Translate

fb

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μπορίς Παστερνάκ και μια καντάτα με το "χιόνι" ως εσωτερικο τοπίο...

 

Πορτρέτο του Μπορίς Παστερνάκ
φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο πατέρα του



Στις 10 Φεβρουαρίου 1890 γεννήθηκε στη Μόσχα ο Μπόρις Παστερνάκ, μια μορφή που έμελλε να σημαδέψει βαθιά την πορεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και της πνευματικής σκέψης του 20ού αιώνα. Ποιητής, συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, υπήρξε από νωρίς φορέας μιας πολυσχιδούς καλλιτεχνικής κληρονομιάς.

Η τέχνη υπήρχε στο αίμα του. Ο πατέρας του, Λεοντίν Παστερνάκ, διακεκριμένος ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, και η μητέρα του, Ρόζα Κάουφμαν, σπουδαία πιανίστα, δημιούργησαν ένα σπίτι όπου η δημιουργία ήταν καθημερινή εμπειρία. Στο οικογενειακό περιβάλλον σύχναζαν εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής, Τολστόι, Ρίλκε, Ραχμάνινοφ, Σκριάμπιν, καλλιεργώντας από νωρίς στον νεαρό Μπόρις μια αίσθηση πνευματικής αποστολής.

Αρχικά, η πορεία του Παστερνάκ έδειχνε να κατευθύνεται προς τη μουσική. Υπό την ενθάρρυνση του Αλεξάντρ Σκριάμπιν, στενού φίλου της οικογένειας, σπούδασε μουσική για περίπου μία δεκαετία και ασχολήθηκε με τη σύνθεση. Ωστόσο, παρά τη σοβαρή του ενασχόληση, εγκατέλειψε τελικά τη μουσική, θεωρώντας πως δεν μπορούσε να εκφράσει μέσω αυτής το βάθος της εσωτερικής του αναζήτησης.

Η στροφή του προς τις σπουδές Φιλοσοφίας και Γλώσσας υπήρξε καθοριστική. Εκεί διαμόρφωσε τη μοναδική ποιητική του φωνή, έναν λόγο πυκνό, στοχαστικό, όπου η φύση, ο χρόνος και η ανθρώπινη συνείδηση συνδέονται άρρηκτα. Η ποίησή του θεωρείται από τις σημαντικότερες της ρωσικής λογοτεχνίας, ενώ το μυθιστόρημα "Δόκτωρ Ζιβάγκο" ανέδειξε με δραματικό τρόπο το δίλημμα του ανθρώπου και του καλλιτέχνη μέσα στη δίνη της Ιστορίας.

Αυτή η εσωτερικότητα και η ποιητική λιτότητα του Παστερνάκ βρήκαν απρόσμενη μουσική συνέχεια στο έργο του σπουδαίου ρώσου συνθέτη, Georgy Sviridov.  

Ο συνθέτης, Georgy Sviridov
Για τον συνθέτη, η ποίηση κατείχε πάντα σημαντική θέση και ο Μπόρις Παστερνάκ υπήρξε ένας σιωπηλός συνοδοιπόρος του. Τα κείμενά του δεν τα προσέγγισε αρχικά σαν μουσικό υλικό, αλλά σαν χώρο παρηγοριάς, στοχασμού και εσωτερικής συνομιλίας. Στα ημερολόγιά του, ο Σβιρίντοφ αναφέρεται συχνά στον Παστερνάκ υπογραμμίζοντας πως "στην ποίησή του εντόπιζε σκέψεις για τη ζωή, για τον άνθρωπο, για την εποχή και τις πληγές που άφησε η επανάσταση".

Χρειάστηκαν δεκαετίες εσωτερικής ωρίμανσης μέχρι ο Σβιρίντοφ να αισθανθεί έτοιμος να μεταφέρει αυτή την ποίηση στις παρτιτούρες του. Το 1965, γεννήθηκε η πρώτη σύνθεση του Σβιρίντοφ εμπνευσμένη από τον Παστερνάκ, μια μικρή καντάτα με τίτλο "Sneg idyot - Το χιόνι πέφτει".
Ένα έργο για γυναικεία χορωδία, χορωδία αγοριών και ορχήστρα, λιτό στη μορφή αλλά βαθύ σε νόημα. Ο συνθέτης επέλεξε τρία ποιήματα γραμμένα στα τελευταία χρόνια της ζωής του ποιητή:

  • Το χιόνι πέφτει
  • Ψυχή και
  • Νύχτα

Πρόκειται για στίχους έντονα περιγραφικούς, όπου η φύση γίνεται καθρέφτης της εσωτερικής κατάστασης του ανθρώπου. Όμως πίσω από το τοπίο, πίσω από το λευκό πέπλο και το σκοτάδι, βρίσκεται πάντα παρών ο ίδιος ο δημιουργός. Ο ποιητής στοχάζεται τον ρόλο του, παροτρύνει τον εαυτό του να συνεχίσει, να αντέξει, να γράψει. Αυτή η διακριτική αλλά επίμονη παρουσία του καλλιτέχνη μέσα στο έργο ήταν κάτι που συγκίνησε βαθιά τον Σβιρίντοφ.

Μουσικά, η καντάτα χαρακτηρίζεται από λιτότητα, επανάληψη και απλές, συχνά τροπικές αρμονίες. Η μουσική λειτουργεί περισσότερο στοχαστικά παρά αφηγηματικά, δημιουργώντας έναν ηχητικό χώρο όπου ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται.

Ι. Το χιόνι πέφτει

Το πρώτο μέρος κινείται σε έναν υπνωτιστικό, σχεδόν στάσιμο κόσμο. Οι φωνές των σοπράνο και άλτο επιμένουν σε ένα θέμα, ενώ η ορχήστρα εναλλάσσεται κυρίως μεταξύ δύο συγχορδιών. Μέσα στη διαφανή υφή των εγχόρδων, το μεταλλόφωνο και το σόλο φλάουτο προσθέτουν φωτεινές, επαναλαμβανόμενες πινελιές, αποδίδοντας μουσικά την αδιάκοπη, πλην ήσυχη πτώση του χιονιού.

"Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
μες τη θύελλα του χιονιά
τ’ άνθη απ’ το γεράνι πλέουν
προς τ’ αστέρια του ουρανού.
Χιόνι πέφτει κι όλα ανάστα
όλα αρχίζουν να πετούν,
τα πατήματα στη σκάλα,


το γέρμα του μονοπατιού.
Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
σα να μη γλιστρούν νιφάδες
όλος ο ουράνιος θόλος
χαμηλώνει προς τη γη.
Κι απ’ το πάνω σκαλοπάτι,
θάμα αλλόκοτο κι αυτό,

κατεβαίνει απ’ τη σοφίτα,
κλεφτά σα να έπαιζε κρυφτό, ο ουρανός.
Η ζωή δεν περιμένει.
Πριν προλάβεις να κοιτάξεις,
πάει η άνοιξη! Τι πόνος!
Πέρασε άλλος ένας χρόνος.
Πέφτει πυκνό-πυκνό το χιόνι.

Στο δικό του το ρυθμό,
όμοια ράθυμα ή γοργά
τάχα η ζωή ν’ ακολουθά;
Μήπως τα χρόνια , όπως τα λόγια
στο τραγούδι, παν’ μαζί
συνοδεύοντας το χιόνι
καθώς πέφτει προς τη γη;

Χιόνι πέφτει, χιόνι πέφτει
χιόνι πέφτει κι όλα ανάστα,
ο περαστικός με τα’ άσπρα χιονισμένα του
μαλλιά, τ’ άνθη όλο απορία,
το δρομάκι, η συνοικία"

(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

ΙΙ. Ψυχή

Το δεύτερο μέρος έχει χαρακτήρα εσωτερικού ψαλμού. Σε ελάσσονα κλίμακα, με τοξοτά έγχορδα και ξύλινα πνευστά να εκτελούν στην κατώτερη περιοχή τους, η μουσική εκφράζει στοχασμό και εσωτερική ένταση. Η επανάληψη προσδίδει υπαρξιακή διάσταση, αντανακλώντας τη σκέψη του δημιουργού για την ευθύνη και την αντοχή της ψυχής.

"Ψυχή μου, εσύ που πάλλεσαι ευάλωτη
για όλους τους πληγωμένους αδελφούς μου,
είσαι ο ανώνυμος τάφος, στο χωράφι του δημιουργού,
για τους βασανισμένους, τους συντετριμμένους.

Τα άψυχα σώματά τους ταριχεύεις,
στο όνομά τους γράφεις στίχους
με λύρα που θρηνεί γαληνεύεις τις σκιές τους,
και υψώνεις φωτεινή τη μνήμη τους.

Στους καιρούς μας, τους εξαγορασμένους, τους μικρούς,
μακριά από κάθε μεγαλείο,
κρατώντας όρθια την αξίωση της δικαιοσύνης,
στέκεις σαν ταφική λάρνακα
όπου αναπαύονται οι στάχτες τους.

[...]

Γι’ αυτό συνέχισε να αλέθεις και τα πάντα να συνθλίβεις
ό,τι υπήρξα γίνεται τροφή στον μύλο σου.
Σαράντα χρόνια άλεσμα πάνω στην άθλια τούτη γη,
ανάμειξέ τα με τη μυρωδιά του τάφου
και το ξινισμένο κατακάθι της ζωής.

(Μτφ. δική μου από απόσπασμα του ποιήματος που βρήκα στα αγγλικά)

ΙΙΙ. Νύχτα

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα μέρη, το "Νύχτα" εισάγει μια παιδικότητα. Η μελωδία ερμηνευμένη από τη χορωδία αγοριών έχει λαϊκό, άμεσο, ζωντανό χαρακτήρα. Παρά το φιλοσοφικό περιεχόμενο του κειμένου, η μουσική υπογραμμίζει τη δημιουργία ως ενεργή πράξη και στάση ζωής.

"Χιόνιζε, χιόνιζε απ’ άκρη σ’ άκρη
χιόνι σκέπαζε τη γη.
Έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί.
Όπως το θέρος γύρω από τη φλόγα
πεταλουδίτσες φτερουγίζουν
νιφάδες πέφτουν στην αυλή, στο παραθύρι εμπρός στριφογυρίζουν.


Κολλούσε η θύελλα στο τζάμι
κύκλους μικρούς και βέλη
έκαιγε στο τραπέζι το κερί, έκαιγε στο τραπέζι.
Στη φωτισμένη οροφή, απλώνονταν σκιές
χέρια ενωμένα, πόδια ενωμένα, διασταυρωμένα πεπρωμένα.
Κι έπεφταν τα γοβάκια σου στο πάτωμα χτυπώντας,
έσταζε δάκρυα το κερί στου φουστανιού την άκρη


καθώς κυλούσε λιώνοντας από το λυχνοστάτη.
Κι όλα χάνονταν στο μούχρωμα το γκρίζο και μαβί
έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί.
Φυσούσε αεράκι απ’ την γωνιά, κι η φλόγα ξελογιάστρα
ύψωνε σαν άγγελος δυο σταυρωτά φτερά.
Χιόνιζε το φεγγάρι του Φλεβάρη, κι απλώνονταν σιωπή
έκαιγε πάνω στο τραπέζι, έκαιγε το κερί"

(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

Η Καντάτα δημοσιεύθηκε το 1965 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την επόμενη χρονιά στο Ωδείο της Μόσχας. Από τότε παραμένει μια από τις πιο εσωτερικές στιγμές της ρωσικής χορωδιακής δημιουργίας. Είναι ένα έργο που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Όπως ο Παστερνάκ, έτσι και ο Σβιρίντοφ μας θυμίζει πως μέσα στη σιωπή και την επανάληψη του απλού, μπορεί να κατοικεί η πιο καθαρή μορφή αλήθειας.

Georgy Sviridov: "Sneg Idyot"

I. Snow is falling (0:00)
II. Soul (2:19)
III. Night (7:25)


Στο μπλογκ υπάρχουν κι άλλα κείμενα για τον Παστερνάκ. Περιηγηθείτε!





(Μτφ: Χρυσάνθη Κακουλίδου, atexnos)

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Ντοστογιέφσκυ: "Ο Παίκτης", από το βίωμα στη λογοτεχνία και τη μουσική...



Στις 9 Φεβρουαρίου 1881 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία μόλις εξήντα ετών, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ύστερα από μακρόχρονες επιληπτικές κρίσεις.  Η ταφή του στην Αγία Πετρούπολη εξελίχθηκε σε ένα πρωτοφανές λαϊκό προσκύνημα. Περίπου σαράντα χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν τη νεκρική πομπή, τιμώντας τον συγγραφέα που η Ρωσία είχε ήδη αναγνωρίσει ως "εθνικό λογοτεχνικό ήρωα" και "προφήτη" της. Δεν ήταν τυχαίο. Το έργο του, βαθιά ψυχογραφικό και ριζοσπαστικό, αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Στη μνήμη του, στρεφόμαστε σε ένα από τα πιο προσωπικά και διεισδυτικά του κείμενα, άμεσα δεμένο με τη βιωμένη εμπειρία του εθισμού στον τζόγο.

Εξώφυλλο 1ης Έκδοσης, 1866
Ο "Παίκτης" γράφτηκε υπό ασφυκτική πίεση και μέσα σε μόλις έναν μήνα, όταν ένα συμβόλαιο απειλούσε να του αφαιρέσει τα πνευματικά δικαιώματα ολόκληρου του έργου του. Από αυτή την οριακή συνθήκη γεννήθηκε ένα έργο, που συμπυκνώνει με μοναδική οξύτητα την ανθρώπινη εμμονή, την αυτοκαταστροφή και την ψευδαίσθηση της ελευθερίας.

Η δράση τοποθετείται στη φανταστική λουτρόπολη Ρουλέτενμπουργκ της Γερμανίας και παρακολουθεί τον Αλεξέι Ιβάνοβιτς, έναν νεαρό Ρώσο διανοούμενο που εργάζεται ως παιδαγωγός και βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε έναν παθιασμένο, οδυνηρό έρωτα για την αινιγματική Πολίνα και στη σταδιακή του βύθιση στον κόσμο της ρουλέτας. Δίπλα του δεσπόζει η μορφή της Γιαγιάς, της περίφημης Μπαμπούσκα, μιας γυναίκας αυταρχικής και ακαταμάχητης, που γίνεται η ίδια θύμα της μανίας του παιχνιδιού, οδηγώντας τον εαυτό της και τους γύρω της στην οικονομική καταστροφή.

Το μυθιστόρημα υπερβαίνει κατά πολύ το θέμα του τζόγου. Ο Ντοστογιέφσκι καταγράφει με οξύτητα τον εθισμό ως ψυχική κατάσταση, την έλξη του ρίσκου ως μορφή αυτοκαταστροφής, αλλά και τη λεπτή σχέση εξουσίας, χρήματος και εξευτελισμού. Η ρουλέτα λειτουργεί ως κεντρική μεταφορά. Ο άνθρωπος πιστεύει πως δοκιμάζει την τύχη του ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα παραδίδεται ολοκληρωτικά σ' αυτήν, μετατρέποντας την ελευθερία σε σκλαβιά.

Η αλήθεια του έργου πηγάζει από το βίωμα. Ο συγγραφέας είχε χάσει μεγάλα ποσά στα ευρωπαϊκά καζίνα και αποδίδει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη μέθη της νίκης, την απόγνωση της απώλειας και τη μόνιμη ψευδαίσθηση ότι "την επόμενη φορά θα κερδίσω". Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα όπου ο αφηγητής περιγράφει τον παλμό της καρδιάς μπροστά στη ρουλέτα, τη σπασμωδική αγωνία πριν ακουστεί η φωνή του κρουπιέρη, τη σχεδόν σωματική μέθη της επιτυχίας και την αίσθηση ότι, έστω και για λίγα λεπτά, ξαναβρίσκει τη θέση του ανάμεσα στους ανθρώπους. Στιγμές όπου το χρήμα χάνει την πραγματική του αξία και γίνεται σύμβολο αναγνώρισης, δύναμης και υπαρξιακής επιβεβαίωσης:

"...το ίδιο βράδυ πήγα στη ρουλέττα. Ω, πώς χτυπούσε η καρδιά μου! Όχι, δεν ήταν το χρήμα που ποθούσα! Τότε ήθελα μονάχα όλοι τούτοι να μιλάνε την άλλη μέρα για μένα, να διηγούνται την ιστορία μου, να με θαυμάζουνε, να μ’ επαινούνε και να σκύβουνε μπροστά στο καινούργιο κέρδος μου. [...]... κι’ όμως με τί τρεμούλα, με τί κέρωμα στην καρδιά, ακούω τη φωνή του κρουπιέρη: trente et un, rouge, impair et passe, ή: quatre, noir, pair et manque. Με τί απελπισία παρατηρώ το τραπέζι του παιχνιδιού, όπου είναι σκορπισμένα τα φλουριά, τα λουδοβίκια και τα τάλληρα, τις πυραμίδες του χρυσαφιού όταν απ’ το φτυάρι του κρουπιέρη πέφτει σε φλόγινους σωρούς ή τις μακρυές σαν πήχες στήλες τ’ ασημιού που βρίσκονται τριγύρω απ’ τον τροχό. Πριν πλησιάσω ακόμα την αίθουσα του παιχνιδιού κι’ ακούσω τον κρότο που κάνουνε τα νομίσματα που σκορπιούνται, με πιάνει σχεδόν σπασμός. Ω, η βραδυά εκείνη, πούφερα τα εβδομήντα μου φλωρίνια στο τραπέζι του παιχνιδιού ήτανε το ίδιο αξιοσημείωτη. Άρχισα με δέκα φλωρίνια και με το passe. Για το passe έχω καλή προκατάληψη. Έχασα. Μου μείνανε εξήντα φλωρίνια σ’ αργυρά νομίσματα. Συλλογίστηκα λίγο — και προτίμησα το zéro. Άρχισα να βάζω μονομιάς στο zéro από πέντε φλωρίνια· την τρίτη φορά βγήκε ξαφνικά το zéro. Λίγο κόντεψε να πεθάνω απ’ τη χαρά μου, που πήρα εκατόν εβδομήντα πέντε φλωρίνια. Σαν είχα κερδίσει εκατό χιλιάδες φλωρίνια δεν είχα τέτοια χαρά. Αμέσως έβαλα εκατό φλωρίνια στο κόκκινο — πήρα· όλα τα τετρακόσια στο μαύρο — κέρδισα· όλα τα οχτακόσα στο manque — πήρα, μετρώντας και τα προηγούμενα, είχα χίλια εφτακόσα φλωρίνια, κι’ αυτό σε διάστημα λιγώτερο από πέντε λεπτά! Ναι, σε τέτοιες στιγμές ξεχνάς κι’ όλες τις προηγούμενες αποτυχίες! Γιατί τα κέρδισα αυτά κινδυνεύοντας πιότερο κι’ απ’ τη ζωή μου, το τόλμησα και κινδύνεψα, και νά με πάλι στη σειρά των ανθρώπων! Πήρα ένα δωμάτιο, κλειδώθηκα, κι’ ώς τρεις ώρες, καθόμουνα και λογάριαζα τα λεφτά μου..."

(Φ. Ντοστογιέφσκυ, "Ο Παίκτης", εκδ. Γκοβόστη, μτφ. Αθηνά Σαραντίδη, σελ. 170-173)


Ο "Παίκτης" παραμένει ένα βαθιά ανθρώπινο έργο, σκληρό και ειλικρινές, που δεν φωτίζει μόνο τον κόσμο του τζόγου, αλλά και τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης επιθυμίας να ρισκάρει τα πάντα για μια στιγμή θριάμβου...

Στο μπαλκόνι του διαμερίσματος όπου έζησε ο Ντοστογιέφσκι, στο Μπάντεν-Μπάντεν, ένα ανάγλυφο με την προτομή του θυμίζει ότι εδώ γράφτηκε ο "Παίκτης"


Βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ, ο ρώσος συνθέτης Σεργκέι Προκόφιεφ έγραψε το λιμπρέτο για την ομότιτλη, τετράπρακτη όπερά του, η οποία ολοκληρώθηκε το Γενάρη του 1917. Ωστόσο, η Φεβρουαριανή Επανάσταση ανέτρεψε τα σχέδια παρουσίασής της.

Ύστερα από εκτεταμένες αναθεωρήσεις η όπερα έκανε πρεμιέρα το 1929, στις Βρυξέλλες, ενώ δυο χρόνια αργότερα ο συνθέτης δημιούργησε και μια ορχηστρική σουίτα.

Ο "Παίκτης" είναι η δεύτερη όπερα του Σεργκέι Προκόφιεφ και ξεχωρίζει για την ακραία μουσική γλώσσα της. Παρουσιάζει ένα εσωτερικό δράμα ψυχικής φθοράς και ταπείνωσης, χωρίς πραγματικούς θανάτους ή σκηνές σωματικής βίας. Ο συνθέτης επέλεξε να παρουσιάσει την ιστορία μέσα από το ρωσικό είδος "όπερας διαλόγου", απορρίπτοντας τις παραδοσιακές άριες και συμμετρικές φόρμες υπέρ ενός σκληρού ρεαλισμού και πιστότητας στο κείμενο. Οι φωνητικές γραμμές είναι λιτές και υποβλητικές, ενώ η ορχήστρα αναλαμβάνει τον ψυχολογικό σχολιασμό, χρησιμοποιώντας μοντερνιστική, αιχμηρή γλώσσα, με ρυθμούς, αρμονικές ανατροπές και ηχητικά μοτίβα που αποτυπώνουν την αγωνία, την ψυχολογική πίεση και την αυτοκαταστροφική έλξη του τζόγου.

Η όπερα αποτελεί απαιτητική εμπειρία για το κοινό, που καλείται να αποδεχθεί μια μουσική παράδοση που ανατρέπει σκόπιμα τις συμβατικές προσδοκίες της όπερας και να κατανοήσει τη βαθιά σχέση της ρωσικής ψυχής με τον τζόγο, ως σύμβολο εμμονής, υποταγής στη μοίρα και υπαρξιακής αγωνίας. Η μουσική του Προκόφιεφ δημιουργεί ένα τοπίο όπου κυριαρχούν ένταση, απόγνωση και μανία προσφέροντας στον θεατή μια ψυχολογική αλήθεια που ενισχύει τη δραματική εμπειρία.

Η σουίτα, που θα ακούσουμε, οργανώνεται γύρω από τέσσερα ορχηστρικά πορτρέτα χαρακτήρων και καταλήγει σε μια σύντομη Έκβαση.
Κάθε μέρος φωτίζει έναν από τους κεντρικούς ήρωες της όπερας(Αλεξέι, Μπαμπουλένκα, Στρατηγό και Πολίν) αποδίδοντας με αιχμηρή μουσική γλώσσα την ψυχολογία, τις μεταξύ τους σχέσεις και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις.
Στην Έκβαση (Dénouement), τα προηγούμενα μουσικά στοιχεία επανεμφανίζονται απογυμνωμένα και θραυσματικά, οδηγώντας σε μια ψυχρή επίγνωση του αδιεξόδου και της καταστροφικής έλξης του τζόγου...

Prokofiev : "The Gambler Suite, Op. 49"
Διευθύνει ο Neeme Järvi



Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ιούλιος Βερν - Ζακ Όφενμπαχ: "Ο Δόκτορ Οξ", από τη λογοτεχνία στη σκηνή...

 

Εξώφυλλο του βιβλίου του Ιουλίου Βερν
Ο Ιούλιος Βερν συγκαταλέγεται στους θεμελιωτές της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας και ως σήμερα παραμένει ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους και διαχρονικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα. Το έργο του, μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες, συνδύασε τη φαντασία με την επιστημονική γνώση και τη λογοτεχνική ειρωνεία. Γεννημένος στις 8 Φεβρουαρίου 1828, πίστεψε βαθιά στη δύναμη της προόδου, αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι η ανθρώπινη αλαζονεία μπορεί να δημιουργεί κινδύνους Πίσω από τις μηχανές και τα τεχνικά θαύματα διέκρινε πάντα τον άνθρωπο, εύθραυστο και ευάλωτο στις ίδιες του τις επινοήσεις.

Το "Une fantaisie du docteur Ox - Μια Φαντασία του Δόκτορος Οξ" είναι ένα σύντομο σατιρικό διήγημα γραμμένο το 1872 και ανήκει στα έργα όπου ο Βερν στρέφεται στη σάτιρα, χαμογελώντας ειρωνικά απέναντι στην επιστήμη. Δεν επιθυμεί να την ακυρώσει, αλλά να υπενθυμίσει τα όριά της. Μέσα από μια απλή ιδέα θέτει διαχρονικά ερωτήματα για την πρόοδο που προηγείται της κρίσης και για τα πειράματα που λησμονούν τον άνθρωπο.
Ένα έργο, που μάς προσκαλεί να δούμε τον γάλλο συγγραφέα ως οραματιστή του μέλλοντος, αλλά και ως οξυδερκή παρατηρητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς...

Ιούλιος Βερν(φωτογραφία του Φελίξ Ναντάρ)
Η ιστορία διαδραματίζεται στην ήσυχη πόλη Κικεντόν της Φλάνδρας, έναν τόπο όπου η ζωή κυλά με απίστευτα αργούς ρυθμούς. Εκεί εμφανίζεται ο εκκεντρικός επιστήμονας Δόκτωρ Οξ, ο οποίος προσφέρεται να εγκαταστήσει δωρεάν σύστημα φωταερίου, κρύβοντας όμως τον μυστικό σκοπό του να μεταβάλλει τη σύσταση του αερίου, αυξάνοντας το οξυγόνο...Παρατηρεί πώς αυτή η φαινομενικά τεχνική παρέμβαση μεταμορφώνει τη συμπεριφορά των κατοίκων. Η ήρεμη πόλη γεμίζει ένταση, πάθος και υπερβολή, με αποτελέσματα απρόβλεπτα και συχνά ξεκαρδιστικά. Μέσα απ' αυτή την απλή αλλά ευφυή ιδέα, ο Βερν σατιρίζει την επιστημονική αλαζονεία και θέτει ερωτήματα για τα όρια της προόδου, δείχνοντας πόσο εύκολα η ανθρώπινη φύση επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες και πόσο αμφίσημη μπορεί να είναι η έννοια της ανάπτυξης. Το ύφος του έργου είναι ελαφρύ, ειρωνικό, με έντονο χιούμορ και κοινωνικό σχόλιο. Γι' αυτό ο Βερν το χαρακτήρισε "φαντασία":


"Ο Δόκτωρ Οξ στεκόταν ακίνητος δίπλα στη μηχανή, με το βλέμμα καρφωμένο στα μανόμετρα. Το πρόσωπό του δεν πρόδιδε τίποτα. Μόνο τα μάτια του, φωτεινά και ανήσυχα, έμοιαζαν να μετρούν τις αντιδράσεις της πόλης καλύτερα κι από τα όργανα.
Ο βοηθός του, ο Γκιλανέ, πλησίασε διστακτικά.
-"Αυξήσατε πολύ την παροχή, κύριε", ψιθύρισε.
Ο Οξ χαμογέλασε με την ικανοποίηση ανθρώπου που βλέπει μια εξίσωση να επαληθεύεται.

Έξω, στην πλατεία, οι κάτοικοι της Κικεντόν μιλούσαν πιο δυνατά απ’ ό,τι συνήθως. Οι κινήσεις τους είχαν χάσει εκείνη τη γνωστή, νωχελική βραδύτητα. Κάποιοι χειρονομούσαν έντονα. Δύο αξιοσέβαστοι κύριοι, που ως χθες αντάλλασσαν χαιρετισμούς με ευγενική αδιαφορία, τώρα διαφωνούσαν με πάθος για ένα ζήτημα απολύτως ασήμαντο.

-"Βλέπετε;" είπε ο Δόκτωρ Οξ ήρεμα. "Δεν άλλαξα τους ανθρώπους. Απλώς τους έδωσα λίγο περισσότερο… αέρα."
Και καθώς η μηχανή συνέχιζε να πάλλεται χαμηλόφωνα, σαν ζωντανό πλάσμα, ο επιστήμονας δεν έσκυψε πάνω της σαν μηχανικός, αλλά σαν θεατής που απολαμβάνει το έργο του..."


(Ιούλιος Βερν: "Ο Δόκτωρ οξ - απόδοση απο τα γαλλικά, δική μου)


Ζακ Όφενμπαχ(φωτογραφία του Φελίξ Ναντάρ)
Το 1876, ο Ζακ Όφενμπαχ διασκεύασε το έργο του Ιουλίου Βερν σε κωμική όπερα. Ο γάλλος συγγραφέας εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Παρίσι για να συμβάλει στη διασκευή, αν και τελικά στο πρόγραμμα δεν αναφέρθηκε σαν επίσημος λιμπρετίστας.
Το έργο σχεδιάστηκε για 3 πράξεις και 6 σκηνές, με πολύπλοκα σκηνικά και ειδικά εφέ, ακόμα και με χρήση πραγματικού υδρογόνου για την αναπαράσταση του αερίου. Οι πρόβες ήταν απαιτητικές. Το αέριο προκαλούσε δάκρυα στους ηθοποιούς και απαιτούνταν συνεχείς επαναλήψεις για τον συγχρονισμό της μουσικής, των κινήσεων και των εφέ.
Ο Όφενμπαχ, αυστηρός με τη σκηνοθεσία, οργάνωνε κάθε κίνηση των χαρακτήρων, ώστε όλα να ταιριάζουν αρμονικά σε μια προσεκτικά σχεδιασμένη θεατρική παραγωγή. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα με μεγάλη επιτυχία και έγινε αμέσως αγαπητή στο κοινό. Παρ' όλα αυτά κατέβηκε μετά από 39 παραστάσεις λόγω διαφωνιών μεταξύ του συνθέτη και του διευθυντή του Θεάτρου.

Απολαμβάνουμε την ουβερτούρα της κωμικής όπερας. Γεμάτη ζωντάνια, παιχνιδιάρικη και ρυθμικά ευκίνητη, συνδυάζει χαρούμενα, δυναμικά μοτίβα, που προετοιμάζουν το κοινό για τις κωμικές καταστάσεις που θα ακολουθήσουν.

Offenbach: "Le Docteur Ox, Ouverture"


Στο λιμπρέτο της όπερας μπούφα, ο Ζακ Όφενμπαχ πρόσθεσε νέους χαρακτήρες για να ενισχύσει τη θεατρικότητα και τη μουσική ποικιλία. Ξεχωρίζει η ομάδα τσιγγάνων με ηγέτιδα την πριγκίπισσα Πρασκόβια, δυναμική, χαρισματική και ελεύθερου πνεύματος. Με χορούς και τραγούδια προστίθεται ζωντάνια και χρώμα στις σκηνές, αντιπαραβάλλοντας την ήρεμη ζωή της πόλης.

Εικονογράφηση της σκηνής της έκρηξης
Η Πρασκόβια πρωταγωνιστεί στο διάσημο ντουέτο "Non plus un mot" (1:46:53)όπου συνδιαλέγεται με τον Δόκτορα Οξ μέσα από αντιπαραβαλλόμενες μουσικές φράσεις, δημιουργώντας έντονο κωμικό αποτέλεσμα. Το χαριτωμένο ντουέτο ξεχωρίζει για τον ρυθμό, τη μελωδία και τη μουσική δεξιοτεχνία του Όφενμπαχ, ενώ μαρτυρά επίσης την ευρηματικότητα και τη διορατικότητά του, καθώς ο συνθέτης, γνωρίζοντας τον δρόμο της επιτυχίας, προσέθεσε το μέρος κατά τις τελευταίες πρόβες της παραγωγής.

Η όπερα ολοκληρώνεται με μια εντυπωσιακή έκρηξη(2:06:00), το εργοστάσιο ανατινάχθηκε! Τα ζευγάρια επανενώνονται, πιστεύοντας ότι όσα συνέβησαν ήταν όνειρο, ενώ η πόλη επιστρέφει στην ήρεμη καθημερινότητά της. Ο Δόκτωρ Οξ χάνει το εργοστάσιό του, αλλά βρίσκει ξανά την Πρασκόβια και μαζί μοιράζονται τη χαρά της επανένωσης.
Η σκηνή κορυφώνεται με τους δυο τους και τη χορωδία να τραγουδούν το διάσημο "Ah ! quel prodige - Ω, τι θαύμα!" δημιουργώντας εορταστική ατμόσφαιρα, αφήνοντας το κοινό με αίσθηση ανάλαφρης χαράς και ικανοποίησης.

Στη συνέχεια, η Πρασκόβια στρέφεται προς το κοινό και τραγουδά με ζωντάνια και παιχνιδιάρικη σοβαρότητα:

"Αυτό που αφηγηθήκαμε απόψε
είναι η ιστορία της Κικεντόν
Δυστυχώς, κανείς δεν την πιστεύει…
Εσείς που αμφιβάλλετε, ελάτε να δείτε μόνοι σας!"

Ο Δόκτορ Οξ συνεχίζει, με χιούμορ και ελαφρά ειρωνεία, στρέφοντας το βλέμμα στους θεατές:

"Δεν θα' θελα να προσβάλω κανέναν,
αλλά, μεταξύ μας, χωρίς να γίνομαι φλύαρος,
όλα όσα είδαμε στην Κικεντόν
θα μπορούσαμε κάλλιστα να τα' χαμε δει και αλλού."

Το φινάλε αφήνει την αίσθηση ότι η ιστορία είναι ταυτόχρονα μαγική και διασκεδαστική. Το κοινό αποχωρεί με ψυχική ευφορία και θαυμασμό, τόσο για την ευρηματικότητα και την προφητικότητα του Ιουλίου Βερν, όσο και για τον τρόπο που ο ταλαντούχος Όφενμπαχ κατάφερε να μεταφέρει μουσικά το πνεύμα της ιστορίας στη σκηνή.

Offenbach: "Le Docteur Ox":







Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Jean Richepin: "Μιάρκα, το κορίτσι με την αρκούδα"...



Σαν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου 1849, γεννιέται στην Αλγερία, τότε γαλλική αποικία, ο Jean Richepin. Ο κορυφαίος ποιητής, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας συνδέθηκε με τον παρνασσισμό, αλλά ξεχώρισε για τον έντονα λυρικό και συχνά προκλητικό λόγο του, καθώς και για τη συμπάθειά του προς τους περιθωριακούς και τους καταπιεσμένους. Το έργο του χαρακτηρίζεται από πάθος, κοινωνική ευαισθησία και γλωσσική ζωντάνια.

Τέλη του 19ου αιώνα γράφει το μυθιστόρημά του "Miarka, la fille à l’ours - Μιάρκα: το κορίτσι με την αρκούδα", ένα έργο που δείχνει το έντονο ενδιαφέρον του συγγραφέα για τους περιθωριακούς, τους νομάδες και τη ζωή έξω από τα κοινωνικά συμβατικά πλαίσια. Μέσα από τη μορφή της Μιάρκα, ο Ρισπέν υμνεί την ελευθερία, τη φύση και το πάθος, ενώ παράλληλα καταγγέλλει την προκατάληψη και την κοινωνική αδικία.

abebooks
Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πλοκή παίζει η Μιάρκα, μια νεαρή τσιγγάνα, που ζει με τη γιαγιά της σε ένα ερειπωμένο κάστρο που τους έχει παραχωρηθεί από τον πλούσιο ιδιοκτήτη του, ο οποίος ενδιαφέρεται να μελετήσει τη ζωή των τσιγγάνων. Η κοπέλα αγαπιέται με τον ανιψιό του ιδιοκτήτη, όμως γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης και από τον φύλακα του κάστρου, ο οποίος, όταν απορρίπτεται, βάζει φωτιά στην έπαυλη, πράξη για την οποια κατηγορούνται οι τσιγγάνες. Αργότερα προσπαθεί να παρασύρει και να ναρκώσει τη Μιάρκα, αλλά σκοτώνεται από την αρκούδα της, προλαβαίνοντας να ομολογήσει τα εγκλήματά του. Έτσι η αλήθεια αποκαθίσταται και η Μιάρκα ενώνεται με τον αγαπημένο της, ο οποίος γίνεται ο νέος αρχηγός της νομαδικής φυλής.


Το έργο γνώρισε μεγάλη απήχηση και ενέπνευσε θεατρικές και μουσικές διασκευές.

1. Το 1887, ο Alexandre Georges γράφει τον κύκλο τραγουδιών "Les chansons de Miarka - Τα Τραγούδια της Μιάρκα". Ο κύκλος περιλαμβάνει συνολικά 14 ποιήματα του Ζαν Ρισπέν, μικρές λυρικές στιγμές εμπνευσμένες από τον κόσμο της Μιάρκα και τη νομαδική ζωή των τσιγγάνων.

Λίγο αργότερα, ο συνθέτης αφηγείται ολόκληρη την υπόθεση του βιβλίου στη λυρική του όπερα "Miarka, la fille à l’ourse - Μιάρκα, το παιδί της αρκούδας", που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Όπερα Κομίκ του Παρισιού το 1905, αποσπώντας το ενδιαφέρον του κοινού της εποχής. Η μουσική της όπερας στηρίζεται στον προηγούμενο κύκλο τραγουδιών, αλλά εμπλουτίζεται με χορωδιακά μέρη, λυρικά ρετσιτατίβι και δραματικές σκηνές, που αναδεικνύουν την ένταση και την ατμόσφαιρα της ιστορίας. Η όπερα ξεχωρίζει για την αναπλαστική χρήση του μουσικού υλικού, όπου η μουσική γίνεται μέσο αφήγησης και έκφρασης των συναισθημάτων των χαρακτήρων, ενώ τα χορωδιακά και οι άριες δίνουν πνοή στο πνεύμα της νομαδικής ζωής και της τσιγγάνικης παράδοσης.

Θα ακούσουμε τον "Ύμνο στον Ήλιο", ένα τραγούδι που ψάλλει η τσιγγάνα γιαγιά της Μιάρκα. Στην παρτιτούρα του Georges, η εισαγωγή περιγράφεται ως εξής:
"Η τσιγγάνα σηκώνει τη μικρή Μιάρκα πάνω από το κεφάλι της και, σαν ιέρεια που τελεί ιερή τελετή, ψάλλει τον ύμνο με δυνατή φωνή και επίσημο ύφος, παρουσιάζοντας το παιδί στον Ήλιο."


"Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από κόκκινο χρυσάφι,
Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από διαμάντι,
Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από αίμα!

Ήλιε, σου προσφέρω αυτό το ζωντανό χρυσάφι
Ήλιε, σου δίνω αυτό το διαμάντι από σάρκα
Ήλιε, σου αφιερώνω αυτό το αίμα από το αίμα μου!

Ήλιε, βάλε το χρυσάφι σου στο δέρμα της!
Ήλιε, βάλε το διαμάντι σου στα μάτια της!
Ήλιε, βάλε το αίμα σου στην καρδιά της!"



2. Από το ίδιο μυθιστόρημα του Ζαν Ρισπέν "Miarka, la fille à l’ourse", εμπνέεται το 1888 ο σπουδαίος Γάλλος συνθέτης Ernest Chausson τον κύκλο "Chansons de Miarka, Op.17", που περιλαμβάνει δύο τραγούδια: Les morts - Οι νεκροί" και "La pluie - Η βροχή. Οι στίχοι τους γράφτηκαν από τον ίδιο τον Ρισπέν και αποτυπώνουν την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα του κόσμου της Μιάρκα, εστιάζοντας στην ποιητική διάσταση της νομαδικής ζωής των τσιγγάνων.

Η μουσική του Σωσόν χαρακτηρίζεται από λεπτή εκφραστικότητα και εσωτερικότητα, με φωνητική γραμμή που ακολουθεί τη ροή του ποιητικού λόγου και συνοδευτικό πιάνο που δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα.


Τα δύο μελοποιημένα ποιήματα ακούγονται διαδοχικά και συνδέονται με τη σκηνή του θανάτου της γιαγιάς. Ενώ η βροχή συνέχιζε να πέφτει, η Μιάρκα, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της τη γριά γιαγιά της, δέχτηκε το ζεστό φιλί της και αμέσως μετά την τελευταία της πνοή. Καθώς οι τσιγγάνοι έσκαβαν τον τάφο, η Μιάρκα έντυνε τη γιαγιά της και μέσα στα αναφιλητά της και με το ρυθμό της βροχής, μουρμούριζε το θλιμμένο τραγούδι της φυλής της.

Ernest Chausson: "Chansons de Miarka, Op.17"
Ι. Les morts - ΙΙ. La pluie



Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Μέντελσον: Ο οραματιστής Μαέστρος και δημιουργός ενός "Master Trio"...


Ο Φέλιξ Μέντελσον υπήρξε μια από τις πιο αρμονικά ολοκληρωμένες μορφές της ευρωπαϊκής μουσικής. Προικισμένος με σπάνια πνευματική καλλιέργεια, διέθετε μια προσωπικότητα όπου η δημιουργικότητα συμπορευόταν με τη σεμνότητα, η δεξιοτεχνία με την ευγένεια. Πέρα από τη μουσική, καλλιέργησε τη ζωγραφική, ήταν δεινός σκακιστής, του άρεσε να χορεύει, ταξίδεψε ακούραστα και παρατήρησε τον κόσμο με βλέμμα στοχαστικό, στοιχεία που διαπότισαν τη σκέψη και την αισθητική του.

Οι συνθέσεις του φέρουν το αποτύπωμα ενός δημιουργού που γνώριζε σε βάθος την παράδοση και την υπηρέτησε με σεβασμό, χωρίς ποτέ να απαρνηθεί την προσωπική του φωνή. Η μουσική του, διαυγής στη μορφή και εκλεπτυσμένη στην έκφραση, αντανακλά τη φύση της προσωπικότητάς του... καλλιεργημένη, μετρημένη, απαλλαγμένη από επιτήδευση. Παράλληλα, διακρίθηκε ως πιανίστας με λαμπρή τεχνική, ως ενορχηστρωτής με λεπτό αίσθημα ισορροπίας και ως μελετητής με ουσιαστική γνώση της μουσικής ιστορίας.

Εκτός από τη σύνθεση όμως, ο Μέντελσον αναδείχθηκε σε εξαιρετικά ικανό και οραματικό μαέστρο. Ήταν το 1835, σε ηλικία μόλις είκοσι έξι ετών, που του ανατέθηκε η θέση του μουσικού διευθυντή της περίφημης Ορχήστρας Gewandhaus της Λειψίας. Εκείνη την περίοδο είχε δεχτεί μια σειρά εξαιρετικά τιμητικών προτάσεων, τις οποίες όμως αρνήθηκε, επιλέγοντας συνειδητά τη Λειψία. Θεωρούσε πως ήταν ο ιδανικός χώρος όπου θα μπορούσε να ενώσει τη συνθετική του σκέψη με τη ζωντανή πράξη της ερμηνείας.


Leipzig Gewandhaus
Υπό τη διεύθυνσή του, η Ορχήστρα Gewandhaus μετατράπηκε σε αυθεντικό πολιτιστικό πυρήνα. Ο Μέντελσον διεύρυνε συστηματικά το ρεπερτόριο, εδραίωσε αισθητικά κριτήρια που επηρέασαν καθοριστικά τη συναυλιακή ζωή και ανέδειξε έργα συγχρόνων του, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός μουσικού κανόνα που παραμένει ζωντανός έως σήμερα. Παράλληλα, ως συνθέτης και πιανίστας, ερμήνευσε με την ορχήστρα, τόσο τα δικά του έργα όσο και δημιουργίες των Μπαχ, Μότσαρτ και Μπετόβεν, με καθαρότητα, μέτρο και βαθιά εσωτερική συνέπεια.

Λέγεται πως, σε μία από τις πρώτες του πρόβες στη Λειψία, ο Μέντελσον άκουσε την ορχήστρα να παίζει με άψογη τεχνική, αλλά χωρίς την ακρίβεια και την εσωτερική ισορροπία που ο ίδιος αναζητούσε. Χωρίς θυμό ή ένταση, σταμάτησε το σύνολο, κατέβηκε από το πόντιουμ και τους είπε ήρεμα: "Αυτό που εκετλέσατε, ήταν απολύτως σωστό. Όμως του έλειπε η ..."αλήθεια" σας".
Έπειτα, επέμεινε σε μία και μόνη φράση, επαναλαμβάνοντάς την ξανά και ξανά. Η απαίτηση αυτή, ασυνήθιστη για έναν τόσο νέο μαέστρο, αρχικά αιφνιδίασε τους μουσικούς. Όταν όμως η φράση βρήκε τη φυσική της ισορροπία, το αποτέλεσμα ήταν τόσο καθαρό, ώστε από κείνη την πρόβα και έπειτα το σύνολο Gewandhaus άρχισε να αποκτά ήχο ενότητας, διαύγειας και εσωτερικής πειθαρχίας που έμελλε να το χαρακτηρίσει.

Η παρουσία του Μέντελσον στη Λειψία δεν υπήρξε απλώς μια λαμπρή επαγγελματική περίοδος, αλλά η συμπύκνωση της καλλιτεχνικής του ουσίας, του μουσικού, που μετέτρεψε τη μουσική σκέψη σε θεσμό και της προσωπικότητας που ύψωσε την τέχνη μέσα από ήθος, πειθαρχία και διαρκή αναζήτηση της τελειότητας.

Η στάση του Μέντελσον απέναντι στην ορχήστρα, η επιμονή στην αλήθεια του ήχου, η πειθαρχία που γεννούσε ελευθερία και η συλλογική αναπνοή, τον οδήγησε σε μια περίοδο έντονου συνθετικού οίστρου. Στη Λειψία, η μουσική του γεννιόταν πλέον μέσα από τη ζωντανή εμπειρία της ερμηνείας, ενώ η πράξη και η σύνθεση γίνονταν ένα και το αυτό.


Μέσα σε αυτό το δημιουργικό κλίμα, το καλοκαίρι του 1839 συνέθεσε το "Τρίο με πιάνο αρ. 1, έργο 49", σε ρε ελάσσονα, ενώ υπηρετούσε ως αρχιμουσικός της Ορχήστρας Gewandhaus. Η καθημερινή επαφή με τους μουσικούς, η ανάπτυξη της ορχήστρας και οι θεματικές συναυλίες μουσικής δωματίου δημιούργησαν το ιδανικό πλαίσιο για τη διαμόρφωση του έργου, το οποίο ολοκληρώθηκε στις αρχές του φθινοπώρου.

Κατά τη διάρκεια της σύνθεσης, ο Μέντελσον ζήτησε τη γνώμη του στενού του φίλου και συνθέτη Φέρντιναντ Χίλλερ. Εκείνος σχολίασε το κατά τόπους "παλαιομοδίτικο" ύφος της γραφής και τον προέτρεψε να ενισχύσει τη δεξιοτεχνική διάσταση του πιάνου, ώστε να ανταποκρίνεται στη σύγχρονη πιανιστική αισθητική της εποχής. Το αποτέλεσμα υπήρξε ένα έργο που συνδύαζε τη δομική καθαρότητα με τη ρομαντική εκφραστικότητα, προκαλώντας τον θαυμασμό του Ρόμπερτ Σούμαν, ο οποίος το χαρακτήρισε "το κορυφαίο τρίο με πιάνο της εποχής" και είδε στον Μέντελσον "τον Μότσαρτ του 19ου αιώνα, έναν λαμπρό μουσικό που αντιλαμβάνεται τις αντιφάσεις της εποχής του και πρώτος συμφιλιώνεται μ' αυτές".

"Μνημείο Μέντελσον", Λειψία
Το έργο διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη:

Molto allegro ed agitato
Andante con moto tranquillo
Leggiero e vivace και
Allegro appassionato

Παρά το έντονα ρομαντικό ύφος των εξωτερικών μερών, το Τρίο διακρίνεται για την πληρότητα και τη δομική του σαφήνεια. Τα δύο μεσαία μέρη φέρουν καθαρά τη σφραγίδα του συνθετικού ύφους του Μέντελσον. Το δεύτερο μοιάζει με ένα λυρικό "Τραγούδι χωρίς Λόγια", ενώ το τρίτο, ένα σκέρτσο ανάλαφρο και φαντασμαγορικό, παραπέμπει άμεσα στη σκηνική μουσική που είχε γράψει για το "Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας" του Σαίξπηρ.

Η μουσική του Μέντελσον αποκαλύπτει την ώριμη σκέψη και την εσωτερική ζωντάνια ενός συνθέτη που ενοποιεί τεχνική αριστοτεχνία με βαθιά εκφραστικότητα. Το έργο συνδυάζει λυρική ομορφιά, δομική σαφήνεια και πύρινη δεξιοτεχνία, και γι’ αυτό δικαίως επαινέθηκε από τον Ρόμπερτ Σούμαν και άλλους μέχρι σήμερα αναγνωριζόμενο ως "Master Trio".


Felix Mendelssohn-Bartholdy: Piano Trio No.1, Op. 49 :


Στο μπλογκ υπάρχουν πολλά κείμενα για τον Μέντελσον. Περιηγηθείτε!




Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

James Joyce: "Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή..."




Γεννημένος στην Ιρλανδία στις 2 Φλεβάρη 1882, ο Τζέιμς Τζόυς έμελλε να χαράξει ανεξίτηλα τον χάρτη της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Πριν ακόμη γίνει ο συγγραφέας που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που διαβάζουμε και γράφουμε, υπήρξε παιδί της μουσικής.
Μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου οι νότες ήταν σχεδόν καθημερινή γλώσσα. Ο πατέρας του τραγουδούσε σε χορωδία, η μητέρα του καθόταν συχνά στο πιάνο, και οι οικογενειακές συγκεντρώσεις έμοιαζαν περισσότερο με μικρές μουσικές τελετές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Τζόυς ανέπτυξε μια σπάνια μουσική ευαισθησία. Διέθετε όμορφη φωνή τενόρου, έπαιζε πιάνο και κιθάρα, είχε εξαιρετικό αυτί και δεν δίσταζε να συνθέτει ο ίδιος. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως, αν η λογοτεχνία δεν τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά, θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει επαγγελματικά τον δρόμο της μουσικής.
Η μεγάλη του αγάπη ήταν η όπερα. Δεν είναι τυχαίο ότι στήριξε και προώθησε τον Ιρλανδό τενόρο Τζον Ο’ Σάλιβαν, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του μια συγγενική καλλιτεχνική φλόγα.

Αυτή η βαθιά, οργανική σχέση με τη μουσική πέρασε αναπόφευκτα και στα γραπτά του.

Ο Τζέιμς Τζόυς συγκαταλέγεται στους πλέον επιδραστικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, κυρίως χάρη στα πρωτοποριακά του μυθιστορήματα, όπως ο "Οδυσσέας".

Λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου αποκαλυπτική, είναι η ποίησή του, όπου αναδύεται ένας λεπτός λυρισμός και μια σπάνια ικανότητα συμπύκνωσης σύνθετων συναισθημάτων σε μικρές, υπαινικτικές φόρμες. Η ποίησή του είναι διαποτισμένη από ρυθμό, εσωτερική μελωδία και λεπτές ηχητικές αποχρώσεις· πολλά ποιήματα μοιάζουν σχεδόν έτοιμα τραγούδια, μικρά λυρικά κομμάτια που ζητούν από μόνα τους να ντυθούν με νότες. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι μελοποιήθηκαν επανειλημμένα από συνθέτες διαφορετικών αισθητικών, από τον Καρόλ Σιμανόφσκι και τον Σάμιουελ Μπάρμπερ έως τον Λουτσιάνο Μπέριο.

Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της πλευράς του έργου του αποτελεί το ποίημα "Rain has fallen all the day - Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή", από τη συλλογή "Chamber Music-Μουσική Δωματίου", το οποίο φέρει έντονα το αποτύπωμα της προσωπικής του εμπειρίας.
Γραμμένο σε περίοδο αυτοεξορίας από την Ιρλανδία, αντηχεί θέματα απομάκρυνσης, νοσταλγίας και επιθυμίας για συναισθηματική εγγύτητα.
Η βροχή, γνώριμο μοτίβο της ιρλανδικής γραμματείας, λειτουργεί σαν σύμβολο μελαγχολίας αλλά και ανανέωσης, καθρεφτίζοντας τη σύνθετη σχέση του Τζόυς με την πατρίδα και τη μνήμη:

"Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή.
Ω, έλα μαζί μου κάτω απ’ τα φορτωμένα δέντρα
τα φύλλα, πυκνά, σκεπάζουν το μονοπάτι
των αναμνήσεων.

Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό το δρόμο,
πριν φύγουμε απ’ τη χώρα της μνήμης.
Έλα, αγαπημένη μου, εκεί όπου μπορώ
να μιλήσω κατευθείαν στην καρδιά σου."


Το ποίημα ενέπνευσε σημαντικούς συνθέτες να το μεταφέρουν στον μουσικό χώρο, αποδεικνύοντας πόσο φυσική ήταν η σύνδεση της γραφής του Τζόις με τον ήχο και τον ρυθμό: 


Ι. Ο Κάρoλ Σιμανόφσκι ήταν ένας από τους πρώτους που μελοποίησαν το "Rain has fallen all the day," το 1926. Η προσέγγισή του συνδυάζει λυρική φωνητική γραμμή με πλούσιο, χρωματικό πιάνο, αποδίδοντας την ευαισθησία και την εσωτερική μουσικότητα του ποιήματος. Το αποτέλεσμα μοιάζει να αποτυπώνει την ατμόσφαιρα της βροχής και τη λεπτή, μελαγχολική διάθεση των στίχων.

Karol Szymanowski: "Joyce Songs, Op. 54, Rain Has Fallen"



ΙΙ. Λίγα χρόνια αργότερα, αρχές δεκαετίας του '30, ο Ernest John Moeran προσέγγισε το ίδιο ποίημα με πιο αγγλική, λιτή γραφή, διατηρώντας έναν παραδοσιακό λυρισμό. Οι μελωδικές γραμμές του και η προσεγμένη χρήση της αρμονίας τονίζουν την εσωτερική νοσταλγία και την αίσθηση της παύσης που φέρνει η βροχή, ενώ η απλότητα της μουσικής αφήνει χώρο να αναδειχθεί η ποιητική φωνή.

Ernest John Moeran: "Joyce Songs, Rain Has Fallen"



ΙΙΙ. Ο Σάμιουελ Μπάρμπερ, το 1939 μελοποίησε το ποίημα με έναν τρόπο πιο δραματικό και εκφραστικό, διατηρώντας όμως τον ρυθμικό χαρακτήρα του Τζόις. Η φωνή και το πιάνο αλληλοσυμπληρώνονται, δημιουργώντας μια μουσική εμπειρία που μοιάζει να "ακούει" τον ποιητή, αποκαλύπτοντας την ένταση ανάμεσα στη μελαγχολία και την τρυφερότητα των στίχων.

Samuel Barber: "Joyce Songs, Rain Has Fallen"


Στο μπλογκ υπάρχουν και άλλα κείμενα για τιν Τζέημς Τζόυς. Περιηγηθείτε!



Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

"Kαντάτα του Τελώνη και Φαρισαίου": η μουσική του Μπαχ ως κάλεσμα σε ταπείνωση...

 

"Τελώνης και Φαρισαίος", Μπάρετ ΦαμπρίτιουςRijksmuseum
Η παραβολή απεικονίζεται σε τρεις σκηνές: Στο κέντρο, ο Φαρισαίος γονατίζει μπροστά στο ιερό.
Στα αριστερά, ο αλαζόνας Φαρισαίος φεύγει από το ναό με τον διάβολο
και στα δεξιά, ο τελώνης φεύγει από το ναό με έναν Άγγελο.



Βρισκόμαστε στην απαρχή του Τριωδίου, σε εκείνη τη λεπτή καμπή του εκκλησιαστικού χρόνου όπου ο λόγος της Γραφής παύει να αφηγείται και θέτει τον άνθρωπο ενώπιον της κρίσης της συνείδησής του.
Η Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου δεν εισάγει μια περίοδο, θέτει έναν όρο. Δύο άνθρωποι ανεβαίνουν στο ιερό για να προσευχηθούν, μας λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς με τη χαρακτηριστική του λιτότητα, και μέσα σε λίγες φράσεις αποκαλύπτεται ολόκληρη η κλίμακα της ανθρώπινης στάσης απέναντι στον Θεό. Ο ένας στέκεται όρθιος, επιδεικτικός, βέβαιος για την αρετή του, απαριθμώντας τα έργα του σαν αποδεικτικά. Ο άλλος μένει μακριά, χαμηλώνει το βλέμμα, χτυπά το στήθος του και περιορίζεται σε μια φράση χωρίς δικαιολογίες και με πλήρη επίγνωση: "Θεέ μου, σπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό".
Εκεί όπου ο Φαρισαίος μιλά για τον εαυτό του, ο Τελώνης σωπαίνει για να ακουστεί η αλήθεια του.

"Τελώνης και Φαρισαίος", Τοιχογραφία, Basilika Ottobeuren
Αυτήν ακριβώς τη διάκριση επιχειρεί να μεταφέρει στη μουσική του ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στην καντάτα "Siehe zu, daß deine Gottesfurcht nicht Heuchelei sei - Πρόσεχε, ο φόβος σου για το Θεό, να μην είναι υποκρισία".
Η καντάτα γράφτηκε το 1723, στον πρώτο χρόνο του κάντορα στη Λειψία, για την ενδέκατη Κυριακή μετά της Αγίας Τριάδος, που το κείμενο του Ευαγγελίου περιλαμβάνει την Παραβολή Τελώνου και Φαρισαίου.

Δεν πρόκειται για θρησκευτικό διάκοσμο του Ευαγγελικού Λόγου, αλλά για μουσικό δοκίμιο πάνω στην έννοια της ευσέβειας και στο όριο όπου αυτή μετατρέπεται σε υποκρισία.
Από την αρχή, η καντάτα του Μπαχ δεν επιδιώκει μεγαλοπρέπεια, αλλά πειθαρχία. Η εναρκτήρια χορωδία, αυστηρά δομημένη κατά το πρότυπο του μοτέτου, αναπτύσσεται σε πυκνή αντιστικτική γραφή, όπου κάθε φωνή ακολουθεί και αντικατοπτρίζει την άλλη, συχνά σε αντιστροφή. Δεν πρόκειται για θριαμβευτική είσοδο, αλλά για μουσικά ελεγχόμενη εισαγωγή, όπου η αυστηρότητα της φούγκας γίνεται φορέας θεολογικού νοήματος.
Στις φράσεις "...und diene Gott nicht mit einem falschen Herzen - και να μην λατρεύεις τον Θεό με ψεύτικη καρδιά", η χρωματική γραφή διαρρηγνύει στιγμιαία αυτή την τάξη, σαν μουσική αποκάλυψη της ψευδούς ευσέβειας.
Τα ρετσιτατίβι λειτουργούν σαν προφορική διδασκαλία, όπου ο λόγος προηγείται και η μουσική ακολουθεί διακριτικά, χωρίς να διεκδικεί αυτονομία. Και όταν το μπάσο παίρνει το λόγο, η αυστηρή ρυθμική του γραφή και η κοφτή άρθρωση δίνουν την αίσθηση εσωτερικής κρίσης. Δεν απευθύνεται στο συναίσθημα, αλλά στη συνείδηση. Εδώ ο ακροατής δεν καλείται να συγκινηθεί, αλλά να αναζητήσει και αναρωτηθεί μέσα του.
"Τελώνης και Φαρισαίος", John Everett Millais
Το τελικό χορικό "Ich armer Mensch, ich armer Sünder - Εγώ, ο φτωχός άνθρωπος, εγώ, ο φτωχός αμαρτωλός", δεν κλείνει μεγαλειωδώς την καντάτα...Κλείνει με πλήρη ταπείνωση, με ήρεμη πρόσκληση σε μετάνοια, σε κείνη τη στάση του Τελώνη που ελπίζει στο έλεος.


Στην Καντάτα του Μπαχ, η ιστορία του Φαρισαίου και του Τελώνη μετατρέπεται σε ερώτημα. Και το ερώτημα δεν αφορά τους δύο ανθρώπους που ανέβηκαν κάποτε στο ιερό, αλλά εκείνον που ακούει σήμερα τη μουσική, σε όλους εμάς τους ακροατές. Γιατί, όπως μας υπενθυμίζει ο ευαγγελικός λόγος, "πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται".
Και η μουσική του Μπαχ, λιτή και απέριττη, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αφήνει αυτή τη φράση να ηχήσει μέσα μας, χωρίς προστατευτικά περιβλήματα...ως κάλεσμα κρίσης και χάριτος μαζί.
Εκεί όπου η προσευχή παύει να δικαιώνει τον εαυτό μας και γίνεται απλή παράδοση στο έλεος του Θεού.

"Ας εγκαταλείψουμε την αλαζονία του Φαρισαίου.
Ας διδαχθούμε ταπεινότητα από τα σιωπηλά δάκρυα του Τελώνη.
Και ας υψώσουμε τη φωνή μας προς τον Σωτήρα μας:
Ελέησέ μας, Κύριε!"

J.S.Bach: "Siehe zu, daß deine Gottesfurcht nicht Heuchelei sei"




Για το μοτέτο του Heinrich Schütz, γνωστό και ως "Gleichnis vom Pharisäer und Zöllner - Παραβολή του Φαρισαίου και του Τελώνου" μπορείτε να διαβάσετε σε παλαιότερο κείμενο εδώ .