Στην αυλή της Ισπανίας, κάτω από τους βαρείς πολυελαίους και τα βλέμματα που μετρούσαν την αξία με τίτλους και υποκλίσεις, ο Λουίτζι Μποκερίνι τόλμησε το αδιανόητο. Nα παραβεί τη βασιλική εντολή και να υπερασπιστεί τη δημιουργική έμπνευσή του κι ένα μουσικό μοτίβο του.
Ο βασιλιάς είχε ζητήσει να αφαιρεθεί ένα απόσπασμα από μια νέα σύνθεση. Ο μουσικός, με την ήρεμη αλλά αλύγιστη περηφάνια του δημιουργού, αρνήθηκε να "διορθώσει" την έμπνευσή του. Κι όταν η επιμονή έγινε διαταγή, εκείνος αντέδρασε με μια πράξη που έμοιαζε με ειρωνικό χαμόγελο. Όχι μόνο δεν αφαίρεσε το μοτίβο, αλλά το επανέλαβε. Το έπαιξε μπροστά στον μονάρχη με ένταση, σαν να έλεγε πως η μουσική δεν κυβερνάται. Έτσι, πλήρωσε την "αυθάδειά" του με απόλυση, όπως ήταν φυσικό...
Κι όμως, μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον αυλικής εξάρτησης, ο Λουίτζι Μποκερίνι δημιούργησε έργα σπάνιας κομψότητας και εσωτερικής φλόγας.
Γεννημένος στις 19 Φεβρουαρίου 1743 στη Λούκα της Ιταλίας, παιδί ακόμη έδειξε πως το βιολοντσέλο θα ήταν η φωνή του. Βιρτουόζος με λεπτότητα και πάθος, έδωσε στο τσέλο πρωταγωνιστικό ρόλο στη μουσική δωματίου, το απελευθέρωσε από τη σκιά του μπάσου και το ανέδειξε σε ισότιμο συνομιλητή.
Το 1768 στο Παρίσι γεύτηκε την ανεξαρτησία του καλλιτέχνη. Από το 1770 όμως και για τριάντα πέντε χρόνια υπηρέτησε τη βασιλική οικογένεια της Ισπανίας, ζώντας τελικά απομονωμένος, φτωχός, σχεδόν λησμονημένος, μια σιωπηλή αντίθεση προς τη λαμπρότητα της μουσικής του.
Το 1793 συνέθεσε τα "Τρίο για βιολί, βιόλα και τσέλο Op. 47" και τα αφιέρωσε στον βασιλιά Φρειδερίκο Γουλιέλμο της Πρωσίας, ο οποίος υπήρξε και ο ίδιος ταλαντούχος τσελίστας. Εκεί, σε μια πιο ευήκοη αυλή, ένιωθε ότι το τσέλο του θα ακουγόταν με κατανόηση.
Τα τρίο αυτά -έξι στον αριθμό- κινούνται στο εκλεπτυσμένο ύφος γκαλάν, με διάφανη υφή και περίτεχνη αντιστικτική γραφή. Είναι όλα σε μείζονα τρόπο, φωτεινά, λιτά, μικρά σε έκταση και δομημένα σε δύο μέρη.
Στα πρώτα μέρη συναντά κανείς θεματική ποικιλομορφία και ευφυείς διαλόγους ανάμεσα στα τρία όργανα.
Στα δεύτερα μέρρη, σχεδόν πάντοτε, ένα μινουέτο στροβιλίζεται με αριστοκρατική χάρη.
Εκεί όμως όπου η ιδιοφυΐα του λάμπει είναι στην ενορχηστρωτική ευρηματικότητα. Το τσέλο δεν στηρίζει μόνο, αλλά τραγουδά, απαντά, ηγείται. Οι γραμμές είναι διαφανείς, σαν λεπτή πορσελάνη που αφήνει το φως να διαπεράσει τις δομές της. Και μέσα απ' αυτή τη διαύγεια προμηνύεται ήδη η μετάβαση από την αυστηρότητα του μπαρόκ σε μια πιο προσωπική, προρομαντική εξομολόγηση.
Ο Μποκερίνι πέθανε το 1805, φτωχός και λησμονημένος. Μα η μουσική του, δεξιοτεχνική, λεπτεπίλεπτη και κομψή εξακολουθεί να αναπνέει με κείνη την αδιόρατη περηφάνεια της ημέρας που προτίμησε να επαναλάβει ένα μοτίβο, παρά να προδώσει την αλήθεια της έμπνευσής του. Γιατί η αυθάδεια εκείνη δεν ήταν αλαζονεία. Ήταν η σιωπηλή διακήρυξη ότι η τέχνη, όταν είναι αληθινή, δεν διαγράφεται...Αντηχεί ξανά...
Προτείνω να ακούσουμε το Τρίο Ν.5 της σειράς, το οποίο διατηρεί ευγενικό και συγκρατημένο χαρακτήρα. Η μουσική του δεν επιδιώκει θεαματικές εντάσεις. Άλλωστε, προοριζόταν για αυλική χρήση, πιθανότατα για να συνοδεύει με διακριτικότητα το βασιλικό δείπνο, χωρίς να αποσπά την προσοχή αλλά να καλλιεργεί ατμόσφαιρα κομψής ευφορίας.
Σύμφωνα με το αισθητικό ιδίωμα της εποχής, το βιολί αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Φέρει τη μελωδική λάμψη και τα πιο δεξιοτεχνικά περάσματα, προβάλλοντας με χάρη και καθαρότητα το κύριο υλικό.
Ωστόσο, στο πρώτο μέρος (Αndantino moderato) η ισορροπία δεν είναι τόσο μονοσήμαντη. Η βιόλα και το τσέλο παρεμβαίνουν με διακριτικές αλλά ουσιαστικές φράσεις. Δημιουργείται έτσι ένας υπόγειος διάλογος, μια ευγενής συνομιλία, που προσδίδει εσωτερική κινητικότητα στο έργο.
Αντίθετα, στο δεύτερο μέρος (Τempo di minuetto) η ιεραρχία αποκαθίσταται. Το βιολί δεσπόζει μετατρέποντας το μινουέτο σε ένα ιδιότυπο σόλο με συνοδεία. Στο μεσαίο τμήμα, σε ελάσσονα κλίμακα, η ατμόσφαιρα αποκτά μια σκιά μελαγχολίας, η χάρη μεταμορφώνεται σε στοχασμό, πριν επιστρέψει η αρχική κομψότητα του χορευτικού ρυθμού.
Έτσι, πίσω από την εξωτερική του απλότητα, το έργο αποκαλύπτει μια λεπτή δραματουργία ισορροπιών, μια μουσική, που ακόμη και όταν υπηρετεί την αυλή, δεν παύει να ψιθυρίζει τη δική της εσωτερική αλήθεια...



