| Renoir: "Le Déjeuner des Canotiers" |
Γεννήθηκε σαν σήμερα, 25 Φεβρουαρίου 1841 στη Λιμόζ, σε μια ταπεινή οικογένεια. Αρχικά ήταν η μουσική που ανέτασσε την ψυχή του Πιερ Ωγκίστ Ρενουάρ. Η χορωδία του Παρισιού και η φροντίδα του δασκάλου του, Σαρλ Γκουνώ φανέρωσαν νωρίς το καλλιτεχνικό του ταλέντο.
| Renoir, self portrait |
Ωστόσο, η ζωγραφική τον προσέλκυσε ακατανίκητα. Από τα λεπτά σχέδια πάνω σε πορσελάνη έως τα ονειρικά πορτραίτα και τα φωτεινά τοπία του, ο Ρενουάρ διαπέρασε τον ιμπρεσιονισμό με την εκρηκτική χρωματική του φαντασία, το παιχνίδισμα του φωτός και την τρυφερή, αέρινη χάρη που λούζει τις μορφές του, αφήνοντας μια αίσθηση αιώνιας δροσιάς και ομορφιάς στον καμβά.
Όπως ο ίδιος συνήθιζε να λέει: "Το μυστικό της ευτυχίας μου είναι η χαρά του φωτός και της ζωής".
Αυτή η μαγεία του φωτός και της ζωής κορυφώνεται στον διάσημο πίνακά του "Le Déjeuner des Canotiers - Το πρόγευμα των βαρκάρηδων", που εκτέθηκε στην έκθεση Ιμπρεσιονιστών το 1882 και οι κριτικοί το χαρακτήρισαν ως "τον καλύτερο πίνακα της έκθεσης".
Ο Γάλλος ζωγράφος απεικονίζει μια παρέα φίλων στη βεράντα ενός καφέ, στις όχθες του Σηκουάνα, όπου τα νερά αντανακλούν το λαμπερό καλοκαιρινό φως. Ο Ρενουάρ αιχμαλωτίζει τη στιγμή με τον αυθορμητισμό και τη ζωντάνια της καθημερινής σκηνής. "Το πρόγευμα των βαρκάρηδων" είναι ένας ύμνος στη χαρά της ζωής και ταυτόχρονα μια αριστοτεχνική μελέτη του φωτός και του χρώματος.
Το λευκό κυριαρχεί στο προσκήνιο. Το τραπεζομάντιλο, οι πετσέτες, τα φανελάκια των δύο ανδρών ακτινοβολούν φωτεινότητα. Σταδιακά, αυτό το λαμπρό λευκό μετατρέπεται σε θερμές αποχρώσεις ώχρας, που εμφανίζονται στα καπέλα των ανδρών και των γυναικών. Πιο πίσω, οι τόνοι βαθαίνουν. Τα σακάκια, τα ημίψηλα καπέλα και οι πυκνές φυλλωσιές αναδύονται μέσα σε πλούσιες αποχρώσεις πράσινου και καφέ, αγκαλιάζοντας τη σκηνή. Το φως, ακόμη και κάτω από την ριγωτή τέντα, παραμένει εκτυφλωτικό, μεταφέροντας στον θεατή τη ζεστασιά και την αίσθηση μιας αληθινά καλοκαιρινής ημέρας.
Στο πρώτο πλάνο αριστερά, η μοδίστρα-μέλλουσα σύζυγος του ζωγράφου, Αλίν Σαριγκό, παίζει με το σκυλάκι της. Πίσω της στέκεται ο Αλφόνς Φουρνέζ, γιος του πανδοχέα, ενώ η αδελφή του, Αλφονσίν, ακουμπισμένη στο κάγκελο, παρακολουθεί προσεκτικά τον βαρόνο Raoul Barbier, στενό φίλο του ζωγράφου και γνωστό λάτρη των γυναικών και των ιστιοφόρων. Στα δεξιά, ο φίλος του Ρενουάρ, ιμπρεσιονιστής ζωγράφος, Gustave Caillebotte, ακούει αφηρημένα τη νεαρή ηθοποιό Ellen Andrée, ενώ ο Adrien Maggiolo, ιδιοκτήτης μεγάλης εφημερίδας, σκύβει προς το μέρος της. Πίσω τους, οι δυο δημοσιογράφοι Paul Lhote και Eugène-Pierre Lestringuez συνομιλούν με την ηθοποιό, Jeanne Samary. Στο κέντρο, η Angèle Legault υψώνει το ποτήρι της δίπλα σε έναν άγνωστο άνδρα, πιθανόν τον ίδιο τον Ρενουάρ. Πίσω της, ο συλλέκτης Charles Ephrussi με καπέλο συνομιλεί με τον ποιητή Jules Laforgue. Στο βάθος ο λαμπερός Σηκουάνας, οι κλαίουσες ιτιές να ακουμπούν την επιφάνεια του νερού και τα ιστιοφόρα ολοκληρώνουν την αίσθηση μιας χαρούμενης, χαλαρής καλοκαιρινής μέρας...
Από το εμβληματικό εικαστικό έργο του Ρενουάρ εμπνεύστηκε ο Haskell Small τη σύνθεσή του "Renoir’s Feast - Η Γιορτή του Ρενουάρ".
Παρότι το "Πρόγευμα των βαρκάρηδων" φέρει τα χαρακτηριστικά του γαλλικού ιμπρεσιονισμού, η μουσική γραφή του Small δεν περιορίζεται σε μια απλή ηχητική αναπαράσταση. Αντλεί στοιχεία από τη μετατονική γλώσσα του 20ού αιώνα, αξιοποιώντας διευρυμένες τονικότητες, τροπικές μετατοπίσεις και πυκνότερες αρμονικές δομές που εμπλουτίζουν το ηχητικό αποτέλεσμα με σύγχρονη εκφραστικότητα.
Ο συνθέτης οργανώνει το έργο σαν μια ακολουθία πιανιστικών σκίτσων, μικρών μουσικών πορτρέτων εμπνευσμένων από τα πρόσωπα του πίνακα (Alphonse Fournaise, Charles Ephrussi, Jules Laforgue, τον ίδιο τον Renoir, τον Gustave Caillebotte, την Aline Charigot κ.ά.) τα οποία δίνουν και τους τίτλους στα επιμέρους μέρη. Κάθε ενότητα διαθέτει διακριτό θεματικό υλικό και ιδιαίτερο ρυθμικό χαρακτήρα, επιχειρώντας να αποδώσει τη φυσιογνωμία, την κίνηση και την ψυχολογική ατμόσφαιρα της σκηνής.
Τη συνοχή της σύνθεσης διασφαλίζει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, το "ποτάμι", που λειτουργεί σαν ενοποιητικός άξονας. Μέσα από κυματιστούς αρπισμούς και ρευστές μελωδικές γραμμές, το μοτίβο αυτό επανέρχεται διαρκώς μετασχηματισμένο, συνδέοντας οργανικά τα επιμέρους σκίτσα. Έτσι, το "Renoir’s Feast" υπερβαίνει την απλή περιγραφικότητα και μετατρέπει τη ζωγραφική εικόνα σε ζωντανό ηχητικό τοπίο, όπου φως και χρώματα μετασχηματίζονται σε αρμονία, ενώ η κοινωνική συνεύρεση και η χαρά της στιγμής αποκτούν διαχρονική μουσική διάρκεια...

