Στην χριστιανική εικονογραφία, το επονομαζόμενο "Salvator Mundi" (Σωτήρας του Κόσμου) αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα. Η τυπική απεικόνιση δείχνει τον Χριστό με το δεξί χέρι υψωμένο σε χειρονομία ευλογίας και το αριστερό να κρατά μια σφαίρα, συχνά στεφανωμένη με σταυρό, σύμβολο της Γης και της κυριαρχίας του Χριστού πάνω της, ενώ η συνολική σύνθεση φέρει έντονα εσχατολογικά υπονοούμενα, υπενθυμίζοντας την τελική κρίση και τη σωτηρία.
Το θέμα πρωτοεμφανίστηκε την περίοδο της Αναγέννησης, στην πρώιμη ολλανδική ζωγραφική με τους καλλιτέχνες να απεικονίζουν το Χριστό με ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια και την πνευματική έκφραση.
"Salvator Mundi", Titian, Ερμιτάζ
Ωστόσο, διασημότερη όλων θεωρείται η εκδοχή που αποδίδεται στον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αναγεννησιακής αντίληψης για τη μορφή και το φως.
Αρκετές επίσης εκδοχές αποδίδονται στον Tιτσιάνο, όπως η περίφημη έκδοση που εκτίθεται στο Μουσείο Ερμιτάζ.
Το Salvator Mundi συνδυάζει θεολογική σημασία και καλλιτεχνική δεξιοτεχνία. Η χρήση του φωτός, των χρωμάτων και των χειρονομιών ενισχύει την πνευματική παρουσία του Χριστού στον θεατή, δημιουργώντας μια αίσθηση γαλήνης και στοχασμού. Με τον ίδιο τρόπο που η εικόνα μεταφέρει νοήματα και συναισθήματα μέσω της μορφής και του φωτός, η μουσική μπορεί να εκφράσει τη θεματολογία αυτή με ήχο. Η φράση "Jesu, Salvator mundi - Ιησού, Σωτήρα του κόσμου" αποτελεί λατινική προσευχή που συχνά μελοποιείται σαν ύμνος ή μοτέτο, ιδιαίτερα κατά τη Σαρακοστή και την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδας.
Εκτός από τις εκδοχές του Γρηγοριανού ασμάτος, μία εξέχουσα μουσική εκδοχή είναι η σύνθεση του Bartolomeo Cordans, ένα μπαρόκ έργο για τρεις φωνές (SAB) με βαθιά στοχαστικό και ικετευτικό χαρακτήρα.
Bartolomeo Cordans
Να επισημάνουμε ότι ο Βενετσιάνος Κορντάνς υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς συνθέτες ιερής μουσικής του 18ου αιώνα. Αφού έγινε κοσμικός ιερέας, αφιέρωσε τη ζωή του στη μουσική και τη λατρεία. Αρχικά εργάστηκε στη Βενετία, παίζοντας όργανο και διδάσκοντας τραγούδι στον κλήρο, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε τη διεύθυνση της χορωδίας του καθεδρικού ναού του Ούντινε, θέση που διατήρησε μέχρι τον θάνατό του. Εκεί αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ιερή μουσική, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει λειτουργίες, μοτέτα, ύμνους και ψαλμούς, τόσο a cappella όσο και με ορχηστρική συνοδεία. Η μουσική του συνδυάζει πνευματικότητα, δεξιοτεχνία και εκφραστική πολυφωνία, ενώ οι οργανικές του συνθέσεις αποκαλύπτουν τη βαθιά κατανόηση της μουσικής μορφής και της αρμονίας. Δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του, δώρισε όλα τα ιερά του έργα στην πόλη του Ούντινε, αφήνοντας μια κληρονομιά που συνεχίζει να τιμάται για την πνευματική και καλλιτεχνική της αξία.
"Salvator Mundi", Hans Memling
Η σύνθεση του Bartolomeo Cordans: "Jesu, Salvator mundi" ερμηνεύεται κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, με στίχους που απευθύνονται στον Σωτήρα του κόσμου, ζητώντας βοήθεια και λύτρωση για την ανθρωπότητα.
"Jesu, Salvator mundi,
Tuis famulis subveni,
Quos pretioso sanguine,
Redemisti.
Ω Ιησού, Σωτήρα του κόσμου,
ελευθέρωσε τους δούλους Σου,
τους οποίους με το πολύτιμο αίμα Σου,
λύτρωσες"
Η μελωδία και η πολυφωνία του ύμνου δημιουργούν κατανυκτική, ευλαβική ατμόσφαιρα. Ο ακροατής βιώνει την αίσθηση της ικεσίας, της ταπείνωσης και της πνευματικής προσέγγισης του Θεού, μια μελωδία, που αντανακλά τον ίδιο σεβασμό και βαθύ νόημα που συναντάμε και στην οπτική απεικόνιση του "Salvator Mundi".
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος υπήρξε αδιαμφισβήτητα κορυφαίος ζωγράφος της μεταρρύθμισης της θρησκευτικής τέχνης στην Ισπανία, με ιδιαίτερη πνευματική διάσταση στα έργα του. Η καλλιτεχνική του γραφή συνδύαζε επιμήκυνση των μορφών, εσωτερικό φως και έντονη εκφραστικότητα, δημιουργώντας εικόνες που οδηγούν τον θεατή σε στοχασμό και κατάνυξη.
Ο Ελ Γκρέκο απεβίωσε στις 7 Απριλίου 1614, αφήνοντας πίσω του μια πλούσια κληρονομιά στη θρησκευτική ζωγραφική.
Καθώς σήμερα, Μεγάλη Τρίτη, η μέρα είναι αφιερωμένη στην "εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή", εξετάζουμε το έργο του "Μετανοούσα Μαγδαληνή", ένα θέμα στο οποίο ο ζωγράφος επανέρχεται αρκετές φορές. Φαίνεται πως η Μαγδαληνή τον γοήτευε σαν σύμβολο πνευματικής μεταμόρφωσης και εσωτερικής μάχης ανάμεσα στην αμαρτία και τη λύτρωση, στοιχεία που εναρμονίζονται με τη μυστικιστική και εκφραστική αισθητική του καλλιτέχνη.
Στα εικαστικά του, ο Θεοτοκόπουλος απεικονίζει τη Μαγδαληνή με βαθιά πνευματικότητα και συναισθηματική ένταση. Τα ενδύματα την καλύπτουν με σεμνότητα, ενώ ο σκούρος κυανός ή προφυρός χιτώνας υποδηλώνει μετάνοια και αναζήτηση ελέους.
"Μετανοούσα Μαγδαληνή", Ελ Γκρέκο (Βουδαπέστη)
Δίπλα της πάντα, το μυροδοχείο παραπέμπει στη χειρονομία αγάπης και αφοσίωσης προς το Χριστό, ενώ το κρανίο υπενθυμίζει τη θνητότητα και τη ματαιότητα της ζωής. Ο αειθαλής κισσός που αγκαλιάζει τον βράχο συμβολίζει την αθανασία, την πίστη και την ελπίδα της Ανάστασης.
Στις περισσότερες απεικονίσεις του θέματος, η Μαρία Μαγδαληνή υψώνει τα δακρυσμένα μάτια της προς τον ουρανό, ενώ τα σταυρωμένα χέρια της κατευθύνουν τον θεατή προς τη σωτηρία. Η επιμήκυνση της μορφής, η σχεδόν άυλη απεικόνιση του σώματος και το φως που φαίνεται να αναδύεται από τη μορφή αναδεικνύουν τη βυζαντινή επιρροή στην τέχνη του Ελ Γκρέκο.
Το αποτέλεσμα είναι ένα μυστικιστικό πορτρέτο. Τα σκοτεινά σύννεφα, το κρανίο και το αυστηρό ένδυμα υπενθυμίζουν την ανθρώπινη αδυναμία, ενώ οι ακτίνες φωτός και τα αιώνια βράχια δηλώνουν την ελπίδα και τη θεία προστασία. Το φως που ακτινοβολεί από τη Μαγδαληνή μεταφέρει το βαθύτερο μήνυμα του έργου, τη συγχώρεση και τη λύτρωση που γεννιούνται μέσα από τη γνήσια μετάνοια.
Ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα της ιταλικής μπαρόκ θρησκευτικής μουσικής, με κεντρικό θέμα τη μεταστροφή της Μαρίας Μαγδαληνής αποτελεί το ορατόριο του Antonio Caldara: "Maddalena ai piedi di Cristo - Η Μαγδαληνή στα πόδια του Χριστού".
Γραμμένο, όταν ο συνθέτης ήταν ακόμη αρκετά νεαρός, ανήκει στο είδος του ηθικο-αλληγορικού ορατορίου και βασίζεται σε λιμπρέτο του Lodovico Forni, το οποίο δεν περιορίζεται σε απλή αφήγηση, αλλά αναπτύσσει έναν βαθύ εσωτερικό και πνευματικό διάλογο. Στο έργο, η Μαγδαληνή παρουσιάζεται σε έντονη εσωτερική σύγκρουση, ανάμεσα στη Ματαιότητα και την Κοσμική Αγάπη από τη μία πλευρά, και στη Θεϊκή Αγάπη από την άλλη, ενώ η παρουσία του Φαρισαίου εντείνει τη δραματική αντιπαράθεση που οδηγεί τελικά στη μετάνοια και τη λύτρωση. Η μουσική του Καλντάρα ξεχωρίζει για τον λυρισμό και την εκφραστικότητα των αριών, την καθαρή αντιπαράθεση συναισθημάτων μέσα από τις φωνές, καθώς και για τη διακριτική αλλά πλούσια συνοδεία του μπάσο κοντίνουο. Οι έντονες αντιθέσεις αποδίδουν με σαφήνεια τη σύγκρουση ανάμεσα στο κοσμικό και το πνευματικό στοιχείο. Αν και δεν πρόκειται για σκηνικό έργο όπως η όπερα, αλλά για ορατόριο που παρουσιαζόταν χωρίς δράση, κυρίως σε εκκλησιαστικό πλαίσιο κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα, καταφέρνει να αποδώσει με μεγάλη δύναμη τη Μαγδαληνή σαν σύμβολο της ανθρώπινης ψυχής που παλεύει ανάμεσα στην αμαρτία και τη σωτηρία.
Από το θεσπέσιο ορατόριο θα απολαύσουμε την άρια "Per il mar del pianto mio - Μέσα από τη θάλασσα των δακρύων μου", εξαιρετικά συγκινητική άρια μετάνοιας, όπου η εικόνα της "θάλασσας των δακρύων" αποδίδεται με κυματιστές μελωδικές γραμμές, δημιουργώντας μια αίσθηση συντριβής αλλά και κάθαρσης, μια εικόνα που συνδέει τον πόνο με την ελπίδα της σωτηρίας.
"Μέσα από τη θάλασσα των δακρύων μου υπερβαίνω τον πόνο Εσύ, Χριστέ, είσαι ο οδηγός μου γονατίζω ταπεινά στα πόδια Σου"
Antonio Caldara: "Maddalena ai piedi di Cristo, Ν.47: Per il mar del pianto mio"
Σήμερα, 6 Απριλίου, γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Αθλητισμού για την Ανάπτυξη και την Ειρήνη, μια ημέρα που συνδέει τον αθλητισμό με τις αξίες της ειρήνης, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής προόδου. Η ημερομηνία επιλέχθηκε συμβολικά, καθώς συμπίπτει με την επέτειο της αναβίωσης των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων από τον Πιερ ντε Κουμπερτέν το 1896.
Ο αθλητισμός δεν είναι μόνο αγώνας και νίκη. Είναι γέφυρα ανάμεσα σε ανθρώπους, κοινότητες και έθνη, μέσο έκφρασης και αυτογνωσίας, αλλά και δύναμη για θετική αλλαγή στον κόσμο. Και αυτή η διαχρονική αξία του αθλητισμού μας φέρνει πίσω στις ρίζες των Ολυμπιακών Αγώνων, στους πρώτους καταγεγραμμένους αγώνες του 776 π.Χ., όπου ο Ηλείος Κόροιβος στέφθηκε πρώτος Ολυμπιονίκης στον αγώνα δρόμου ενός σταδίου.
Όπως αναφέρει ο Παυσανίας στα "Ηλειακά":
"ο Κόροιβος, θυσιαστής ιερών σφαγίων και αθλητής από την Ήλιδα, κέρδισε το μοναδικό αγώνισμα των πρώτων 13 Ολυμπιάδων. Δεν σώζεται ανδριάντας του στην Ολυμπία, αλλά ο τάφος του βρίσκεται στα σύνορα της Ηλείας",
υπενθυμίζοντας την ιστορική του συμβολή στον αθλητισμό και την ελληνική παράδοση.
Την αθάνατη αξία αυτής της πρώτης νίκης αναδεικνύει ο Μίκης Θεοδωράκης στην "Ωδή στον Κόροιβο", που περιλαμβάνεται στο πρώτο μέρος του Canto Olympico, μουσικού ύμνου που γράφτηκε για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης (1992). Η συμφωνική σουίτα σε επτά μέρη, με τενόρο, μπάσο, πιανίστα και χορωδία, αναδεικνύει την ελληνική αθλητική ιδέα και τη σύνδεσή της με την ειρήνη και τη συλλογική χαρά:
"Κόροιβε, εσένα κράζω, πρώτε Ολυμπιονίκη,
που στου δρόμου τον αγώνα πήρες την πρωτιά,
δόξα και τιμή μεγάλη σ’ όλες τις πατρίδες, τόσο που γκρεμίζανε τα τείχη.
Εχθρό πια δε φοβόντουσαν με τέτοια που ’χαν λεβεντιά.
Κόροιβε, εσένα κράζω, πρώτε Ολυμπιονίκη"
Η ιστορία του Κοροίβου μας θυμίζει πως ο αθλητισμός είναι διαχρονικά ένας τρόπος να υπερβαίνουμε όρια, να ενώνουμε ανθρώπους και κοινότητες, να καλλιεργούμε τη συνεργασία, τον σεβασμό και τη δικαιοσύνη, και να αναδεικνύουμε τις αξίες που δίνουν νόημα στη ζωή μας. Μέσα από την προσπάθεια, τον σεβασμό στον αντίπαλο και τη χαρά της συμμετοχής, ο αθλητισμός δεν μεταμορφώνει μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή μας, προσφέροντας έμπνευση για κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής...
Μίκης Θεοδωράκης: "Canto Olympico, Ωδή στον Πρώτο Ολυμπονίκη":
Anthony van Dyck: "Η είσοδος του Χριστού στην Ιερουσαλήμ"
Ο μπαρόκ φλαμανδός ζωγράφος, Anthony van Dyck, ήταν περισσότερο γνωστός για τα πορτρέτα του, αλλά ήταν επίσης επιδέξιος στη ζωγραφική βιβλικών και ιστορικών θεμάτων. Το έργο του "Η είσοδος του Χριστού στην Ιερουσαλήμ" είναι ένα από τα πιο δραματικά. Ο πίνακας αποτυπώνει τη δυνατή στιγμή της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στην πόλη την Κυρικαή των Βαΐων. Ο πίνακας ολοκληρώθηκε το 1617, όταν ο καλλιτέχνης ήταν μόλις 18 ετών.
Στο κέντρο της σύνθεσης δεσπόζει ο Χριστός, γαλήνιος και επιβλητικός μέσα στην πραότητά του, καθισμένος σε ένα ταπεινό γαϊδουράκι, επιλογή που υπογραμμίζει τη σεμνότητα και τη διαφορετική φύση της βασιλείας Του σε αντίθεση με την κοσμική εξουσία. Τα ενδύματά του, σε μπλε και κόκκινους τόνους, συμβολίζουν τη διπλή του φύση, θεία και ανθρώπινη, ενώ η στάση του αποπνέει ηρεμία μέσα σε έναν κόσμο που σείεται από ένταση.
Γύρω του αναπτύσσεται ένα πολυπρόσωπο πλήθος γεμάτο κίνηση και συναισθηματική φόρτιση. Κάθε μορφή εκφράζει μια διαφορετική αντίδραση απέναντι στο γεγονός.
Μπροστά, ένας άνθρωπος στη σκιά, σκύβει ταπεινά για να στρώσει το ένδυμά του στο έδαφος, πράξη σιωπηλής πίστης και αφοσίωσης. Ο απόστολος Πέτρος, που χειρονομεί έντονα, δείχνοντας προς την Ιερουσαλήμ, φαίνεται ανήσυχος και ταραγμένος, προμηνύοντας τον φόβο και την αδυναμία που θα βιώσει αργότερα. Κοντά του, άλλοι μαθητές απορροφώνται σε μεταξύ τους συζήτηση, υποδηλώνοντας την ανθρώπινη φιλοδοξία και την αδυναμία κατανόησης του βαθύτερου νοήματος της στιγμής, ενώ μια μορφή με ενωμένα χέρια εκφράζει καθαρή λατρεία και πίστη.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η μορφή ενός μυώδους άνδρα στο προσκήνιο, λουσμένου στο φως, που κρατά ένα ξερό κλαδί, σύμβολο θανάτου. Το εκτεθειμένο σώμα του τονίζει την ανθρώπινη φύση, ενώ η ατέλεια στο πόδι του(έχει έξι δάκτυλα) υπογραμμίζει τη θνητότητα και την αδυναμία του ανθρώπου. Η παρουσία του λειτουργεί σαν αλληγορία ολόκληρης της ανθρωπότητας, που φέρει την ατέλεια και έχει ανάγκη λύτρωσης. Έτσι, μέσα από τη δυναμική σύνθεση και τις έντονες αντιθέσεις, ο Βαν Ντάικ δεν αποδίδει μόνο το βιβλικό γεγονός, αλλά αναδεικνύει τη βαθιά διττότητα της στιγμής, τη χαρά και τον θρίαμβο της υποδοχής, αλλά και τη σιωπηλή προαναγγελία της θυσίας που πρόκειται να ακολουθήσει.
Ο Orlando Gibbons ήταν Άγγλος συνθέτης και οργανίστας της πρώιμης μπαρόκ εποχής. Υπηρέτησε αρχικά ως οργανίστας στο King’s College Chapel στο Κέιμπριτζ και αργότερα στις Βασιλικό Παρεκκλήσι. Το 1606 απέκτησε τον τίτλο καθηγητή Μουσικής στο περίφημο Πανεπιστήμιο της πόλης. Ξεχώριζε για την εξαιρετική του δεξιοτεχνία, το ταλέντο και τη βαθιά γνώση του, θεωρούμενος ανώτερος ακόμα και από τους προκάτοχούς του.
Συνέθεσε πλήθος ύμνων και χορωδιακών έργων, στα οποία αναδεικνύεται η δεξιοτεχνία του στην αντιστικτική γραφή και η εκφραστική χρήση της φωνής. Η προσωπικότητά του χαρακτηριζόταν από ακεραιότητα, ευγένεια και σεμνότητα, ενώ η μουσική του αποπνέει πνευματικότητα, μεγαλοπρέπεια και εκλεπτυσμένη αισθητική. Πέθανε από ευλογιά στο Κάντερμπερι το 1625 και τάφηκε εκεί, αφήνοντας πίσω του σημαντική κληρονομιά στην αγγλική εκκλησιαστική μουσική και στη χορωδιακή παράδοση.
Η σύνθεση του "Hosanna to the Son of David" είναι ένα χαρακτηριστικό ανθέμιο για εξάφωνη μικτή χορωδία, βασισμένο σε αποσπάσματα των Ευαγγελίων που περιγράφουν τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στην Ιερουσαλήμ. Ξεχωρίζει για την τεχνική της "ζωγραφικής της λέξης" (word painting), τον ζωντανό ρυθμό, την αντιστικτική γραφή και τη χρήση ολόκληρου του φωνητικού φάσματος, προσδίδοντας μεγαλοπρέπεια και ένταση. Οι διαδοχικές είσοδοι των φωνών, τα δυναμικά εφέ χρωματισμών και η εναλλαγή κορυφώσεων με παύσεις δημιουργούν έναν πλούσιο, ζωντανό αρμονικό ιστό που αναδεικνύει τόσο τη λατρευτική κατάνυξη όσο και τον θριαμβευτικό χαρακτήρα της σκηνής.
*Η λέξη "ανθέμιο"(anthem) προέρχεται ετυμολογικά από το αρχαίο ελληνικό «αντίφωνο», από το οποίο προκύπτει η αρχαία αγγλική μορφή "antefn". Ο όρος δηλώνει είδος λειτουργικού άσματος της αγγλικανικής τελετής, που καθιερώθηκε μετά την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση. Το ανθέμιο αναφέρεται σε χορωδιακά ή φωνητικά έργα, τα οποία αντλούν το κείμενό τους από εδάφια της Αγίας Γραφής, συνήθως στην αγγλική γλώσσα.
"Ο Άγιος Φραγκίσκος της Πάολα διασχίζει το Στενό της Μεσσήνης"
Σήμερα, 2 Απριλίου, η Εκκλησία τιμά τονΆγιο Φραγκίσκο από την Πάολα, μια μορφή σιωπηλής δύναμης και βαθιάς πίστης.
Γεννημένος το 1416 στην Πάολα της Καλαβρίας, μεγάλωσε σε ευσεβή οικογένεια. Νεαρός ακόμη, δοκίμασε τη μοναχική ζωή, όμως σύντομα αναζήτησε την απόλυτη ησυχία. Αποσύρθηκε σε ένα ταπεινό σπήλαιο κοντά στη θάλασσα, όπου έζησε χρόνια με αυστηρή άσκηση και απλότητα. Η φήμη της αγιότητάς του απλώθηκε αθόρυβα. Άνθρωποι τον πλησίαζαν για συμβουλές, ένα λόγο παρηγοριάς ή για να μοιραστούν τον τρόπο ζωής του. Έτσι γεννήθηκε μια μικρή αδελφότητα, που εξελίχθηκε στο τάγμα των "Ελαχίστων Αδελφών", ένα μονοπάτι ταπεινότητας και αφοσίωσης. Κοιμήθηκε το 1507, σε βαθιά γεράματα, αφήνοντας πίσω του ένα φωτεινό παράδειγμα ταπεινής αγιότητας. Η ζωή του, κατά τις μαρτυρίες της εποχής, ήταν γεμάτη θαυμαστά γεγονότα και πνευματική χάρη.
"Ο Άγιος Φραγκίσκος της Πάολα διασχίζει το Στενό της Μεσσήνης" (Σχολή Τοσκάνης)
Ένας παλαιός θρύλος για τον Άγιο Φραγκίσκο αφηγείται ένα περιστατικό που φανερώνει τη δύναμη της πίστης του.
Κάποτε, θέλοντας να περάσει τα ταραγμένα νερά των Στενών της Μεσσήνης προς τη Σικελία, ζήτησε τη βοήθεια ενός βαρκάρη. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε να τον μεταφέρει.
Τότε ο Άγιος, χωρίς θυμό στράφηκε προς τη θάλασσα. Άπλωσε το μανδύα του πάνω στα κύματα, σαν να ήταν πλεούμενο και στερέωσε την άκρη του στο ραβδί του, σαν πανί. Με απόλυτη βεβαιότητα ανέβηκε επάνω και παραδόθηκε στην πρόνοια του Θεού... Τότε, το θαύμα συνέβη. Ο μανδύας σαν μικρή βαρκούλα γλίστρησε απαλά στα νερά. Οι σύντροφοί του τον ακολούθησαν με δέος, βλέποντας μπροστά τους μια εικόνα που έμοιαζε περισσότερο με όραμα παρά με πραγματικότητα. Έτσι, ο Άγιος διέσχισε το πέλαγος με αρωγό την ακλόνητη πίστη του αφήνοντας πίσω του έναν θρύλο που ψιθυρίζει ακόμη πως όταν η καρδιά εμπιστεύεται απόλυτα, εμπόδια και δυσκολίες -σαν τα κύματα-, υποχωρούν... Λόγω αυτού του θαύματος, ανακηρύχθηκε προστάτης άγιος των Ιταλών ναυτικών.
Από τον Άγιο Φραγκίσκο της Πάολα πήρε το βαφτιστικό του όνομα ο Φραντς Λιστ, γι’ αυτό και τον τιμούσε ως προστάτη του. Μάλιστα, μια εικόνα του Αγίου κοσμούσε το υπνοδωμάτιο του συνθέτη. Πολλές από τις συνθέσεις του Λιστ αντλούν έμπνευση από τη θρησκευτική του πίστη. Το 1863 συνέθεσε τους " Deux Légendes - Δύο Θρύλους", ένα ζεύγος προγραμματικών έργων βασισμένων στις μορφές του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης και του Αγίου Φραγκίσκου από την Πάολα, μια σύνθεση που συγκαταλέγεται στις πιο πρωτοποριακές δημιουργίες του.
Το εξώφυλλο της παρτιτούρας από την 1η έκδοση
Φαίνεται πως ο Λιστ είχε ήδη από νωρίς την επιθυμία να τιμήσει μουσικά τον προστάτη-Άγιό του. Η έμπνευση αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σε επιστολή του το 1860 προς τον γαμπρό του, Ρίχαρντ Βάγκνερ, όπου περιγράφει με έντονα ποιητικό ύφος το θαυμαστό όραμά του:
"Πάνω στον απλωμένο μανδύα του βαδίζει με σιγουριά και αταλάντευτη πίστη, διασχίζοντας τα ταραγμένα κύματα. Στο αριστερό του χέρι κρατά αναμμένα κάρβουνα, ενώ με το δεξί υψώνει το σημείο της ευλογίας. Το βλέμμα του είναι στραμμένο ψηλά, εκεί όπου η λέξη "Charitas - η θεία, ανιδιοτελής αγάπη" στεφανωμένη με φωτοστέφανο, φωτίζει τον δρόμο του".
Μέσα απ' αυτή τη ζωντανή περιγραφή δεν διακρίνεται μόνο ο θαυμασμός του Λιστ, αλλά και η βαθιά πνευματική του σύνδεση με τον Άγιο, που αργότερα θα βρει τη μουσική της έκφραση στο έργο του "Deux Légendes", αφιερωμένο στην κόρη του συνθέτη, Κόζιμα.
Η αφήγηση του θρύλου με τον Άγιο της Πάολα να διασχίζει τα Στενά της Μεσσήνης βρίσκει στη μουσική του Φραντς Λιστ μια ζωντανή και εύγλωττη απόδοση, όπου το δραματικό και το πνευματικό στοιχείο συνυφαίνονται αρμονικά.
Από την αρχή της τιτλοφορούμενης "St François de Paule marchant sur les flots-Ο Άγιος Φραγκίσκος της Πάολα περπατάει στα κύματα" σύνθεσης, μια υμνική μελωδία στη Μι μείζονα σε απλές οκτάβες εγκαθιδρύει έναν άξονα εσωτερικής δύναμης, σε αντίστιξη με τις ορμητικές κλιμακώσεις και τα τρέμολο που αποδίδουν τη σφοδρότητα των κυμάτων. Το βασικό θέμα χαρακτηρίζει από τα πρώτα κιόλας μέτρα την προσωπικότητα του αγίου που διασχίζει το Στενό, την ισχυρή πίστη του, την ήρεμη βεβαιότητά του απέναντι στα ταραγμένα κύματα...Στη συνέχεια εξελίσσεται μέσα σε συγκρούσεις αρμονίας και χρωματικών γραμμών, κατακλυσμένο από καταιγιστική δράση στο αριστερό με τα συνεχόμενα αρπέζ και χρωματικές κλίμακες, για να αναδυθεί τελικά με θριαμβευτική και λαμπρή έκφραση.
Η σύντομη coda δημιουργεί αίσθηση προσευχής και ευγνωμοσύνης, ενώ το έργο ολοκληρώνεται με επιστροφή στην αρχική τονικότητα. Πρόκειται για μια "νικηφόρα ευχαριστία", γεμάτη μεγαλόπρεπες ακτίνες φωτός, σαν ένα μουσικό Αλληλούια, που μέσα από τον ήχο αποδίδει την πίστη, τον αγώνα και τον τελικό θρίαμβο.
Λέγεται πως μετά από ακρόαση της σύνθεσης, ο Γκυστάβ Ντορέ αφιέρωσε στον Λιστ ένα εικαστικό με θέμα τον Άγιο Φραγκίσκο της Πάολα να βαδίζει πάνω στη θάλασσα,(που όμως δεν κατάφερα να εντοπίσω)...
F.Liszt: "Deux Légendes, II: St François de Paule marchant sur les flots: (Στο πιάνο ο Βίλχελμ Κεμπφ)
Η 2 του Απρίλη έχει καθιερωθεί σαν "Ημέρα Παιδικού Βιβλίου", αφού αυτή τη μέρα του 1805 γεννήθηκε ο μεγάλος Δανός παραμυθάς, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Από μικρός ξεχώριζε για την πλούσια και ζωηρή φαντασία του. Λέγεται πως πολλές φορές περπατούσε στους δρόμους και φαινόταν να ονειροβατεί.
Αγαπούσε το διάβασμα και γοητευόταν από το θέατρο, τόσο που πέρασε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ως ηθοποιός. Στις παρέες του λάτρευε να απαγγέλλει ποιήματα και χάρη στην ωραία φωνή του, να τραγουδά. Σπούδασε μουσική, την οποία όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει όταν μια ασθένεια του στέρησε μέρος της φωνητικής του έκτασης. Στα πρώτα βήματα της καριέρας του ασχολήθηκε με την ποίηση, αλλά τελικά τον θυμόμαστε κυρίως σαν έναν από τους σπουδαιότερους δημιουργούς παραμυθιών, που με τις ιστορίες του μάγεψε γενιές αναγνωστών σε όλο τον κόσμο.
Στο παραμύθι του "Ο Κήπος του Παραδείσου" στεκόμαστε σήμερα, μια μικρή, αλληγορική ιστορία, που συνδυάζει μυθολογικά, ηθικά και φανταστικά στοιχεία. Ο κύριος ήρωας του παραμυθιού είναι ένας πρίγκιπας-ψυχή που ψάχνει να βρει τον δρόμο προς τον Παράδεισο, αναζήτηση που συμβολίζει την αιώνια ζωή, την ηθική τελειότητα και την πνευματική ολοκλήρωση. Στην πορεία του αντιμετωπίζει δοκιμασίες, πειρασμούς και εμπόδια, που σφυρηλατούν τον χαρακτήρα και την πίστη του. Όταν τελικά φτάνει, ανακαλύπτει έναν κήπο γεμάτο απόλυτη ομορφιά, γαλήνη και φως, που αποπνέει την αγνότητα και την τελειότητα της ψυχής. Το παραμύθι μεταφέρει έτσι το μήνυμα ότι μόνο η υπομονή, η αρετή και η καθαρότητα της ψυχής οδηγούν στην πνευματική ολοκλήρωση.
"Ζέφυρος", Γ.Τσαρούχης
Στο παραμύθι, εμφανίζονται κι οι άνεμοι σαν αγγελιοφόροι της φύσης. Η σχέση του ήρωα μαζί τους συμβολίζει τις δοκιμασίες και τις προκλήσεις, που πρέπει να ξεπεράσει για να φτάσει στην πνευματική τελειότητα, καθώς οι άνεμοι τον καθοδηγούν, τον δοκιμάζουν και ενισχύουν την πορεία του προς την ολοκλήρωση.
Θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα-αναφορά στο Ζέφυρο, το Δυτικό άνεμο, γνωστό και ως Πουνέντε. Στη μυθολογία ήταν γιος της Ηούς και του Αστραίου, άνεμος συνήθως απαλός, ήπιος, συνδεδεμένος με το ελαφρύ, ανοιξιάτικο αεράκι. Aπεικονίζεται να κρατά λουλούδια και ως ανάλαφρος άνεμος, νέος, αγένειος και φτερωτός:
-"Από τη Δύση έρχεται και είναι ο αγαπημένος μου απ' όλους. Μυρίζει θάλασσα και φέρνει ένα απαλό δροσερό αεράκι" -"Μήπως είναι ο μικρός Ζέφυρος;" ρώτησε ο πρίγκιπας. -"Ναι, είναι ο Ζέφυρος", απάντησε η ηλικιωμένη γυναίκα, "αλλά δεν είναι πια τόσο μικρός". Ο Ζέφυρος έμοιαζε με δυνατό άντρα του δάσους. Φορούσε μαλακό σκουφάκι και στηριζόταν σε ένα εβένινο ραβδί. -"Από πού έρχεσαι;" τον ρώτησε η μητέρα του. -"Από τα άγρια δάση!" απάντησε. "Εκεί όπου οι αγκαθωτοί θάμνοι φτιάχνουνε φράχτες γύρω από κάθε δέντρο, όπου τα νερόφιδα λιάζονται στα βρεγμένα χόρτα, και οι άνθρωποι μοιάζουν αχρείαστοι". -"Και τι έκανες εκεί;" -"Κοίταξα τον τεράστιο ποταμό, είδα πως τα νερά του χτυπούσαν στα βράχια και πετούσαν πιτσιλιές στον ουρανό.Ταξίδεψα με τα σύννεφα για να σχηματίσω το ουράνιο τόξο. Είδα τον άγριο βούβαλο να κολυμπά στο νερό, την αγριόπαπια, που πετούσε στα ρηχά και εγώ φυσούσα θύελλες ώστε τα αρχέγονα δέντρα να στροβιλιστούν κι αυτά σαν ξυλόφλουδες... -"Και δεν έκανες τίποτε άλλο;" ρώτησε η μάνα του. -"Έκανα πιρουέτες στις σαβάνες, χάιδεψα τ' άγρια άλογα και τίναξα καρύδες από τα ψηλά δέντρα! Ω, ναι, έχω πολλά να διηγηθώ απ'όσα είδα! Αλλά δεν χρειάζεται να λέει κανείς τα πάντα", είπε και φίλησε τη μητέρα του θερμά, που σχεδόν την έριξε προς τα πίσω. Πράγματι, ήτανε άγριο παιδί..."
"Zέφυρος", ανάγλυφο από τον Πύργο των Ανέμων στη Ρωμαϊκή Αγορά
Στο παραμύθι του Άντερσεν, ο Ζέφυρος δεν είναι απλώς ένας απαλός ανοιξιάτικος άνεμος, όπως είδαμε. Είναι ένα πνεύμα της φύσης με διπλή υπόσταση. Φέρνει τη δροσιά, τη μυρωδιά της θάλασσας και την ευχάριστη αίσθηση ελαφρότητας, αλλά ταυτόχρονα έχει άγρια δύναμη, ικανός να στροβιλίσει δέντρα, να φυσήξει θύελλες και να κινηθεί ανάμεσα σε ποτάμια, σαβάνες και δάση. Αυτή η διττή φύση -ήπια και δυναμική, σκιαγραφεί την εικόνα ενός ανέμου, που είναι απαλός και δροσερός, αλλά ταυτόχρονα άγριος και απρόβλεπτος.
Ακριβώς αυτή η διττή φύση του, η αίσθηση αιθέριας κίνησης και εσωτερικής ζωτικότητας είναι που αιχμαλώτισε τη φαντασία του Κλωντ Ντεμπισί στο Πρελούδιό του "Ce qu'a vu le vent d'ouest - Ό,τι είδε ο δυτικός άνεμος" και περιλαμβάνεται στο Πρώτο Βιβλίο Πρελουδίων του, που συνέθεσε στις αρχές του 1910.
Είναι γνωστό ότι ο Γάλλος συνθέτης έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για τα παραμύθια του Άντερσεν. Έτσι, πολλοί μελετητές θεωρούν πως για το συγκεκριμένο Πρελούδιο η έμπνευση προήλθε από την ανάγνωση του παραμυθιού, το οποίο είχε εκδοθεί δύο χρόνια νωρίτερα. Παράλληλα, αρκετοί υποστηρίζουν ότι πρόκειται για το πιο τεχνικά απαιτητικό πρελούδιο ολόκληρης της συλλογής.
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ντεμπισί έδινε μεγάλη σημασία στη σειρά των Πρλουδίων του. Έτσι, θεωρείται ότι το έβδομο "Ce qu'a vu le vent d'ouest" , μαζί με το προηγούμενο και το επόμενο κομμάτι, δημιουργούν την πιο έντονη δραματική αντίθεση της συλλογής. Το έκτο "Des pas sur la neige-Ίχνη στο χιόνι" αποπνέει θλίψη και μοναξιά, το όγδοο "La fille aux cheveux de lin-Κορίτσι με λιναρένια μαλλιά" ζεστασιά και ηρεμία, ενώ το ενδιάμεσο "Ce qu'a vu le vent d'ouest" ξεχωρίζει με την ταραχώδη και δυναμική του ένταση, που έχει χαρακτηριστεί ως "λυτρωτική βία".
Στην αρχή, η μουσική κυλά σαν απαλή πνοή, σαν ο Ζέφυρος να μεταμορφώνεται σε ήχο. Σύντομα όμως αποκτά πάθος και απρόβλεπτη δύναμη, θυμίζοντας τις θυελλώδεις περιπέτειες του ανέμου στον "Κήπο του Παραδείσου". Έτσι, η μουσική του Ντεμπισί ζωντανεύει σαν άνεμος. Η φύση και η φαντασία σμίγουν, δημιουργώντας ατμόσφαιρα αέναης κίνησης και ονειρικής μαγείας.
Debussy: Prelude VII(Book 1) "Ce qu'a vu le vent d'ouest":
Να θυμίσουμε πως τα "Πρελούδια" του Κλωντ Ντεμπισί είναι μια συλλογή σε 2 βιβλία από 24 κομμάτια για σόλο πιάνο, σε ελεύθερη μορφή, αντίθετα δηλαδή από τα αυστηρά πρότυπα των Πρελουδίων του Μπαχ. Κάθε πρελούδιο έχει και έναν ευφάνταστα απρόσμενο τίτλο, έναν λεκτικό οδηγό για τον ερμηνευτή, που όμως δεν έχει σκοπό να φυλακίσει την εκφραστικότητά του, γι'αυτό και αναγράφεται από το συνθέτη στο τέλος της παρτιτούρας, κάτι σαν προσωπική ανάμνηση, σαν ομιχλώδες αναθύμημα, θολή αναπόληση...,χωρίς να, επηρεάζει τον ερμηνευτή εκ των προτέρων, επιτρέποντάς του να εμβαθύνει εκείνος στα σημεία που αγγίζουν την ψυχή του περισσότερο και να δώσει προσωπικές αποχρώσεις στην ερμηνεία του.
*Κείμενα για τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν υπάρχουν πολλά στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!
Ιστορικά, ως "Σικελικός Εσπερινός" αναφέρεται η αιματηρή εξέγερση των Σικελών κατά των Γάλλων κατακτητών, που ξέσπασε στις 30 Μαρτίου 1282, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Η οργή των ντόπιων ξεχείλισε μετά από χρόνια καταπίεσης υπό τον βασιλιά Κάρολο Α’ του Ανζού, οδηγώντας στη δολοφονία πολλών Γάλλων στρατιωτών και αξιωματούχων. Η εξέγερση εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο το νησί, σηματοδοτώντας την επαναφορά του ουσιαστικού ελέγχου στους Σικελούς και καθιερώνοντας τον Σικελικό Εσπερινό ως ιστορικό σύμβολο αντίστασης και πάλης για ελευθερία.
"Eπανάσταση των Σικελών, 1282", από τα "Νέα Χρονικά" του Giovanni Villani
Κάθε μουσικόφιλος γνωρίζει ότι αυτή η ιστορική στιγμή έγινε πηγή έμπνευσης για τον Τζουζέπε Βέρντι, που δημιούργησε το ομώνυμο πατριωτικό μελόδραμά του, με ύφος ενθουσιώδες και επαναστατικό. Μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εξέγερσης, ο συνθέτης αναμειγνύει το ερωτικό στοιχείο με ίντριγκες, μηχανορραφίες, συγκρούσεις και διλήμματα ιδεών και αισθημάτων. Απαγορευμένοι έρωτες, άνθρωποι κυνηγημένοι, προσωπικά και συλλογικά οράματα συνθέτουν τον πλούσιο καμβά μιας όπερας που μαγεύει και συγκινεί με την ένταση και την πατριωτική της δύναμη.
Ο συνθέτης, Peter Josef von Lindpaintner (1791-1856)
Ωστόσο, πριν από τον Βέρντι, ο Γερμανός συνθέτης, Peter Josef von Lindpaintner είχε ήδη δημιουργήσει μια όπερα για τον "Σικελικό Εσπερινό", που έκανε πρεμιέρα το 1843 στη Στουτγάρδη, όπου υπηρέτησε ως δ/ντής της αυλικής ορχήστρας.
Αν και σήμερα δεν είναι ευρέως γνωστός, στην εποχή του υπήρξε σημαντικό όνομα και θαυμαζόταν για τη μουσική του έμπνευση. Ο Ρόμπερτ Σούμαν θεωρούσε τον Λιντπέιντνερ ως τον πιο πολλά υποσχόμενο οπερατικό συνθέτη της Γερμανίας. Συνολικά έγραψε 28 όπερες και όπως οι κορυφαίοι Γερμανοί συνθέτες της εποχής του, πήρε ως πρότυπό του τις μεγάλες ιστορικές όπερες του Mέγιερμπερ.
Η δραματική τετράπρακτη όπερά του, "Die sicilianische Vesper, Op. 332" έχει φόντο τη Σικελία στην αυγή της επανάστασης του 1282 και μαρτυρά τον αντίκτυπο της γαλλικής grand opera στους Γερμανούς συνθέτες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα.
"Σικελικός Εσπερινός", Michele Rapisardi
Ακούγοντας κανείς τα πρώτα κιόλας μέτρα -ήδη από την εισαγωγή της όπερας- καταλαβαίνει αμέσως γιατί τον εκτιμούσαν τόσο ο Ρόμπερτ Σούμαν, ο Μπερλιόζ και ο Φέλιξ Μέντελσον. Εντυπωσιάζονταν από τις εκφραστικές αρμονίες και τα στροφικά μοτίβα που θυμίζουν λαϊκά τραγούδια. Ξεχώριζαν επίσης την πλούσια ενορχήστρωση και τη χρήση σύγχρονων, για την εποχή, στυλιστικών μέσων. Ιδιαίτερη γοητεία ασκούσαν και οι μελωδικές άριες μπελ κάντο, που φέρνουν στο νου τη γαλλο-ιταλική καταγωγή του έργου. Ας απολαύσουμε την Εισαγωγή της όπερας. Σε επαναστατικό, εμβατηριακό ύφος, θέτει τον τόνο της όπερας: μεγαλοπρεπής, δραματική και πλημμυρισμένη από αίσθημα πατριωτισμού και συλλογικής οργής. Οι μεγαλειώδεις ορχηστρικές φράσεις, προϊδεάζουν τον ακροατή-θεατή για την επικείμενη σύγκρουση ανάμεσα στους κατακτητές και τους Σικελούς, ενώ τα χάλκινα πνευστά και τα τύμπανα δημιουργούν αίσθηση στρατιωτικής ετοιμότητας και επαναστατικής έντασης. Με αναφορές στο υφος των "Λομβαρδών" του Βέρντι, η εισαγωγή συνδυάζει θεατρική μεγαλοπρέπεια με δραματικότητα αναδεικνύοντας την υπερηφάνεια ενός λαού που προετοιμάζεται για εξέγερση. Είναι μια εκρηκτική προαναγγελία των γεγονότων που ακολουθούν, όπου το συλλογικό όραμα και το προσωπικό πάθος ενώνονται σε μια ηχητική πανδαισία.
Peter Josef von Lindpaintner: "Die sicilianische Vesper, Op. 332, Sinfonia":
Πέρα από το θέμα της εξέγερσης στη Σικελία, η όπερα του Λιντπάιντνερ μοιράζεται με κείνη του Βέρντι και τον χαρακτήρα του επαναστάτη Giovanni da Procida. Ωστόσο, η πλοκή επικεντρώνεται κυρίως στον Κόμη Φόντι, που έχει παντρευτεί κρυφά την Ελεονώρα, προορισμένη για σύζυγο του βασιλιά Καρόλου του Ανζού, προκαλώντας την οργή του ίδιου και του Γάλλου ευγενή, Αλφόνς Ντρουέ, που επιδιώκει εμμονικά την καταστροφή του.
Ο χαρακτήρας του Καρόλου έχει σαιξπηρικές αποχρώσεις, θυμίζοντας τον Μάκβεθ, έχοντας ανέλθει στην εξουσία μέσα από εγκλήματα, ενώ ο Ντρουέ φέρει στοιχεία Ιάγου, κρύβοντας δολοπλοκίες πίσω από τη γοητεία του. Παράλληλα, η ιστορία των υπηρετών, Αλμπίνο και Αυρηλίας, που τρέχει παράλληλα, προσθέτει μια πιο ανθρώπινη και τρυφερή διάσταση στο έργο.
"Σικελικός Εσπερινός", Francesco Hayez
Το τέλος της όπερας του Λιντπάιντνερ κορυφώνεται με τη λαϊκή εξέγερση, αλλά οδηγεί σε ένα ευτυχές τέλος. Το καλό θριαμβεύει, το κακό υποχωρεί, ο Φόντι επανενώνεται με την Ελεονώρα και η χώρα αποκτά νόμιμο κυβερνήτη.
Αντίθετα, το τέλος της όπερας του Βέρντι με το ίδιο θέμα είναι πολύ πιο σκοτεινό. Εκεί αναδεικνύεται η ιδέα ότι η ατομική ευτυχία είναι αδύνατη, όταν οι άνθρωποι είναι παγιδευμένοι στη δίνη της ιστορίας. Οι βασικοί χαρακτήρες καταλήγουν θύματα της ίδιας της επανάστασης. Όμως, μια τόσο απαισιόδοξη άποψη ήταν αδιανόητη για τους Γερμανούς δημιουργούς της εποχής, και ιδιαίτερα προς τους ιδεαλιστές της τεκτονικής στοάς, στην οποία ανήκαν τόσο ο συνθέτης, όσο και ο λιμπρετίστας του.
Από την τελική σκηνή ακούμε τις επευφημίες των Σικελών στο χορωδιακό "Viva la guerra, viva l’onor!-Ζήτω ο πόλεμος, ζήτω η τιμή!", ένα απόσπασμα με έντονα πανηγυρικό χαρακτήρα που αποπνέει αίσθηση ενότητας και λαϊκής συσπείρωσης. Οι δυναμικές κορυφώσεις ενισχύουν την ένταση και δημιουργούν ατμόσφαιρα πατριωτικού ενθουσιασμού και θριαμβευτικής έξαρσης. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό χορωδιακό επαναστατικής όπερας, όπου η μουσική λειτουργεί σαν φορέας ιδεολογίας. Εξυμνεί την τιμή, τον αγώνα και τη συλλογική νίκη, μετατρέποντας τη σκηνή σε ηχητική εικόνα εθνικής ανάτασης και περηφάνειας.
Lindpaintner: "Die sicilianische Vesper, Op. 332, Act IV: Viva la guerra, viva l’onor"
Για την όπερα του Βέρντι "Σικελικός Εσπερινός" μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Βαν Γκογκ: "Σιταροχώραφο με κοράκια", Ιούλιος 1890
Η επιστολογραφία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ αποτελεί έναν πολύτιμο καθρέφτη της ψυχής και της σκέψης του. Μέσα από εκατοντάδες γράμματα -κυρίως προς τον αδελφό του- δεν ξεδιπλώνεται μόνο η καλλιτεχνική του πορεία, αλλά κι ένας λόγος βαθιά λογοτεχνικός, επηρεασμένος από τους μεγάλους συγγραφείς που αγαπούσε.
Οι επιστολές του δεν είναι μόνο εξομολογήσεις, αλλά μικρά έργα τέχνης, όπου ο λόγος μεταβάλλεται από απλό και φωτεινό σε στοχαστικό και βαρύ, όπως η φύση που τόσο τον ενέπνεε. Μέσα σ' αυτές, ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζει με λέξεις, αποτυπώνοντας με την ίδια ένταση όσα δεν χωρούν ούτε στον καμβά.
Ήταν Πέμπτη, 10 Ιουλίου 1890, όταν από την Ωβέρ έγραφε στον αδελφό του και τη σύζυγό του:
"Αγαπημένε μου αδελφέ και αδελφή,
Το γράμμα σας έφτασε σαν λύτρωση, σαν μικρό ευαγγέλιο που γαλήνεψε την αγωνία μου, αυτή τη βαριά σκιά που μοιραζόμαστε όλοι, όταν η ζωή μοιάζει εύθραυστη και το καθημερινό ψωμί αβέβαιο. Γυρίζοντας εδώ, η θλίψη δεν με άφησε... ένιωθα ακόμη την καταιγίδα που σας απειλεί να με βαραίνει. Προσπαθώ να κρατηθώ ήρεμος, μα η ίδια η ρίζα της ζωής μου νιώθω να τρίζει. Φοβήθηκα μήπως σας επιβαρύνω. Να ξέρετε πως κι εγώ, όπως κι εσείς, εργάζομαι και υποφέρω. Κι έτσι, ξαναπιάστηκα στη δουλειά. Το πινέλο κάποιες φορές μου πέφτει απ' τα χέρια. Όμως, ξέροντας βαθιά τι αναζητώ, ζωγράφισα τρεις μεγάλους πίνακες. Απέραντα σιταροχώραφα κάτω από ταραγμένους ουρανούς. Εκεί απόθεσα όλη τη θλίψη και την απόλυτη μοναξιά μου...Ίσως αυτοί οι πίνακες πουν όσα δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια, ίσως μιλήσουν για κείνη τη δύναμη που βρίσκω ακόμη στην ύπαιθρο, κάτι σιωπηλά παρηγορητικό, κάτι που επιμένει να με κρατά όρθιο"
Βαν Γκογκ: "Σιταροχώραφο κάτω από σύννεφα", Ιούλιος 1890
Όπως θα καταλάβατε, ο ζωγράφος αναφέρεται σε μια σειρά που φιλοτέχνησε με σιταροχώραφα. Ανάμεσά τους το Wheatfield with Crows - Σιταροχώραφο με κοράκια, όπου ο Βαν Γκογκ αποτυπώνει ένα απέραντο τοπίο γεμάτο ένταση και απειλή. Κάτω από τον σκοτεινό, ταραγμένο ουρανό, κοράκια διασχίζουν τον αέρα, ενώ τα μονοπάτια μοιάζουν να χάνονται χωρίς προορισμό. Ο πίνακας συχνά διαβάζεται σαν σιωπηλή εξομολόγηση, μια απεικόνιση της μοναξιάς, της εσωτερικής αναστάτωσης και της αίσθησης αδιεξόδου. Παρ’ όλα αυτά, μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα, η ζωή επιμένει...ένα πεισματικό φως διαπερνά το σκοτάδι. Σαν να μας θυμίζει ότι ακόμη και στην πιο βαθιά μοναξιά, η ψυχή συνεχίζει να αναζητά διέξοδο.
Βαν Γκογκ: "Σιταροχώραφα στην Ωβέρ", Ιούλιος 1890
Το εικαστικό "Wheatfield with Crows" βρίσκει τη θέση του στη σύνθεση "Μεταμορφώσεις" του George Crumb, ένα έργο όπου ο συνθέτης μεταφέρει τη βαθιά του αγάπη για τη ζωγραφική στον κόσμο του ήχου. Πρόκειται για μια δημιουργία για ενισχυμένο πιάνο, που συνομιλεί με την παράδοση του Μουσόργκσκυ και των "Εικόνων από μια Έκθεση".
Εκτός από τον Βαν Γκογκ, ο συνθέτης αντλεί έμπνευση από Καντίνσκι, Κλέε, Νταλί, δημιουργώντας ένα πρωτοποριακό έργο, όπου κάθε πίνακας γίνεται αφετηρία για μια νέα μουσική "μεταμόρφωση". Με τη χρήση εκτεταμένων τεχνικών στο πιάνο, ο Κραμπ δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει μόνο τις εικόνες, αλλά να αποστάξει απ' αυτές την ουσία τους -τη διάθεση, τον συμβολισμό- και να τις μεταπλάσει σε έναν προσωπικό, ηχητικό κόσμο.
Στο "Σιταροχώραφο", το τοπίο πάλλεται από ένταση, αγωνία και ταραχή... Οι αντιθέσεις των χρωμάτων είναι εκρηκτικές, το βαθύ μπλε σχεδόν μαύρο του ουρανού, το εκτυφλωτικό κίτρινο του σιταριού, οι κοφτές σκιές των πουλιών, οι πράσινες και κόκκινες πινελιές που διασπούν τη σιωπή. Ο Κραμπ συλλαμβάνει τη σιωπηλή δραματικότητα και τη μεταφράζει σε ήχο. Η μουσική του, με την ένδειξη Lento elegiac, κινείται σε μια παράξενη, δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Ο πιανίστας καλείται να υπερβεί τα όρια του οργάνου, να δημιουργήσει ήχους που θυμίζουν το κρώξιμο των κορακιών, ν' αγγίξει τις χορδές, να κρούσει το εσωτερικό του πιάνου με σφυριά. Έτσι, οι ηχητικές υφές γεννιούνται και σβήνουν διαρκώς, -αιχμηρές, διάχυτες και ομιχλώδεις- δημιουργώντας μια μουσική εικόνα μοναξιάς, αγωνίας και κείνης της αδιόρατης έντασης όπου η φύση συμπορεύεται με όσα αισθάνεται η ψυχή.
George Crumb:"Metamorphoses, Book 1: Crows over the Wheatfield Van Gogh"
Αφορμή για τη γραφή του κειμένου έδωσε η γενέθλια επέτειος του Ολλανδού ζωγράφου. Σήμερα συμπληρώνονται 173 χρόνια από τη γέννησή του στο χωριό Ζούντερτ στις 30 Μαρτίου 1853. Ήταν γιος του πάστορα Θεόδωρου βαν Γκογκ, το πρώτο από τα επτά παιδιά της οικογένειας.
Για τον Βαν Γκογκ υπάρχουν πολλά κείμενα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!
Υπάρχει μια μοναδική σχέση ανάμεσα στο πιάνο και τον εκτελεστή. Εκείνες οι στιγμές σιωπής λίγο πριν τα δάκτυλα πατήσουν τα πλήκτρα είναι γεμάτες από την ανάσα και τις σκέψεις εκείνου που κάθεται μπροστά στο πιάνο. Ο πιανίστας και το όργανο γίνονται ένα. Το πιάνο δεν είναι μόνο χορδές, το ξύλινο ηχείο ή τα κοκκάλινα πλήκτρα, αλλά καθρέφτης της ψυχής, δέκτης της εσωτερικής αγωνίας και της ανεξερεύνητης ευαισθησίας. Κάθε άγγιγμα μοιάζει να συλλαμβάνει κάτι αθέατο, κάτι που κρύβεται στις σκιές του μυαλού και να το μεταμορφώνει σε ήχο...Ήχο που πονά, που αγαπά, που αναζητά την ίδια του την αλήθεια.
Είναι αυτή η αθέατη συνομιλία ανάμεσα στον άνθρωπο και το πιάνο, το μυστικό δέσιμο του καλλιτέχνη με τον ήχο, που κάνει κάθε νότα μοναδική και κάθε σιωπή φορτωμένη συναισθήματα…
Κάποτε o Φρειδερίκος Σοπέν είχε πει:
"Όταν είμαι κάπως αδιάθετος, παίζω πιάνο Εrard και βρίσκω εύκολα έναν ήχο πρόχειρο. Αλλά όταν νιώθω σε καλή φόρμα και αρκετά δυνατός για να βρω τον δικό μου ήχο, χρειάζομαι ένα Pleyel"
Η φράση αυτή δεν αποτελεί απλή προτίμηση ανάμεσα σε δύο κατασκευαστές πιάνων, αλλά μια βαθιά, εξομολογητική μαρτυρία για τη σχέση του καλλιτέχνη με τον ήχο. Πίσω από τη σύγκριση ανάμεσα στο Εrard και στο Pleyel κρύβεται η λεπτή διάκριση ανάμεσα στο "παίζω" και στο "εκφράζομαι". Το πρώτο μπορεί να υπάρξει και με έναν ήχο έτοιμο, το δεύτερο όμως, προϋποθέτει μια βαθιά ανάγκη για προσωπική αλήθεια.
Έτσι, το Pleyel γίνεται για τον Σοπέν ένας καθρέφτης της ψυχής του, ένα όργανο που απαιτεί λεπτότητα, έλεγχο και εσωτερική ένταση, για να αναδυθεί ο προσωπικός του ήχος, αυτός που δεν αναδύεται απ'τα πλήκτρα, αλλά γεννιέται από τη σιωπή και επιστρέφει σ' αυτήν...
Το πιάνο Pleyel της εποχής του Σοπέν ξεχώριζε για τη διαβαθμισμένη, αιθέρια χροιά του, και πολλοί έλεγαν πως οι ψηλές του συχνότητες είχαν "ασημένια λάμψη". Αυτή η ποιότητα απαιτούσε προσπάθεια, κόπο και αφοσίωση από τον κατασκευή, αλλά η σχέση μεταξύ συνθέτη και οργανοποιού ήταν αμοιβαία καρποφόρα. Ο Σοπέν αντλούσε έμπνευση από τον ήχο του πιάνου, ενώ η εταιρεία επωφελούνταν από τις προσωπικές του συστάσεις. Ο συνθέτης και ο κατασκευαστης Καμίλ Πλεγιέλ έγιναν στενοί φίλοι.
Η πρώτη συναυλία του Σοπέν στο Παρίσι, το 1832, δόθηκε σε ένα νέο πιάνο Pleyel.
Οι κριτικοί -εκτός από το κοινό- ενθουσιάστηκαν και επαίνεσαν τις "πνευματικές μελωδίες, τα φανταστικά τοπία που αναδύονταν από το νέο όργανο"...
Ο ίδιος ο Σοπέν γοητεύτηκε από το λεπτεπίλεπτο άγγιγμα των πλήκτρων και τον τραγουδιστό, μελωδικό τόνο του οργάνου, που φαινόταν να ανταποκρίνεται απευθείας στις σκέψεις και τα συναισθήματά του.
Από τότε, το Pleyel έγινε το πιάνο που προτιμούσε, ένα όργανο που καθρεφτίζε την ψυχή του και μετέφερε σε κάθε νότα τα πιο βαθιά συναισθήματα, τις πιο λεπτές αποχρώσεις της μουσικής του...