βαθιά τον Σβιρίντοφ.

Μουσικά, η καντάτα χαρακτηρίζεται από λιτότητα, επανάληψη και απλές, συχνά τροπικές αρμονίες. Η μουσική λειτουργεί περισσότερο στοχαστικά παρά αφηγηματικά, δημιουργώντας έναν ηχητικό χώρο όπου ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται.

Ι. Το χιόνι πέφτει

Το πρώτο μέρος κινείται σε έναν υπνωτιστικό, σχεδόν στάσιμο κόσμο. Οι φωνές των σοπράνο και άλτο επιμένουν σε ένα θέμα, ενώ η ορχήστρα εναλλάσσεται κυρίως μεταξύ δύο συγχορδιών. Μέσα στη διαφανή υφή των εγχόρδων, το μεταλλόφωνο και το σόλο φλάουτο προσθέτουν φωτεινές, επαναλαμβανόμενες πινελιές, αποδίδοντας μουσικά την αδιάκοπη, πλην ήσυχη πτώση του χιονιού.

"Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
μες τη θύελλα του χιονιά
τ’ άνθη απ’ το γεράνι πλέουν
προς τ’ αστέρια του ουρανού.
Χιόνι πέφτει κι όλα ανάστα
όλα αρχίζουν να πετούν,
τα πατήματα στη σκάλα,


το γέρμα του μονοπατιού.
Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
σα να μη γλιστρούν νιφάδες
όλος ο ουράνιος θόλος
χαμηλώνει προς τη γη.
Κι απ’ το πάνω σκαλοπάτι,
θάμα αλλόκοτο κι αυτό,

κατεβαίνει απ’ τη σοφίτα,
κλεφτά σα να έπαιζε κρυφτό, ο ουρανός.
Η ζωή δεν περιμένει.
Πριν προλάβεις να κοιτάξεις,
πάει η άνοιξη! Τι πόνος!
Πέρασε άλλος ένας χρόνος.
Πέφτει πυκνό-πυκνό το χιόνι.

Στο δικό του το ρυθμό,
όμοια ράθυμα ή γοργά
τάχα η ζωή ν’ ακολουθά;
Μήπως τα χρόνια , όπως τα λόγια
στο τραγούδι, παν’ μαζί
συνοδεύοντας το χιόνι
καθώς πέφτει προς τη γη;

Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
χιόνι πέφτει κι όλα ανάστα,
ο περαστικός με τα’ άσπρα χιονισμένα του
μαλλιά, τ’ άνθη όλο απορία,
το δρομάκι, η συνοικία"

(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

ΙΙ. Ψυχή

Το δεύτερο μέρος έχει χαρακτήρα εσωτερικού ψαλμού. Σε ελάσσονα κλίμακα, με τοξοτά έγχορδα και ξύλινα πνευστά να εκτελούν στην κατώτερη περιοχή τους, η μουσική εκφράζει στοχασμό και εσωτερική ένταση. Η επανάληψη προσδίδει υπαρξιακή διάσταση, αντανακλώντας τη σκέψη του δημιουργού για την ευθύνη και την αντοχή της ψυχής.

"Ψυχή μου, εσύ που πάλλεσαι ευάλωτη
για όλους τους πληγωμένους αδελφούς μου,
είσαι ο ανώνυμος τάφος, στο χωράφι του δημιουργού,
για τους βασανισμένους, τους συντετριμμένους.

Τα άψυχα σώματά τους ταριχεύεις,
στο όνομά τους γράφεις στίχους
με λύρα που θρηνεί γαληνεύεις τις σκιές τους,
και υψώνεις φωτεινή τη μνήμη τους.

Στους καιρούς μας, τους εξαγορασμένους, τους μικρούς,
μακριά από κάθε μεγαλείο,
κρατώντας όρθια την αξίωση της δικαιοσύνης,
στέκεις σαν ταφική λάρνακα
όπου αναπαύονται οι στάχτες τους.

[...]

Γι’ αυτό συνέχισε να αλέθεις και τα πάντα να συνθλίβεις
ό,τι υπήρξα γίνεται τροφή στον μύλο σου.
Σαράντα χρόνια άλεσμα πάνω στην άθλια τούτη γη,
ανάμειξέ τα με τη μυρωδιά του τάφου
και το ξινισμένο κατακάθι της ζωής.

(Μτφ. δική μου από απόσπασμα του ποιήματος που βρήκα στα αγγλικά)

ΙΙΙ. Νύχτα

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα μέρη, το "Νύχτα" εισάγει μια παιδικότητα. Η μελωδία ερμηνευμένη από τη χορωδία αγοριών έχει λαϊκό, άμεσο, ζωντανό χαρακτήρα. Παρά το φιλοσοφικό περιεχόμενο του κειμένου, η μουσική υπογραμμίζει τη δημιουργία ως ενεργή πράξη και στάση ζωής.

"Χιόνιζε, χιόνιζε απ’ άκρη σ’ άκρη
χιόνι σκέπαζε τη γη.
Έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί.
Όπως το θέρος γύρω από τη φλόγα
πεταλουδίτσες φτερουγίζουν
νιφάδες πέφτουν στην αυλή, στο παραθύρι εμπρός στριφογυρίζουν.


Κολλούσε η θύελλα στο τζάμι
κύκλους μικρούς και βέλη
έκαιγε στο τραπέζι το κερί, έκαιγε στο τραπέζι.
Στη φωτισμένη οροφή, απλώνονταν σκιές
χέρια ενωμένα, πόδια ενωμένα, διασταυρωμένα πεπρωμένα.
Κι έπεφταν τα γοβάκια σου στο πάτωμα χτυπώντας,
έσταζε δάκρυα το κερί στου φουστανιού την άκρη


καθώς κυλούσε λιώνοντας από το λυχνοστάτη.
Κι όλα χάνονταν στο μούχρωμα το γκρίζο και μαβί
έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί.
Φυσούσε αεράκι απ’ την γωνιά, κι η φλόγα ξελογιάστρα
ύψωνε σαν άγγελος δυο σταυρωτά φτερά.
Χιόνιζε το φεγγάρι του Φλεβάρη, κι απλώνονταν σιωπή
έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί"

(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

Η Καντάτα δημοσιεύθηκε το 1965 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την επόμενη χρονιά στο Ωδείο της Μόσχας. Από τότε παραμένει μια από τις πιο εσωτερικές στιγμές της ρωσικής χορωδιακής δημιουργίας. Είναι ένα έργο που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Όπως ο Παστερνάκ, έτσι και ο Σβιρίντοφ μας θυμίζει πως μέσα στη σιωπή και την επανάληψη του απλού, μπορεί να κατοικεί η πιο καθαρή μορφή αλήθειας.

Georgy Sviridov: "Sneg Idyot"

I. Snow is falling (0:00)
II. Soul (2:19)
III. Night (7:25)


Στο μπλογκ υπάρχουν κι άλλα κείμενα για τον Παστερνάκ. Περιηγηθείτε!





(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου