| To τελευταίο πορτραίτο του Χαίντελ(1756) Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνο |
Ο Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ, κατά τη διάρκεια της ζωής και της λαμπρής καλλιτεχνικής του πορείας, δεν στερήθηκε τις δοκιμασίες.
Αντιμετώπισε επανειλημμένα σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ συχνά βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονο άγχος και περιόδους βαθιάς μελαγχολίας.
Δύο εγκεφαλικά επεισόδια έπληξαν την υγεία του και επηρέασαν την κινητικότητα του ενός του χεριού. Ωστόσο, το πείσμα και το ακατάβλητο πάθος του για τη μουσική δημιουργία συνέβαλαν καθοριστικά στην αποκατάστασή του, επιτρέποντάς του να επιστρέψει στη σύνθεση και τη διεύθυνση με εντυπωσιακή ταχύτητα.
Από το 1740 άρχισε να εμφανίζεται σταδιακή απώλεια της όρασής του, η οποία μέσα σε μία δεκαετία κατέληξε σε πλήρη τύφλωση. Παρά την κατάσταση αυτή, ο Χαίντελ δεν αποσύρθηκε. Συνέχισε να επιβλέπει τις εκτελέσεις των ορατορίων του, να συνεργάζεται με γιατρούς και να αναζητά θεραπεία. Υποβλήθηκε μάλιστα σε οφθαλμολογική επέμβαση, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Συνειδητοποιώντας ότι πλησίαζε το τέλος της ζωής του, συνέταξε ήδη από το 1756 τη διαθήκη του, την οποία εμπλούτιζε σταδιακά με νέες διατάξεις. Φρόντισε με ακρίβεια τόσο για την τύχη της περιουσίας του όσο και για τους ανθρώπους του κύκλου του, δείχνοντας γενναιοδωρία και μέριμνα.
Λίγες μόλις ημέρες πριν από τον θάνατό του, υπαγόρευσε την τελευταία του επιθυμία να ταφεί στο Αββαείο του Ουέστμινστερ και να ανεγερθεί εκεί ένα λιτό μνημείο προς τιμήν του.
| "Πλήθος κόσμου στο μνημόσυνο του Χαίντελ", Edward Edwards |
με βαθιά αίσθηση καθήκοντος
προς τον Θεό και τον άνθρωπο
και με αληθινή αγάπη για όλο τον κόσμο".
| Το Μνημείο του Χαίντελ στη Γωνιά των Ποιητών Αβαείο Ουεστμίνστερ |
Το τελευταίο του μεγάλο έργο, το ορατόριο "Jephtha", αποτελεί συγκλονιστική μαρτυρία της ανθρώπινης και καλλιτεχνικής του αντοχής. Το ξεκίνησε το 1751, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τη σύνθεση όταν η όρασή του επιδεινώθηκε δραματικά . Λίγο αργότερα επανήλθε μερικώς και μέσα από διακοπές, αγώνα και επιμονή, κατόρθωσε τελικά να ολοκληρώσει το έργο και να το διευθύνει στην πρεμιέρα του.
Έτσι, ακόμη και στο λυκόφως της ζωής του, ο Χαίντελ απέδειξε ότι η δημιουργία μπορεί να υπερβαίνει τα όρια του σώματος, μετατρέποντας την ανθρώπινη δοκιμασία σε τέχνη βαθιάς πνευματικότητας και συγκίνησης.
Το ορατόριο "Jephtha" συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πλέον συγκινητικά έργα του Χαίντελ. Το κείμενό του αντλεί την έμπνευσή του από τη βιβλική αφήγηση για τον Ιεφθάε (Κριτές, κεφ. 11) και αναπτύσσει μια από τις πιο δραματικές ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης.
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται ο τραγικός όρκος του Ιεφθάε, (κριτή του Ισραήλ και γενναίου πολεμιστή από τη Γαλαάδ), προς τον Θεό, πως αν επιστρέψει νικητής από τη μάχη, θα θυσιάσει το πρώτο πρόσωπο που θα συναντήσει. Η μοίρα τον φέρνει αντιμέτωπο με την ίδια του την κόρη, την Ίφιδα, οδηγώντας σε ένα συγκλονιστικό ηθικό δίλημμα. Ωστόσο, η θεία παρέμβαση ανατρέπει την τραγική κατάληξη. Ένας άγγελος αποτρέπει τη θυσία και η Ίφιδα αφιερώνει τη ζωή της στον Θεό, μεταμορφώνοντας το δράμα σε πράξη πνευματικής αφοσίωσης.
"Έφτασα ως εδώ στις 13 Φεβρουαρίου 1751. Νιώθω ανίκανος να συνεχίσω λόγω εξασθένησης της όρασης του αριστερού μου ματιού".
Έτσι, το έργο δεν περιορίζεται μόνο στην αφήγηση μιας βιβλικής ιστορίας. Αντανακλά και την προσωπική δοκιμασία του ίδιου του δημιουργού. Με τη βαθιά εκφραστικότητα και τη δραματική του ένταση, το "Ιεφθάε" αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο προσωπικά και συγκλονιστικά μουσικά επιτεύγματα του Χαίντελ.
Η μουσική του ορατορίου διακρίνεται για την έντονη συναισθηματική της φόρτιση, την αμεσότητα και τη λιτότητά της. Τα ευρηματικά μοτίβα αποδίδουν την αγωνία και την εσωτερική πάλη των χαρακτήρων, ενώ το μαρτύριο του Ιεφθάε αποτυπώνεται με ιδιαίτερα συγκλονιστικό τρόπο.
Προτείνω την ακρόαση του χορωδιακού μέρους "How dark, O Lord, are thy decrees", καθώς σε αυτό το σημείο ο συνθέτης, βιώνοντας την επιδείνωση της όρασής του, κατέγραψε τη χαρακτηριστική σημείωση πάνω στην παρτιτούρα του ορατορίου που έμελλε να είναι η τελευταία, μεγαλειώδης σύνθεσή του.
All hid from mortal sight!
All our joys to sorrow turning,
and our triumphs into mourning,
as the night succeeds the day
no certain bliss, no solid peace,
we mortals know on earth below.
Yet on this maxim still obey:
whatever is, is right"
"Πόσο σκοτεινές, Κύριε, είναι οι βουλές Σου,
Αξίζει να σημειωθεί μια χαρακτηριστική αλλαγή που έκανε ο Χαίντελ στο λιμπρέτο του χορωδιακού: αντικατέστησε τη φράση "Ό,τι ο Θεός ορίζει είναι δίκαιο" με το "Ό,τι γίνεται, είναι δίκαιο".
Ωστόσο, πιθανότερο είναι ότι δεν εκφράζει απομάκρυνση από την πίστη, αλλά συνδέεται κυρίως με τη μουσική ανάγκη του συνθέτη να προσαρμόσει τον λόγο στη μουσική ροή και την εκφραστικότητα της σύνθεσης. Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ισχυρό: η λέξη "right - δίκαιο" στο τέλος τονίζεται δραματικά, προσδίδοντας βάρος και ένταση ("πέφτει σαν μαστίγιο", όπως έχουν επισημάνει κάποιοι αναλυτές).
Παράλληλα, η νέα διατύπωση μετατοπίζει το νόημα από τη ρητή αναφορά στον Θεό προς μια πιο καθολική αποδοχή του πεπρωμένου και αναπόφευκτου. Μέσα απ' αυτή τη λιτή φράση διαφαίνεται η προσωπική διάσταση. Ο ίδιος ο Χαίντελ, αντιμέτωπος με τις δοκιμασίες της ζωής και την απώλεια της όρασής του, φαίνεται να εκφράζει μια βαθύτερη, εσωτερική συμφιλίωση με το αναπότρεπτο.
Handel: "Jephtha, How dark, O Lord, are thy decrees":