"Είπε δε Μαριάμ: ιδού η δούλη Κυρίου. Γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου. Και απήλθεν απ’ αυτής ο Άγγελος."
(Λουκ. 1,38)
Δηλαδή:
"Είπε δε η Μαριάμ: "Ιδού η δούλη του Κυρίου, πρόθυμη να υποταχθώ στη θεία βούληση. Ας γίνει σύμφωνα με τον λόγο σου". Και αναχώρησε απ' αυτήν ο Άγγελος."
Από το παραπάνω κείμενο του Ευαγγελιστή Λουκά αντλεί την έμπνευσή του για τον περίφημο πίνακά του "Ευαγγελισμός" ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, θέμα ιδιαίτερα δημοφιλές στη Φλωρεντία του 15ου αιώνα. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα σημαντικά σωζόμενα έργα του, το οποίο ολοκληρώθηκε στη Φλωρεντία, όταν ο καλλιτέχνης ακόμη μαθήτευε στο εργαστήριο του Aντρέα ντελ Βερόκιο.
Ο πίνακας, που εκτίθεται στη Γκαλερί Ουφίτσι, απεικονίζει τη σκηνή σε μια ανοιχτή αυλή, με εκτεταμένη θέα σε τοσκανικό τοπίο και θαλασσινό ορίζοντα στο βάθος. Ο Λεονάρντο αξιοποιεί τις φωτοσκιάσεις για να αποδώσει με φυσικότητα τις μορφές. Παράλληλα, η σύνθεση εμπλουτίζεται με συμβολισμούς που συνδέονται με τη ζωή, τον θάνατο και την αναγέννηση, ενώ η παρατήρηση της φύσης οργανώνεται μέσα από αντιθέσεις -φως και σκοτάδι, κίνηση και ακινησία, εγγύτητα και απόσταση- στοιχεία που μαρτυρούν το πρώιμο ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για τη μελέτη της οπτικής αντίληψης.
Η Παναγία εικονίζεται καθισμένη μπροστά σε έναν μαρμάρινο βωμό, πάνω στον οποίο βρίσκεται ένα αναλόγιο διακοσμημένο με κλασικά μοτίβα της αρχαιότητας. Τα ενδύματά της, σε κόκκινο και μπλε, φέρουν συμβολικό χαρακτήρα: το κόκκινο προαναγγέλλει τα Πάθη του Χριστού, ενώ το μπλε παραπέμπει στη βασιλική, θεϊκή του καταγωγή. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεικονίζεται σε μια ήρεμη στάση, σαν να έχει μόλις προσγειωθεί, λίγο πριν κλείσει τα φτερά του. Στρέφει το βλέμμα του προς τη Μαρία, κρατώντας τον κρίνο, τα πέταλα του οποίου αποδίδονται με εξαιρετική λεπτότητα. Γύρω του απλώνεται ένα λιβάδι γεμάτο μικροσκοπικά άνθη, ζωγραφισμένα με αξιοσημείωτη ακρίβεια, στοιχείο που αντανακλά το βαθύ ενδιαφέρον του Λεονάρντο για τη βοτανική και τη μελέτη της φύσης.
Στη Μουσική:
Στο ίδιο κείμενο του Ευαγγελιστή Λουκά, αλλά στη λατινική γλώσσα, βασίζεται το μοτέτο "Dixit Maria - Είπε δε η Μαριάμ" του Hans Leo Hassler, μια αντιπροσωπευτική σύνθεση για την Εορτή του Ευαγγελισμού.
"Dixit Maria ad angelum: Ecce ancilla Domini, fiat mihi secundum verbum tuum."
Το έργο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ύστερης αναγεννησιακής πολυφωνίας, όπου η εκφραστική δύναμη του λόγου συνυφαίνεται αρμονικά με τη μουσική δομή, επιτυγχάνοντας μια ισορροπία ανάμεσα στην πνευματικότητα και την καλλιτεχνική τελειότητα.
Η σύνθεση περιλαμβάνεται στη συλλογή "Cantiones sacrae - Ιερά Άσματα" (1591) και προορίζεται για τετράφωνη μικτή χορωδία a cappella (SATB). Ο Χάσλερ, έχοντας μαθητεύσει με τον Αντρέα Γκαμπριέλι στη Βενετία, αφομοιώνει τη λαμπρότητα και τη σαφήνεια της ιταλικής σχολής, τις οποίες μεταπλάθει με γερμανική λιτότητα και πνευματικότητα.
Η μορφή του έργου ακολουθεί δομή ABB. Στο πρώτο τμήμα (Α), που αποδίδει το "Dixit Maria ad angelum", κυριαρχεί η μιμητική πολυφωνία. Οι φωνές εισέρχονται διαδοχικά, δημιουργώντας ένα υφαντό ήχου που αποδίδει διαλογικά την αφήγηση και προσδίδει μια αίσθηση κίνησης και προσμονής.
Στα δύο επόμενα τμήματα (Β), όπου παρατίθενται τα λόγια της Παναγίας, η γραφή μετατοπίζεται αρχικά προς την ομοφωνία, υπογραμμίζοντας τη σαφήνεια και τη βαρύτητα της δήλωσης: "Ecce ancilla Domini". Στη συνέχεια, η πολυφωνία επανέρχεται πιο εκφραστική και διακοσμημένη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα μελίσματα σε λέξεις όπως angelum και fiat. Εκεί, ο συνθέτης επιμηκύνει μουσικά τον λόγο, δημιουργώντας μια αίσθηση εσωτερικής ανάτασης και πνευματικής έντασης. Το fiat (Γένοιτό μοι) δεν αποδίδεται σαν απλή δήλωση, αλλά σαν βαθιά, συνειδητή αποδοχή του θείου θελήματος. Τα μελίσματα αυτά λειτουργούν σαν μουσική έμφαση στη ιερότητα της στιγμής, φωτίζοντας τη μυσταγωγική διάσταση της συγκατάθεσης της Μαρίας στο μυστήριο της Ενσάρκωσης.
Η ισορροπία ανάμεσα σε ομοφωνικά και πολυφωνικά τμήματα, η καθαρότητα των φωνητικών γραμμών και η διακριτική εκφραστικότητα καθιστούν το "Dixit Maria", έργο βαθιάς κατάνυξης, όπου η μουσική υπηρετεί το νόημα του ιερού κειμένου με σεβασμό, λεπτότητα και ευγένεια χωρίς να επιδιώκει εντυπωσιασμό.
Ο Γάλλος ζωγράφος, Raoul Dufy υπήρξε από τις σημαντικές μορφές του Φωβισμού. Γεννήθηκε στη Χάβρη της Νορμανδίας και από νεαρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη, σπουδάζοντας στην École des Beaux-Arts τόσο στη γενέτειρά του όσο και στο Παρίσι. Επηρεάστηκε αρχικά από τον ιμπρεσιονισμό και στη συνέχεια από τον Φωβισμό, πριν διαμορφώσει το προσωπικό του ύφος, που χαρακτηρίζεται από έντονα χρώματα, ελεύθερη γραμμή και διακοσμητική διάθεση.
Raoul Dufy, self portrait
Το έργο του επικεντρώνεται συχνά σε φωτεινές σκηνές εξωτερικής ζωής, όπως θαλασσινά τοπία, κοινωνικές εκδηλώσεις και μουσικά θέματα. Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη χαρακτική, την εικονογράφηση βιβλίων, τη σκηνογραφία και τον σχεδιασμό υφασμάτων και διακοσμητικών τεχνών, αποκτώντας ευρεία αναγνώριση.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας λόγω ρευματοειδούς αρθρίτιδας, τα οποία περιόρισαν την κινητικότητά του. Πέθανε σαν σήμερα, 23 Μαρτίου 1953 στο Φορκαλκιέ της Γαλλίας, σε ηλικία 75 ετών, από εντερική αιμορραγία, πιθανώς συνέπεια της θεραπείας που ακολουθούσε.
Ο Ραούλ Ντυφί στρεφόταν συχνά στη μουσική για έμπνευση, δημιουργώντας πίνακες-φόρο τιμής σε μεγάλους συνθέτες. Η αγάπη του για τη μουσική ξεκίνησε από την παιδική του ηλικία. Ο πατέρας του ήταν οργανίστας, τα αδέλφια του επαγγελματίες μουσικοί, ενώ ο ίδιος έπαιζε βιολί ερασιτεχνικά, προτιμώντας όμως να απολαμβάνει τη μουσική κυρίως ως ακροατής.
Ήταν το 1909 όταν ο ζωγράφος ταξίδεψε στο Μόναχο. Εκμεταλλεύτηκε την παραμονή του στην πόλη για να επισκεφτεί το κοντινό Σάλτσμπουργκ, τη γενέτειρα του Μότσαρτ και το σπίτι του. Αμέσως μετά φιλοτέχνησε το πρώτο του έργο με τίτλο"Hommage à Mozart", το οποίο αποτέλεσε σημείο εκκίνησης για άλλα αφιερώματα, στον Μπαχ, στον Ντεμπισί και άλλους.
Στυλιστικά, η εικαστική δημιουργία συνδυάζει στοιχεία φωβισμού και κυβισμού. Οι έντονοι χρωματισμοί και οι καθαρές, διακοσμητικές γραμμές θυμίζουν την κομψότητα της γαλλικής μπαρόκ διακόσμησης. Παρουσιάζει μια ζωντανή, μουσικά φορτισμένη σκηνή, όπου η ζωγραφική μετατρέπεται σε οπτική συμφωνία. Στο πίσω μέρος της σύνθεσης αναπτύσσεται μια ορχήστρα, δοσμένη με ελεύθερη και ρευστή γραφή, με τους εκτελεστές τοποθετημένους πίσω από αναλόγια, σαν να συμμετέχουν σε μια ζωντανή μουσική συναυλία. Στο προσκήνιο κυριαρχεί το πιάνο, πάνω στο οποίο είναι τοποθετημένη παρτιτούρα με σαφή αναφορά στον Μότσαρτ, η οποία καθοδηγεί το βλέμμα του θεατή. Τριγύρω οργανώνονται μουσικά όργανα, όπως ένα βιολί δοσμένο σχηματοποιημένα, ενώ αριστερά ξεχωρίζει ένα κλαρινέτο, σε σαφή αναφορά στο περίφημο "Κοντσέρτο για κλαρινέτο σε Λα μείζονα, Κ.622".
Raoul Dufy: "Hommage à Mozart"(1945)
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, τα έργα της σειράς "Φόρος τιμής στον Μότσαρτ", που μαρτυρούν το πάθος του για τη μουσική, "οργανώνονται σύμφωνα με έναν κυβιστικό εικαστικό ρυθμό, στον οποίο οι πλαστικές αρμονίες ενορχηστρώνονται μέσα από μια ηχητική παλέτα, πιστοποιώντας την έγνοιά του να μεταφέρει τα Μοτσαρτικά ηχοχρώματα στην εικαστική τέχνη".
Σε άλλα έργα της σειράς αφιερωμένα στον Μότσαρτ, η αναφορά στον συνθέτη δεν γίνεται μέσω παρτιτούρας με το όνομά του, αλλά μέσα από την παρουσία της προτομής του, όπως στο έργο που φιλοτέχνησε το 1945. Η μορφή του Μότσαρτ εντάσσεται αρμονικά στη σύνθεση, λειτουργώντας ως εμβληματικό σύμβολο της μουσικής του. Με αυτόν τον τρόπο, ο Raoul Dufy μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τη γραπτή μουσική στην ίδια την προσωπικότητα του δημιουργού, αναδεικνύοντας την πνευματική του παρουσία μέσα στο έργο.
Raoul Dufy: "Hommage à Mozart"(1952) (cannesauction)
Από τη σειρά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το φιλοτεχνημένο το 1952 (διπλανή εικόνα). Στο προσκήνιο εμφανίζονται παρτιτούρες με το όνομα του συνθέτη, ενώ στο βάθος διακρίνεται το κίτρινο σπίτι του στο Σάλτσμπουργκ.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία είναι η κυριαρχία του κόκκινου χρώματος. Στα τελευταία του χρόνια, ο Ντυφί ανέπτυξε την τεχνική της "τονικής ζωγραφικής", όπου ένα χρώμα επικρατεί σε ολόκληρο το έργο, δημιουργώντας έντονη αισθητική και συναισθηματική εμπειρία, μια προσέγγιση που παραλληλίζεται με την τονικότητα στη μουσική των αγαπημένων του συνθετών. Παρατηρείστε τις διακοσμητικές λεπτομέρειες που προσδίδουν θεατρικό ύφος και μουσικό ρυθμό στην εικόνα. Επίσης, πως ο ζωγράφος έχει προσθέσει κι εδώ ένα κλαρινέτο, υπαινισσόμενος πάλι το περίφημο "Κοντσέρτο για Κλαρινέτο" του Μότσαρτ, που όπως φαίνεται ήταν από τις αγαπημένες συνθέσεις του Ντυφί.
Πιθανότατα ο ζωγράφος θαύμαζε το λυρικό και διαυγές ηχόχρωμα του κλαρινέτου, που σε ορισμένες στιγμές ακούγεται κάπως βαρύ και μελαγχολικό, καθώς και την καθαρότητα των φράσεων, αλλά κυρίως την λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη μελωδία και την αρμονία. Έτσι, στην εικαστική του σύνθεση-αφιέρωμα θέλησε να υπογραμμίσει το μουσικό όργανο, το οποίο ο Μότσαρτ ανέδειξε και εισήγαγε με μοναδικό τρόπο στην ορχήστρα.
Στο "Κοντσέρτο για Κλαρινέτο" που γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1791 για τον βιρτουόζο κλαρινετίστα και φίλο του συνθέτη, Άντον Στάντλερ, ο Μότσαρτ χειρίζεται το ηχόχρωμα του οργάνου σαν ανθρώπινη φωνή που μιλά σε εξομολογητικό τόνο, χαρίζοντάς μας μια μουσική διάφανης ομορφιάς.
Το έργο αποτελείται από τρία μέρη, στα οποία οι διαθέσεις εναλλάσσονται: Allegro Adagio και Rondo
Η Παγκόσμια Ημέρα Μετεωρολογίας γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 23 Μαρτίου, τιμώντας την έναρξη ισχύος της σύμβασης για την ίδρυση του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού το 1950. Η ημέρα αυτή μας υπενθυμίζει τη σπουδαιότητα των δεδομένων για τον καιρό και το κλίμα, για την επιστήμη, αλλά και για τη ζωή στον πλανήτη μας.
Σήμερα στρέφουμε το βλέμμα μας στον ουρανό, για να παρατηρήσουμε ένα φαινόμενο που συνδυάζει επιστημονικό ενδιαφέρον και αισθητική μαγεία: το Sundog(ηλιακός σκύλος), ή αλλιώς παρήλιο, ένα φωτεινό παιχνίδι του ήλιου που μοιάζει με μικρό φωτοστέφανο στον ουρανό και πάντα ξαφνιάζει με την ομορφιά του. Πρόκειται για φωτεινά, "ψεύτικα" σημεία Ήλιου που εμφανίζονται εκατέρωθεν του πραγματικού Ήλιου, δημιουργούμενα από τη διάθλαση του ηλιακού φωτός σε μικρούς εξαγωνικούς παγοκρυστάλλους, που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Ένα σπάνιο και εντυπωσιακό θέαμα, που αιώνες τώρα προκαλεί θαυμασμό και δέος.
Το φαινόμενο του παρήλιου έχει καταγραφεί ήδη από την αρχαιότητα και αναφέρεται ακόμη και από τον Αριστοτέλη στα "Μετεωρολογικά" του, επιβεβαιώνοντας τη μακρόχρονη ανθρώπινη περιέργεια και την παρατήρηση των ουράνιων φαινομένων: "Δύο ψεύτικοι Ήλιοι ανέτειλαν με τον Ήλιο και τον ακολούθησαν όλη την ημέρα μέχρι τη δύση..."
Οι παλιές απεικονίσεις του φαινομένου συνδέουν την επιστημονική παρατήρηση με την καλλιτεχνική έκφραση, αποκαλύπτοντας πώς οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τα ουράνια θαύματα πριν από την εποχή της σύγχρονης επιστήμης.
Παραδείγματα αυτής της παρατήρησης και καλλιτεχνικής απόδοσης περιλαμβάνουν μεσαιωνικά χειρόγραφα, όπου καταγράφονται "θαυμαστά" ουράνια φαινόμενα. Συχνά η ηλιακή "άλω" περιγράφεται ως "πολλαπλοί ήλιοι" ή "φωτεινές δακτυλιοειδείς λάμψεις γύρω από τον ήλιο", αντικατοπτρίζοντας τον θαυμασμό και την απορία των ανθρώπων της εποχής.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει η "Vädersolstavlan" (1535), η παλαιότερη γνωστή απεικόνιση της Στοκχόλμης, όπου το φαινόμενο του παρήλιου αποτυπώνεται με δύο ψεύτικους ήλιους να πλαισιώνουν τον πραγματικό. Το έργο αυτό συνδυάζει την πιστή φυσιοκρατική απεικόνιση του τοπίου με βαθύτερη συμβολική και ουράνια σημασία, αποτελώντας καλλιτεχνικό αριστούργημα, αλλά και πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο για την παρατήρηση σπάνιων ατμοσφαιρικών φαινομένων στην εποχή του.
Το παρήλιο έχει καταγραφεί σε πολυάριθμα κείμενα και απεικονίσεις -όπως είδαμε- ενώ συχνά συνδέεται με μυστικισμό, δέος και τη βαθιά ανθρώπινη αίσθηση του θαύματος που προκαλεί η φύση. Το ίδιο φαινόμενο έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης και για τη μουσική. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το χορωδιακό έργο "Sun Dogs" του Λετονού συνθέτη Ēriks Ešenvalds, το οποίο αναπτύσσεται σε δύο μέρη με σαφή δραματουργική και ηχητική αντίθεση.
Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται "Μάρτυρες" και βασίζεται σε τέσσερις ιστορικές μαρτυρίες για την παρατήρηση των "ηλιακών σκύλων" από την προχριστιανική Ρώμη έως την Αγγλία του 14ου και 15ου αιώνα.
Οι μαρτυρίες αποδίδονται διαδοχικά από τους σολίστες -σοπράνο και τενόρους- ενώ ανάμεσά τους παρεμβάλλεται ένα ρεφρέν συνοδευόμενο από τρίγωνα. Στην τρίτη επανάληψή του, το ρεφρέν γίνεται περισσότερο δραματικό, αποτυπώνοντας μια ένταση και απελπισία που ενισχύεται από τη χρήση αρχέγονων βουητών. Η μουσική στο πρώτο μέρος ακούγεται αρχαϊκή, με μια εκφραστική διάθεση πρωτογονισμού, που υπογραμμίζει την ανθρώπινη εμπειρία μπροστά στο ουράνιο θαύμα.
Το δεύτερο μέρος, "Η Ομορφιά αυτού του Θαύματος", κινείται σε πιο ιμπρεσιονιστικά μονοπάτια, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα διαρκούς δέους και ακτινοβολίας. Εδώ, ο Λετονός συνθέτης χρησιμοποιεί μια ακολουθία ιδιαίτερων αποσπασμάτων που περιγράφουν πιο πρόσφατες θεάσεις του φαινομένου. Ο ρυθμός είναι αργός, επιβλητικός, η τονικότητα μεταβάλλεται συνεχώς, ενώ η ατμόσφαιρα παραμένει μυστηριώδης και καθηλωτική. Μια σοπράνο ερμηνεύει με ιδιαίτερη χρήση φωνής, έως σφυρίγματα, προσδίδοντας μια στοιχειωτική και υπερφυσική παρουσία, ενισχύοντας την αίσθηση ενός μεγαλειώδους και θαυμστού ουράνιου τοπίου.
Η σύνθεση του Ešenvalds δεν αναδεικνύει μόνο την οπτική ομορφιά του παρηλίου, αλλά και την ψυχολογική και συναισθηματική αίσθηση που προκαλεί το φαινόμενο, μετατρέποντάς το σε μια μουσική εμπειρία που συνδυάζει δέος, μυστήριο και αρχέγονη γοητεία.
O Σιμπέλιους με τη σύζυγό του, Άινο στον κήπο τους στην Αϊνόλα
Η 21η Μαρτίου, ημέρα της εαρινής ισημερίας, φέρνει μαζί της εκείνη τη λεπτή μετατόπιση του φωτός που σηματοδοτεί την αρχή της άνοιξης. Μια υπόσχεση αναγέννησης, ισορροπίας και εσωτερικής αφύπνισης. Η φύση ξυπνά αθόρυβα και μέσα από τα πρώτα, ταπεινά άνθη της, μας υπενθυμίζει ότι η ομορφιά υπάρχει ακόμη και στα πιο απλά πλάσματα του κόσμου.
Σε αυτή τη σιωπηλή ποίηση της φύσης ανταποκρίνεται ο κύκλος "Blommor(Λουλούδια), Op. 88" του Γιαν Σιμπέλιους, βασισμένος σε ποιήματα του Johan Ludvig Runeberg. Εδώ, τα λουλούδια δεν αποτελούν απλά στοιχεία του τοπίου, αλλά γίνονται φορείς συναισθημάτων, μικρές εστίες ζωής που καθρεφτίζουν την ανθρώπινη ψυχή.
Με πληθωρικό λόγο, φαντασία και ευαισθησία, τα τρυφερά ποιήματα του Ρούνεμπεργκ μελοποιήθηκαν από τον Σιμπέλιους το 1917. Ποιητής και συνθέτης επιλέγουν κυρίως αγριολούλουδα της οικογένειας της εύθραυστης ανεμώνης, μικρά, ευαίσθητα και ταπεινά άνθη που συμβολίζουν την παροδικότητα της ομορφιάς και της ζωής.
Να θυμίσουμε πως ο Σιμπέλιους αγαπούσε βαθιά τη φύση και τα φινλανδικά τοπία συχνά γίνονταν η έμπνευσή του. Ο βιογράφος του σημειώνει χαρακτηριστικά:
Σιμπέλιους: περπατώντας στους ανοιξιάτικους αγρούς
"Ο Σιμπέλιους ανταποκρίθηκε εξαιρετικά στις διαθέσεις της φύσης και στις αλλαγές των εποχών. Σάρωνε τους ουρανούς με τα κιάλια του για να παρακολουθήσει τις αγριόχηνες που πετούσαν πάνω από τη λίμνη, άκουγε το κράξιμο των γερανών και απολάμβανε τις κραυγές τους, που αντηχούσαν στις ελώδεις εκτάσεις της Αϊνόλα. Κυριευόταν από θαυμασμό για τα φθινοπωρινά χρώματα, αλλά κυρίως εκστασιαζόταν από τα χρωματικά πιτσιλίσματα που δημιουργούσαν τα αγριολούλουδα στο γήινο χαλί τις πρώτες μέρες της άνοιξης..."
1. Η μουσική διαδρομή ξεκινά με το "Blåsippan(μπλε ανεμώνη)", ένα από τα πρώτα άνθη της άνοιξης, που εμφανίζεται σαν δειλή αλλά αποφασιστική υπόσχεση ζωής.
"Όποια ευλογία έρχεται από τον ουρανό
Τη μαρτυράς εσύ στα χείλη της γης
Εσύ, πρώιμο άνθος της άνοιξης, λαμπρό! Αποκαλύπτεις την ομορφιά της ζωής και ψηλά στρέφεις το βλέμμα σου με τα κυανά, σαν τ' ουρανού, μάτια σου"
2. Στο "De bägge rosorna (Τα δυο ρόδα)", η ομορφιά αποκτά δυαδικότητα -αγάπη και πάθος...αθωότητα και εμπειρία-
"Ρόδο, ναι, το άλικο ρόδο ειν' το πιο λαμπρό στο στεφάνι των λουλουδιών ο ουρανός δανείζεται το χρώμα του για να στολίσει τα ύψη του.
Ομως και το λευκό έχει τη δική του χάρη Μα τι ομορφιά, όταν τα δύο μαζί,
ανθίζοντας στα μάγουλα της αθωότητας, αποκαλύπτουν το ένα, την ομορφιά του άλλου!"
3. ...ενώ στο "Vitsippan(Λευκή ανεμώνη)" η λευκότητα γίνεται αθωότητα και αφορμή για προειδοποίηση:
"Δες τη λευκή ανεμώνη πόσο όμορφη είναι, μα αλίμονο, πόσο εύθραυστη! Σχεδόν πριν την πιάσεις στα χέρια σου πεθαίνει μέσα τους. πρόσεχε, όμορφο κορίτσι, μην αφήσεις, από τα χείλη του γητευτή φιλημένη, να μαραθείς όπως αυτή"
4. Το "Sippan(Ανεμώνη ή πρίμουλα)" στέκεται διακριτικά. Ένα μικρό, εύθραυστο άνθος χωρίς αυστηρή ταυτότητα, που συνδέεται με την αφοσίωση, την υπομονή και την πίστη.
"Ανεμώνη, πρώτο λουλούδι της άνοιξης, σε διαλέγω για να σε δώσω σ' αυτήν που αγαπώ, σ' αυτήν που κρυώνει! Αν σε διάλεγα, θα σ' έδινα, λέγοντας: "Κοντά στην άκρη του χιονιού, ω κορίτσι, Το πρώτο λουλούδι της άνοιξης βλασταίνει, όπως στον πάγο της καρδιάς σου δίπλα, ανθίζει η πιστή μου αγάπη Τρέμει στο κρύο του χειμώνα, όμως ούτε δειλιάζει, ούτε εγκαταλείπει"
5. Έπειτα, το "Törnet(Αγκάθι)", εισάγει την αναπόφευκτη σκιά, την πληγή που συνοδεύει κάποιες φορές την ομορφιά.
"Αγκάθι, αδελφικό φυτό, τυλιγμένο στον χειμωνιάτικο πάγο, ξεχασμένο, σκεπασμένο από αγκάθια, μισητό. Μα σκέφτομαι: όταν έρθει η άνοιξη, θα ξεδιπλώσεις φύλλα και ρόδα.
Κανένα άλλο φυτό στη γη δεν είναι τόσο γλυκό όπως εσύ.
Ω, πόσοι αγκαθωτοί βλαστοί
στη φύση δεν στέκουν γυμνοί,
αλλά χρειάζονται μόνο αγάπη,
μόνο μια αχτίδα καλοσύνης,
για να ντυθούν με ρόδα
και να γεμίσουν κάθε πλάσμα, χαρά!"
Περίπατος στην εξοχή με ανθισμένες ανεμώνες μια ανοιξιάτικη μέρα
6. Και τέλος, στο "Blommans öde", η μοίρα του λουλουδιού γίνεται στοχασμός πάνω στη φθορά και την ολοκλήρωση. Η άνθηση δεν είναι, παρά ένα στάδιο σε μια κυκλική πορεία, όπου η αρχή και το τέλος συνυπάρχουν.
"Παιδί της άνοιξης, θύμα των αναπάντεχων ανέμων, λουλούδι, πες μου, γιατί κυλά το δάκρυ στα τρυφερά σου μάγουλα;
"Ο ήλιος δύει,
και ακούω τη φωνή της καταιγίδας",
αποκρίνεται το τρυφερό άνθος,
κι έτσι χτυπιέται, σπάει και μαραίνεται"
Έτσι, ο κύκλος δεν περιγράφει την άνοιξη, την ερμηνεύει. Από το πρώτο δειλό άνθος έως τη συνειδητοποίηση της φθαρτότητας, ξεδιπλώνεται μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία, όπου η ευτυχία -όπως και τα λουλούδια- είναι εύθραυστη, στιγμιαία, αλλά γι’ αυτό ακριβώς, πολύτιμη...
[Σημείωση: Οι φωτογραφίες του Σιμπέλιους, που συνοδεύουν το κείμενο, είναι από το λεύκωμα του Σαντέρι Λέβας, φινλανδού συγγραφέα και φωτογράφου, φίλου και προσωπικού γραμματέα του συνθέτη.]
( Βίκτωρ Ουγκό: "Τα Τραγούδια του Λυκόφωτος", απόδοση δική μου)
Το ποίημα του Βίκτορος Ουγκό είναι ένας ύμνος στην αυγή, όχι μόνο σαν φυσικό φαινόμενο, αλλά και σαν σύμβολο πνευματικής αφύπνισης και αναζήτησης της αλήθειας.
Μέσα από ζωντανές εικόνες όπου η φύση ξυπνά και αποκτά φωνή, ο ποιητής αναδεικνύει τη διαρκή κίνηση και ανανέωση του κόσμου, αλλά και τη μοναδική ανθρώπινη αγωνία για νόημα και γνώση. Αυτή η πνευματική αναζήτηση, που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα όντα, καθιστά την ποίηση γέφυρα μεταξύ της ύλης και της ψυχής, φωτίζοντας τον εσωτερικό μας κόσμο.
Σήμερα, Ημέρα Ποίησης τιμάται αυτή η δύναμη του ποιητή να μετατρέπει τις λέξεις σε φως και να οδηγεί τον άνθρωπο σε βαθύτερες αλήθειες. Ο Ουγκό, μέσα από το ποίημά του, ενσαρκώνει τον καλλιτέχνη-ποιητή σαν φάρο γνώσης και πνευματικής αναζήτησης, που μέσα στην ατέρμονη κίνηση της ζωής βρίσκει και μας προσφέρει το φως της αλήθειας. Με αυτόν τον τρόπο, το ποίημα γίνεται εγκώμιο στην ίδια την ποίηση και τον ποιητή, που με το έργο του ξυπνάει συνειδήσεις και αναγεννά ψυχές.
Το ποίημα του Ουγκό, γεμάτο εικόνες φωτός και εσωτερικής ανάδυσης, ενέπνευσε δύο από τους σημαντικότερους Γάλλους συνθέτες του 19ου αιώνα: τον Καμίγ Σαιν Σανς και τον Γκαμπριέλ Φωρέ.
Και οι δύο δημιούργησαν μελοποιήσεις που ενώ βασίζονται στο ίδιο ποιητικό κείμενο, προσεγγίζουν την αυγή με διαφορετικό ύφος, αισθητική και εκφραστική ευαισθησία.
Ο Σαιν Σανς παρουσιάζει μια σύνθεση για υψίφωνο και πιάνο υπό τον τίτλο "Le matin-Το πρωινό" το 1864. Φέρει ρομαντικά χαρακτηριστικά με διαυγή, κυλαριστή μελωδία ενώ το πιάνο συνοδεύει με απλότητα και λυρισμό. Ιδιαίτερη ατμόσφαιρα δημιουργούν οι αποτζιατούρες στη συνοδεία του πιάνου, σαν η μουσική να αντηχεί ακόμη τα ίχνη του ύπνου και των ονείρων, τη στιγμή που η συνείδηση ξυπνά μαζί με την αυγή...
Η μουσική του γάλλου συνθέτη υποστηρίζει με ευγένεια το ποιητικό κείμενο, αποδίδοντας την αυγή περισσότερο σαν γλυκό, ήσυχο φαινόμενο της φύσης παρά σαν μια εσωτερική έκρηξη συναισθήματος.
Λίγα χρόνια αργότερα (το 1870), ο Φωρέ μελοποίησε τις τρεις πρώτες στροφές του ποιήματος με τίτλο "L’aurore- Η Αυγή", για υψίφωνο και πιάνο, ακολουθώντας τριμερή μορφή Α-Β-Α. Ο συνθέτης δεν εστιάζει μόνο στην εξωτερική απεικόνιση της αυγής, αλλά δίνει έμφαση στην ψυχική εμπειρία της στιγμής...τη μετάβαση από τη σιγή της νύχτας στο φως της μέρας, την εσωτερική αφύπνιση. Η πρώτη στροφή μεταφέρει τη νηνεμία πριν την αυγή, με απαλή μελωδία και διαυγή αρμονία. Η δεύτερη εισάγει ένταση και κίνηση, αποτυπώνοντας τη σταδιακή αναστάτωση του κόσμου που ξυπνά. Η τρίτη, με μιμητική επανάληψη της αρχικής μελωδίας, κλείνει σαν το φως που τελικά κυριαρχεί.
Αυτό που κατά την άποψή μου διακρίνει τη σύνθεση του Φωρέ είναι η ψυχική διάσταση. Η μουσική του δεν περιγράφει απλώς την αυγή σαν φυσική εικόνα, αλλά αποδίδει το πώς τη βιώνει ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου. Η λεπτοδουλεμένη αρμονία, η εσωστρεφής μελωδία και η διακριτική, ευαίσθητη συνοδεία του πιάνου δημιουργούν ένα ηχητικό τοπίο που αντικατοπτρίζει τις ψυχικές διακυμάνσεις.
Ωστόσο και οι δύο μελοποιήσεις είναι πολύτιμες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις του ίδιου ποιητικού κειμένου. Η μία για την καθαρότητα και την απλότητά της, που αφήνει χώρο στη φωνή του ποιητή να αναπνεύσει, η άλλη για το βάθος και τη στοχαστική της ένταση, που μεταφέρει τον ακροατή σε έναν εσωτερικό, βιωματικό κόσμο. Καμία δεν αναιρεί την άλλη. Αντίθετα, η συνύπαρξή τους αποκαλύπτει τον πλούτο των δυνατοτήτων της μουσικής έκφρασης, όταν συναντά τη δύναμη της ποίησης. Σε μια Ημέρα αφιερωμένη στην Ποίηση, τέτοιες μουσικές προσεγγίσεις μας θυμίζουν πόσο ζωντανός και πολύτροπος μπορεί να παραμείνει ο ποιητικός λόγος, όταν συναντά την έμπνευση.
Καθώς σήμερα γιορτάζουμε τη Διεθνή Ημέρα Ευτυχίας, ας θυμηθούμε μια πασίγνωστη αφήγηση του Ηροδότου, που μας διδάσκει ότι η ευτυχία δεν μαθαίνεται ούτε κρύβεται σε πλούτο, δόξα ή επιτυχίες. Ευτυχία είναι οι στιγμές που νιώθουμε ολοκληρωμένοι, -μικρές ή μεγάλες, απλές ή καθημερινές- που φωτίζουν τη ζωή μας και δίνουν νόημα στο πέρασμα του χρόνου. Στην απλότητα αυτών των στιγμών κρύβεται η αλήθεια της, ακόμη και μέσα στα πολύπλοκα μονοπάτια της καθημερινότητας.
"Κροίσος και Σόλων", Nicolaus Knupfer(1650)
Ο Ηρόδοτος περιγράφει τη συνάντηση του βασιλιά της Λυδίας, Κροίσου, διάσημου για τον τεράστιο πλούτο του, με τον σοφό Αθηναίο νομοθέτη Σόλωνα. Με αλαζονική διάθεση, ο Κροίσος ρώτησε: -"Ποιος είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο;", περιμένοντας να ακούσει το όνομά του. Ο Σόλων όμως δεν τον ανέφερε. Αντίθετα, μίλησε για απλούς ανθρώπους που έζησαν τίμια και πέθαναν με αξιοπρέπεια. Και όταν ο Κροίσος επέμεινε, του απάντησε με το περίφημο: "Μηδένα προ του τέλους μακάριζε" γιατί οι θεοί είναι φθονεροί και η ζωή γεμάτη μεταβολές.
Από τη συγκεκριμένη αφήγηση του Ηροδότου για την έννοια της ευτυχίας είναι εμπνευσμένη η όπερα "Croesus"του Reinhard Keiser.
Πρόκειται για τρίπρακτη μπαρόκ δημιουργία σε λιμπρέτο του Lucas von Bostel, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1711 στο Αμβούργο, όπου ο Κάιζερ υπηρετούσε ως μουσικός διευθυντής. Το έργο γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία, καθώς αναδεικνύει θεμελιώδη ηθικά θέματα, την αλαζονεία και την πτώση της, την αστάθεια της τύχης, τη ματαιότητα της εξουσίας και του πλούτου. Η υπόθεση επικεντρώνεται στον πλούσιο βασιλιά της Λυδίας, του οποίου η έπαρση οδηγεί στην πτώση του, όταν δέχεται επίθεση από τον Πέρση βασιλιά Κύρο. Καταδικασμένος σε θάνατο δια πυρός, σώζεται τελικά χάρη στην επίγνωση των λόγων του φιλοσόφου Σόλωνα, που τον είχε προειδοποιήσει ότι "μηδένα προ του τέλους μακάριζε"...
Στην όπερα, ο Κροίσος παρουσιάζεται σαν τραγικός ήρωας, αρχικά αλαζόνας και στη συνέχεια συνειδητοποιημένος και ταπεινός, αναγνωρίζοντας την ουσία της σοφίας του Σόλωνα και τη μεταβλητότητα της ανθρώπινης μοίρας. Ο Κάιζερ ενισχύει την αφήγηση με ιδιαίτερη ενορχήστρωση, προσθέτοντας έγχορδα και πνευστά, που θυμίζουν την εξωτική ατμόσφαιρα της αρχαίας Ανατολής. Παράλληλα, στην πλοκή προστίθενται και μικρές ερωτικές ιστορίες μέσω των οποίων θίγονται θέματα πίστης και προδοσίας, ενώ υπερφυσικά στοιχεία υπογραμμίζουν την αβεβαιότητα της ανθρώπινης μοίρας και την εξάρτησή της από δυνάμεις πέρα από τον άνθρωπο.
"O Kροίσος επιδεικνύει τα πλούτη του στο Σόλωνα", Casper Casteleyn
Η σύγκρουση ανάμεσα στον πλούτο και τη σοφία τίθεται από την αρχή στο επίκεντρο της όπερας και διατρέχει ολόκληρη τη δράση, κορυφούμενη δραματικά στο τέλος.
Η Α΄πράξη ανοίγει με μια επιβλητική σκηνή αυλικής μεγαλοπρέπειας. Η χορωδία και το ορχηστρικό ριτορνέλο υμνούν τον βασιλιά με τα λόγια "Croesus herrsche, Croesus lebe! - Ο Κροίσος ας κυριαρχήσει, ας ζήσει ο Κροίσος!", ενώ ο ύμνος συνεχίζεται με την ακτινοβολία του πλούτου και της ευτυχίας του. Η ορχήστρα, με τη χαρακτηριστική εναλλαγή τονικής και δεσπόζουσας, ενισχύει την αίσθηση επιδεικτικής ισχύος. Σύμφωνα με τη σκηνική οδηγία, όλοι οι αυλικοί είναι γονατιστοί μπροστά στο θρόνο, εκτός από τον φιλόσοφο Σόλωνα, που στέκεται όρθιος, υποδηλώνοντας την αντίθεσή του στην αντίληψη της ευτυχίας. Η μεγαλοπρεπής αυτή εικόνα διακόπτεται απότομα. Η πλήρης ορχήστρα αποσύρεται και παραμένει μόνο το κοντίνουο, δημιουργώντας ένα λιτό ηχητικό πλαίσιο για τον πρώτο διάλογο ανάμεσα στον Κροίσο και τον Σόλωνα. Στο ρετσιτατίβo, ο Κροίσος υπερασπίζεται τον πλούτο, τη δύναμη και την εξουσία ως μέρος της ευτυχίας του, ενώ ο Σόλων αντιπαραθέτει τη φιλοσοφική του θέση πως τα πλούτη είναι μάταια, η ευτυχία αβέβαιη και μπορεί να κριθεί μόνο στο τέλος της ζωής κάποιου. Αυτή η σκηνή λειτουργεί σαν ηθικός άξονας της όπερας, και ο Σόλων δεν εμφανίζεται ξανά μέχρι την τελική δικαίωση των λόγων του.
Reinhard Keiser: "Croesus, Act I":
Στην Γ΄ πράξη, ο Κροίσος επιστρέφει στη σκηνή μεταμορφωμένος ιδεολογικά.. Στην άρια "Solon, weiser Solon - Σόλων, σοφέ Σόλων" -μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της όπερας- ανακαλεί τα λόγια του Σόλωνα με έντονη συναισθηματική φόρτιση:
"Κροίσος και Σόλων", Claude Vignon
Η αργή και μελαγχολική μελωδία, με την επαναλαμβανόμενη επίκληση του ονόματος του φιλοσόφου, αποδίδει την καθυστερημένη επίγνωση και τη βαθιά μεταστροφή του ήρωα. Η άρια αυτή αποτελεί ουσιαστικά τη μουσική απόδοση του διδάγματος από την αφήγηση του Ηροδότου: "μηδένα προ του τέλους μακάριζε". Ο άλλοτε πανίσχυρος βασιλιάς, έχοντας χάσει τα πάντα, συνειδητοποιεί ότι η ευτυχία δεν ταυτίζεται με τον πλούτο ή τη δύναμη, αλλά αποκαλύπτεται μόνο μέσα από την ολοκληρωμένη πορεία της ζωής.
Η 17η Μαρτίου είναι γνωστή διεθνώς ως "Saint Patrick’s Day", ημέρα αφιερωμένη στον Άγιο Πατρίκιο, τον προστάτη άγιο και εκχριστιανιστή της Iρλανδίας. Στην ιρλανδική παράδοση ο Πατρίκιος συνδέθηκε με την ταυτότητα ενός λαού που ταξίδεψε, μετανάστευσε, αγωνίστηκε και κατέκτησε τον σεβασμό της παγκόσμιας κοινότητας.
Το πράσινο χρώμα, που κυριαρχεί στους εορτασμούς, καθιερώθηκε κυρίως από τον 18ο αιώνα, όταν το τριφύλλι έγινε σύμβολο του ιρλανδικού κινήματος ανεξαρτησίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο ίδιος ο Άγιος Πατρίκιος χρησιμοποιούσε το τριφύλλι για να εξηγεί στους προχριστιανικούς πληθυσμούς την έννοια της Αγίας Τριάδας.
Ένας παλιός θρύλος αφηγείται ότι όταν ο βασιλιάς της Tάρα αποφάσισε να σκοτώσει τον Πατρίκιο και τους μοναχούς του για να εμποδίσει τη διάδοση του χριστιανισμού, εκείνοι προχωρούσαν προς την αυλή του ψάλλοντας έναν ύμνο προστασίας, γνωστό ως "Lorica ή Ασπίδα του Αγίου Πατρικίου". Καθώς οι διώκτες τους πλησίαζαν για να τους συλλάβουν, λέγεται πως αντί για ανθρώπους είδαν μπροστά τους ένα ελάφι που ακολουθούσε το κοπάδι του και τους άφησαν να περάσουν. Ο ύμνος αυτός είναι μια ένθερμη επίκληση προστασίας και πίστης, όπου ο Άγιος επικαλείται τη δύναμη του Χριστού "μπροστά, πίσω, γύρω και μέσα" του, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη ότι η πίστη μπορεί να γίνει πνευματική ασπίδα απέναντι σε κάθε κίνδυνο:
Ο Πατρίκιος με τους μοναχούς του πηγαίνοντας προς το λόφο της Τάρα
"Επικαλούμαι σήμερα όλες αυτές τις δυνάμεις, ενάντια σε κάθε βίαιη και άσπλαχνη δύναμη που μπορεί να βλάψει το σώμα και την ψυχή μου, ενάντια στις μαγείες των ψευδοπροφητών, ενάντια στους μαύρους νόμους των ειδωλολατρών, ενάντια στις λανθασμένες διδαχές των αιρετικών, ενάντια στη μαγεία και την ειδωλολατρία, ενάντια στα ξόρκια των μαγισσών και των μάγων, ενάντια σε κάθε γνώση που βάζει σε κίνδυνο το σώμα και την ψυχή του ανθρώπου. Ο Χριστός να με προστατεύσει από φωτιά, από πνιγμό, από κάποια πληγή. Ο Χριστός μαζί μου, ο Χριστός μπροστά μου, ο Χριστός πίσω μου, ο Χριστός μέσα μου, ο Χριστός δεξιά μου, ο Χριστός αριστερά μου, ο Χριστός γύρω μου, ο Χριστός στην καρδιά κάθε ανθρώπου που με σκέφτεται, ο Χριστός στο στόμα κάθε ανθρώπου που μιλά για μένα, ο Χριστός σε κάθε μάτι που με βλέπει, ο Χριστός σε κάθε αυτί που με ακούει."
Στον παραπάνω ύμνο του Αγίου Πατρικίου, που τιμάται σήμερα, βασίζεται η χορωδιακή σύνθεση "The Deer's Cry - Η κραυγή του ελαφιού" του Arvo Pärt, που γράφτηκε το 2007 για μικτή χορωδία a cappella.
Ο σπουδαίος Εσθονός δημιουργός, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου πνευματικού μινιμαλισμού και της λεγόμενης "νέας απλότητας, επέλεξε τον τίτλο αυτόν αναφερόμενος στον παλαιό θρύλο που συνδέεται με τον ύμνο του Αγίου Πατρικίου.
Στο έργο αυτό ο Περτ μετατρέπει το αρχαίο προσευχητικό κείμενο σε μια αργή, υποβλητική μουσική προσευχή. Κεντρικό στοιχείο της σύνθεσης είναι η επαναλαμβανόμενη επίκληση της λέξης "Χριστός", η οποία λειτουργεί σαν πνευματικός άξονας και δημιουργεί μια αίσθηση βαθιάς κατάνυξης. Μέσα από τη λιτή γραφή, τη διακριτική αρμονία και την καθαρότητα των φωνών, η μουσική οδηγεί τον ακροατή σε έναν εσωτερικό, υπερβατικό χώρο, όπου η ανθρώπινη φωνή γίνεται φορέας προσευχής.
Πυρήνας του έργου αποτελεί ένα υμνητικό θέμα, που αναπτύσσεται πάνω σε ένα διακριτικό φωνητικό ισοκράτημα. Η μουσική πορεία οδηγείται σε σταδιακή κλιμάκωση και κατόπιν σε απαλή αποκλιμάκωση, ώσπου καταλήγει σε μια σχεδόν άυλη κατάληξη, σαν πνευματική εξαΰλωση. Με τη μυσταγωγική και κατανυκτική της ατμόσφαιρα, η χορωδιακή σύνθεση γεμίζει την ψυχή του ακροατή με αίσθηση εσωτερικής γαλήνης και τον οδηγεί στα ίχνη μιας αρχέγονης πνευματικότητας, προσφέροντας κάθε φορά μια βαθιά υποβλητική μουσική εμπειρία.
Ο Sully Prudhomme, ένας από τους εκλεκτούς εκπροσώπους του παρνασσισμού, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες μορφές της γαλλικής ποίησης και δοκιμιογραφίας.
Ο ποιητής, Sully Prudhomme
Γεννημένος στις 16 Μαρτίου1839 στο Παρίσι, ξεκίνησε την πορεία του στον κόσμο των επιστημών και εργάστηκε για ένα διάστημα ως μηχανικός. Ωστόσο, η κλίση του προς την τέχνη του λόγου αποδείχθηκε ισχυρότερη. Εγκατέλειψε την τεχνική του σταδιοδρομία και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία.
Στα πρώτα του ποιήματα κυριαρχεί ένας διακριτικός λυρισμός, διαποτισμένος από μελαγχολία και εσωτερικό στοχασμό. Ο Προυντόμ αναζητεί επίμονα τρόπους να ενώσει την ποίηση με τη φιλοσοφική σκέψη, επιχειρώντας να φωτίσει τις λεπτές κινήσεις της ανθρώπινης ψυχής. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, μορφική αρμονία και πνευματική ακρίβεια, στοιχεία που τον καθιέρωσαν ως έναν ποιητή της πειθαρχημένης ευαισθησίας.
Το 1901 τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας -ο πρώτος συγγραφέας που έλαβε τη διάκριση-"για την ποιητική του δημιουργία που συνδυάζει υψηλό ιδεαλισμό, καλλιτεχνική τελειότητα και βαθιά στοχαστική δύναμη".
Η πρώτη σημαντική ποιητική του συλλογή, "Stances et poèmes" του 1865, σφράγισε την καθιέρωσή του. Στις σελίδες της περιλαμβάνεται και το περίφημο ποίημα "Le vase brisé - Το ραγισμένο ανθογυάλι", το οποίο απέδωσε στα ελληνικά με ιδιαίτερο λυρισμό ο Κωστής Παλαμάς. Το ποίημα αυτό, με την εικόνα ενός ανεπαίσθητα ραγισμένου κρυστάλλου που σταδιακά καταστρέφεται, γίνεται μια εύγλωττη αλληγορία για τις αθέατες πληγές της καρδιάς και τη σιωπηλή φθορά των συναισθημάτων.
Η μελοποίηση του ποιήματος "Le vase brisé" από τον César Franck αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της γαλλικής mélodie του 19ου αιώνα.
Το τραγούδι, γραμμένο το 1879 για φωνή και πιάνο (FWV 84), αποδίδει μουσικά την μελαγχολική ατμόσφαιρα του ποιήματος, στο οποίο το ραγισμένο βάζο λειτουργεί σαν αλληγορία για την ευθραυστότητα του έρωτα και την πληγωμένη ανθρώπινη καρδιά. Η μουσική κινείται σε στοχαστικό ύφος, με πλούσια αρμονία και μια επίμονη, σχεδόν υπόγεια κίνηση στο πιάνο που δημιουργεί την αίσθηση της αργής και αναπόφευκτης φθοράς.
Ο συνθέτης στηριζόμενος στην ένταση της μουσικής του που αυξάνεται σταδιακά, δίνει στο έργο χαρακτήρα μικρού λυρικού δράματος. Με αυτή τη μελοποίηση ο συνθέτης καταφέρνει να μεταφέρει σε μουσικό λόγο τη λεπτή συμβολική δύναμη του ποιήματος του Προυντόμ, αναδεικνύοντας τη βαθιά συναισθηματική και φιλοσοφική του διάσταση... Κάθε μικρή πληγή, όσο ανεπαίσθητη κι αν είναι, φέρει μέσα της τον χρόνο και την ιστορία της. Όπως το ραγισμένο ανθογυάλι, έτσι και η καρδιά θυμάται τις αόρατες φθορές, υπενθυμίζοντάς μας την ευθρυπτότητα της ψυχής καθώς και τη φροντίδα που χρειάζεται για ν' αντέξει...
César Franck: "Le vase brisé, FWV 84": Ποίηση: Sully Prudhomme
Ο Ζαν‑Μπατίστ Ρουσσώ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς της γαλλικής λυρικής παράδοσης στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα. Τα έργα του διακρίνονται για το λυρικό και δραματικό τους ύφος, συνδυάζοντας έντονο συναίσθημα, ηθικούς προβληματισμούς και λεπτή παρατήρηση της ανθρώπινης ψυχολογίας.
Luigi Cherubini
Μουσικότητα, ρητορική ακρίβεια και εκφραστικότητα χαρακτηρίζουν την ποίησή του, ενώ ιδιαίτερη αγάπη έτρεφε για τα μυθολογικά θέματα, αντλώντας έμπνευση από μορφές όπως η Αφροδίτη, ο Άδωνις, η Κίρκη, που του επέτρεπαν να συνδυάζει την ανθρώπινη διάσταση με το υπερφυσικό και το ηρωικό στοιχείο.
Αυτή η έμφυτη κλίση προς το δραματικό και το μυθικό έκανε τα κείμενά του ιδιαίτερα ελκυστικά για μουσική μελοποίηση. Ο Λουίτζι Κερουμπίνι, στη μνήμη του οποίου γίνεται η σημερινή αναφορά, αναζητώντας ποιήματα που θα μπορούσαν να εκφράσουν σε σύντομη, συμπαγή μορφή έντονα συναισθήματα και ψυχολογικές μεταπτώσεις χαρακτήρων, στράφηκε στα έργα του Ρουσσώ, που ήδη ήταν γνωστά στον λογοτεχνικό και φιλολογικό κύκλο του Παρισιού. Το λιμπρέτο της καντάτας "Circé - Κίρκη", γραμμένο από τον Ρουσσώ, συνδυάζει την καλοσύνη της Κίρκης με τη συγκλονιστική οργή της, παρουσιάζοντας την ηρωίδα τόσο ως μάγισσα που μπορεί να εξαπολύσει βία όσο και ως ελεήμονα που επιστρέφει τους άντρες του Οδυσσέα στις ανθρώπινες μορφές τους και τους οπλίζει με γνώσεις και εφόδια για τα ταξίδια τους. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη δύναμη και την ευεργεσία γίνεται ο πυρήνας του ποιητικού κειμένου, ενώ οι γραφικές, βίαιες απεικονίσεις της Κίρκης εμπλουτίζουν τη δραματική ένταση που θα μελοποιήσει ο Κερουμπίνι.
RECITAΤΙVO
Σε βράχο έρημο, τρόμος της φύσης,
που η άνυδρη κορυφή του μοιάζει ν' αγγίζει τους ουρανούς,
η Κίρκη, ωχρή, τρομαγμένη, με το θάνατο στα μάτια, δάκρυζε για την μοιραία περιπέτειά της. Κι εκεί, τα πλανώμενα μάτια της πάνω στα κύματα, μοιάζουν ν ακολουθούν τα ίχνη του φευγάτου Οδυσσέα. Πιστεύει πως βλέπει ακόμη τον πλανεμένο εραστή της· κι αυτή η ψευδαίσθηση ανακουφίζει τη δυστυχία της, καθώς τον καλεί με λόγια, που διακόπτονται εκατοντάδες φορές από τα δάκρυα και τους λυγμούς της.
ΑRΙΑ
Σκληρέ δημιουργέ των ταραχών της ψυχής μου,
ας καθυστερήσει λίγο η θλίψη μου τα βήματά σου.
Στρέψε για μια στιγμή τα μάτια σου σ' αυτούς τους τόπους·
και, αν όχι για να μοιραστείς τη φλόγα μου,
έλα τουλάχιστον να επισπεύσεις το τέλος μου.
Αυτή η θλιμμένη καρδιά, που έγινε θύμα σου,
αγαπά ακόμη τον έρωτα που την αιφνιδίασε
Φοβερέ Έρωτα! Το μίσος σου είναι η ανταμοιβή.
Τόση τρυφερότητα, ω θεοί! Είναι άραγε έγκλημα
ώστε να τιμωρείται με τόσο σκληρή περιφρόνηση;
RECITATIVO
Έτσι, μετανιωμένη, δηλώνει τον πόνο της.
Μα σύντομα, επιστρατεύοντας την μαγική τέχνη της,
για να φέρει πίσω τον αγαπημένο των θλιμμένων της πόθων,
επικαλείται με ουρλιαχτά όλους τους Θεούς του Ταινάρου,
τις Μοίρες, τη Νέμεση, τον Κέρβερο, τον Φλεγέθοντα,
την αλύγιστη Εκάτη και τη φοβερή Αληκτώ.
[ INTERLUDE ]
RECITATIVO
Πάνω σε αιματοβαμμένο βωμό ανάβει η φρικτή πυρά,
κι ένας αδηφάγος κεραυνός την καταβροχθίζει αμέσως.
Στους κόλπους του θανάτου, τα σκοτεινά της ξόρκια
ταράζουν την αιώνια ανάπαυση των σκιών.
Τα πνεύματα, έντρομα, αφήνουν τους τάφους τους,
κι ο αέρας αντιλαλεί από τους μακρινούς τους θρήνους.
Οι άνεμοι, λυμένοι από τις σκοτεινές τους σπηλιές,
μπλέκουν στις κραυγές τους φρικιαστικά σφυρίγματα.
ΑRΙΑ
Μάταιες οι προσπάθειες, δύστυχη ερωμένη
η μοίρα σου εξαρτάται από θεό ισχυρότερο από σένα.
Μπορείς να κάνεις τη γη να τρέμει στα βήματά σου
και ν' ανάψεις την οργή των δυνάμεων του Άδη
μα οι θύελλες της οργής σου δεν θα κατορθώσουν
ό,τι τα ίδια σου τα κάλλη δεν κατάφεραν.
(Eλεύθερη απόδοση δική μου του λιμπρέτου του Ζαν Μπατίστ Ρουσσώ)
Louis Chalon, "Circe", 1888
Η καντάτα "Circé", γραμμένη γύρω στο 1789 για γυναικεία φωνή(κοντράλτο ή μέτζο) και ορχήστρα, εντάσσεται στην παράδοση των γαλλικών καντάτων δωματίου, όπου η φωνή εναλλάσσεται ανάμεσα σε αφηγηματικά ρετσιτατίβι και λυρικές άριες. Η μουσική δομή ακολουθεί τη ροή του λιμπρέτου. Η ορχήστρα δημιουργεί μια σκοτεινή, απομονωμένη ατμόσφαιρα πριν εμφανιστεί η φωνή. Το πρώτο ρετσιτατίβο εκφράζει την απελπισία της Κίρκης με γραμμική, αφηγηματική γραφή, οι άριες μετατρέπουν το συναίσθημα σε λυρική κορύφωση με πλούσια μελωδικά ανοίγματα και ορχηστρική υποστήριξη, ενώ τα επόμενα ρετσιτατίβι και άριες ενσωματώνουν το μαγικό στοιχείο με επαναλαμβανόμενες αρμονίες και εκφραστικά θέματα, που υποδηλώνουν την εσωτερική πάλη της ηρωίδας. Στην τελική άρια η Κίρκη αποκτά γαλήνη και αποφασιστικότητα.Η μουσική αποκαλύπτει ότι η αγάπη δεν υποτάσσεται, δεν επιβάλλεται, ούτε δέχεται εξαναγκασμούς...Μόνο ξεδιπλώνεται και ζωντανεύει μέσα στην καρδιά που την βιώνει ελεύθερα.
Frederick Stuart Church: "Circe"
Η μετατροπή των ποιητικών εικόνων του Ρουσσώ σε μουσική δράση από τον Κερουμπίνι καθιστά την "Κίρκη" ένα έργο όπου η φωνή και η ορχήστρα συνεργάζονται ισότιμα, ως αφηγητές και ερμηνευτές της ψυχικής πολυπλοκότητας της ηρωίδας. Με αυτόν τον τρόπο, η καντάτα μεταφέρει το υψηλό δράμα της όπερας στο σαλόνι των ευγενών, σε μια συμπαγή μορφή που ανταποκρινόταν στην αυξανόμενη ζήτηση για μουσική στο σπίτι, ιδιαίτερα αγαπητή στην αναδυόμενη αστική τάξη της εποχής. Επιπλέον, αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία του Κερουμπίνι και σε αυτό το πιο μικρό, αλλά απαιτητικό μουσικό είδος.
Έτσι, η "Circé" παραμένει ένα λαμπρό παράδειγμα της αρμονικής σύζευξης λόγου και μουσικής. Ο Λουίτζι Κερουμπίνι, που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στο Παρίσι και έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, 15 Μαρτίου του 1842, άφησε πίσω του ένα έργο που εκτιμήθηκε βαθιά από μεγάλους συνθέτες όπως ο Μπετόβεν και ο Μπραμς. Η υστεροφημία του, στενά συνδεδεμένη με την αυστηρότητα της γραφής, τη δραματική ένταση και την πνευματική του καλλιέργεια, τον καθιέρωσε ως μία από τις πιο σεβαστές μορφές στην Ιστορία της μουσικής. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, ακόμη και μια μικρή σε έκταση καντάτα όπως η "Κίρκη" αποκαλύπτει τη μεγαλοπρέπεια της τέχνης του και επιβεβαιώνει τη θέση του ανάμεσα στους σπουδαίους δημιουργούς του κλασικισμού.
Luigi Cherubini: 'Circé', Cantata
Παλαιότερα κείμενα για τον Κερουμπίνι υπάρχουν πολλά στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!
Κείμενο για τη μουσική αποτύπωση του μύθου της Κίρκης σε συμφωνική μορφή από τον Άλαν Χοβχάνες μπορείτε να διαβάσετε εδώ.