Translate

fb

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ντοστογιέφσκυ: "Ο Παίκτης", από το βίωμα στη λογοτεχνία και τη μουσική...



Στις 9 Φεβρουαρίου 1881 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία μόλις εξήντα ετών, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ύστερα από μακρόχρονες επιληπτικές κρίσεις.  Η ταφή του στην Αγία Πετρούπολη εξελίχθηκε σε ένα πρωτοφανές λαϊκό προσκύνημα. Περίπου σαράντα χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν τη νεκρική πομπή, τιμώντας τον συγγραφέα που η Ρωσία είχε ήδη αναγνωρίσει ως "εθνικό λογοτεχνικό ήρωα" και "προφήτη" της. Δεν ήταν τυχαίο. Το έργο του, βαθιά ψυχογραφικό και ριζοσπαστικό, αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Στη μνήμη του, στρεφόμαστε σε ένα από τα πιο προσωπικά και διεισδυτικά του κείμενα, άμεσα δεμένο με τη βιωμένη εμπειρία του εθισμού στον τζόγο.

Εξώφυλλο 1ης Έκδοσης, 1866
Ο "Παίκτης" γράφτηκε υπό ασφυκτική πίεση και μέσα σε μόλις έναν μήνα, όταν ένα συμβόλαιο απειλούσε να του αφαιρέσει τα πνευματικά δικαιώματα ολόκληρου του έργου του. Από αυτή την οριακή συνθήκη γεννήθηκε ένα έργο, που συμπυκνώνει με μοναδική οξύτητα την ανθρώπινη εμμονή, την αυτοκαταστροφή και την ψευδαίσθηση της ελευθερίας.

Η δράση τοποθετείται στη φανταστική λουτρόπολη Ρουλέτενμπουργκ της Γερμανίας και παρακολουθεί τον Αλεξέι Ιβάνοβιτς, έναν νεαρό Ρώσο διανοούμενο που εργάζεται ως παιδαγωγός και βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε έναν παθιασμένο, οδυνηρό έρωτα για την αινιγματική Πολίνα και στη σταδιακή του βύθιση στον κόσμο της ρουλέτας. Δίπλα του δεσπόζει η μορφή της Γιαγιάς, της περίφημης Μπαμπούσκα, μιας γυναίκας αυταρχικής και ακαταμάχητης, που γίνεται η ίδια θύμα της μανίας του παιχνιδιού, οδηγώντας τον εαυτό της και τους γύρω της στην οικονομική καταστροφή.

Το μυθιστόρημα υπερβαίνει κατά πολύ το θέμα του τζόγου. Ο Ντοστογιέφσκι καταγράφει με οξύτητα τον εθισμό ως ψυχική κατάσταση, την έλξη του ρίσκου ως μορφή αυτοκαταστροφής, αλλά και τη λεπτή σχέση εξουσίας, χρήματος και εξευτελισμού. Η ρουλέτα λειτουργεί ως κεντρική μεταφορά. Ο άνθρωπος πιστεύει πως δοκιμάζει την τύχη του ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα παραδίδεται ολοκληρωτικά σ' αυτήν, μετατρέποντας την ελευθερία σε σκλαβιά.

Η αλήθεια του έργου πηγάζει από το βίωμα. Ο συγγραφέας είχε χάσει μεγάλα ποσά στα ευρωπαϊκά καζίνα και αποδίδει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη μέθη της νίκης, την απόγνωση της απώλειας και τη μόνιμη ψευδαίσθηση ότι "την επόμενη φορά θα κερδίσω". Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα όπου ο αφηγητής περιγράφει τον παλμό της καρδιάς μπροστά στη ρουλέτα, τη σπασμωδική αγωνία πριν ακουστεί η φωνή του κρουπιέρη, τη σχεδόν σωματική μέθη της επιτυχίας και την αίσθηση ότι, έστω και για λίγα λεπτά, ξαναβρίσκει τη θέση του ανάμεσα στους ανθρώπους. Στιγμές όπου το χρήμα χάνει την πραγματική του αξία και γίνεται σύμβολο αναγνώρισης, δύναμης και υπαρξιακής επιβεβαίωσης:

"...το ίδιο βράδυ πήγα στη ρουλέττα. Ω, πώς χτυπούσε η καρδιά μου! Όχι, δεν ήταν το χρήμα που ποθούσα! Τότε ήθελα μονάχα όλοι τούτοι να μιλάνε την άλλη μέρα για μένα, να διηγούνται την ιστορία μου, να με θαυμάζουνε, να μ’ επαινούνε και να σκύβουνε μπροστά στο καινούργιο κέρδος μου. [...]... κι’ όμως με τί τρεμούλα, με τί κέρωμα στην καρδιά, ακούω τη φωνή του κρουπιέρη: trente et un, rouge, impair et passe, ή: quatre, noir, pair et manque. Με τί απελπισία παρατηρώ το τραπέζι του παιχνιδιού, όπου είναι σκορπισμένα τα φλουριά, τα λουδοβίκια και τα τάλληρα, τις πυραμίδες του χρυσαφιού όταν απ’ το φτυάρι του κρουπιέρη πέφτει σε φλόγινους σωρούς ή τις μακρυές σαν πήχες στήλες τ’ ασημιού που βρίσκονται τριγύρω απ’ τον τροχό. Πριν πλησιάσω ακόμα την αίθουσα του παιχνιδιού κι’ ακούσω τον κρότο που κάνουνε τα νομίσματα που σκορπιούνται, με πιάνει σχεδόν σπασμός. Ω, η βραδυά εκείνη, πούφερα τα εβδομήντα μου φλωρίνια στο τραπέζι του παιχνιδιού ήτανε το ίδιο αξιοσημείωτη. Άρχισα με δέκα φλωρίνια και με το passe. Για το passe έχω καλή προκατάληψη. Έχασα. Μου μείνανε εξήντα φλωρίνια σ’ αργυρά νομίσματα. Συλλογίστηκα λίγο — και προτίμησα το zéro. Άρχισα να βάζω μονομιάς στο zéro από πέντε φλωρίνια· την τρίτη φορά βγήκε ξαφνικά το zéro. Λίγο κόντεψε να πεθάνω απ’ τη χαρά μου, που πήρα εκατόν εβδομήντα πέντε φλωρίνια. Σαν είχα κερδίσει εκατό χιλιάδες φλωρίνια δεν είχα τέτοια χαρά. Αμέσως έβαλα εκατό φλωρίνια στο κόκκινο — πήρα· όλα τα τετρακόσια στο μαύρο — κέρδισα· όλα τα οχτακόσα στο manque — πήρα, μετρώντας και τα προηγούμενα, είχα χίλια εφτακόσα φλωρίνια, κι’ αυτό σε διάστημα λιγώτερο από πέντε λεπτά! Ναι, σε τέτοιες στιγμές ξεχνάς κι’ όλες τις προηγούμενες αποτυχίες! Γιατί τα κέρδισα αυτά κινδυνεύοντας πιότερο κι’ απ’ τη ζωή μου, το τόλμησα και κινδύνεψα, και νά με πάλι στη σειρά των ανθρώπων! Πήρα ένα δωμάτιο, κλειδώθηκα, κι’ ώς τρεις ώρες, καθόμουνα και λογάριαζα τα λεφτά μου..."

(Φ. Ντοστογιέφσκυ, "Ο Παίκτης", εκδ. Γκοβόστη, μτφ. Αθηνά Σαραντίδη, σελ. 170-173)


Ο "Παίκτης" παραμένει ένα βαθιά ανθρώπινο έργο, σκληρό και ειλικρινές, που δεν φωτίζει μόνο τον κόσμο του τζόγου, αλλά και τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης επιθυμίας να ρισκάρει τα πάντα για μια στιγμή θριάμβου...

Στο μπαλκόνι του διαμερίσματος όπου έζησε ο Ντοστογιέφσκι, στο Μπάντεν-Μπάντεν, ένα ανάγλυφο με την προτομή του θυμίζει ότι εδώ γράφτηκε ο "Παίκτης"


Βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ, ο ρώσος συνθέτης Σεργκέι Προκόφιεφ έγραψε το λιμπρέτο για την ομότιτλη, τετράπρακτη όπερά του, η οποία ολοκληρώθηκε το Γενάρη του 1917. Ωστόσο, η Φεβρουαριανή Επανάσταση ανέτρεψε τα σχέδια παρουσίασής της.

Ύστερα από εκτεταμένες αναθεωρήσεις η όπερα έκανε πρεμιέρα το 1929, στις Βρυξέλλες, ενώ δυο χρόνια αργότερα ο συνθέτης δημιούργησε και μια ορχηστρική σουίτα.

Ο "Παίκτης" είναι η δεύτερη όπερα του Σεργκέι Προκόφιεφ και ξεχωρίζει για την ακραία μουσική γλώσσα της. Παρουσιάζει ένα εσωτερικό δράμα ψυχικής φθοράς και ταπείνωσης, χωρίς πραγματικούς θανάτους ή σκηνές σωματικής βίας. Ο συνθέτης επέλεξε να παρουσιάσει την ιστορία μέσα από το ρωσικό είδος "όπερας διαλόγου", απορρίπτοντας τις παραδοσιακές άριες και συμμετρικές φόρμες υπέρ ενός σκληρού ρεαλισμού και πιστότητας στο κείμενο. Οι φωνητικές γραμμές είναι λιτές και υποβλητικές, ενώ η ορχήστρα αναλαμβάνει τον ψυχολογικό σχολιασμό, χρησιμοποιώντας μοντερνιστική, αιχμηρή γλώσσα, με ρυθμούς, αρμονικές ανατροπές και ηχητικά μοτίβα που αποτυπώνουν την αγωνία, την ψυχολογική πίεση και την αυτοκαταστροφική έλξη του τζόγου.

Η όπερα αποτελεί απαιτητική εμπειρία για το κοινό, που καλείται να αποδεχθεί μια μουσική παράδοση που ανατρέπει σκόπιμα τις συμβατικές προσδοκίες της όπερας και να κατανοήσει τη βαθιά σχέση της ρωσικής ψυχής με τον τζόγο, ως σύμβολο εμμονής, υποταγής στη μοίρα και υπαρξιακής αγωνίας. Η μουσική του Προκόφιεφ δημιουργεί ένα τοπίο όπου κυριαρχούν ένταση, απόγνωση και μανία προσφέροντας στον θεατή μια ψυχολογική αλήθεια που ενισχύει τη δραματική εμπειρία.

Η σουίτα, που θα ακούσουμε, οργανώνεται γύρω από τέσσερα ορχηστρικά πορτρέτα χαρακτήρων και καταλήγει σε μια σύντομη Έκβαση.
Κάθε μέρος φωτίζει έναν από τους κεντρικούς ήρωες της όπερας(Αλεξέι, Μπαμπουλένκα, Στρατηγό και Πολίν) αποδίδοντας με αιχμηρή μουσική γλώσσα την ψυχολογία, τις μεταξύ τους σχέσεις και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις.
Στην Έκβαση (Dénouement), τα προηγούμενα μουσικά στοιχεία επανεμφανίζονται απογυμνωμένα και θραυσματικά, οδηγώντας σε μια ψυχρή επίγνωση του αδιεξόδου και της καταστροφικής έλξης του τζόγου...

Prokofiev : "The Gambler Suite, Op. 49"
Διευθύνει ο Neeme Järvi



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου