Translate

fb

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

John Keats, "Λάμια" : από την ποίηση στη ζωγραφική και τη μουσική...


"Lamia", John William Waterhouse 



"Ήμην γυνή. Ω, δος μοι σχήμα γυναικός!
Έφηβον εκ του άστεος των Κορινθίων
λατρεύω. Την καλή μορφήν μου φιλικώςαπόδος·
και οδήγει μ’ εις αυτόν πλησίον."

[..........................................]

Και ότε εφαντάζετο μίαν ημέραν
ούτω, 
εν τοις θνητοίς είδον οι οφθαλμοί της
τον Λύκιον αγωνιζόμενον, και πέραν
πάντων το άρμα του να τρέχει.
Νεαρός Ζευς της εφάνη, με Διός σεπτήν γαλήνην…
Έκτοτε δε την εκυρίευσε σφοδρός έρως.
Λιποθυμούντος έρωτος γλυκύτης
κι επιθυμίαι εκυρίευσαν εκείνην.

[..........................................]

Το πρόσωπόν του έκρυπτε μη τύχη φίλος
και τον αναγνωρίσει. Σφίγγει ερωτύλος την χείρα της.
Ότ’ αίφνης εμφανίζεται ανήρ βραδύς το βήμα,
και με δόλιον,οξύ το βλέμμα.
Έχει μιξοπόλιον τον βοστρυχώδη πώγωνα.
Γνωρίζεται ως σοφιστής από το ένδυμά του.
Είναι η κεφαλή του φαλακρά.
Ο Λύκιος ετάχυνε το βήμα,
πλην ανοίκειος τρόμος την Λάμιαν καταλαμβάνει.
"Γύναι φιλτάτη", λέγει "ρίγος σε διαπερνά.
Πόθεν η ταραχή αυτή η αιφνιδία;Η χειρ σου διαλύεται".

[..........................................]


John Keats
Το αφηγηματικό ποιημα του Τζων Κητς "Lamia", γραμμένο το 1819, βασίζεται σε μοτίβα της ελληνικής μυθολογίας και εξερευνά τη σύγκρουση ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, το πάθος και τη λογική.

Στο πρώτο μέρος, ο θεός Ερμής εγκαταλείπει τον Όλυμπο αναζητώντας μια νύμφη στην Κρήτη, αλλά βρίσκει τη φίλη της, μια γυναίκα παγιδευμένη σε μορφή φιδιού, τη Λάμια. Ο Ερμής τη μεταμορφώνει σε γυναίκα και εκείνη γνωρίζει τον νέο από την Κόρινθο, Λύκιο, με τον οποίο ερωτεύεται βαθιά. Οι δύο ζουν έναν παθιασμένο έρωτα και ετοιμάζονται να παντρευτούν, όμως η Λάμια φοβάται τον καλεσμένο στο γάμο, σοφιστη Απολλώνιο. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, ο Απολλώνιος αποκαλύπτει την αληθινή φύση της Λάμιας ως φιδιού. Εκείνη εξαφανίζεται και ο Λύκιος πεθαίνει από θλίψη.

Το ποίημα εξετάζει την ψευδαίσθηση της ομορφιάς και την καταστροφική δύναμη του πάθους. Ο έρωτας των δύο ηρώων βασίζεται σε ένα όνειρο που η λογική τελικά διαλύει. Η φιλοσοφία, σύμβολο του ψυχρού φωτός της λογικής, παρουσιάζεται ως δύναμη που απομυθοποιεί τη μαγεία και την ποίηση. Η μεταμόρφωση της Λάμιας από φίδι σε γυναίκα εκφράζει την αστάθεια της ανθρώπινης ταυτότητας και την ένταση ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό.

[..........................................]

"Ω Λύκιε, προσκάλεσ’ όσους φίλους θέλει
η νεαρά καρδία σου, αλλ’ αν σοι μέλει
περί του έρωτός μου, αν το ποθητόν
βλέμμα σου μ’ αγαπά, μη εις την τελετήν
φέρεις τον Απολλώνιον τον σοφιστήν.
Κρύψε με, Λύκιε, κρύψε με απ’ αυτόν"

[..........................................]

εκτός ενός, όστις με βλέμματ’ αυστηρά
και βραδέα βήματα και σταθερά
εισήλθεν. Ην ο γέρων Απολλώνιος.
Και εμειδία, ωσεί τάχα πρόβλημά τι
προ του οποίου εκοπίαζ’ ο δαιμόνιος
νους του, να εξηγείτο λύσει απλουστάτη
και ν’ αληθεύει αρχικόν του μάντευμά τι.

[..........................................]

"Φίλτατε Λύκιε, κανών τεθεσπισμένος
δεν είναι να επιβάλλεται άκλητος ξένος
και με την φορτικήν του να χαλνά μορφήν
συντρόφων νεοτέρων συναναστροφήν.
Αλλ’ απητείτο και συγχώρει επομένως".


Το ποίημα του Τζον Κητς αποτέλεσε τη βάση για την απεικόνιση της "Λάμιας" από τον John William Waterhouse, που βλέπετε παραπάνω. Στην απεικόνιση, μια όμορφη γυναίκα κάθεται συλλογισμένη δίπλα σε μια λίμνη, κοιτάζοντας τα μαλλιά της στην αντανάκλαση του νερού. Η εικόνα είναι γεμάτη λεπτομέρειες, καθώς ο Γουότερχάουζ, υιοθετώντας το ύφος των προραφαηλιτών, αποδίδει τα πάντα με εξαιρετική ομορφιά και ακρίβεια. Μόνο μετά από προσεκτική παρατήρηση διακρίνει κανείς ότι το λαμπερό μπλε και χρυσό ύφασμα στην αγκαλιά της είναι στην πραγματικότητα δέρμα φιδιού και ότι μερικά φίδια βρίσκονται δεξιά και αριστερά της.

"H Λάμια και ο Ιππότης", John William Waterhouse 
 
Ο John William Waterhouse φιλοτέχνησε και έναν ακόμη πίνακα εμπνευσμένο από το ποίημα του Κητς, όπου απεικονίζει έναν νεαρό ιππότη να κοιτάζει μαγεμένος τη Λάμια. Η όμορφη γυναίκα είναι γονατισμένη μπροστά του, κρατώντας το ένα του χέρι, ενώ με το άλλο ακουμπά απαλά την πανοπλία του. Η μόνη ένδειξη της φιδίσιας φύσης της είναι το λαμπερό δέρμα φιδιού που περιβάλλει το σώμα της. Οι αποχρώσεις του φορέματός της αντλούν έμπνευση από την περιγραφή του Κητς.

Η Λάμια συμβολίζει κάθε ον ή επιθυμία που αν και φαινομενικά ελκυστικά, κρύβουν μέσα τους την καταστροφή. Η ομορφιά μπορεί να αποδειχθεί απατηλή και επικίνδυνη, καθώς το ποίημα πραγματεύεται την ένταση ανάμεσα στο φαινομενικό και το αληθινό.


[..........................................]

Δεν σε ελύτρωσ’ από κάθε συμφοράν,
διά να σ’ ίδω τώρα όφεως βοράν!
Ω της Λαμίας ήρχισεν η αγωνία!
Του σοφιστού το βλέμμα πύρινον προυχώρει,
και την διέσχιζεν ολόκληρον, ως δόρυ
διαπεραστικόν. Εν τη αδυναμία,
εν τη νεκρώσει της, εν τη φρικτή οδύνη,
την ασθενή της χείρα την λευκήν εκίνει
και τω εζήτει, τω ικέτευε σιγήν.
Αλλά ο σοφιστής το βλέμμα του ευρύνει
και "όφις! όφις!" βάλλει φοβεράν κραυγήν.

[..........................................]
Τζων Κητς: "Λάμια", μτφ. Κων/νος Καβάφης (πηγή: greek-language)




Στο ομώνυμο ποίημα του John Keats βασίζεται η μουσική σύνθεση "Lamia, Op. 29" του Edward MacDowell. Γραμμένη το 1889, είναι το τρίτο συμφωνικό του ποίημα με τη μουσική ν' ακολουθεί πιστά τη δραματική πορεία του μύθου.
Ξεκινά με ένα σκοτεινό και μυστηριώδες θέμα στα χαμηλά ξύλινα πνευστά, δημιουργώντας αίσθηση υπαινιγμού και μαγείας. Στη συνέχεια, οι φράσεις εναλλάσσονται ανάμεσα σε μια ζωηρή, ηρωική μουσική που θυμίζει ιππότες και σε εξωτικού ύφους περάσματα από τα ξύλινα πνευστά. Στο κέντρο του συμφωνικού ποιήματος, η μουσική αποδίδει τον μαγικό μετασχηματισμό της Λάμιας και κορυφώνεται σε έναν ενθουσιώδη, πλήρως ενορχηστρωμένο ύμνο χαράς, που προαναγγέλλει τον γάμο της με τον Λύκιο. Η εμφάνιση του σοφιστή Απολλώνιου σηματοδοτείται από την επιστροφή του πολεμικού, επιβλητικού μοτίβου(παραπέμπει στη Βαγκνερική Βαλκυρία) το οποίο σύντομα καταρρέει μέσα σε ήχους κρουστών και ένα βαθύ βούισμα από τα έγχορδα. Η σύνθεση ολοκληρώνεται με μια δραματική συγχορδία, συμβολίζοντας την οριστική καταστροφή του ονείρου.

Η "Lamia", που μορφολογικά παρουσιάζει επιρροές από το Φ. Λιστ διακρίνεται για την πλούσια ενορχήστρωση και τις έντονες χρωματικές αντιθέσεις που ζωντανεύουν τη μαγική ατμόσφαιρα του ποιήματος. Παρότι ο MacDowell δεν παρουσίασε το έργο όσο ζούσε, θεωρείται μια από τις πιο ώριμες και δραματικά ολοκληρωμένες συνθέσεις του, ένα έργο που μετατρέπει την ποίηση του Kητς σε μουσική αφήγηση, γεμάτη πάθος, φαντασία και τραγική ομορφιά...

Edward MacDowell: "Lamia, Op. 29"


Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή το σπουδαίο άγγλο ρομαντικό ποιητή, Τζων Κητς. Η ζωή του υπήρξε σύντομη, πέθανε σε ηλικία μόλις 25 ετών από φυματίωση στις 23 Φλεβάρη 1821 στη Ρώμη, αφήνοντας πίσω του ένα περιορισμένο αλλά συγκλονιστικό έργο που περιλαμβάνει ποιήματα όπως η "Λάμια" που διαβάσαμε. Ο πρόωρος θάνατός του ενίσχυσε τη μυθολογία γύρω από τον ποιητή ως τραγική μορφή, και η σύντομη ζωή του καθιστά το έργο του ακόμα πιο συγκινητικό..



Πολύχρωμος χαρταετός...


Francisco Goya: "La cometa -Ο χαρταετός"




Καλημέρα και Χρόνια Πολλά με υγεία, φως στην καρδιά και καθαρό ουρανό στις σκέψεις μας. Είθε η μέρα να μας βρίσκει με γαλήνη, εσωτερική ισορροπία και τη δύναμη να υψώνουμε το βλέμμα λίγο πιο ψηλά από τα συνηθισμένα.

Το πέταγμα του χαρταετού μοιάζει με την ανθρώπινη επιθυμία για ελευθερία.
Ανυψώνεται όσο του επιτρέπει το σκοινί κι όμως, χωρίς αυτό δεν θα μπορούσε να σταθεί στον ουρανό. Έτσι και ο άνθρωπος...Χρειάζεται δεσμούς για να υψωθεί, ρίζες για να ονειρευτεί.
Ο άνεμος είναι οι συνθήκες της ζωής, άλλοτε ήπιος, άλλοτε απρόβλεπτος. Μα η τέχνη βρίσκεται στο κράτημα του νήματος, ούτε πολύ σφιχτά, ούτε πολύ χαλαρά.
Στο πέταγμα του χαρταετού κρύβεται η μεγάλη αλήθεια πως η ελευθερία δεν είναι η απουσία δεσμών, αλλά η αρμονική τους χρήση.

Αυτή η σκέψη ζωντανεύει με ιδιαίτερη χάρη στον πίνακα "La cometa -Ο χαρταετός" του μεγάλου Ισπανού δημιουργού Φραντσίσκο Γκόγια.
Το έργο παρουσιάζει μια φωτεινή, υπαίθρια σκηνή, σχετική με το έθιμο της μέρας...
Νεαροί άνδρες και γυναίκες ντυμένοι με ζωηρά χρώματα βρίσκονται στην εξοχή, καθώς ένας χαρταετός υψώνεται στον ουρανό. Αλλοι κρατούν το σκοινί, άλλοι παρατηρούν με προσήλωση το πέταγμα. Ο ουρανός απλώνεται καθαρός, ενώ το φως αγκαλιάζει τις μορφές, δημιουργώντας αίσθηση ελευθερίας και ανεμελιάς.

Ο Γκόγια, μέσα από μια φαινομενικά απλή σκηνή διασκέδασης, αποτυπώνει τη χαρά της κοινής εμπειρίας και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον έλεγχο και την παράδοση στο στοιχείο του αέρα. Ο χαρταετός δεν είναι μόνο παιχνίδι...είναι μια μικρή υπέρβαση της βαρύτητας, μια σιωπηλή υπενθύμιση πως ο άνθρωπος μπορεί να αγγίξει κάτι πολύ ψηλότερα απ' αυτόν, αρκεί να κρατά με σοφία το νήμα που τον συνδέει με τη γη...

Μουσικά, σας χαιρετώ με ένα ισπανικό τραγούδι, που αξιοποιεί την εικόνα του χαρταετου σαν σύμβολο παιδικότητας και ονείρου, "Barrilete de Colores - Πολύχρωμος χαρταετός":

"Χαρταετέ πολύχρωμε, που λικνίζεσαι απαλά,
που ξεφεύγεις με τον άνεμο και ζεις σε κάθε στιγμή,
κρεμασμένος σαν κύμα στον αέρα με την ουρά σου ν’ ανεμίζει,
που στριφογυρνάς, έρχεσαι και φεύγεις,
και με χαιρετάς καθώς περνάς από μπροστά μου.

Πέτα, πέτα, χαρταετέ των χρωμάτων,
γίνε ζωή, γίνε μουσική, γίνε αγάπη.
Χάρισέ μου μια πνοή δροσερού αέρα,
να σπείρει μες στην ψυχή μου φως και λουλούδια..."



Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Εκτόρ Μπερλιόζ: Το τελευταίο ξέφρενο σαλταρέλο του καρναβαλιού...

 

"The Masquerade on the Piazza Colonna in Rome during the Carnival", 
Giacomo van Lint


Απόψε το Καρναβάλι σβήνει μέσα στις δικές του φλόγες. Σε λίγο ο Βασιλιάς Καρνάβαλος, στολισμένος με πολύχρωμα υφάσματα, μέσα σε γέλια και πειράγματα, παραδίδεται στην τελετουργική πυρά, σαν να θυσιάζεται η ίδια η μέθη της ανεμελιάς.
Οι μάσκες πέφτουν αργά, τα τύμπανα σιγούν, και οι τελευταίοι χοροί αφήνουν στον αέρα μια γλυκιά εξάντληση. Είναι η στιγμή όπου η έξαψη συναντά τη σιωπή, όπου το γέλιο αγγίζει το κατώφλι της περισυλλογής.

Αυτές οι σκέψεις με φέρνουν στην όπερα του Εκτόρ Μπερλιόζ "Benvenuto Cellini", η οποία εκτυλίσσεται μέσα στη δίνη του ρωμαϊκού Καρναβαλιού.

Εκεί, ο παρορμητικός γλύπτης Τσελίνι παλεύει για τον έρωτα της Τερέζας και για την καλλιτεχνική του δικαίωση, ενώ ίντριγκες, μεταμφιέσεις και παρεξηγήσεις πυκνώνουν την ατμόσφαιρα.
Στην Πιάτσα Κολόνα, μέσα σε λαοθάλασσα που τραγουδά και παραληρεί -αρλεκίνοι, γελωτοποιοί και πλήθος μασκοφόρων- ο Μπερλιόζ κορυφώνει την Α΄ Πράξη με ένα εκρηκτικό σαλταρέλο. Ρυθμικό, ξέφρενο, στροβιλιστό, σαν να παρασύρει όλη τη Ρώμη σε μια τελευταία νυχτερινή έκρηξη χαράς. Είναι ο ύστατος χορός πριν ακουστούν τα κανόνια από το  Καστέλ Σαντ'Άντζελο, που σηματοδοτούν το τέλος του Καρναβαλιού και την είσοδο στη σιωπηλή αυστηρότητα της Σαρακοστής, μια δραματική μετάβαση από τη μέθη της γιορτής στην πειθαρχία της περισυλλογής.

Και τότε, μέσα στη στροβιλιστική παραφορά της νύχτας, οι φωνές γίνονται κύμα που φουσκώνει και σκάει πάνω στα τείχη της Ρώμης:

"Ελα, λαέ της Ρώμης!
Σαν κάλεσμα γιορτής που σχίζει τον αέρα,
σαν σάλπισμα που ανοίγει τις πύλες της νύχτας.
Ήδη το πλήθος, στις σκιές και στο σκοτάδι,
ξεδιπλώνεται στη Ρώμη 
χαρά και θόρυβος, ένα ποτάμι από γέλια και φλόγες.

Έρωτας και μέθη στην πόλη που φλέγεται
διώξτε τη θλίψη από καρδιές και μάτια
απόψε κανείς μη σκέφτεται το αύριο.
Ελα, λαέ της Ρώμης, 
εκεί όπου η τέχνη και το πάθος σμίγουν με τη μάσκα.
Ήχοι! Σάλπιγγες! Ήχοι! ροκάνες!
χαρούμενα ντέφια που πάλλονται σαν ξέφρενες καρδιές! 

Ελάτε, ένας-ένας κι όλοι μαζί
αρλεκίνοι και γελωτοποιοί
πολύχρωμες μάσκες, φουσκωμένες κοιλιές,
γέλια που λαμποκοπούν σαν μέταλλο στο φως.

Ζήτω η χαρά! Ας πνιγούμε σ’ αυτήν!
Ας πιούμε, ας τραγουδήσουμε, ας χορέψουμε
γιατί το Καρναβάλι είναι ένας μεγάλος χορός
όπου βασιλιάδες και ζητιάνοι
γίνονται ίσοι μέσα στη δίνη της μουσικής.

Αχ! Το Καρναβάλι
ένας μεγάλος χορός,
όπου όλοι είναι ξέγνοιαστοι και χαμογελαστοί…"

Hector Berlioz: "Benvenuto Cellini, Op. 23"
Act I Finale: "Venez, venez peuple de Rome - Ελα, λαέ της Ρώμης!"


Την ίδια καρναβαλική έξαψη, που ζωντανεύει μουσικά ο Μπερλιόζ στην όπερα "Benvenuto Cellini" την συναντούμε και εικαστικά στον παραπάνω πίνακα "The Masquerade on the Piazza Colonna in Rome during the Carnival" του Giacomo van Lint. 

"The Masquerade on the Piazza Colonna in Rome during the Carnival"
(λεπτομέρεια)
Το έργο απεικονίζει μια πλημμυρισμένη από κόσμο πλατεία, όπου άνθρωποι με πολύχρωμες μεταμφιέσεις, άρματα και εξωτικές αναφορές όπως το περίφημο "κινεζικό" άρμα,  συνθέτουν ένα σκηνικό θεατρικής υπερβολής και συλλογικής μέθης.

Όπως στο σαλταρέλο του Μπερλιόζ η Ρώμη στροβιλίζεται ρυθμικά πριν από τη σιωπή της Σαρακοστής, έτσι και στον πίνακα του Van Lint το πλήθος ξεδιπλώνεται σαν ζωντανό κύμα μέσα στην πλατεία, μετατρέποντας τον δημόσιο χώρο σε σκηνή.

Η ζωγραφική και η μουσική συναντώνται σε μια κοινή παλμική ανάσα. Η μία αποτυπώνει με χρώμα, φως και κίνηση αυτό που η άλλη μεταπλάθει σε ρυθμό και ηχητική έξαρση. Και οι δύο υμνούν την εκρηκτική, εφήμερη δόξα του καρναβαλιού τη στιγμή ακριβώς πριν σιγήσει.
Στον καμβά το πλήθος παγώνει μέσα στη δίνη του, ενώ στη σκηνή ο ήχος στροβιλίζεται και φλέγεται. Όμως και τα δύο μαρτυρούν το ίδιο πέρασμα από την έξαψη στη σιωπή, από τη μάσκα στην αποκάλυψη, από τη μέθη της γιορτής στη νηφάλια σκιά της επόμενης ημέρας...





Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

"Carnival Overture": Ο Ντβόρζακ στη δίνη της καρναβαλικής γιορτής...




Ήταν σούρουπο όταν ο μοναχικός, στοχαστικός περιπλανώμενος έφτασε στην πόλη. Το φως ήταν λιγοστό, μα η ατμόσφαιρα παλλόταν, καθώς το καρναβάλι βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Από παντού ακούγονταν όργανα, οι φωνές μπλέκονταν με γέλια και επευφημίες, τραγούδια και χορευτικές μελωδίες ξεσπούσαν σαν κύματα χαράς.
Ο παρατηρητής στάθηκε για μια στιγμή στο περιθώριο, ανάμεσα στη σιωπή του και στη δίνη της γιορτής.
Αυτή η αντίθεση, ανάμεσα στο βλέμμα που στοχαζόταν και στη σκηνή που φλεγόταν από ζωή, ήταν ο πυρήνας της "Carnival Overture" του Αντονίν Ντβόρζακ.


Το έργο ανήκει στο τρίπτυχο του 1892 "Φύση - Ζωή - Αγάπη", που αποτελείται από τρεις εισαγωγές: Στο Βασίλειο της Φύσης (Op. 91), Καρναβάλι (Op. 92) και Οθέλλος (Op. 93). 
Ο Ντβόρζακ συνέλαβε τα τρία αυτά έργα σαν ενιαία ποιητική και φιλοσοφική διαδρομή, από τη γαλήνη της φύσης, στη ζωτική έξαρση της ανθρώπινης συνάθροισης και από κεί στο πάθος και τη δραματική ένταση της αγάπης. Το "Καρναβάλι" αντιπροσωπεύει τη συλλογική, εκρηκτική, παλλόμενη "ζωή".

Η εισαγωγή γράφτηκε σε μια κομβική στιγμή, λίγο πριν ο συνθέτης εγκαταλείψει την Πράγα για να αναλάβει τη διεύθυνση του Εθνικού Ωδείου Μουσικής στη Νέα Υόρκη. Έτσι, το έργο λειτούργησε σαν μουσικός αποχαιρετισμός αλλά και σαν χαιρετισμός προς ένα νέο ξεκίνημα.
Ο ίδιος το παρουσίασε για πρώτη φορά στην Πράγα και αργότερα το επανέλαβε στο Κάρνεγκι Χωλ, στο πρώτο του αμερικανικό πρόγραμμα, μεταφέροντας τη σφραγίδα της τσεχικής του ταυτότητας στη νέα ήπειρο. Το έργο αφιερώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Πράγας, το οποίο του είχε απονείμει τιμητικό διδακτορικό τίτλο λίγο πριν από τη σύνθεσή του.

Από τις πρώτες κιόλας νότες, το ζωηρό, ρυθμικό, γεμάτο συγκοπές, μοτίβο μάς βυθίζει ακαριαία στην ατμόσφαιρα του χορού και των φωνών. Η ορχήστρα λάμπει. Πνευστά και κρουστά αναμειγνύονται σε μια πανηγυρική έξαρση, ενώ τα έγχορδα τρέχουν με σπιρτάδα, σαν βήματα σε πλακόστρωτη πλατεία γεμάτη κόσμο. Κι όμως, μέσα σ' αυτή τη θορυβώδη χαρά, αναδύεται ένα μεσαίο τμήμα με έντονες αντιθέσεις. Η μουσική υποχωρεί, ο ρυθμός χαλαρώνει, και ο στοχαστικός περιπλανώμενος επιστρέφει στο προσκήνιο. Σε ένα υπέροχο διάλειμμα για αγγλικό κόρνο και φλάουτο, με τη στήριξη λαμπερών εγχόρδων, ο χρόνος μοιάζει να αναστέλλεται. Είναι η στιγμή της εσωτερικής ματιάς, η σιωπηλή αναπνοή μέσα στη βοή της γιορτής.
Στη συνέχεια, η δίνη επανέρχεται. Η γιορτή αναζωπυρώνεται, τα θέματα συμπλέκονται, και το έργο κλείνει με λαμπρότητα και ενέργεια, σαν να παρασύρει τελικά και τον μοναχικό παρατηρητή μέσα στο πλήθος. 
Έτσι, σε ελάχιστο χρόνο, ο Ντβόρζακ δεν συμπυκνώνει μόνο τον παλμό ενός καρναβαλιού, αλλά και τη διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στη μοναχικότητα και στη συλλογική έκσταση, ανάμεσα στη σκέψη και στη ζωή. Μέσα από τις αντιθέσεις του φωτός και της σκιάς, της εσωτερικής περισυλλογής και της εξωστρεφούς χαράς, μας θυμίζει πως ο άνθρωπος κινείται αδιάκοπα ανάμεσα σε δύο κόσμους... στον σιωπηλό του εαυτό και στη θορυβώδη κοινότητα.
Και ίσως τελικά το καρναβάλι να μην είναι παρά μια αλληγορία της ίδιας της ύπαρξης, μια στιγμή όπου η ατομική συνείδηση δοκιμάζεται, διαστέλλεται και έστω για λίγο παραδίδεται στον ρυθμό του πλήθους χωρίς να χάνει τον μυστικό της πυρήνα...


Dvořák: Carnival Overture, Op. 92
Διευθύνει ο Rafael Kubelik



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Λουίτζι Μποκερίνι: Η μουσική που τόλμησε να αψηφήσει τον βασιλιά ...

 



Στην αυλή της Ισπανίας, κάτω από τους βαρείς πολυελαίους και τα βλέμματα που μετρούσαν την αξία με τίτλους και υποκλίσεις, ο Λουίτζι Μποκερίνι τόλμησε το αδιανόητο. Nα παραβεί τη βασιλική εντολή και να  υπερασπιστεί τη δημιουργική έμπνευσή του κι ένα μουσικό μοτίβο του.

Ο βασιλιάς είχε ζητήσει να αφαιρεθεί ένα απόσπασμα από μια νέα σύνθεση. Ο μουσικός, με την ήρεμη αλλά αλύγιστη περηφάνια του δημιουργού, αρνήθηκε να "διορθώσει" την έμπνευσή του. Κι όταν η επιμονή έγινε διαταγή, εκείνος αντέδρασε με μια πράξη που έμοιαζε με ειρωνικό χαμόγελο. Όχι μόνο δεν αφαίρεσε το μοτίβο, αλλά το επανέλαβε. Το έπαιξε μπροστά στον μονάρχη με ένταση, σαν να έλεγε πως η μουσική δεν κυβερνάται. Έτσι, πλήρωσε την "αυθάδειά" του με απόλυση, όπως ήταν φυσικό...

Κι όμως, μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον αυλικής εξάρτησης, ο Λουίτζι Μποκερίνι δημιούργησε έργα σπάνιας κομψότητας και εσωτερικής φλόγας.

Γεννημένος στις 19 Φεβρουαρίου 1743 στη Λούκα της Ιταλίας, παιδί ακόμη έδειξε πως το βιολοντσέλο θα ήταν η φωνή του. Βιρτουόζος με λεπτότητα και πάθος, έδωσε στο τσέλο πρωταγωνιστικό ρόλο στη μουσική δωματίου, το απελευθέρωσε από τη σκιά του μπάσου και το ανέδειξε σε ισότιμο συνομιλητή.
Το 1768 στο Παρίσι γεύτηκε την ανεξαρτησία του καλλιτέχνη. Από το 1770 όμως και για τριάντα πέντε χρόνια υπηρέτησε τη βασιλική οικογένεια της Ισπανίας, ζώντας τελικά απομονωμένος, φτωχός, σχεδόν λησμονημένος, μια σιωπηλή αντίθεση προς τη λαμπρότητα της μουσικής του.

Το 1793 συνέθεσε τα "Τρίο για βιολί, βιόλα και τσέλο Op. 47" και τα αφιέρωσε στον βασιλιά Φρειδερίκο Γουλιέλμο της Πρωσίας, ο οποίος υπήρξε και ο ίδιος ταλαντούχος τσελίστας. Εκεί, σε μια πιο ευήκοη αυλή, ένιωθε ότι το τσέλο του θα ακουγόταν με κατανόηση.

Τα τρίο αυτά -έξι στον αριθμό- κινούνται στο εκλεπτυσμένο ύφος γκαλάν, με διάφανη υφή και περίτεχνη αντιστικτική γραφή. Είναι όλα σε μείζονα τρόπο, φωτεινά, λιτά, μικρά σε έκταση και δομημένα σε δύο μέρη.
Στα πρώτα μέρη συναντά κανείς θεματική ποικιλομορφία και ευφυείς διαλόγους ανάμεσα στα τρία όργανα.
Στα δεύτερα μέρρη, σχεδόν πάντοτε, ένα μινουέτο στροβιλίζεται με αριστοκρατική χάρη.

Εκεί όμως όπου η ιδιοφυΐα του λάμπει είναι στην ενορχηστρωτική ευρηματικότητα. Το τσέλο δεν στηρίζει μόνο, αλλά τραγουδά, απαντά, ηγείται. Οι γραμμές είναι διαφανείς, σαν λεπτή πορσελάνη που αφήνει το φως να διαπεράσει τις δομές της. Και μέσα απ' αυτή τη διαύγεια προμηνύεται ήδη η μετάβαση από την αυστηρότητα του μπαρόκ σε μια πιο προσωπική, προρομαντική εξομολόγηση.

Ο Μποκερίνι πέθανε το 1805, φτωχός και λησμονημένος. Μα η μουσική του, δεξιοτεχνική, λεπτεπίλεπτη και κομψή εξακολουθεί να αναπνέει με κείνη την αδιόρατη περηφάνεια της ημέρας που προτίμησε να επαναλάβει ένα μοτίβο, παρά να προδώσει την αλήθεια της έμπνευσής του. Γιατί η αυθάδεια εκείνη δεν ήταν αλαζονεία. Ήταν η σιωπηλή διακήρυξη ότι η τέχνη, όταν είναι αληθινή, δεν διαγράφεται...Αντηχεί ξανά...


Προτείνω να ακούσουμε το Τρίο Ν.5  της σειράς, το οποίο διατηρεί ευγενικό και συγκρατημένο χαρακτήρα. Η μουσική του δεν επιδιώκει θεαματικές εντάσεις. Άλλωστε, προοριζόταν για αυλική χρήση, πιθανότατα για να συνοδεύει με διακριτικότητα το βασιλικό δείπνο, χωρίς να αποσπά την προσοχή αλλά να καλλιεργεί ατμόσφαιρα κομψής ευφορίας.

Σύμφωνα με το αισθητικό ιδίωμα της εποχής, το βιολί αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Φέρει τη μελωδική λάμψη και τα πιο δεξιοτεχνικά περάσματα, προβάλλοντας με χάρη και καθαρότητα το κύριο υλικό.
Ωστόσο, στο πρώτο μέρος (Αndantino moderato) η ισορροπία δεν είναι τόσο μονοσήμαντη. Η βιόλα και το τσέλο παρεμβαίνουν με διακριτικές αλλά ουσιαστικές φράσεις. Δημιουργείται έτσι ένας υπόγειος διάλογος, μια ευγενής συνομιλία, που προσδίδει εσωτερική κινητικότητα στο έργο.

Αντίθετα, στο δεύτερο μέρος (Τempo di minuetto) η ιεραρχία αποκαθίσταται. Το βιολί δεσπόζει μετατρέποντας το μινουέτο σε ένα ιδιότυπο σόλο με συνοδεία. Στο μεσαίο τμήμα, σε ελάσσονα κλίμακα, η ατμόσφαιρα αποκτά μια σκιά μελαγχολίας, η χάρη μεταμορφώνεται σε στοχασμό, πριν επιστρέψει η αρχική κομψότητα του χορευτικού ρυθμού.

Έτσι, πίσω από την εξωτερική του απλότητα, το έργο αποκαλύπτει μια λεπτή δραματουργία ισορροπιών, μια μουσική, που ακόμη και όταν υπηρετεί την αυλή, δεν παύει να ψιθυρίζει τη δική της εσωτερική αλήθεια...

Luigi Boccherini: "6 String Trios, Op. 47, No. 5 - Αndantino moderato":


Luigi Boccherini: "6 String Trios, Op. 47, No. 5 - Tempo di Minuetto":





Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Αγγελικό Όραμα: Από τη ζωγραφική του Φρα Αντζέλικο στη Συμφωνική φωτοχυσία του Alan Hovhaness...

 

Fra Angelico:  "Christ Glorified in the Court of Heaven"
(λεπτομέρεια με τους Αγγέλους να παίζουν μουσική)


Ο Φρα Αντζέλικο, γνωστός ήδη από την εποχή του ως "Il Beato Angelicο - Ο Ευλογημένος Αντζέλικο", υπήρξε Δομινικανός μοναχός και ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της πρώιμης Αναγέννησης.

Γεννημένος στην περιοχή της Φλωρεντίας, συνέδεσε την καλλιτεχνική του πορεία με βαθιά πνευματική ζωή, αντιμετωπίζοντας τη ζωγραφική ως πράξη πίστης και προσευχής. Στα έργα του δεν επιδιώκει μόνο την αισθητική αρτιότητα, αλλά κυρίως την απόδοση της θείας παρουσίας μέσα από το φως, το χρώμα και την εσωτερική αρμονία. Πέθανε σαν σήμερα, 18 Φεβρουαρίου 1455 στη Ρώμη, αφήνοντας έργο που επηρέασε καθοριστικά την εξέλιξη της ιταλικής ζωγραφικής.


Κεντρικό στοιχείο της τέχνης του είναι οι Άγγελοι.
Δεν αποτελούν διακοσμητικές μορφές, αλλά πνευματικούς μεσολαβητές ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Με λεπτές γραμμές, φωτεινά χρώματα και χρυσά φωτοστέφανα, ο Αντζέλικο αποδίδει την καθαρότητα και τη γαλήνη τους. Οι κινήσεις τους, σε στάσεις προσευχής, και συχνά χορού ή τραγουδιού, δημιουργούν την αίσθηση ουράνιας μουσικής αρμονίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η παράσταση "Christ Glorified in the Court of Heaven - Ο Χριστός Δοξάζεται στην Αυλή των Ουρανών", από την Αγία Τράπεζα του ναού του Αγίου Δομίνικου στο Φιέζολε.

Στο κεντρικό πάνελ ο Χριστός εικονίζεται ένδοξος, υψωμένος πάνω σε σύννεφα, κρατώντας τη σημαία της Ανάστασης. Η πληγή στο χέρι Του θυμίζει το Πάθος, ενώ το χρυσό φόντο, χαραγμένο με ακτίνες, δηλώνει ότι εκπέμπει θεϊκό φως.
Γύρω του Άγγελοι τραγουδούν και παίζουν μουσικά όργανα -σάλπιγγες, κόρνα, τρομπέτες, ψαλτήρια, τύμπανα και βιόλες- συνθέτοντας μια εικόνα ουράνιας δοξολογίας.

Fra Angelico:  "Christ Glorified in the Court of Heaven"


Η σκηνή πλαισιώνεται από Αγίους, μορφές της Παλαιάς Διαθήκης και Δομινικανούς μοναχούς, εντάσσοντας το όραμα αυτό σε μια ευρύτερη πνευματική κοινότητα πίστης και σωτηρίας.


Από τους "Αγγέλους" του Φρα Αντζέλικο, εκείνη τη διάφανη ένωση ουρανού και γης που ακτινοβολεί στα έργα του, γεννήθηκε, πέντε αιώνες αργότερα, ένα μουσικό όραμα. Ο σπουδαίος αμερικανοαρμένιος συνθέτης, Alan Hovhaness, βαθιά συγκινημένος από την πνευματική λάμψη του ζωγράφου, συνέθεσε το 1967 το συμφωνικό έργο "Fra Angelico Fantasy, Op. 220". Ο τίτλος παραπέμπει στον Ιταλό δημιουργό, ο οποίος, όπως έλεγε ο ίδιος ο συνθέτης, "ζωγράφιζε με το ανατολίτικο πνεύμα".

Ο Χοβχάνες δεν αναζήτησε στον Αντζέλικο τη δεξιοτεχνία, αλλά το όραμα. Αυτό που τον συγκλόνισε δεν ήταν η εικόνα καθαυτή, αλλά η πνευματική της ακτινοβολία. 

Fra Angelico:  "Christ Glorified in the Court of Heaven"
(λεπτομέρεια με τους Αγγέλους να παίζουν μουσική)
Έτσι γεννήθηκε η συμφωνική σύνθεση, που ο ίδιος χαρακτήρισε "φόρο τιμής και ευχαριστήρια προσφορά". Δεν πρόκειται για μουσική περιγραφή πινάκων, αλλά για απόπειρα να αποδοθεί η ίδια η κατάσταση της έμπνευσης, το "αγγελικό όραμα". Ο συνθέτης αφηγείται πως ενώ ήταν βαριά άρρωστος και αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να εμφανιστεί σε επικείμενη συναυλία, άκουσε ξαφνικά μέσα του την κύρια μελωδία και άρχισε να την τραγουδά. Η εμπειρία εκείνη τού φάνηκε σχεδόν θαυματουργή.

Παρομοιάζοντας το έργο του Φρα Αντζέλικο με τις παραδόσεις της παλιάς Κίνας, της Κορέας και της Ιαπωνίας -πολιτισμούς που είχαν επηρεάσει βαθιά τη μουσική σκέψη του- ο Χοβχάνες έγραφε:

Fra Angelico:  "Christ Glorified in the Court of Heaven"
(λεπτομέρεια με τους Αγγέλους να παίζουν μουσική)
"Όπως στην παλιά Κίνα, την Κορέα και την Ιαπωνία, οι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν ουράνιους μουσικούς να κατεβαίνουν από τον ουρανό στη γη, έτσι και στη Φλωρεντία, ο Φρα Αντζέλικο ζωγράφισε τα οράματά του με αγγέλους που έπαιζαν ουράνιες σάλπιγγες. Το όραμά του ενέπνευσε τη χρήση τρομπετών, κόρνων και τρομπονιών σε λατρευτική, δοξολογική μουσική. Στη σύνθεσή μου, αυτά τα όργανα γίνονται φωνές ουράνιων αγγελιοφόρων".

Έτσι, η παρτιτούρα ανοίγει με αιωρούμενα, άρρυθμα συρσίματα στα έγχορδα, ήχους που μοιάζουν να αναδύονται από αόρατο φως. Σταδιακά, τα χάλκινα πνευστά αντηχούν με επιβλητικότητα, όχι ως κοσμική επίδειξη δύναμης, αλλά σαν λειτουργική αναγγελία. Η τροπική γλώσσα, οι ανατολικές κλίμακες και οι στιγμές ελεγχόμενης ελευθερίας δημιουργούν μια αίσθηση άχρονης γαλήνης που κορυφώνεται σε λαμπρή ηχητική φωτοχυσία.
Η μουσική επιχειρεί να αποδώσει το ίδιο το αγγελικό βίωμα, μια συμφωνική λειτουργία όπου ο ήχος γίνεται φως και η ορχήστρα μεταμορφώνεται σε χορό ουράνιων αγγελιοφόρων.


Alan Hovhaness: "Fra Angelico, fantasy for orchestra, Op. 220"




Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

17 Φεβρουαρίου: ο Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά...

"Ο Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά", χαρακτικό του Καμίγ Φλαμαριόν

 



"Βλέπεις, δεν βόλευες στα ήθη.
για σένα στήθηκε η πυρά εκείνο το Φλεβάρη
και από κάτω ούρλιαζαν τα μανιασμένα πλήθη
ως να ‘ρθει ο θάνατος αργά για να σε πάρει.


Τόσο βαθύς κατατρεγμός ενάντια στην αλήθεια
του κόσμου μόνον η οργή, σκληρή ανταμοιβή σου
είναι αρχόντων και λαών μοναδική συνήθεια
να σε κρατήσουνε τυφλό, στο σάρκινο κελί σου..."

("Τζορντάνο Μπρούνο", ποίημα του Νικηφόρου Βυζαντινού, fractalart)



Ο Τζορντάνο Μπρούνο υπήρξε μια από τις πιο ανήσυχες και φωτεινές μορφές της ιταλικής Αναγέννησης. Φιλόσοφος, θεολόγος, ποιητής, πνεύμα ακούραστο που δεν χωρούσε στα όρια της εποχής του. Επηρεασμένος από τον Κοπέρνικο και τον νεοπλατωνισμό, τόλμησε να οραματιστεί ένα σύμπαν άπειρο, γεμάτο αμέτρητους κόσμους. Για κείνον, το θείο δεν κατοικούσε σε έναν μακρινό ουρανό, αλλά διαχεόταν σε κάθε μόριο της ύλης, σε κάθε μορφή ζωής. 


"Κι ένας μαύρος ήλιος, στο διάστημα,
θα καταπιεί τον ήλιο, τη σελήνη
και όλους τους πλανήτες που περιφέρονται
γύρω από τον ήλιο.
Να θυμάστε πως,
όταν το τέλος θα πλησιάζει,
ο άνθρωπος θα ταξιδεύει στο διάστημα
και από το διάστημα θα μάθει
την ημέρα του τέλους"

(Τζορντάνο Μπρούνο, "Περί του απείρου σύμπαντος και των κόσμων", 1584)


O Mπρούνο ενώπιον της Ιεράς Εξέτασης
Οι τολμηρές ιδέες του στάθηκαν αφορμή για τη μοιραία σύγκρουσή του με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Μετά από μακρά φυλάκιση καταδικάστηκε σε θάνατο δια της πυράς. Την απόφαση υπέγραψε ο καρδινάλιος Ρομπέρτο Μπελλαρμίνο. Γονατιστός μπροστά στους δικαστές του, άκουσε την ετυμηγορία που θα τον οδηγούσε στον θάνατο. Όταν σηκώθηκε, με βλέμμα σταθερό, απάντησε:

"Πιθανόν εσείς, κριτές μου, να ανακοινώνετε την καταδίκη εναντίον μου με μεγαλύτερο φόβο απ’ ό,τι τη δέχομαι εγώ".

Ήταν σαν σήμερα, 17 Φεβρουαρίου του 1600...Κι ενώ η Ρώμη γιόρταζε τον διορισμό του νέου Πάπα, ο Μπρούνο οδηγείτο στην πλατεία Campo de’ Fiori. Εκεί, ανάμεσα στους πάγκους όπου τις Κυριακές πωλούνται λουλούδια, υψώθηκε η πυρά. Μαζί του παραδόθηκαν στις φλόγες και πολλά από τα βιβλία του, σαν να επιχειρούσαν να κάψουν τον άνθρωπο, αλλά και τη σκέψη του. Όταν η φωτιά καταλάγιασε, οι στάχτες του σκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους, σαν να ήθελαν να διαλύσουν κάθε ίχνος της ύπαρξής του.

Κι όμως, τα τελευταία λόγια του έμειναν στην αιωνιότητα: "Να κάψεις, δεν σημαίνει πως διαψεύδεις".


"Ένας πυρσός εγίνηκες, ένας ακόμη φάρος
που στους ανθρώπους έδειξες της λευτεριάς το δρόμο
πως πρέπει κάποιος να μιλά με πίστη και με θάρρος
ένας ενάντια στους πολλούς, για αυτό σε βεβαιώνω.

Και η μορφή σου χάθηκε και πέρασε στη λήθη
μια λήθη όμως πρόσκαιρη που ο χρόνος δεν την σβήνει
κι αν τώρα σε χειροκροτούν τ’ ανθρώπινα τα πλήθη
το έγκλημα που έγινε, κανένας δεν το σβήνει!"


("Τζορντάνο Μπρούνο", Νικηφόρου Βυζαντινού, fractalart)


Άγαλμα του Μπρούνο στην πλατεία ντε Φιόρι, όπου κάηκε
Οι φλόγες έσβησαν, η ιδέα του απείρου όμως συνέχισε να καίει αθόρυβα μέσα στον χρόνο. Η σκέψη του Μπρούνο, που κάποιοι επιχείρησαν να αφανίσουν διέσχισε τους αιώνες, μεταμορφώθηκε, ρίζωσε σε νέες συνειδήσεις, ενέπνευσε ποιητές, φιλοσόφους, καλλιτέχνες. Και τέσσερις σχεδόν αιώνες αργότερα, στον 20ό αιώνα, βρήκε μια νέα φωνή, αυτή τη φορά μέσα από τη μουσική…

Η καντάτα "Novae de infinito laudes - Νέοι ύμνοι για το άπειρο" που γράφτηκε το 1962, αποτελεί το πιο επιβλητικό από τα ιδιαίτερα σημαντικά έργα για χορωδία και ορχήστρα που συνέθεσε ο Hans Werner Henze. Γραμμένη κατόπιν παραγγελίας της Royal Philharmonic Society, παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρώτη τον Απρίλιο του 1963, στο πλαίσιο της Μπιενάλε της Βενετίας.

Το έργο αντλεί το ποιητικό του υλικό από λατινικά κείμενα του 16ου αιώνα του ανθρώπου που συγκρούστηκε με τη θεολογική ορθοδοξία της εποχής του, Giordano Bruno.
Οι στοχασμοί του για το άπειρο σύμπαν, την αέναη κίνηση της ύλης και τη βαθιά ενότητα φύσης και θείου δίνουν στην καντάτα έναν κοσμολογικό και μεταφυσικό χαρακτήρα.

Η σύνθεση προορίζεται για τέσσερις σολίστες, μικτή χορωδία και μεγάλη ορχήστρα. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ορχηστρική γραφή, η οποία δίνει έμφαση στα χαμηλά ηχοχρώματα. Η παρουσία πληκτροφόρου, λαούτων και αρπών δημιουργεί μια διακριτική αναγεννησιακή απόχρωση, σαν η μουσική να γεφυρώνει τον 20ό αιώνα με την εποχή του Μπρούνο. Το ηχητικό αποτέλεσμα είναι βαρύ, στοχαστικό και γήινο, αλλά ταυτόχρονα διαποτισμένο από μια αίσθηση κοσμικής απεραντοσύνης.

Η ένταση και το βάθος των φιλοσοφικών ιδεών στα κείμενα κινητοποιούν τον Χέντσε να απαντήσει με μια μουσική γεμάτη συναίσθημα, ειλικρίνεια και δραματική ένταση. Η αλληλεπίδραση φωνών και οργάνων εμφανίζεται εξαιρετικά επεξεργασμένη...άλλοτε πυκνή και πολυεπίπεδη, άλλοτε γυμνή και εσωστρεφής. Καθώς το έργο εξελίσσεται, η μουσική αποκτά όλο και πιο αυστηρό, άκαμπτο χαρακτήρα σαν να μετατρέπεται σε καθαρό στοχασμό πάνω στην ιδέα του απείρου.

Οι ξαφνικές εκρήξεις ρυθμικής οξύτητας δεν λειτουργούν ως δραματικές κορυφώσεις. Συχνά περιβάλλονται από λεπτή αύρα ειρωνείας ή υπαινικτικής παρωδίας, σαν ο συνθέτης να σχολιάζει την ανθρώπινη αδυναμία να συλλάβει το άπειρο και την προσκόλληση σε αυστηρούς δογματισμούς.

Η καντάτα οργανώνεται σε έξι μέρη:

I. I. I corpi celesti  - Τα ουράνια σώματα
II.I quattro elementi - Τα τέσσερα στοιχεία
III. La continua mutazione -  Η συνεχής μεταβολή
IV. Il piacere è nel movimento - Η ηδονή βρίσκεται στην κίνηση
V. Il sorgere del sole - Η ανατολή του ήλιου
VI. Il sommo bene - Το υπέρτατο αγαθό

Η διαδοχή τους σχηματίζει ένα φιλοσοφικό τόξο, από την παρατήρηση του σύμπαντος και των φυσικών του δυνάμεων, περνά στη δυναμική της μεταβολής και της κίνησης ως θεμελιώδους αρχής της ύπαρξης, για να καταλήξει σε μια σχεδόν μυστικιστική αναζήτηση του ύψιστου αγαθού.
Έτσι, το "Novae de infinito laudes" αποτελεί ένα συμφωνικό - φιλοσοφικό οικοδόμημα, όπου η μουσική γίνεται φορέας κοσμολογικού στοχασμού και υπαρξιακής έντασης.


Hans Werner Henze: "Novae de infinito laudes"

Ο θάνατος του Τζορντάνο Μπρούνο δεν μπόρεσε να σβήσει τη φλόγα της σκέψης του. Αντίθετα, την μετέτρεψε σε σύμβολο του αδιαπραγμάτευτου ελεύθερου πνεύματος.
Σήμερα, ο Μπρούνο αναγνωρίζεται σαν προάγγελος της σύγχρονης επιστήμης, μάρτυρας της λογικής και πρωτοπόρος μιας κοσμικής φιλοσοφίας που αγκαλιάζει το άπειρο. Σημειωτέον ότι στην πλατεία όπου παραδόθηκε στη φωτιά, έχει στηθεί άγαλμά του στραμμένο προς το Βατικανό, μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι η ελευθερία της σκέψης δεν μπορεί ποτέ να καεί...





Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Δρέσδη 1945: Όταν η πόλη έγινε στάχτη...Μουσική μαρτυρία και θρήνος...

 

    Η κατεστραμμένη Δρέσδη μετά το βομβαρδισμό της 13ης Φεβρουαρίου 1945


Σαν σήμερα, 13 Φεβρουαρίου του 1945, ξεκινά η σφοδρή βομβιστική επίθεση της Δρέσδης. Η όμορφη πόλη στις όχθες του Έλβα, η "Φλωρεντία του Βορρά", γνωστή για την αρχιτεκτονική της, τα περίτεχνα κτίσματα και τα πλούσια σε εκθέματα μουσεία της, μετατρέπεται μέσα σε λίγες ώρες σε ένα φλεγόμενο ερείπιο, λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου. Ανταποκρίσεις της εποχής μιλούν για "πύρινη θύελλα και για μια πόλη που χάθηκε μέσα σε καπνό και στάχτη", ενώ προσωπικές μαρτυρίες καταγράφουν τη σιωπή που ακολούθησε, μια σιωπή βαριά όσο και τα ερείπια. Η Δρέσδη γίνεται σύμβολο της απόλυτης καταστροφής, αλλά και της μνήμης. 

Το πιο γνωστό μουσικό έργο που συνδέθηκε με το τραύμα της πόλης είναι το Όγδοο Κουαρτέτο του Σοστακόβιτς, γνωστό και ως "Κουαρτέτο της Δρέσδης", για το οποίο έχω γράψει στο παρελθόν.
Ωστόσο, η άμεση και βαθιά προσωπική μουσική απάντηση στα γεγονότα του 1945 προήλθε από έναν άνθρωπο που έζησε την απώλεια εκ των έσω.

Το "Wie liegt die Stadt so wüst - Πόσο έρημη είναι η πόλη" του Rudolf Mauersberger είναι ένα μοτέτο  ελεγειακού χαρακτήρα, μέρος του λεγόμενου "Κύκλου της Δρέσδης".
Ο Mauersberger, ως Kάντορας στην Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού της Δρέσδης και δ/ντής της περίφημης χορωδίας της, βίωσε προσωπικά την τραγωδία, χάνοντας αθώους μαθητές του στο βομβαρδισμό και βλέποντας την Kreuzkirche κατεστραμμένη. Μετά τον βομβαρδισμό διάβασε τους Θρήνους του Ιερεμία. Το κείμενο αντήχησε μέσα του σαν άμεσος καθρέφτης της καταστροφής:

Η Κreuzkirche μετά το βομβαρδισμό


"Πως απέμεινεν έρημη, χωρίς κατοίκους, και έμεινε μόνη η άλλοτε πολυάνθρωπη πόλη; Πως κατάντησε σαν τη χήρα, που στερήθηκε τον σύζυγόν της, η άλλοτε πολυπληθής μεταξύ όλων των εθνών! Πού έφτασε η αλλοτινή αρχόντισσα και πριγκίπισσα ανάμεσα στις άλλες χώρες...

Κατέπεσεν και δεν υπάρχει κανείς να την παρηγόρησει. Συ, Κυριε, ιδέ την άθλια κατάστασή μου, διότι ο εχθρός αλαζονεύεται και θριαμβεύει εναντίον μου".

Έτσι εμπνεύστηκε το μοτέτο, που έκανε πρεμιέρα τον Αύγουστο του 1945, κατά την πρώτη εσπερινή λειτουργία μετά τον πόλεμο, μέσα στην καμένη Kreuzkirche, έναν χώρο όπου τα ερείπια συνυπήρχαν με την προσευχή.

Το κείμενο αντλείται από επιλεγμένους στίχους των Θρήνων στη μετάφραση του Μαρτίνου Λούθηρου. Ο συνθέτης δεν ακολουθεί τη βιβλική διάταξη, παραλείπει τη ρητή αποδοχή της θείας κρίσης και επικεντρώνεται στη βιωμένη οδύνη και στο ερώτημα "γιατί":


"Γιατί , Κύριε, θέλησες για πάντα να μας λησμονήσεις,
να μας εγκαταλείψεις για όλη τη ζωή μας;"

Η επιλογή του αναδεικνύει τη δυστυχία της πόλης, την ακατανόητη συμφορά και την ικεσία για έλεος. Δεν πρόκειται για θεολογική πραγματεία αλλά για υπαρξιακή κραυγή. Η έμφαση στην παράκληση αντανακλούν την ψυχική κατάσταση του συνθέτη. Οι Θρήνοι αποτελούν το μέσο για να εκφραστεί το προσωπικό του πένθος.

Το έργο, γραμμένο σε φα ελάσσονα για μικτή χορωδία a cappella, διακρίνεται σε επιμέρους ενότητες που αντιστοιχούν σε κάθε στίχο, με έντονη αρμονική διαφοροποίηση και ιδιαίτερη φροντίδα στη μελοποίηση κάθε λέξης. Ο Mauersberger αξιοποιεί τονικές σχέσεις και πυκνές δυσαρμονίες, ώστε να εντείνει το αίσθημα αποσταθεροποίησης.
Το μοτέτο χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία μέρη:
Ι. περιγραφή της ερήμωσης
ΙΙ. δραματική κορύφωση με το επαναλαμβανόμενο "γιατί"
ΙΙΙ.  τελική ικεσία που δεν οδηγεί σε θριαμβική λύση αλλά σε ταπεινή περισυλλογή.

Το "Wie liegt die Stadt so wüst" εκτελείται παραδοσιακά κάθε 13 Φεβρουαρίου στη μνήμη των αδικοχαμένων και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσικά τεκμήρια άμεσης αντίδρασης στην καταστροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν είναι περιγραφική αναπαράσταση, αλλά λειτουργικό μνημόσυνο. Μέσα από τη λιτή αλλά φορτισμένη γλώσσα του, η κατεστραμμένη Δρέσδη μετατρέπεται σε διαχρονικό σύμβολο κάθε πόλης που γνώρισε την ερήμωση και η μουσική σε πράξη μνήμης, προσευχής και ηθικής μαρτυρίας.

 Rudolf Mauersberger: "Wie liegt die Stadt so wüst – Πόσο έρημη είναι η πόλη"


Για το Κουαρτέτο της Δρέσδης του Σοστακόβιτς μπορείτε να διαβάσετε εδώ.