20 Αυγούστου, "Παγκόσμια Ημέρα Κουνουπιού".
Μια ημερομηνία που δύσκολα θα τη συνέδεε κανείς με τη μουσική. Κι όμως, πίσω από ένα τόσο μικρό και ενοχλητικό πλάσμα κρύβεται μια ιστορία επιστήμης, μυθολογίας και παραδόξως μουσικής έμπνευσης.
Στις 20 Αυγούστου 1897, ο Βρετανός γιατρός και ερευνητής Ronald Ross απέδειξε τον ρόλο των θηλυκών κουνουπιών στη μετάδοση της ελονοσίας. Η ανακάλυψη αυτή, που άλλαξε αποφασιστικά την κατανόηση της ασθένειας, του χάρισε λίγα χρόνια αργότερα το Νόμπελ Ιατρικής. Η ημερομηνία έχει συνδεθεί με την ευαισθητοποίηση για την καταπολέμηση του κουνουπιού και των ασθενειών που μεταδίδει.
Και δεν είναι υπερβολή να πούμε πως ένα από τα μικρότερα πλάσματα του πλανήτη είναι ταυτόχρονα και ένα από τα πιο επικίνδυνα. Μέσω των τσιμπημάτων του μεταδίδονται σοβαρές ασθένειες, προκαλώντας κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους παγκοσμίως.
Ας αφήσουμε όμως για λίγο την επιστήμη και ας περάσουμε στη μουσική.
Το κουνούπι, με το χαρακτηριστικό, επίμονο ζούζουνισμά του, έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για αρκετούς συνθέτες. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί. Ο ήχος του, οι ξαφνικές αλλαγές κατεύθυνσης, το νευρικό πέταγμά του προσφέρονται ιδανικά για μουσική μίμηση. Τα έγχορδα και ιδιαίτερα το βιολί μπορούν να μετατρέψουν αυτή τη μικροσκοπική "ενόχληση" σε μια ευφυή μουσική εικόνα.
Σας καλημερίζω, λοιπόν, με το "Mosquito Dance" του Béla Bartók, ένα από τα περίφημα "44 Duos for Two Violins", που ο Ούγγρος συνθέτης έγραψε το 1931.
Τα "44 Ντουέτα" γράφτηκαν κυρίως με παιδαγωγικό σκοπό, για νέους μαθητές βιολιού. Ο Μπάρτοκ, που γνώριζε καλά τη διδακτική πράξη, κατάφερε να συνδυάσει την τεχνική εξάσκηση με τη φαντασία, το χιούμορ και τη μουσική αφήγηση.
Στο "Mosquito Dance", τα δύο βιολιά μοιάζουν να κυνηγούν το ένα το άλλο μέσα στον αέρα. Οι γρήγορες, κοφτές κινήσεις, τα staccato, τα glissando και οι απότομες αλλαγές δημιουργούν μια σχεδόν οπτική αναπαράσταση του εντόμου. Δεν ακούμε μόνο το κουνούπι. Το βλέπουμε να πετά, να πλησιάζει, να απομακρύνεται και να επιστρέφει επίμονα.
Και αφού μιλάμε για κουνούπια, ας θυμηθούμε μερικές από τις πιο παράδοξες πληροφορίες γύρω από αυτά.
Τα αρσενικά κουνούπια δεν πίνουν αίμα. Τρέφονται κυρίως με νέκταρ και φυτικούς χυμούς.Δηλαδή, τη "βρώμικη" δουλειά την κάνουν τα θηλυκά που χρειάζονται το αίμα για την ανάπτυξη των αυγών τους.Όταν το θηλυκό κουνούπι μας τσιμπά, διοχετεύει σάλιο, το οποίο βοηθά στη διαδικασία της αιμοληψίας και εμποδίζει την πήξη του αίματος.Τα κουνούπια υπάρχουν στη Γη εδώ και 250 εκατομμύρια χρόνια. Προϋπήρχαν, λοιπόν, των δεινοσαύρων και επιβίωσαν από κοσμογονικές αλλαγές που εξαφάνισαν αμέτρητα άλλα είδη.
Και, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, οι άνθρωποι με ομάδα αίματος 0 φαίνεται να είναι πιο ελκυστικοί στα κουνούπια από εκείνους με άλλες ομάδες αίματος.
Κι αν όλα αυτά μοιάζουν ήδη αρκετά παράξενα, υπάρχει και η μυθολογία.
Ο Λευκάδιος Χερν, που τόσο βαθιά αγάπησε και κατέγραψε τον ιαπωνικό πολιτισμό, μας μεταφέρει δοξασίες σύμφωνα με τις οποίες τα κουνούπια μπορούσαν να συνδεθούν με τις ψυχές των νεκρών.
Οι ψυχές ανθρώπων που είχαν διαπράξει σοβαρά σφάλματα μπορούσαν να καταδικαστούν σε μια περιπλάνηση ως "διψασμένα φαντάσματα", αναζητώντας αδιάκοπα αίμα.
Και κάπως έτσι, ένα μικροσκοπικό έντομο περνά από την επιστήμη στη μουσική και από τη μουσική στη μυθολογία.
Από τον Ronald Ross στον Μπάρτοκ και από το εργαστήριο στο πεντάγραμμο, το κουνούπι αποδεικνύεται ένας απρόσμενος πρωταγωνιστής. Θανατηφόρο στην πραγματικότητα, ενοχλητικό στην καθημερινότητα, αλλά -τουλάχιστον στα χέρια του Μπάρτοκ- χορευτικό και απολαυστικό.