Translate

fb

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

17 Φεβρουαρίου: ο Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά...

"Ο Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά", χαρακτικό του Καμίγ Φλαμαριόν

 



"Βλέπεις, δεν βόλευες στα ήθη.
για σένα στήθηκε η πυρά εκείνο το Φλεβάρη
και από κάτω ούρλιαζαν τα μανιασμένα πλήθη
ως να ‘ρθει ο θάνατος αργά για να σε πάρει.


Τόσο βαθύς κατατρεγμός ενάντια στην αλήθεια
του κόσμου μόνον η οργή, σκληρή ανταμοιβή σου
είναι αρχόντων και λαών μοναδική συνήθεια
να σε κρατήσουνε τυφλό, στο σάρκινο κελί σου..."

("Τζορντάνο Μπρούνο", ποίημα του Νικηφόρου Βυζαντινού, fractalart)



Ο Τζορντάνο Μπρούνο υπήρξε μια από τις πιο ανήσυχες και φωτεινές μορφές της ιταλικής Αναγέννησης. Φιλόσοφος, θεολόγος, ποιητής, πνεύμα ακούραστο που δεν χωρούσε στα όρια της εποχής του. Επηρεασμένος από τον Κοπέρνικο και τον νεοπλατωνισμό, τόλμησε να οραματιστεί ένα σύμπαν άπειρο, γεμάτο αμέτρητους κόσμους. Για κείνον, το θείο δεν κατοικούσε σε έναν μακρινό ουρανό, αλλά διαχεόταν σε κάθε μόριο της ύλης, σε κάθε μορφή ζωής. 


"Κι ένας μαύρος ήλιος, στο διάστημα,
θα καταπιεί τον ήλιο, τη σελήνη
και όλους τους πλανήτες που περιφέρονται
γύρω από τον ήλιο.
Να θυμάστε πως,
όταν το τέλος θα πλησιάζει,
ο άνθρωπος θα ταξιδεύει στο διάστημα
και από το διάστημα θα μάθει
την ημέρα του τέλους"

(Τζορντάνο Μπρούνο, "Περί του απείρου σύμπαντος και των κόσμων", 1584)


O Mπρούνο ενώπιον της Ιεράς Εξέτασης
Οι τολμηρές ιδέες του στάθηκαν αφορμή για τη μοιραία σύγκρουσή του με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Μετά από μακρά φυλάκιση καταδικάστηκε σε θάνατο δια της πυράς. Την απόφαση υπέγραψε ο καρδινάλιος Ρομπέρτο Μπελλαρμίνο. Γονατιστός μπροστά στους δικαστές του, άκουσε την ετυμηγορία που θα τον οδηγούσε στον θάνατο. Όταν σηκώθηκε, με βλέμμα σταθερό, απάντησε:

"Πιθανόν εσείς, κριτές μου, να ανακοινώνετε την καταδίκη εναντίον μου με μεγαλύτερο φόβο απ’ ό,τι τη δέχομαι εγώ".

Ήταν σαν σήμερα, 17 Φεβρουαρίου του 1600...Κι ενώ η Ρώμη γιόρταζε τον διορισμό του νέου Πάπα, ο Μπρούνο οδηγείτο στην πλατεία Campo de’ Fiori. Εκεί, ανάμεσα στους πάγκους όπου τις Κυριακές πωλούνται λουλούδια, υψώθηκε η πυρά. Μαζί του παραδόθηκαν στις φλόγες και πολλά από τα βιβλία του, σαν να επιχειρούσαν να κάψουν τον άνθρωπο, αλλά και τη σκέψη του. Όταν η φωτιά καταλάγιασε, οι στάχτες του σκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους, σαν να ήθελαν να διαλύσουν κάθε ίχνος της ύπαρξής του.

Κι όμως, τα τελευταία λόγια του έμειναν στην αιωνιότητα: "Να κάψεις, δεν σημαίνει πως διαψεύδεις".


"Ένας πυρσός εγίνηκες, ένας ακόμη φάρος
που στους ανθρώπους έδειξες της λευτεριάς το δρόμο
πως πρέπει κάποιος να μιλά με πίστη και με θάρρος
ένας ενάντια στους πολλούς, για αυτό σε βεβαιώνω.

Και η μορφή σου χάθηκε και πέρασε στη λήθη
μια λήθη όμως πρόσκαιρη που ο χρόνος δεν την σβήνει
κι αν τώρα σε χειροκροτούν τ’ ανθρώπινα τα πλήθη
το έγκλημα που έγινε, κανένας δεν το σβήνει!"


("Τζορντάνο Μπρούνο", Νικηφόρου Βυζαντινού, fractalart)


Άγαλμα του Μπρούνο στην πλατεία ντε Φιόρι, όπου κάηκε
Οι φλόγες έσβησαν, η ιδέα του απείρου όμως συνέχισε να καίει αθόρυβα μέσα στον χρόνο. Η σκέψη του Μπρούνο, που κάποιοι επιχείρησαν να αφανίσουν διέσχισε τους αιώνες, μεταμορφώθηκε, ρίζωσε σε νέες συνειδήσεις, ενέπνευσε ποιητές, φιλοσόφους, καλλιτέχνες. Και τέσσερις σχεδόν αιώνες αργότερα, στον 20ό αιώνα, βρήκε μια νέα φωνή, αυτή τη φορά μέσα από τη μουσική…

Η καντάτα "Novae de infinito laudes - Νέοι ύμνοι για το άπειρο" που γράφτηκε το 1962, αποτελεί το πιο επιβλητικό από τα ιδιαίτερα σημαντικά έργα για χορωδία και ορχήστρα που συνέθεσε ο Hans Werner Henze. Γραμμένη κατόπιν παραγγελίας της Royal Philharmonic Society, παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρώτη τον Απρίλιο του 1963, στο πλαίσιο της Μπιενάλε της Βενετίας.

Το έργο αντλεί το ποιητικό του υλικό από λατινικά κείμενα του 16ου αιώνα του ανθρώπου που συγκρούστηκε με τη θεολογική ορθοδοξία της εποχής του, Giordano Bruno.
Οι στοχασμοί του για το άπειρο σύμπαν, την αέναη κίνηση της ύλης και τη βαθιά ενότητα φύσης και θείου δίνουν στην καντάτα έναν κοσμολογικό και μεταφυσικό χαρακτήρα.

Η σύνθεση προορίζεται για τέσσερις σολίστες, μικτή χορωδία και μεγάλη ορχήστρα. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ορχηστρική γραφή, η οποία δίνει έμφαση στα χαμηλά ηχοχρώματα. Η παρουσία πληκτροφόρου, λαούτων και αρπών δημιουργεί μια διακριτική αναγεννησιακή απόχρωση, σαν η μουσική να γεφυρώνει τον 20ό αιώνα με την εποχή του Μπρούνο. Το ηχητικό αποτέλεσμα είναι βαρύ, στοχαστικό και γήινο, αλλά ταυτόχρονα διαποτισμένο από μια αίσθηση κοσμικής απεραντοσύνης.

Η ένταση και το βάθος των φιλοσοφικών ιδεών στα κείμενα κινητοποιούν τον Χέντσε να απαντήσει με μια μουσική γεμάτη συναίσθημα, ειλικρίνεια και δραματική ένταση. Η αλληλεπίδραση φωνών και οργάνων εμφανίζεται εξαιρετικά επεξεργασμένη...άλλοτε πυκνή και πολυεπίπεδη, άλλοτε γυμνή και εσωστρεφής. Καθώς το έργο εξελίσσεται, η μουσική αποκτά όλο και πιο αυστηρό, άκαμπτο χαρακτήρα σαν να μετατρέπεται σε καθαρό στοχασμό πάνω στην ιδέα του απείρου.

Οι ξαφνικές εκρήξεις ρυθμικής οξύτητας δεν λειτουργούν ως δραματικές κορυφώσεις. Συχνά περιβάλλονται από λεπτή αύρα ειρωνείας ή υπαινικτικής παρωδίας, σαν ο συνθέτης να σχολιάζει την ανθρώπινη αδυναμία να συλλάβει το άπειρο και την προσκόλληση σε αυστηρούς δογματισμούς.

Η καντάτα οργανώνεται σε έξι μέρη:

I. I. I corpi celesti  - Τα ουράνια σώματα
II.I quattro elementi - Τα τέσσερα στοιχεία
III. La continua mutazione -  Η συνεχής μεταβολή
IV. Il piacere è nel movimento - Η ηδονή βρίσκεται στην κίνηση
V. Il sorgere del sole - Η ανατολή του ήλιου
VI. Il sommo bene - Το υπέρτατο αγαθό

Η διαδοχή τους σχηματίζει ένα φιλοσοφικό τόξο, από την παρατήρηση του σύμπαντος και των φυσικών του δυνάμεων, περνά στη δυναμική της μεταβολής και της κίνησης ως θεμελιώδους αρχής της ύπαρξης, για να καταλήξει σε μια σχεδόν μυστικιστική αναζήτηση του ύψιστου αγαθού.
Έτσι, το "Novae de infinito laudes" αποτελεί ένα συμφωνικό - φιλοσοφικό οικοδόμημα, όπου η μουσική γίνεται φορέας κοσμολογικού στοχασμού και υπαρξιακής έντασης.


Hans Werner Henze: "Novae de infinito laudes"

Ο θάνατος του Τζορντάνο Μπρούνο δεν μπόρεσε να σβήσει τη φλόγα της σκέψης του. Αντίθετα, την μετέτρεψε σε σύμβολο του αδιαπραγμάτευτου ελεύθερου πνεύματος.
Σήμερα, ο Μπρούνο αναγνωρίζεται σαν προάγγελος της σύγχρονης επιστήμης, μάρτυρας της λογικής και πρωτοπόρος μιας κοσμικής φιλοσοφίας που αγκαλιάζει το άπειρο. Σημειωτέον ότι στην πλατεία όπου παραδόθηκε στη φωτιά, έχει στηθεί άγαλμά του στραμμένο προς το Βατικανό, μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι η ελευθερία της σκέψης δεν μπορεί ποτέ να καεί...





Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Δρέσδη 1945: Όταν η πόλη έγινε στάχτη...Μουσική μαρτυρία και θρήνος...

 

    Η κατεστραμμένη Δρέσδη μετά το βομβαρδισμό της 13ης Φεβρουαρίου 1945


Σαν σήμερα, 13 Φεβρουαρίου του 1945, ξεκινά η σφοδρή βομβιστική επίθεση της Δρέσδης. Η όμορφη πόλη στις όχθες του Έλβα, η "Φλωρεντία του Βορρά", γνωστή για την αρχιτεκτονική της, τα περίτεχνα κτίσματα και τα πλούσια σε εκθέματα μουσεία της, μετατρέπεται μέσα σε λίγες ώρες σε ένα φλεγόμενο ερείπιο, λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου. Ανταποκρίσεις της εποχής μιλούν για "πύρινη θύελλα και για μια πόλη που χάθηκε μέσα σε καπνό και στάχτη", ενώ προσωπικές μαρτυρίες καταγράφουν τη σιωπή που ακολούθησε, μια σιωπή βαριά όσο και τα ερείπια. Η Δρέσδη γίνεται σύμβολο της απόλυτης καταστροφής, αλλά και της μνήμης. 

Το πιο γνωστό μουσικό έργο που συνδέθηκε με το τραύμα της πόλης είναι το Όγδοο Κουαρτέτο του Σοστακόβιτς, γνωστό και ως "Κουαρτέτο της Δρέσδης", για το οποίο έχω γράψει στο παρελθόν.
Ωστόσο, η άμεση και βαθιά προσωπική μουσική απάντηση στα γεγονότα του 1945 προήλθε από έναν άνθρωπο που έζησε την απώλεια εκ των έσω.

Το "Wie liegt die Stadt so wüst - Πόσο έρημη είναι η πόλη" του Rudolf Mauersberger είναι ένα μοτέτο  ελεγειακού χαρακτήρα, μέρος του λεγόμενου "Κύκλου της Δρέσδης".
Ο Mauersberger, ως Kάντορας στην Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού της Δρέσδης και δ/ντής της περίφημης χορωδίας της, βίωσε προσωπικά την τραγωδία, χάνοντας αθώους μαθητές του στο βομβαρδισμό και βλέποντας την Kreuzkirche κατεστραμμένη. Μετά τον βομβαρδισμό διάβασε τους Θρήνους του Ιερεμία. Το κείμενο αντήχησε μέσα του σαν άμεσος καθρέφτης της καταστροφής:

Η Κreuzkirche μετά το βομβαρδισμό


"Πως απέμεινεν έρημη, χωρίς κατοίκους, και έμεινε μόνη η άλλοτε πολυάνθρωπη πόλη; Πως κατάντησε σαν τη χήρα, που στερήθηκε τον σύζυγόν της, η άλλοτε πολυπληθής μεταξύ όλων των εθνών! Πού έφτασε η αλλοτινή αρχόντισσα και πριγκίπισσα ανάμεσα στις άλλες χώρες...

Κατέπεσεν και δεν υπάρχει κανείς να την παρηγόρησει. Συ, Κυριε, ιδέ την άθλια κατάστασή μου, διότι ο εχθρός αλαζονεύεται και θριαμβεύει εναντίον μου".

Έτσι εμπνεύστηκε το μοτέτο, που έκανε πρεμιέρα τον Αύγουστο του 1945, κατά την πρώτη εσπερινή λειτουργία μετά τον πόλεμο, μέσα στην καμένη Kreuzkirche, έναν χώρο όπου τα ερείπια συνυπήρχαν με την προσευχή.

Το κείμενο αντλείται από επιλεγμένους στίχους των Θρήνων στη μετάφραση του Μαρτίνου Λούθηρου. Ο συνθέτης δεν ακολουθεί τη βιβλική διάταξη, παραλείπει τη ρητή αποδοχή της θείας κρίσης και επικεντρώνεται στη βιωμένη οδύνη και στο ερώτημα "γιατί":


"Γιατί , Κύριε, θέλησες για πάντα να μας λησμονήσεις,
να μας εγκαταλείψεις για όλη τη ζωή μας;"

Η επιλογή του αναδεικνύει τη δυστυχία της πόλης, την ακατανόητη συμφορά και την ικεσία για έλεος. Δεν πρόκειται για θεολογική πραγματεία αλλά για υπαρξιακή κραυγή. Η έμφαση στην παράκληση αντανακλούν την ψυχική κατάσταση του συνθέτη. Οι Θρήνοι αποτελούν το μέσο για να εκφραστεί το προσωπικό του πένθος.

Το έργο, γραμμένο σε φα ελάσσονα για μικτή χορωδία a cappella, διακρίνεται σε επιμέρους ενότητες που αντιστοιχούν σε κάθε στίχο, με έντονη αρμονική διαφοροποίηση και ιδιαίτερη φροντίδα στη μελοποίηση κάθε λέξης. Ο Mauersberger αξιοποιεί τονικές σχέσεις και πυκνές δυσαρμονίες, ώστε να εντείνει το αίσθημα αποσταθεροποίησης.
Το μοτέτο χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία μέρη:
Ι. περιγραφή της ερήμωσης
ΙΙ. δραματική κορύφωση με το επαναλαμβανόμενο "γιατί"
ΙΙΙ.  τελική ικεσία που δεν οδηγεί σε θριαμβική λύση αλλά σε ταπεινή περισυλλογή.

Το "Wie liegt die Stadt so wüst" εκτελείται παραδοσιακά κάθε 13 Φεβρουαρίου στη μνήμη των αδικοχαμένων και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσικά τεκμήρια άμεσης αντίδρασης στην καταστροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν είναι περιγραφική αναπαράσταση, αλλά λειτουργικό μνημόσυνο. Μέσα από τη λιτή αλλά φορτισμένη γλώσσα του, η κατεστραμμένη Δρέσδη μετατρέπεται σε διαχρονικό σύμβολο κάθε πόλης που γνώρισε την ερήμωση και η μουσική σε πράξη μνήμης, προσευχής και ηθικής μαρτυρίας.

 Rudolf Mauersberger: "Wie liegt die Stadt so wüst – Πόσο έρημη είναι η πόλη"


Για το Κουαρτέτο της Δρέσδης του Σοστακόβιτς μπορείτε να διαβάσετε εδώ.





Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Όταν τα διλήμματα "Περί Γάμου" του Δαρβίνου γίνονται μουσική...


Ο σπουδαίος Κάρολος Δαρβίνος θεμελιωτής της θεωρίας της εξέλιξης γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1809 στο Σρόσμπερι της Αγγλίας, σε μια εύπορη οικογένεια μορφωμένων γιατρών και διανοουμένων. Αν και ακολούθησε αρχικά την οικογενειακή παράδοση και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Εδιμβούργου, γρήγορα απομακρύνθηκε από τη χειρουργική, που τον απωθούσε βαθιά. Μεταφέρθηκε στο Κέιμπριτζ για να σπουδάσει θεολογία με σκοπό να γίνει κληρικός, όμως εκεί άνθισαν τα αληθινά του ενδιαφέροντα: η φυσική ιστορία, η γεωλογία και η παρατήρηση των ζωντανών οργανισμών.

Το 1831, αμέσως μετά τις σπουδές του, έλαβε μέρος στο πενταετές ερευνητικό ταξίδι του HMS Beagle στη Νότια Αμερική και τον Ειρηνικό. Το μεγάλο αυτό ταξίδι υπήρξε καθοριστικό. Οι παρατηρήσεις του αποτέλεσαν τον σπόρο για τις θεωρίες του περί εξέλιξης. Μετά την επιστροφή του στην Αγγλία καθιερώθηκε ως πολλά υποσχόμενος φυσιοδίφης και το έργο του "Η Καταγωγή των Ειδών" προκάλεσε ενθουσιασμό αλλά και έντονες αντιδράσεις.

Στα χρόνια που προηγήθηκαν της δημοσίευσης, ο Δαρβίνος δεν πάλευε μόνο με επιστημονικά ερωτήματα, αλλά και με προσωπικά. Την περίοδο 1838-1839 βρέθηκε να σταθμίζει τα υπέρ και τα κατά του γάμου, προσπαθώντας να αποφασίσει αν η οικογενειακή ζωή θα ενίσχυε ή θα υπονόμευε την επιστημονική του πορεία. Τελικά, το 1838 έκανε πρόταση γάμου στην ξαδέρφη του Έμμα Γουέτζγουντ, η οποία την αποδέχτηκε, οδηγώντας σε έναν γάμο γεμάτο αφοσίωση, σταθερότητα και βαθιά συντροφικότητα, στοιχεία που αποδείχθηκαν πολύτιμα για το υπόλοιπο έργο της ζωής του.

Τα ερωτήματά του περί γάμου είχε καταγράψει σε σημειώματα τα οποία διασώζονται σήμερα στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο διχασμένο ανάμεσα στη λογική και την επιθυμία.

  • Στο πρώτο του σημείωμα, υπό τον τίτλο "Να παντρευτώ;", γράφει:
Ο Δαρβίνος με τη σύζυγό του, Έμμα
friendsofdarwin
"Παιδιά ... αν είναι θέλημα Θεού.
Ένας σταθερός σύντροφος, ένας φίλος για τα γεράματα, κάποιος που θα ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα.
Και, ας μην κοροϊδευόμαστε, καλύτερα από το να έχω μόνο έναν σκύλο για συντροφιά.
Ένα σπίτι, κάποια να το φροντίζει, η γοητεία της μουσικής, η ευχάριστη γυναικεία συντροφιά, όλα αυτά κάνουν καλό στην υγεία.
Αλλά… τρομερή απώλεια χρόνου.
Θεέ μου, είναι αδιανόητο να φαντάζομαι ότι θα περάσω όλη μου τη ζωή σαν μια στειρωμένη μέλισσα: να δουλεύω, να δουλεύω, και στο τέλος… τίποτα.
Όχι, αυτό δεν γίνεται.
Φαντάσου όμως να ζεις κάθε μέρα μόνος, σε ένα σκοτεινό, καπνισμένο Λονδρέζικο δωμάτιο.
Και ύστερα φαντάσου μια ευγενική, τρυφερή σύζυγο σε έναν καναπέ, με τζάκι, βιβλία και μουσική.
Σύγκρινε αυτό το όραμα με τη ζοφερή πραγματικότητα…"


  • Στο δεύτερο σημείωμα, με τίτλο "Να μην παντρευτώ;", απαριθμεί τα αντίθετα επιχειρήματα:
"Ελευθερία να πηγαίνω όπου θέλω.
Όση κοινωνικότητα επιθυμώ, ούτε παραπάνω ούτε λιγότερη.
Συζητήσεις με έξυπνους ανθρώπους σε λέσχες.
Καμία υποχρέωση να επισκέπτομαι συγγενείς ή να υποκύπτω σε μικροπράγματα.
Χωρίς έξοδα και άγχος απ' τα παιδιά και χωρίς τους καβγάδες που ίσως φέρνουν.
Χωρίς χαμένο χρόνο.
Χωρίς την αδυναμία να διαβάζω τα βράδια.
Χωρίς επιπλέον ευθύνες.
Και, φυσικά, περισσότερα χρήματα για βιβλία. Με πολλά παιδιά θα έπρεπε να εργάζομαι υπερβολικά, κάτι βλαβερό για την υγεία".

  • Κι όμως, καθώς συνεχίζει, η σκέψη του αλλάζει ξανά κατεύθυνση:
"Χαλάρωσε.
Δεν μπορεί κανείς να ζήσει πραγματικά μόνος. Δεν θέλεις γεράματα χωρίς φίλους, χωρίς παιδιά.
Μην ανησυχείς. Έχε εμπιστοσύνη στη μοίρα. Κοίταξε προσεκτικά... υπάρχουν πολλοί ευτυχισμένοι σκλάβοι".


Οι σημειώσεις του Δαρβίνου περί Γάμου
(darwinproject)
Μέσα σε αυτά τα αντιφατικά, ανθρώπινα, συχνά τρυφερά και άλλοτε ειρωνικά λόγια, κανείς δεν διακρίνει μόνο έναν μεγάλο επιστήμονα, αλλά έναν άνθρωπο που παλεύει ανάμεσα στον φόβο της δέσμευσης και τον φόβο της μοναξιάς. Τελικά, ο Δαρβίνος δεν επέλεξε μόνο με τη λογική. Επέλεξε με την καρδιά. Κι έτσι, στις αρχές του 1839, ξεκίνησε την κοινή του ζωή με την Έμμα Γουέτζγουντ, μια απόφαση που κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, γέμισε και τους δύο με στοργή, αφοσίωση και βαθιά συντροφικότητα.

Ο Κάρολος Δαρβίνος, παρότι συνδέεται κυρίως με τη βιολογία και την επανάσταση που προκάλεσαν οι θεωρίες του, υπήρξε πηγή έμπνευσης για αρκετούς συνθέτες. Ανάμεσα στις σημαντικότερες μουσικές δημιουργίες που γεννήθηκαν από το έργο του, ξεχωρίζει το ορατόριο "The Origin" του Richard Einhorn.
Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη σύνθεση που συνδυάζει χορωδία, σολίστες, ορχήστρα και το γυναικείο βαλκανικό φωνητικό σύνολο Kitka, το οποίο λειτουργεί συμβολικά ως "η εσωτερική φωνή" του Δαρβίνου, ένας ψίθυρος συνείδησης που σχολιάζει, φωτίζει και μερικές φορές αντιστέκεται στο κείμενο. Το λιμπρέτο βασίζεται αποκλειστικά σε αυθεντικά γραπτά του Δαρβίνου από επιστολές, ημερολογιακές σημειώσεις και αποσπάσματα έργων του, προσδίδοντας στο ορατόριο έναν εξαιρετικά στοχαστικό χαρακτήρα. Η μουσική του Einhorn αποδίδει την ένταση της επιστημονικής αναζήτησης και το υπαρξιακό βάρος των σκέψεων του μεγάλου φυσιοδίφη.

Μέρος του έργου, το συγκινητικό "This Is The Question - Ιδού το ερώτημα", είναι εμπνευσμένο από τις παραπάνω σημειώσεις του Δαρβίνου όπου ζυγίζει, με χιούμορ αλλά και αγωνία, τα υπέρ και τα κατά του γάμου. Ο Einhorn μετατρέπει αυτά τα σχεδόν πεζά, καθημερινά διλήμματα σε ένα μουσικό σχόλιο για την ανθρώπινη αβεβαιότητα, την ανάγκη για συντροφικότητα και τον φόβο του περιορισμού. Ένα ορατόριο-εσωτερικός μονόλογος, που αποκαλύπτει την τρυφερότητα και τη διστακτικότητα πίσω από τον θρυλικό επιστήμονα.

Το μέρος ανοίγει με τις γυναικείες φωνές να ξεκινούν a capella, όλες μαζί, με την εμβληματική φράση "This Is The Question…". Η μία μοιάζει να κυνηγά την άλλη, σαν φωνητικό κυνηγητό σε μορφή φούγκας, όπου οι φράσεις μπαίνουν διαδοχικά, επικαλύπτονται και αυτοπολλαπλασιάζονται. Σιγά σιγά, μπερδεύονται με αποσπάσματα από το κείμενο του Δαρβίνου, δημιουργώντας ένα ηχητικό συνοθύλευμα που πάλλεται από ρυθμικές αιφνίδιες εναλλαγές, αντιθέσεις δυναμικής και έναν σχεδόν νευρικό παλμό -την ηχητική εικόνα ενός νου που σκέφτεται, αμφιβάλλει, αναρωτιέται.
Μέσα σε αυτό το πυκνό φωνητικό πλέγμα, αναδύεται μια ξεχωριστή γυναικεία φωνή: η φωνή του ίδιου του επιστήμονα, η ψυχή και το μυαλό του, που ηχούν επίμονα με επιφωνήματα, μελισματικές κραυγές, ποικιλματικούς φθόγγους σε σχεδόν λαϊκότροπη υφή. Η φράση, εύκαμπτη και γεμάτη ενέργεια, επανέρχεται αδιάκοπα, εγκαθιστώντας την έντονη αίσθηση μιας μορφής ρόντο, σαν η σκέψη να ξαναγυρίζει στο ίδιο κρίσιμο δίλημμα, ξανά και ξανά.

Το κλείσιμο του μέρους πραγματοποιείται με έναν πλατύ, σταθερό ρυθμό, σαν την τελική, βαθιά ανάσα ενός ανθρώπου που μετά από πολλή εσωτερική ταραχή καταλήγει να εμπιστευθεί τη μοίρα του. Ένα τέλος ήρεμο, αλλά γεμάτο υπόκωφη ένταση, όπως ακριβώς και η ίδια η απόφαση του Δαρβίνου...

Richard Einhorn: "The Origin: This Is The Question"  



Παλαιότερο κείμενο για το Δαρβίνο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.







Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μπορίς Παστερνάκ και μια καντάτα με το "χιόνι" ως εσωτερικο τοπίο...

 

Πορτρέτο του Μπορίς Παστερνάκ
φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο πατέρα του



Στις 10 Φεβρουαρίου 1890 γεννήθηκε στη Μόσχα ο Μπόρις Παστερνάκ, μια μορφή που έμελλε να σημαδέψει βαθιά την πορεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και της πνευματικής σκέψης του 20ού αιώνα. Ποιητής, συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, υπήρξε από νωρίς φορέας μιας πολυσχιδούς καλλιτεχνικής κληρονομιάς.

Η τέχνη υπήρχε στο αίμα του. Ο πατέρας του, Λεοντίν Παστερνάκ, διακεκριμένος ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, και η μητέρα του, Ρόζα Κάουφμαν, σπουδαία πιανίστα, δημιούργησαν ένα σπίτι όπου η δημιουργία ήταν καθημερινή εμπειρία. Στο οικογενειακό περιβάλλον σύχναζαν εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής, Τολστόι, Ρίλκε, Ραχμάνινοφ, Σκριάμπιν, καλλιεργώντας από νωρίς στον νεαρό Μπόρις μια αίσθηση πνευματικής αποστολής.

Αρχικά, η πορεία του Παστερνάκ έδειχνε να κατευθύνεται προς τη μουσική. Υπό την ενθάρρυνση του Αλεξάντρ Σκριάμπιν, στενού φίλου της οικογένειας, σπούδασε μουσική για περίπου μία δεκαετία και ασχολήθηκε με τη σύνθεση. Ωστόσο, παρά τη σοβαρή του ενασχόληση, εγκατέλειψε τελικά τη μουσική, θεωρώντας πως δεν μπορούσε να εκφράσει μέσω αυτής το βάθος της εσωτερικής του αναζήτησης.

Η στροφή του προς τις σπουδές Φιλοσοφίας και Γλώσσας υπήρξε καθοριστική. Εκεί διαμόρφωσε τη μοναδική ποιητική του φωνή, έναν λόγο πυκνό, στοχαστικό, όπου η φύση, ο χρόνος και η ανθρώπινη συνείδηση συνδέονται άρρηκτα. Η ποίησή του θεωρείται από τις σημαντικότερες της ρωσικής λογοτεχνίας, ενώ το μυθιστόρημα "Δόκτωρ Ζιβάγκο" ανέδειξε με δραματικό τρόπο το δίλημμα του ανθρώπου και του καλλιτέχνη μέσα στη δίνη της Ιστορίας.

Αυτή η εσωτερικότητα και η ποιητική λιτότητα του Παστερνάκ βρήκαν απρόσμενη μουσική συνέχεια στο έργο του σπουδαίου ρώσου συνθέτη, Georgy Sviridov.  

Ο συνθέτης, Georgy Sviridov
Για τον συνθέτη, η ποίηση κατείχε πάντα σημαντική θέση και ο Μπόρις Παστερνάκ υπήρξε ένας σιωπηλός συνοδοιπόρος του. Τα κείμενά του δεν τα προσέγγισε αρχικά σαν μουσικό υλικό, αλλά σαν χώρο παρηγοριάς, στοχασμού και εσωτερικής συνομιλίας. Στα ημερολόγιά του, ο Σβιρίντοφ αναφέρεται συχνά στον Παστερνάκ υπογραμμίζοντας πως "στην ποίησή του εντόπιζε σκέψεις για τη ζωή, για τον άνθρωπο, για την εποχή και τις πληγές που άφησε η επανάσταση".

Χρειάστηκαν δεκαετίες εσωτερικής ωρίμανσης μέχρι ο Σβιρίντοφ να αισθανθεί έτοιμος να μεταφέρει αυτή την ποίηση στις παρτιτούρες του. Το 1965, γεννήθηκε η πρώτη σύνθεση του Σβιρίντοφ εμπνευσμένη από τον Παστερνάκ, μια μικρή καντάτα με τίτλο "Sneg idyot - Το χιόνι πέφτει".
Ένα έργο για γυναικεία χορωδία, χορωδία αγοριών και ορχήστρα, λιτό στη μορφή αλλά βαθύ σε νόημα. Ο συνθέτης επέλεξε τρία ποιήματα γραμμένα στα τελευταία χρόνια της ζωής του ποιητή:

  • Το χιόνι πέφτει
  • Ψυχή και
  • Νύχτα

Πρόκειται για στίχους έντονα περιγραφικούς, όπου η φύση γίνεται καθρέφτης της εσωτερικής κατάστασης του ανθρώπου. Όμως πίσω από το τοπίο, πίσω από το λευκό πέπλο και το σκοτάδι, βρίσκεται πάντα παρών ο ίδιος ο δημιουργός. Ο ποιητής στοχάζεται τον ρόλο του, παροτρύνει τον εαυτό του να συνεχίσει, να αντέξει, να γράψει. Αυτή η διακριτική αλλά επίμονη παρουσία του καλλιτέχνη μέσα στο έργο ήταν κάτι που συγκίνησε βαθιά τον Σβιρίντοφ.

Μουσικά, η καντάτα χαρακτηρίζεται από λιτότητα, επανάληψη και απλές, συχνά τροπικές αρμονίες. Η μουσική λειτουργεί περισσότερο στοχαστικά παρά αφηγηματικά, δημιουργώντας έναν ηχητικό χώρο όπου ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται.

Ι. Το χιόνι πέφτει

Το πρώτο μέρος κινείται σε έναν υπνωτιστικό, σχεδόν στάσιμο κόσμο. Οι φωνές των σοπράνο και άλτο επιμένουν σε ένα θέμα, ενώ η ορχήστρα εναλλάσσεται κυρίως μεταξύ δύο συγχορδιών. Μέσα στη διαφανή υφή των εγχόρδων, το μεταλλόφωνο και το σόλο φλάουτο προσθέτουν φωτεινές, επαναλαμβανόμενες πινελιές, αποδίδοντας μουσικά την αδιάκοπη, πλην ήσυχη πτώση του χιονιού.

"Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
μες τη θύελλα του χιονιά
τ’ άνθη απ’ το γεράνι πλέουν
προς τ’ αστέρια του ουρανού.
Χιόνι πέφτει κι όλα ανάστα
όλα αρχίζουν να πετούν,
τα πατήματα στη σκάλα,


το γέρμα του μονοπατιού.
Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
σα να μη γλιστρούν νιφάδες
όλος ο ουράνιος θόλος
χαμηλώνει προς τη γη.
Κι απ’ το πάνω σκαλοπάτι,
θάμα αλλόκοτο κι αυτό,

κατεβαίνει απ’ τη σοφίτα,
κλεφτά σα να έπαιζε κρυφτό, ο ουρανός.
Η ζωή δεν περιμένει.
Πριν προλάβεις να κοιτάξεις,
πάει η άνοιξη! Τι πόνος!
Πέρασε άλλος ένας χρόνος.
Πέφτει πυκνό-πυκνό το χιόνι.

Στο δικό του το ρυθμό,
όμοια ράθυμα ή γοργά
τάχα η ζωή ν’ ακολουθά;
Μήπως τα χρόνια , όπως τα λόγια
στο τραγούδι, παν’ μαζί
συνοδεύοντας το χιόνι
καθώς πέφτει προς τη γη;

Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
χιόνι πέφτει κι όλα ανάστα,
ο περαστικός με τα’ άσπρα χιονισμένα του
μαλλιά, τ’ άνθη όλο απορία,
το δρομάκι, η συνοικία"

(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

ΙΙ. Ψυχή

Το δεύτερο μέρος έχει χαρακτήρα εσωτερικού ψαλμού. Σε ελάσσονα κλίμακα, με τοξοτά έγχορδα και ξύλινα πνευστά να εκτελούν στην κατώτερη περιοχή τους, η μουσική εκφράζει στοχασμό και εσωτερική ένταση. Η επανάληψη προσδίδει υπαρξιακή διάσταση, αντανακλώντας τη σκέψη του δημιουργού για την ευθύνη και την αντοχή της ψυχής.

"Ψυχή μου, εσύ που πάλλεσαι ευάλωτη
για όλους τους πληγωμένους αδελφούς μου,
είσαι ο ανώνυμος τάφος, στο χωράφι του δημιουργού,
για τους βασανισμένους, τους συντετριμμένους.

Τα άψυχα σώματά τους ταριχεύεις,
στο όνομά τους γράφεις στίχους
με λύρα που θρηνεί γαληνεύεις τις σκιές τους,
και υψώνεις φωτεινή τη μνήμη τους.

Στους καιρούς μας, τους εξαγορασμένους, τους μικρούς,
μακριά από κάθε μεγαλείο,
κρατώντας όρθια την αξίωση της δικαιοσύνης,
στέκεις σαν ταφική λάρνακα
όπου αναπαύονται οι στάχτες τους.

[...]

Γι’ αυτό συνέχισε να αλέθεις και τα πάντα να συνθλίβεις
ό,τι υπήρξα γίνεται τροφή στον μύλο σου.
Σαράντα χρόνια άλεσμα πάνω στην άθλια τούτη γη,
ανάμειξέ τα με τη μυρωδιά του τάφου
και το ξινισμένο κατακάθι της ζωής.

(Μτφ. δική μου από απόσπασμα του ποιήματος που βρήκα στα αγγλικά)

ΙΙΙ. Νύχτα

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα μέρη, το "Νύχτα" εισάγει μια παιδικότητα. Η μελωδία ερμηνευμένη από τη χορωδία αγοριών έχει λαϊκό, άμεσο, ζωντανό χαρακτήρα. Παρά το φιλοσοφικό περιεχόμενο του κειμένου, η μουσική υπογραμμίζει τη δημιουργία ως ενεργή πράξη και στάση ζωής.

"Χιόνιζε, χιόνιζε απ’ άκρη σ’ άκρη
χιόνι σκέπαζε τη γη.
Έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί.
Όπως το θέρος γύρω από τη φλόγα
πεταλουδίτσες φτερουγίζουν
νιφάδες πέφτουν στην αυλή, στο παραθύρι εμπρός στριφογυρίζουν.


Κολλούσε η θύελλα στο τζάμι
κύκλους μικρούς και βέλη
έκαιγε στο τραπέζι το κερί, έκαιγε στο τραπέζι.
Στη φωτισμένη οροφή, απλώνονταν σκιές
χέρια ενωμένα, πόδια ενωμένα, διασταυρωμένα πεπρωμένα.
Κι έπεφταν τα γοβάκια σου στο πάτωμα χτυπώντας,
έσταζε δάκρυα το κερί στου φουστανιού την άκρη


καθώς κυλούσε λιώνοντας από το λυχνοστάτη.
Κι όλα χάνονταν στο μούχρωμα το γκρίζο και μαβί
έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί.
Φυσούσε αεράκι απ’ την γωνιά, κι η φλόγα ξελογιάστρα
ύψωνε σαν άγγελος δυο σταυρωτά φτερά.
Χιόνιζε το φεγγάρι του Φλεβάρη, κι απλώνονταν σιωπή
έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί"

(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

Η Καντάτα δημοσιεύθηκε το 1965 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την επόμενη χρονιά στο Ωδείο της Μόσχας. Από τότε παραμένει μια από τις πιο εσωτερικές στιγμές της ρωσικής χορωδιακής δημιουργίας. Είναι ένα έργο που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Όπως ο Παστερνάκ, έτσι και ο Σβιρίντοφ μας θυμίζει πως μέσα στη σιωπή και την επανάληψη του απλού, μπορεί να κατοικεί η πιο καθαρή μορφή αλήθειας.

Georgy Sviridov: "Sneg Idyot"

I. Snow is falling (0:00)
II. Soul (2:19)
III. Night (7:25)


Στο μπλογκ υπάρχουν κι άλλα κείμενα για τον Παστερνάκ. Περιηγηθείτε!





(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ντοστογιέφσκυ: "Ο Παίκτης", από το βίωμα στη λογοτεχνία και τη μουσική...



Στις 9 Φεβρουαρίου 1881 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία μόλις εξήντα ετών, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ύστερα από μακρόχρονες επιληπτικές κρίσεις.  Η ταφή του στην Αγία Πετρούπολη εξελίχθηκε σε ένα πρωτοφανές λαϊκό προσκύνημα. Περίπου σαράντα χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν τη νεκρική πομπή, τιμώντας τον συγγραφέα που η Ρωσία είχε ήδη αναγνωρίσει ως "εθνικό λογοτεχνικό ήρωα" και "προφήτη" της. Δεν ήταν τυχαίο. Το έργο του, βαθιά ψυχογραφικό και ριζοσπαστικό, αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Στη μνήμη του, στρεφόμαστε σε ένα από τα πιο προσωπικά και διεισδυτικά του κείμενα, άμεσα δεμένο με τη βιωμένη εμπειρία του εθισμού στον τζόγο.

Εξώφυλλο 1ης Έκδοσης, 1866
Ο "Παίκτης" γράφτηκε υπό ασφυκτική πίεση και μέσα σε μόλις έναν μήνα, όταν ένα συμβόλαιο απειλούσε να του αφαιρέσει τα πνευματικά δικαιώματα ολόκληρου του έργου του. Από αυτή την οριακή συνθήκη γεννήθηκε ένα έργο, που συμπυκνώνει με μοναδική οξύτητα την ανθρώπινη εμμονή, την αυτοκαταστροφή και την ψευδαίσθηση της ελευθερίας.

Η δράση τοποθετείται στη φανταστική λουτρόπολη Ρουλέτενμπουργκ της Γερμανίας και παρακολουθεί τον Αλεξέι Ιβάνοβιτς, έναν νεαρό Ρώσο διανοούμενο που εργάζεται ως παιδαγωγός και βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε έναν παθιασμένο, οδυνηρό έρωτα για την αινιγματική Πολίνα και στη σταδιακή του βύθιση στον κόσμο της ρουλέτας. Δίπλα του δεσπόζει η μορφή της Γιαγιάς, της περίφημης Μπαμπούσκα, μιας γυναίκας αυταρχικής και ακαταμάχητης, που γίνεται η ίδια θύμα της μανίας του παιχνιδιού, οδηγώντας τον εαυτό της και τους γύρω της στην οικονομική καταστροφή.

Το μυθιστόρημα υπερβαίνει κατά πολύ το θέμα του τζόγου. Ο Ντοστογιέφσκι καταγράφει με οξύτητα τον εθισμό ως ψυχική κατάσταση, την έλξη του ρίσκου ως μορφή αυτοκαταστροφής, αλλά και τη λεπτή σχέση εξουσίας, χρήματος και εξευτελισμού. Η ρουλέτα λειτουργεί ως κεντρική μεταφορά. Ο άνθρωπος πιστεύει πως δοκιμάζει την τύχη του ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα παραδίδεται ολοκληρωτικά σ' αυτήν, μετατρέποντας την ελευθερία σε σκλαβιά.

Η αλήθεια του έργου πηγάζει από το βίωμα. Ο συγγραφέας είχε χάσει μεγάλα ποσά στα ευρωπαϊκά καζίνα και αποδίδει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη μέθη της νίκης, την απόγνωση της απώλειας και τη μόνιμη ψευδαίσθηση ότι "την επόμενη φορά θα κερδίσω". Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα όπου ο αφηγητής περιγράφει τον παλμό της καρδιάς μπροστά στη ρουλέτα, τη σπασμωδική αγωνία πριν ακουστεί η φωνή του κρουπιέρη, τη σχεδόν σωματική μέθη της επιτυχίας και την αίσθηση ότι, έστω και για λίγα λεπτά, ξαναβρίσκει τη θέση του ανάμεσα στους ανθρώπους. Στιγμές όπου το χρήμα χάνει την πραγματική του αξία και γίνεται σύμβολο αναγνώρισης, δύναμης και υπαρξιακής επιβεβαίωσης:

"...το ίδιο βράδυ πήγα στη ρουλέττα. Ω, πώς χτυπούσε η καρδιά μου! Όχι, δεν ήταν το χρήμα που ποθούσα! Τότε ήθελα μονάχα όλοι τούτοι να μιλάνε την άλλη μέρα για μένα, να διηγούνται την ιστορία μου, να με θαυμάζουνε, να μ’ επαινούνε και να σκύβουνε μπροστά στο καινούργιο κέρδος μου. [...]... κι’ όμως με τί τρεμούλα, με τί κέρωμα στην καρδιά, ακούω τη φωνή του κρουπιέρη: trente et un, rouge, impair et passe, ή: quatre, noir, pair et manque. Με τί απελπισία παρατηρώ το τραπέζι του παιχνιδιού, όπου είναι σκορπισμένα τα φλουριά, τα λουδοβίκια και τα τάλληρα, τις πυραμίδες του χρυσαφιού όταν απ’ το φτυάρι του κρουπιέρη πέφτει σε φλόγινους σωρούς ή τις μακρυές σαν πήχες στήλες τ’ ασημιού που βρίσκονται τριγύρω απ’ τον τροχό. Πριν πλησιάσω ακόμα την αίθουσα του παιχνιδιού κι’ ακούσω τον κρότο που κάνουνε τα νομίσματα που σκορπιούνται, με πιάνει σχεδόν σπασμός. Ω, η βραδυά εκείνη, πούφερα τα εβδομήντα μου φλωρίνια στο τραπέζι του παιχνιδιού ήτανε το ίδιο αξιοσημείωτη. Άρχισα με δέκα φλωρίνια και με το passe. Για το passe έχω καλή προκατάληψη. Έχασα. Μου μείνανε εξήντα φλωρίνια σ’ αργυρά νομίσματα. Συλλογίστηκα λίγο — και προτίμησα το zéro. Άρχισα να βάζω μονομιάς στο zéro από πέντε φλωρίνια· την τρίτη φορά βγήκε ξαφνικά το zéro. Λίγο κόντεψε να πεθάνω απ’ τη χαρά μου, που πήρα εκατόν εβδομήντα πέντε φλωρίνια. Σαν είχα κερδίσει εκατό χιλιάδες φλωρίνια δεν είχα τέτοια χαρά. Αμέσως έβαλα εκατό φλωρίνια στο κόκκινο — πήρα· όλα τα τετρακόσια στο μαύρο — κέρδισα· όλα τα οχτακόσα στο manque — πήρα, μετρώντας και τα προηγούμενα, είχα χίλια εφτακόσα φλωρίνια, κι’ αυτό σε διάστημα λιγώτερο από πέντε λεπτά! Ναι, σε τέτοιες στιγμές ξεχνάς κι’ όλες τις προηγούμενες αποτυχίες! Γιατί τα κέρδισα αυτά κινδυνεύοντας πιότερο κι’ απ’ τη ζωή μου, το τόλμησα και κινδύνεψα, και νά με πάλι στη σειρά των ανθρώπων! Πήρα ένα δωμάτιο, κλειδώθηκα, κι’ ώς τρεις ώρες, καθόμουνα και λογάριαζα τα λεφτά μου..."

(Φ. Ντοστογιέφσκυ, "Ο Παίκτης", εκδ. Γκοβόστη, μτφ. Αθηνά Σαραντίδη, σελ. 170-173)


Ο "Παίκτης" παραμένει ένα βαθιά ανθρώπινο έργο, σκληρό και ειλικρινές, που δεν φωτίζει μόνο τον κόσμο του τζόγου, αλλά και τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης επιθυμίας να ρισκάρει τα πάντα για μια στιγμή θριάμβου...

Στο μπαλκόνι του διαμερίσματος όπου έζησε ο Ντοστογιέφσκι, στο Μπάντεν-Μπάντεν, ένα ανάγλυφο με την προτομή του θυμίζει ότι εδώ γράφτηκε ο "Παίκτης"


Βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ, ο ρώσος συνθέτης Σεργκέι Προκόφιεφ έγραψε το λιμπρέτο για την ομότιτλη, τετράπρακτη όπερά του, η οποία ολοκληρώθηκε το Γενάρη του 1917. Ωστόσο, η Φεβρουαριανή Επανάσταση ανέτρεψε τα σχέδια παρουσίασής της.

Ύστερα από εκτεταμένες αναθεωρήσεις η όπερα έκανε πρεμιέρα το 1929, στις Βρυξέλλες, ενώ δυο χρόνια αργότερα ο συνθέτης δημιούργησε και μια ορχηστρική σουίτα.

Ο "Παίκτης" είναι η δεύτερη όπερα του Σεργκέι Προκόφιεφ και ξεχωρίζει για την ακραία μουσική γλώσσα της. Παρουσιάζει ένα εσωτερικό δράμα ψυχικής φθοράς και ταπείνωσης, χωρίς πραγματικούς θανάτους ή σκηνές σωματικής βίας. Ο συνθέτης επέλεξε να παρουσιάσει την ιστορία μέσα από το ρωσικό είδος "όπερας διαλόγου", απορρίπτοντας τις παραδοσιακές άριες και συμμετρικές φόρμες υπέρ ενός σκληρού ρεαλισμού και πιστότητας στο κείμενο. Οι φωνητικές γραμμές είναι λιτές και υποβλητικές, ενώ η ορχήστρα αναλαμβάνει τον ψυχολογικό σχολιασμό, χρησιμοποιώντας μοντερνιστική, αιχμηρή γλώσσα, με ρυθμούς, αρμονικές ανατροπές και ηχητικά μοτίβα που αποτυπώνουν την αγωνία, την ψυχολογική πίεση και την αυτοκαταστροφική έλξη του τζόγου.

Η όπερα αποτελεί απαιτητική εμπειρία για το κοινό, που καλείται να αποδεχθεί μια μουσική παράδοση που ανατρέπει σκόπιμα τις συμβατικές προσδοκίες της όπερας και να κατανοήσει τη βαθιά σχέση της ρωσικής ψυχής με τον τζόγο, ως σύμβολο εμμονής, υποταγής στη μοίρα και υπαρξιακής αγωνίας. Η μουσική του Προκόφιεφ δημιουργεί ένα τοπίο όπου κυριαρχούν ένταση, απόγνωση και μανία προσφέροντας στον θεατή μια ψυχολογική αλήθεια που ενισχύει τη δραματική εμπειρία.

Η σουίτα, που θα ακούσουμε, οργανώνεται γύρω από τέσσερα ορχηστρικά πορτρέτα χαρακτήρων και καταλήγει σε μια σύντομη Έκβαση.
Κάθε μέρος φωτίζει έναν από τους κεντρικούς ήρωες της όπερας(Αλεξέι, Μπαμπουλένκα, Στρατηγό και Πολίν) αποδίδοντας με αιχμηρή μουσική γλώσσα την ψυχολογία, τις μεταξύ τους σχέσεις και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις.
Στην Έκβαση (Dénouement), τα προηγούμενα μουσικά στοιχεία επανεμφανίζονται απογυμνωμένα και θραυσματικά, οδηγώντας σε μια ψυχρή επίγνωση του αδιεξόδου και της καταστροφικής έλξης του τζόγου...

Prokofiev : "The Gambler Suite, Op. 49"
Διευθύνει ο Neeme Järvi



Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ιούλιος Βερν - Ζακ Όφενμπαχ: "Ο Δόκτορ Οξ", από τη λογοτεχνία στη σκηνή...

 

Εξώφυλλο του βιβλίου του Ιουλίου Βερν
Ο Ιούλιος Βερν συγκαταλέγεται στους θεμελιωτές της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας και ως σήμερα παραμένει ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους και διαχρονικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα. Το έργο του, μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες, συνδύασε τη φαντασία με την επιστημονική γνώση και τη λογοτεχνική ειρωνεία. Γεννημένος στις 8 Φεβρουαρίου 1828, πίστεψε βαθιά στη δύναμη της προόδου, αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι η ανθρώπινη αλαζονεία μπορεί να δημιουργεί κινδύνους Πίσω από τις μηχανές και τα τεχνικά θαύματα διέκρινε πάντα τον άνθρωπο, εύθραυστο και ευάλωτο στις ίδιες του τις επινοήσεις.

Το "Une fantaisie du docteur Ox - Μια Φαντασία του Δόκτορος Οξ" είναι ένα σύντομο σατιρικό διήγημα γραμμένο το 1872 και ανήκει στα έργα όπου ο Βερν στρέφεται στη σάτιρα, χαμογελώντας ειρωνικά απέναντι στην επιστήμη. Δεν επιθυμεί να την ακυρώσει, αλλά να υπενθυμίσει τα όριά της. Μέσα από μια απλή ιδέα θέτει διαχρονικά ερωτήματα για την πρόοδο που προηγείται της κρίσης και για τα πειράματα που λησμονούν τον άνθρωπο.
Ένα έργο, που μάς προσκαλεί να δούμε τον γάλλο συγγραφέα ως οραματιστή του μέλλοντος, αλλά και ως οξυδερκή παρατηρητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς...

Ιούλιος Βερν(φωτογραφία του Φελίξ Ναντάρ)
Η ιστορία διαδραματίζεται στην ήσυχη πόλη Κικεντόν της Φλάνδρας, έναν τόπο όπου η ζωή κυλά με απίστευτα αργούς ρυθμούς. Εκεί εμφανίζεται ο εκκεντρικός επιστήμονας Δόκτωρ Οξ, ο οποίος προσφέρεται να εγκαταστήσει δωρεάν σύστημα φωταερίου, κρύβοντας όμως τον μυστικό σκοπό του να μεταβάλλει τη σύσταση του αερίου, αυξάνοντας το οξυγόνο...Παρατηρεί πώς αυτή η φαινομενικά τεχνική παρέμβαση μεταμορφώνει τη συμπεριφορά των κατοίκων. Η ήρεμη πόλη γεμίζει ένταση, πάθος και υπερβολή, με αποτελέσματα απρόβλεπτα και συχνά ξεκαρδιστικά. Μέσα απ' αυτή την απλή αλλά ευφυή ιδέα, ο Βερν σατιρίζει την επιστημονική αλαζονεία και θέτει ερωτήματα για τα όρια της προόδου, δείχνοντας πόσο εύκολα η ανθρώπινη φύση επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες και πόσο αμφίσημη μπορεί να είναι η έννοια της ανάπτυξης. Το ύφος του έργου είναι ελαφρύ, ειρωνικό, με έντονο χιούμορ και κοινωνικό σχόλιο. Γι' αυτό ο Βερν το χαρακτήρισε "φαντασία":


"Ο Δόκτωρ Οξ στεκόταν ακίνητος δίπλα στη μηχανή, με το βλέμμα καρφωμένο στα μανόμετρα. Το πρόσωπό του δεν πρόδιδε τίποτα. Μόνο τα μάτια του, φωτεινά και ανήσυχα, έμοιαζαν να μετρούν τις αντιδράσεις της πόλης καλύτερα κι από τα όργανα.
Ο βοηθός του, ο Γκιλανέ, πλησίασε διστακτικά.
-"Αυξήσατε πολύ την παροχή, κύριε", ψιθύρισε.
Ο Οξ χαμογέλασε με την ικανοποίηση ανθρώπου που βλέπει μια εξίσωση να επαληθεύεται.

Έξω, στην πλατεία, οι κάτοικοι της Κικεντόν μιλούσαν πιο δυνατά απ’ ό,τι συνήθως. Οι κινήσεις τους είχαν χάσει εκείνη τη γνωστή, νωχελική βραδύτητα. Κάποιοι χειρονομούσαν έντονα. Δύο αξιοσέβαστοι κύριοι, που ως χθες αντάλλασσαν χαιρετισμούς με ευγενική αδιαφορία, τώρα διαφωνούσαν με πάθος για ένα ζήτημα απολύτως ασήμαντο.

-"Βλέπετε;" είπε ο Δόκτωρ Οξ ήρεμα. "Δεν άλλαξα τους ανθρώπους. Απλώς τους έδωσα λίγο περισσότερο… αέρα."
Και καθώς η μηχανή συνέχιζε να πάλλεται χαμηλόφωνα, σαν ζωντανό πλάσμα, ο επιστήμονας δεν έσκυψε πάνω της σαν μηχανικός, αλλά σαν θεατής που απολαμβάνει το έργο του..."


(Ιούλιος Βερν: "Ο Δόκτωρ οξ - απόδοση απο τα γαλλικά, δική μου)


Ζακ Όφενμπαχ(φωτογραφία του Φελίξ Ναντάρ)
Το 1876, ο Ζακ Όφενμπαχ διασκεύασε το έργο του Ιουλίου Βερν σε κωμική όπερα. Ο γάλλος συγγραφέας εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Παρίσι για να συμβάλει στη διασκευή, αν και τελικά στο πρόγραμμα δεν αναφέρθηκε σαν επίσημος λιμπρετίστας.
Το έργο σχεδιάστηκε για 3 πράξεις και 6 σκηνές, με πολύπλοκα σκηνικά και ειδικά εφέ, ακόμα και με χρήση πραγματικού υδρογόνου για την αναπαράσταση του αερίου. Οι πρόβες ήταν απαιτητικές. Το αέριο προκαλούσε δάκρυα στους ηθοποιούς και απαιτούνταν συνεχείς επαναλήψεις για τον συγχρονισμό της μουσικής, των κινήσεων και των εφέ.
Ο Όφενμπαχ, αυστηρός με τη σκηνοθεσία, οργάνωνε κάθε κίνηση των χαρακτήρων, ώστε όλα να ταιριάζουν αρμονικά σε μια προσεκτικά σχεδιασμένη θεατρική παραγωγή. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα με μεγάλη επιτυχία και έγινε αμέσως αγαπητή στο κοινό. Παρ' όλα αυτά κατέβηκε μετά από 39 παραστάσεις λόγω διαφωνιών μεταξύ του συνθέτη και του διευθυντή του Θεάτρου.

Απολαμβάνουμε την ουβερτούρα της κωμικής όπερας. Γεμάτη ζωντάνια, παιχνιδιάρικη και ρυθμικά ευκίνητη, συνδυάζει χαρούμενα, δυναμικά μοτίβα, που προετοιμάζουν το κοινό για τις κωμικές καταστάσεις που θα ακολουθήσουν.

Offenbach: "Le Docteur Ox, Ouverture"


Στο λιμπρέτο της όπερας μπούφα, ο Ζακ Όφενμπαχ πρόσθεσε νέους χαρακτήρες για να ενισχύσει τη θεατρικότητα και τη μουσική ποικιλία. Ξεχωρίζει η ομάδα τσιγγάνων με ηγέτιδα την πριγκίπισσα Πρασκόβια, δυναμική, χαρισματική και ελεύθερου πνεύματος. Με χορούς και τραγούδια προστίθεται ζωντάνια και χρώμα στις σκηνές, αντιπαραβάλλοντας την ήρεμη ζωή της πόλης.

Εικονογράφηση της σκηνής της έκρηξης
Η Πρασκόβια πρωταγωνιστεί στο διάσημο ντουέτο "Non plus un mot" (1:46:53)όπου συνδιαλέγεται με τον Δόκτορα Οξ μέσα από αντιπαραβαλλόμενες μουσικές φράσεις, δημιουργώντας έντονο κωμικό αποτέλεσμα. Το χαριτωμένο ντουέτο ξεχωρίζει για τον ρυθμό, τη μελωδία και τη μουσική δεξιοτεχνία του Όφενμπαχ, ενώ μαρτυρά επίσης την ευρηματικότητα και τη διορατικότητά του, καθώς ο συνθέτης, γνωρίζοντας τον δρόμο της επιτυχίας, προσέθεσε το μέρος κατά τις τελευταίες πρόβες της παραγωγής.

Η όπερα ολοκληρώνεται με μια εντυπωσιακή έκρηξη(2:06:00), το εργοστάσιο ανατινάχθηκε! Τα ζευγάρια επανενώνονται, πιστεύοντας ότι όσα συνέβησαν ήταν όνειρο, ενώ η πόλη επιστρέφει στην ήρεμη καθημερινότητά της. Ο Δόκτωρ Οξ χάνει το εργοστάσιό του, αλλά βρίσκει ξανά την Πρασκόβια και μαζί μοιράζονται τη χαρά της επανένωσης.
Η σκηνή κορυφώνεται με τους δυο τους και τη χορωδία να τραγουδούν το διάσημο "Ah ! quel prodige - Ω, τι θαύμα!" δημιουργώντας εορταστική ατμόσφαιρα, αφήνοντας το κοινό με αίσθηση ανάλαφρης χαράς και ικανοποίησης.

Στη συνέχεια, η Πρασκόβια στρέφεται προς το κοινό και τραγουδά με ζωντάνια και παιχνιδιάρικη σοβαρότητα:

"Αυτό που αφηγηθήκαμε απόψε
είναι η ιστορία της Κικεντόν
Δυστυχώς, κανείς δεν την πιστεύει…
Εσείς που αμφιβάλλετε, ελάτε να δείτε μόνοι σας!"

Ο Δόκτορ Οξ συνεχίζει, με χιούμορ και ελαφρά ειρωνεία, στρέφοντας το βλέμμα στους θεατές:

"Δεν θα' θελα να προσβάλω κανέναν,
αλλά, μεταξύ μας, χωρίς να γίνομαι φλύαρος,
όλα όσα είδαμε στην Κικεντόν
θα μπορούσαμε κάλλιστα να τα' χαμε δει και αλλού."

Το φινάλε αφήνει την αίσθηση ότι η ιστορία είναι ταυτόχρονα μαγική και διασκεδαστική. Το κοινό αποχωρεί με ψυχική ευφορία και θαυμασμό, τόσο για την ευρηματικότητα και την προφητικότητα του Ιουλίου Βερν, όσο και για τον τρόπο που ο ταλαντούχος Όφενμπαχ κατάφερε να μεταφέρει μουσικά το πνεύμα της ιστορίας στη σκηνή.

Offenbach: "Le Docteur Ox":