Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Servilia: από την Ιστορία της Ρώμης σε τραγική ηρωίδα του Κόρσακωφ...

 




Ο Ρώσος, Νικολάι Ρίμσκυ Κόρσακωφ, κορυφαίος συνθέτης του 19ου αιώνα και μέλος της διάσημης ομάδας των "Πέντε", διέπρεψε στην όπερα, συνθέτοντας 15 έργα που σημάδεψαν το είδος με πλούσια ενορχήστρωση και ζωντανά ορχηστρικά χρώματα.

Οι πιο γνωστές του όπερες αναδεικνύουν την ικανότητά του να συνδυάζει φαντασία, ιστορία, μυθολογία και σλαβική λαογραφία, ενώ η δεξιοτεχνία του στην ορχηστρική υφή και η αίσθηση του δραματικού ρυθμού αναδεικνύουν με μοναδικό τρόπο τις αφηγήσεις του.

Το 1901 ολοκλήρωσε την πεντάπρακτη όπερά του "Servilia", ένα έργο με ιστορικό πυρήνα αλλά και έντονα λογοτεχνικό χαρακτήρα. Αν και βασισμένη σε πραγματικά πρόσωπα της εποχής του Nέρωνα, όπως οι συγκλητικοί, Πόπλιος Κλώδιος Θρασέας Παίτος και Μάρκιος Βαρέα Σοράνος (που καταδικάστηκαν από τον αυτοκράτορα για εσχάτη προσδοσία) και η κόρη του δεύτερου Σερβίλια (Σερουίλια), γνωστή από τις πηγές του λατίνου ιστορικού, Tάκιτου, η ηρωίδα της όπερας δεν είναι αυστηρά ιστορική, αλλά δραματικά μεταπλασμένη.

Στην πλοκή, η Σερβίλια βρίσκεται ανάμεσα στο καθήκον και τον έρωτα, ενώ γύρω της υφαίνονται ίντριγκες, απειλές και πολιτικές διώξεις. Ο αγαπημένος της, Βαλέριος εξαφανίζεται, εκείνη στρέφεται στον Χριστιανισμό και αποκηρύσσει τα εγκόσμια, ενώ οι δικοί της οδηγούνται σε δίκη ως προδότες. Την κρίσιμη στιγμή, η επιστροφή του Βαλέριου και η ανατροπή της απόφασης έρχονται πολύ αργά, οδηγώντας σε μια τραγική κατάληξη που σφραγίζεται από πνευματική κάθαρση.

Το λιμπρέτο γράφτηκε από τον ίδιο τον Κόρσακοφ, βασισμένο στο θεατρικό έργο του συμπατριώτη του και αγαπημένου του συγγραφέα, Lev Mey, ο οποίος είχε ήδη επεξεργαστεί το ιστορικό υλικό και το είχε μετατρέψει σε δράμα με έμφαση στη σύγκρουση εξουσίας και ηθικής, στην αγάπη και στην αυτοθυσία.
Έτσι, μέσα απ' αυτή τη διαδρομή, από την ιστορία στη λογοτεχνία και από εκεί στη μουσική, η "Servilia" αναδεικνύεται σε ένα έργο όπου η ιστορική πραγματικότητα συνδυάζεται με την ποιητική φαντασία και τον βαθύ ηθικό στοχασμό.

Από την πρεμιέρα της όπερας(1902)

Η παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας δόθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1902, στο ιστορικό Θέατρο Μαριίνσκι, το ρόλο της Σερβίλιας ερμήνευσε η σπουδαία Μολδαβή υψίφωνος, Valentina ή Ευφροσύνη Cuza, για χρόνια η σπουδαιότερη πρωταγωνίστρια στα ρωσικά θέατρα.

Το έργο εντυπωσίασε το κοινό, που κάλεσε με επευφημίες και χειροκροτήματα το συνθέτη επτά φορές στη σκηνή.


Η Valentina Cuza στο ρόλο της Σερβίλια

Όμως, με την πάροδο του χρόνου, η όπερα έπεσε σε σχετική αφάνεια. Πιθανότατα σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε ο έντονος θρησκευτικός και ηθικός συμβολισμός του έργου, που κορυφώνεται με τον θρίαμβο του Χριστιανισμού. Στην πιο κρίσιμη στιγμή της πλοκής, η Σερβίλια αναδεικνύει την πίστη και την αφοσίωσή της στον Θεό, ενώ η θεϊκή δικαιοσύνη λειτουργεί ως καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη της ιστορίας, προσδίδοντας στο έργο έντονη πνευματική διάσταση.

Κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, η θρησκεία θεωρούνταν αντίθετη με το επίσημο κυβερνητικό πλαίσιο. Έργα που υπογράμμιζαν τη θρησκευτική πίστη ή τον χριστιανικό ηρωισμό συχνά παραμερίζονταν ή αποσύρονταν, καθώς θεωρούνταν ασύμβατα με την σοσιαλιστική ιδεολογία. Ως αποτέλεσμα, η "Σερβίλια" δεν διατηρήθηκε στο ρεπερτόριο των θεάτρων, παρότι η μουσική και η δραματουργία της αποτελούν μοναδικά δείγματα της τέχνης του Ρίμσκι-Κόρσακοφ.

Στη σύγχρονη εποχή παρουσιάστηκε κυρίως από ρωσικές παραγωγές.Στη δύση, μόνο μία άρια έχει διασωθεί στο ρεπερτόριο των συναυλιών, η άρια της Σερβίλιας από την 3η Πράξη, με τίτλο "Τα λουλούδια μου"

Από την πρεμιέρα της όπερας(1902)

Ακούγεται σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο υψηλής έντασης, όταν η Σερβίλια έχει χάσει μυστηριωδώς τον αγαπημένο της Βαλέριο, ενώ η ίδια έχει μεταστραφεί στον Χριστιανισμό. Ο Εγνάτιος, ερωτευμένος μαζί της και με δόλιο σχέδιο, την πιέζει να υποταχθεί, υποσχόμενος ότι έτσι θα διασφαλιστεί η ασφάλειά τους, ενώ η Γερουσία έχει καταδικάσει τον πατέρα της σε εξορία. Στην κορύφωση αυτής της έντασης, η Σερβίλια τραγουδά την άρια "Λουλούδια μου" εκφράζοντας τον πόνο, την αγάπη για τον Βαλέριο και την πίστη της, λίγο πριν η ξαφνική επιστροφή του Βαλέριου αποκαταστήσει την ηθική και συναισθηματική ισορροπία. Η άρια αποτελεί μια συγκινησιακή και πνευματική εξομολόγηση της Σερβίλιας, συνδέοντας την προσωπική της τραγωδία με τη θεϊκή δικαιοσύνη και την πίστη.

Την άρια ηχογράφησε η Ρενέ Φλέμινγκ, υπό τη μουσική διεύθυνση του Βαλέρι Γκέργκιεφ, αποκαλύπτοντας την συγκινησιακή ένταση και την ποιητική ευαισθησία της όπερας, που αξίζει να γνωρίσουμε...

"Λουλούδια μου! εσείς, στο καυτό μεσημέρι,
κι εσείς, ωραία στέφανα της άνοιξης,
σκύβετε λυπημένα τα κεφαλάκια σας
στα καυτά φιλιά του ανέμου
μα σας ποτίζει η δροσιά της αυγής,
σας δροσίζει η δροσιά του δειλινού,
και στο μεσημέρι σας ποτίζει η φροντίδα
της Σερβίλιας…

Κι η καρδιά μου,
καυτή από τη φλόγα του πάθους,
ποτίζεται μόνο με πικρά δάκρυα
και λούζεται στο αίμα…

Γιατί λοιπόν
έδωσαν οι θεοί το αίσθημα στη γυναίκα,
όταν η μοίρα και οι άνθρωποι
της στερούν την ελευθερία των συναισθημάτων;

Όλη η φύση,
τα λουλούδια, τα δέντρα, τα γαλάζια κύματα
και τα πουλιά με το κελαηδητό τους ψάλλουν
ύμνο στη μητέρα Κύπριδα,
κι η φτωχή Σερβίλια δεν μπορεί
να πει σε κείνον που δονεί την ψυχή της:
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ!"


Rimsky Korsakov: "Servilia's aria, Цветы мои!


Ο Ρίμσκυ Κόρσακωφ άφησε την τελευταία πνοή του στις 8 Ιουνίου του 1908, σε ηλικία 64 ετών, από έμφραγμα του μυοκαρδίου στο εξοχικό του κτήμα στο Λιούμπενσκ. Τάφηκε στην Αγία Πετρούπολη στο Κοιμητήριο Νοβοντέβιτσι με πλήθος κόσμου να τον ακολουθεί στην τελευταία του κατοικία, αποτίοντάς του τιμή για την προσφορά του στην τέχνη της μουσικής...

Η σημασία του όμως δεν περιορίζεται μόνο στο συνθετικό του έργο.

Ο Τσαϊκόφσκι θαύμαζε και το παιδαγωγικό του έργο, γράφοντάς του ότι δεν αρκέστηκε στη σύνθεση, αλλά "καθοδήγησε σαν σωστός δάσκαλος μια ολόκληρη γενιά Ρώσων μουσικών, που μετέδωσαν τη δημιουργικότητά του στις μελλοντικές γενιές".

Ο δε Στραβίνσκι περιέγραψε τον Ρίμσκυ-Κόρσακοφ ως "εξαιρετικά σχολαστικό, σοφό και πνευματώδη δάσκαλο, του οποίου οι παρατηρήσεις ήταν ανεξίτηλες και η κριτική αυστηρή, χωρίς περιττούς επαίνους, ενισχύοντας έτσι τη μαθησιακή πειθαρχία και την τεχνική αριστεία των μαθητών του..."

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

"Σικελικός Εσπερινός": από το ιστορικό γεγονός στην όπερα, ΙΙ



"Σικελικός Εσπερινός", Erulo Eroli



Ιστορικά, ως "Σικελικός Εσπερινός" αναφέρεται η αιματηρή εξέγερση των Σικελών κατά των Γάλλων κατακτητών, που ξέσπασε στις 30 Μαρτίου 1282, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας.
Η οργή των ντόπιων ξεχείλισε μετά από χρόνια καταπίεσης υπό τον βασιλιά Κάρολο Α’ του Ανζού, οδηγώντας στη δολοφονία πολλών Γάλλων στρατιωτών και αξιωματούχων. Η εξέγερση εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλο το νησί, σηματοδοτώντας την επαναφορά του ουσιαστικού ελέγχου στους Σικελούς και καθιερώνοντας τον Σικελικό Εσπερινό ως ιστορικό σύμβολο αντίστασης και πάλης για ελευθερία.

"Eπανάσταση των Σικελών, 1282", από τα "Νέα Χρονικά" του Giovanni Villani
Κάθε μουσικόφιλος γνωρίζει ότι αυτή η ιστορική στιγμή έγινε πηγή έμπνευσης για τον Τζουζέπε Βέρντι, που δημιούργησε το ομώνυμο πατριωτικό μελόδραμά του, με ύφος ενθουσιώδες και επαναστατικό. Μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εξέγερσης, ο συνθέτης αναμειγνύει το ερωτικό στοιχείο με ίντριγκες, μηχανορραφίες, συγκρούσεις και διλήμματα ιδεών και αισθημάτων. Απαγορευμένοι έρωτες, άνθρωποι κυνηγημένοι, προσωπικά και συλλογικά οράματα συνθέτουν τον πλούσιο καμβά μιας όπερας που μαγεύει και συγκινεί με την ένταση και την πατριωτική της δύναμη.


Ο συνθέτης, Peter Josef von Lindpaintner
(1791-1856) 
Ωστόσο, πριν από τον Βέρντι, ο Γερμανός συνθέτης, Peter Josef von Lindpaintner είχε ήδη δημιουργήσει μια όπερα για τον "Σικελικό Εσπερινό", που έκανε πρεμιέρα το 1843 στη Στουτγάρδη, όπου υπηρέτησε ως δ/ντής της αυλικής ορχήστρας.  
Αν και σήμερα δεν είναι ευρέως γνωστός, στην εποχή του υπήρξε σημαντικό όνομα και θαυμαζόταν για τη μουσική του έμπνευση. Ο Ρόμπερτ Σούμαν θεωρούσε τον Λιντπέιντνερ ως τον πιο πολλά υποσχόμενο οπερατικό συνθέτη της Γερμανίας. Συνολικά έγραψε 28 όπερες και όπως οι κορυφαίοι Γερμανοί συνθέτες της εποχής του, πήρε ως πρότυπό του τις μεγάλες ιστορικές όπερες του Mέγιερμπερ.

Η δραματική τετράπρακτη όπερά του, "Die sicilianische Vesper, Op. 332" έχει φόντο τη Σικελία στην αυγή της επανάστασης του 1282 και μαρτυρά τον αντίκτυπο της γαλλικής grand opera στους Γερμανούς συνθέτες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. 

"Σικελικός Εσπερινός", Michele Rapisardi
Ακούγοντας κανείς τα πρώτα κιόλας μέτρα -ήδη από την εισαγωγή της όπερας- καταλαβαίνει αμέσως γιατί τον εκτιμούσαν τόσο ο Ρόμπερτ Σούμαν, ο Μπερλιόζ και ο Φέλιξ Μέντελσον.
Εντυπωσιάζονταν από τις εκφραστικές αρμονίες και τα στροφικά μοτίβα που θυμίζουν λαϊκά τραγούδια. Ξεχώριζαν επίσης την πλούσια ενορχήστρωση και τη χρήση σύγχρονων, για την εποχή, στυλιστικών μέσων. Ιδιαίτερη γοητεία ασκούσαν και οι μελωδικές άριες μπελ κάντο, που φέρνουν στο νου τη γαλλο-ιταλική καταγωγή του έργου.


Ας απολαύσουμε την Εισαγωγή της όπερας. Σε επαναστατικό, εμβατηριακό ύφος, θέτει τον τόνο της όπερας: μεγαλοπρεπής, δραματική και πλημμυρισμένη από αίσθημα πατριωτισμού και συλλογικής οργής. Οι μεγαλειώδεις ορχηστρικές φράσεις, προϊδεάζουν τον ακροατή-θεατή για την επικείμενη σύγκρουση ανάμεσα στους κατακτητές και τους Σικελούς, ενώ τα χάλκινα πνευστά και τα τύμπανα δημιουργούν αίσθηση στρατιωτικής ετοιμότητας και επαναστατικής έντασης.
Με αναφορές στο υφος των "Λομβαρδών" του Βέρντι, η εισαγωγή συνδυάζει θεατρική μεγαλοπρέπεια με δραματικότητα αναδεικνύοντας την υπερηφάνεια ενός λαού που προετοιμάζεται για εξέγερση. Είναι μια εκρηκτική προαναγγελία των γεγονότων που ακολουθούν, όπου το συλλογικό όραμα και το προσωπικό πάθος ενώνονται σε μια ηχητική πανδαισία.

Peter Josef von Lindpaintner: "Die sicilianische Vesper, Op. 332, Sinfonia":


Πέρα από το θέμα της εξέγερσης στη Σικελία, η όπερα του Λιντπάιντνερ μοιράζεται με κείνη του Βέρντι και τον χαρακτήρα του επαναστάτη Giovanni da Procida. Ωστόσο, η πλοκή επικεντρώνεται κυρίως στον Κόμη Φόντι, που έχει παντρευτεί κρυφά την Ελεονώρα, προορισμένη για σύζυγο του βασιλιά Καρόλου του Ανζού, προκαλώντας την οργή του ίδιου και του Γάλλου ευγενή, Αλφόνς Ντρουέ, που επιδιώκει εμμονικά την καταστροφή του.

Ο χαρακτήρας του Καρόλου έχει σαιξπηρικές αποχρώσεις, θυμίζοντας τον Μάκβεθ, έχοντας ανέλθει στην εξουσία μέσα από εγκλήματα, ενώ ο Ντρουέ φέρει στοιχεία Ιάγου, κρύβοντας δολοπλοκίες πίσω από τη γοητεία του. Παράλληλα, η ιστορία των υπηρετών, Αλμπίνο και Αυρηλίας, που τρέχει παράλληλα, προσθέτει μια πιο ανθρώπινη και τρυφερή διάσταση στο έργο.

 
"Σικελικός Εσπερινός", Francesco Hayez
Το τέλος της όπερας του Λιντπάιντνερ κορυφώνεται με τη λαϊκή εξέγερση, αλλά οδηγεί σε ένα ευτυχές τέλος. Το καλό θριαμβεύει, το κακό υποχωρεί, ο Φόντι επανενώνεται με την Ελεονώρα και η χώρα αποκτά νόμιμο κυβερνήτη.

Αντίθετα, το τέλος της όπερας του Βέρντι με το ίδιο θέμα είναι πολύ πιο σκοτεινό. Εκεί αναδεικνύεται η ιδέα ότι η ατομική ευτυχία είναι αδύνατη, όταν οι άνθρωποι είναι παγιδευμένοι στη δίνη της ιστορίας. Οι βασικοί χαρακτήρες καταλήγουν θύματα της ίδιας της επανάστασης.
Όμως, μια τόσο απαισιόδοξη άποψη ήταν αδιανόητη για τους Γερμανούς δημιουργούς της εποχής, και ιδιαίτερα προς τους ιδεαλιστές της τεκτονικής στοάς, στην οποία ανήκαν τόσο ο συνθέτης, όσο και ο λιμπρετίστας του.

Από την τελική σκηνή ακούμε τις επευφημίες των Σικελών στο χορωδιακό "Viva la guerra, viva l’onor!-Ζήτω ο πόλεμος, ζήτω η τιμή!", ένα απόσπασμα με έντονα πανηγυρικό χαρακτήρα που αποπνέει αίσθηση ενότητας και λαϊκής συσπείρωσης. Οι δυναμικές κορυφώσεις ενισχύουν την ένταση και δημιουργούν ατμόσφαιρα πατριωτικού ενθουσιασμού και θριαμβευτικής έξαρσης.
Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό χορωδιακό επαναστατικής όπερας, όπου η μουσική λειτουργεί σαν φορέας ιδεολογίας. Εξυμνεί την τιμή, τον αγώνα και τη συλλογική νίκη, μετατρέποντας τη σκηνή σε ηχητική εικόνα  εθνικής ανάτασης και περηφάνειας.


Lindpaintner: "Die sicilianische Vesper, Op. 332, Act IV: Viva la guerra, viva l’onor"


Για την όπερα του Βέρντι "Σικελικός Εσπερινός" μπορείτε να διαβάσετε εδώ.






Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

"Μηδένα προ του τέλους μακάριζε": Η μουσική απόδοση του διδάγματος για την Ημέρα Ευτυχίας...

 

"Κροίσος και Σόλων", Gerard van Honthorst(1624)


Καθώς σήμερα γιορτάζουμε τη Διεθνή Ημέρα Ευτυχίας, ας θυμηθούμε μια πασίγνωστη αφήγηση του Ηροδότου, που μας διδάσκει ότι η ευτυχία δεν μαθαίνεται ούτε κρύβεται σε πλούτο, δόξα ή επιτυχίες. Ευτυχία είναι οι στιγμές που νιώθουμε ολοκληρωμένοι, -μικρές ή μεγάλες, απλές ή καθημερινές- που φωτίζουν τη ζωή μας και δίνουν νόημα στο πέρασμα του χρόνου. Στην απλότητα αυτών των στιγμών κρύβεται η αλήθεια της, ακόμη και μέσα στα πολύπλοκα μονοπάτια της καθημερινότητας.

"Κροίσος και Σόλων", Nicolaus Knupfer(1650)
Ο Ηρόδοτος περιγράφει τη συνάντηση του βασιλιά της Λυδίας, Κροίσου, διάσημου για τον τεράστιο πλούτο του, με τον σοφό Αθηναίο νομοθέτη Σόλωνα. Με αλαζονική διάθεση, ο Κροίσος ρώτησε:
-"Ποιος είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο;",
περιμένοντας να ακούσει το όνομά του. Ο Σόλων όμως δεν τον ανέφερε. Αντίθετα, μίλησε για απλούς ανθρώπους που έζησαν τίμια και πέθαναν με αξιοπρέπεια.
Και όταν ο Κροίσος επέμεινε, του απάντησε με το περίφημο: "Μηδένα προ του τέλους μακάριζε" γιατί οι θεοί είναι φθονεροί και η ζωή γεμάτη μεταβολές.



Από τη συγκεκριμένη αφήγηση του Ηροδότου για την έννοια της ευτυχίας είναι εμπνευσμένη η όπερα "Croesus" του Reinhard Keiser.

Πρόκειται για τρίπρακτη μπαρόκ δημιουργία σε λιμπρέτο του Lucas von Bostel, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1711 στο Αμβούργο, όπου ο Κάιζερ υπηρετούσε ως μουσικός διευθυντής. Το έργο γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία, καθώς αναδεικνύει θεμελιώδη ηθικά θέματα, την αλαζονεία και την πτώση της, την αστάθεια της τύχης, τη ματαιότητα της εξουσίας και του πλούτου.
Η υπόθεση επικεντρώνεται στον πλούσιο βασιλιά της Λυδίας, του οποίου η έπαρση οδηγεί στην πτώση του, όταν δέχεται επίθεση από τον Πέρση βασιλιά Κύρο. Καταδικασμένος σε θάνατο δια πυρός, σώζεται τελικά χάρη στην επίγνωση των λόγων του φιλοσόφου Σόλωνα, που τον είχε προειδοποιήσει ότι "μηδένα προ του τέλους μακάριζε"...

Στην όπερα, ο Κροίσος παρουσιάζεται σαν τραγικός ήρωας, αρχικά αλαζόνας και στη συνέχεια συνειδητοποιημένος και ταπεινός, αναγνωρίζοντας την ουσία της σοφίας του Σόλωνα και τη μεταβλητότητα της ανθρώπινης μοίρας. Ο Κάιζερ ενισχύει την αφήγηση με ιδιαίτερη ενορχήστρωση, προσθέτοντας έγχορδα και πνευστά, που θυμίζουν την εξωτική ατμόσφαιρα της αρχαίας Ανατολής. Παράλληλα, στην πλοκή προστίθενται και μικρές ερωτικές ιστορίες μέσω των οποίων θίγονται θέματα πίστης και προδοσίας, ενώ υπερφυσικά στοιχεία υπογραμμίζουν την αβεβαιότητα της ανθρώπινης μοίρας και την εξάρτησή της από δυνάμεις πέρα από τον άνθρωπο.

"O Kροίσος επιδεικνύει τα πλούτη του στο Σόλωνα", Casper Casteleyn
Η σύγκρουση ανάμεσα στον πλούτο και τη σοφία τίθεται από την αρχή στο επίκεντρο της όπερας και διατρέχει ολόκληρη τη δράση, κορυφούμενη δραματικά στο τέλος. 

Η Α΄πράξη ανοίγει με μια επιβλητική σκηνή αυλικής μεγαλοπρέπειας. Η χορωδία και το ορχηστρικό ριτορνέλο υμνούν τον βασιλιά με τα λόγια "Croesus herrsche, Croesus lebe! - Ο Κροίσος ας κυριαρχήσει, ας ζήσει ο Κροίσος!", ενώ ο ύμνος συνεχίζεται με την ακτινοβολία του πλούτου και της ευτυχίας του. Η ορχήστρα, με τη χαρακτηριστική εναλλαγή τονικής και δεσπόζουσας, ενισχύει την αίσθηση επιδεικτικής ισχύος. Σύμφωνα με τη σκηνική οδηγία, όλοι οι αυλικοί είναι γονατιστοί μπροστά στο θρόνο, εκτός από τον φιλόσοφο Σόλωνα, που στέκεται όρθιος, υποδηλώνοντας την αντίθεσή του στην αντίληψη της ευτυχίας. Η μεγαλοπρεπής αυτή εικόνα διακόπτεται απότομα. Η πλήρης ορχήστρα αποσύρεται και παραμένει μόνο το κοντίνουο, δημιουργώντας ένα λιτό ηχητικό πλαίσιο για τον πρώτο διάλογο ανάμεσα στον Κροίσο και τον Σόλωνα.
Στο ρετσιτατίβo, ο Κροίσος υπερασπίζεται τον πλούτο, τη δύναμη και την εξουσία ως μέρος της ευτυχίας του, ενώ ο Σόλων αντιπαραθέτει τη φιλοσοφική του θέση πως τα πλούτη είναι μάταια, η ευτυχία αβέβαιη και μπορεί να κριθεί μόνο στο τέλος της ζωής κάποιου. Αυτή η σκηνή λειτουργεί σαν ηθικός άξονας της όπερας, και ο Σόλων δεν εμφανίζεται ξανά μέχρι την τελική δικαίωση των λόγων του.

Reinhard Keiser: "Croesus, Act I":


Στην Γ΄ πράξη, ο Κροίσος επιστρέφει στη σκηνή μεταμορφωμένος ιδεολογικά.. Στην άρια "Solon, weiser Solon - Σόλων, σοφέ Σόλων" -μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της όπερας- ανακαλεί τα λόγια του Σόλωνα με έντονη συναισθηματική φόρτιση:

"Κροίσος και Σόλων", Claude Vignon
Η αργή και μελαγχολική μελωδία, με την επαναλαμβανόμενη επίκληση του ονόματος του φιλοσόφου, αποδίδει την καθυστερημένη επίγνωση και τη βαθιά μεταστροφή του ήρωα.
Η άρια αυτή αποτελεί ουσιαστικά τη μουσική απόδοση του διδάγματος από την αφήγηση του Ηροδότου: "μηδένα προ του τέλους μακάριζε".
Ο άλλοτε πανίσχυρος βασιλιάς, έχοντας χάσει τα πάντα, συνειδητοποιεί ότι η ευτυχία δεν ταυτίζεται με τον πλούτο ή τη δύναμη, αλλά αποκαλύπτεται μόνο μέσα από την ολοκληρωμένη πορεία της ζωής.

"Σόλων, σοφέ Σόλων
τώρα καταλαβαίνω τα λόγια σου
Μηδένα προ του τέλους μακάριζε...
η ευτυχία δεν είναι αυτό που νόμιζα
η τύχη αλλάζει…
και όλα μπορεί να χαθούν…"



Reinhard Keiser: ""Croesus, Act III: Solon, weiser Solon":


Κείμενα γραμμένα με αφορμή την Ημέρα Ευτυχίας μπορείτε να διαβάσετε εδώ  και  εδώ.







Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

17 Φεβρουαρίου: ο Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά...

"Ο Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά", χαρακτικό του Καμίγ Φλαμαριόν

 



"Βλέπεις, δεν βόλευες στα ήθη.
για σένα στήθηκε η πυρά εκείνο το Φλεβάρη
και από κάτω ούρλιαζαν τα μανιασμένα πλήθη
ως να ‘ρθει ο θάνατος αργά για να σε πάρει.


Τόσο βαθύς κατατρεγμός ενάντια στην αλήθεια
του κόσμου μόνον η οργή, σκληρή ανταμοιβή σου
είναι αρχόντων και λαών μοναδική συνήθεια
να σε κρατήσουνε τυφλό, στο σάρκινο κελί σου..."

("Τζορντάνο Μπρούνο", ποίημα του Νικηφόρου Βυζαντινού, fractalart)



Ο Τζορντάνο Μπρούνο υπήρξε μια από τις πιο ανήσυχες και φωτεινές μορφές της ιταλικής Αναγέννησης. Φιλόσοφος, θεολόγος, ποιητής, πνεύμα ακούραστο που δεν χωρούσε στα όρια της εποχής του. Επηρεασμένος από τον Κοπέρνικο και τον νεοπλατωνισμό, τόλμησε να οραματιστεί ένα σύμπαν άπειρο, γεμάτο αμέτρητους κόσμους. Για κείνον, το θείο δεν κατοικούσε σε έναν μακρινό ουρανό, αλλά διαχεόταν σε κάθε μόριο της ύλης, σε κάθε μορφή ζωής. 


"Κι ένας μαύρος ήλιος, στο διάστημα,
θα καταπιεί τον ήλιο, τη σελήνη
και όλους τους πλανήτες που περιφέρονται
γύρω από τον ήλιο.
Να θυμάστε πως,
όταν το τέλος θα πλησιάζει,
ο άνθρωπος θα ταξιδεύει στο διάστημα
και από το διάστημα θα μάθει
την ημέρα του τέλους"

(Τζορντάνο Μπρούνο, "Περί του απείρου σύμπαντος και των κόσμων", 1584)


O Mπρούνο ενώπιον της Ιεράς Εξέτασης
Οι τολμηρές ιδέες του στάθηκαν αφορμή για τη μοιραία σύγκρουσή του με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Μετά από μακρά φυλάκιση καταδικάστηκε σε θάνατο δια της πυράς. Την απόφαση υπέγραψε ο καρδινάλιος Ρομπέρτο Μπελλαρμίνο. Γονατιστός μπροστά στους δικαστές του, άκουσε την ετυμηγορία που θα τον οδηγούσε στον θάνατο. Όταν σηκώθηκε, με βλέμμα σταθερό, απάντησε:

"Πιθανόν εσείς, κριτές μου, να ανακοινώνετε την καταδίκη εναντίον μου με μεγαλύτερο φόβο απ’ ό,τι τη δέχομαι εγώ".

Ήταν σαν σήμερα, 17 Φεβρουαρίου του 1600...Κι ενώ η Ρώμη γιόρταζε τον διορισμό του νέου Πάπα, ο Μπρούνο οδηγείτο στην πλατεία Campo de’ Fiori. Εκεί, ανάμεσα στους πάγκους όπου τις Κυριακές πωλούνται λουλούδια, υψώθηκε η πυρά. Μαζί του παραδόθηκαν στις φλόγες και πολλά από τα βιβλία του, σαν να επιχειρούσαν να κάψουν τον άνθρωπο, αλλά και τη σκέψη του. Όταν η φωτιά καταλάγιασε, οι στάχτες του σκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους, σαν να ήθελαν να διαλύσουν κάθε ίχνος της ύπαρξής του.

Κι όμως, τα τελευταία λόγια του έμειναν στην αιωνιότητα: "Να κάψεις, δεν σημαίνει πως διαψεύδεις".


"Ένας πυρσός εγίνηκες, ένας ακόμη φάρος
που στους ανθρώπους έδειξες της λευτεριάς το δρόμο
πως πρέπει κάποιος να μιλά με πίστη και με θάρρος
ένας ενάντια στους πολλούς, για αυτό σε βεβαιώνω.

Και η μορφή σου χάθηκε και πέρασε στη λήθη
μια λήθη όμως πρόσκαιρη που ο χρόνος δεν την σβήνει
κι αν τώρα σε χειροκροτούν τ’ ανθρώπινα τα πλήθη
το έγκλημα που έγινε, κανένας δεν το σβήνει!"


("Τζορντάνο Μπρούνο", Νικηφόρου Βυζαντινού, fractalart)


Άγαλμα του Μπρούνο στην πλατεία ντε Φιόρι, όπου κάηκε
Οι φλόγες έσβησαν, η ιδέα του απείρου όμως συνέχισε να καίει αθόρυβα μέσα στον χρόνο. Η σκέψη του Μπρούνο, που κάποιοι επιχείρησαν να αφανίσουν διέσχισε τους αιώνες, μεταμορφώθηκε, ρίζωσε σε νέες συνειδήσεις, ενέπνευσε ποιητές, φιλοσόφους, καλλιτέχνες. Και τέσσερις σχεδόν αιώνες αργότερα, στον 20ό αιώνα, βρήκε μια νέα φωνή, αυτή τη φορά μέσα από τη μουσική…

Η καντάτα "Novae de infinito laudes - Νέοι ύμνοι για το άπειρο" που γράφτηκε το 1962, αποτελεί το πιο επιβλητικό από τα ιδιαίτερα σημαντικά έργα για χορωδία και ορχήστρα που συνέθεσε ο Hans Werner Henze. Γραμμένη κατόπιν παραγγελίας της Royal Philharmonic Society, παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρώτη τον Απρίλιο του 1963, στο πλαίσιο της Μπιενάλε της Βενετίας.

Το έργο αντλεί το ποιητικό του υλικό από λατινικά κείμενα του 16ου αιώνα του ανθρώπου που συγκρούστηκε με τη θεολογική ορθοδοξία της εποχής του, Giordano Bruno.
Οι στοχασμοί του για το άπειρο σύμπαν, την αέναη κίνηση της ύλης και τη βαθιά ενότητα φύσης και θείου δίνουν στην καντάτα έναν κοσμολογικό και μεταφυσικό χαρακτήρα.

Η σύνθεση προορίζεται για τέσσερις σολίστες, μικτή χορωδία και μεγάλη ορχήστρα. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ορχηστρική γραφή, η οποία δίνει έμφαση στα χαμηλά ηχοχρώματα. Η παρουσία πληκτροφόρου, λαούτων και αρπών δημιουργεί μια διακριτική αναγεννησιακή απόχρωση, σαν η μουσική να γεφυρώνει τον 20ό αιώνα με την εποχή του Μπρούνο. Το ηχητικό αποτέλεσμα είναι βαρύ, στοχαστικό και γήινο, αλλά ταυτόχρονα διαποτισμένο από μια αίσθηση κοσμικής απεραντοσύνης.

Η ένταση και το βάθος των φιλοσοφικών ιδεών στα κείμενα κινητοποιούν τον Χέντσε να απαντήσει με μια μουσική γεμάτη συναίσθημα, ειλικρίνεια και δραματική ένταση. Η αλληλεπίδραση φωνών και οργάνων εμφανίζεται εξαιρετικά επεξεργασμένη...άλλοτε πυκνή και πολυεπίπεδη, άλλοτε γυμνή και εσωστρεφής. Καθώς το έργο εξελίσσεται, η μουσική αποκτά όλο και πιο αυστηρό, άκαμπτο χαρακτήρα σαν να μετατρέπεται σε καθαρό στοχασμό πάνω στην ιδέα του απείρου.

Οι ξαφνικές εκρήξεις ρυθμικής οξύτητας δεν λειτουργούν ως δραματικές κορυφώσεις. Συχνά περιβάλλονται από λεπτή αύρα ειρωνείας ή υπαινικτικής παρωδίας, σαν ο συνθέτης να σχολιάζει την ανθρώπινη αδυναμία να συλλάβει το άπειρο και την προσκόλληση σε αυστηρούς δογματισμούς.

Η καντάτα οργανώνεται σε έξι μέρη:

I. I. I corpi celesti  - Τα ουράνια σώματα
II.I quattro elementi - Τα τέσσερα στοιχεία
III. La continua mutazione -  Η συνεχής μεταβολή
IV. Il piacere è nel movimento - Η ηδονή βρίσκεται στην κίνηση
V. Il sorgere del sole - Η ανατολή του ήλιου
VI. Il sommo bene - Το υπέρτατο αγαθό

Η διαδοχή τους σχηματίζει ένα φιλοσοφικό τόξο, από την παρατήρηση του σύμπαντος και των φυσικών του δυνάμεων, περνά στη δυναμική της μεταβολής και της κίνησης ως θεμελιώδους αρχής της ύπαρξης, για να καταλήξει σε μια σχεδόν μυστικιστική αναζήτηση του ύψιστου αγαθού.
Έτσι, το "Novae de infinito laudes" αποτελεί ένα συμφωνικό - φιλοσοφικό οικοδόμημα, όπου η μουσική γίνεται φορέας κοσμολογικού στοχασμού και υπαρξιακής έντασης.


Hans Werner Henze: "Novae de infinito laudes"

Ο θάνατος του Τζορντάνο Μπρούνο δεν μπόρεσε να σβήσει τη φλόγα της σκέψης του. Αντίθετα, την μετέτρεψε σε σύμβολο του αδιαπραγμάτευτου ελεύθερου πνεύματος.
Σήμερα, ο Μπρούνο αναγνωρίζεται σαν προάγγελος της σύγχρονης επιστήμης, μάρτυρας της λογικής και πρωτοπόρος μιας κοσμικής φιλοσοφίας που αγκαλιάζει το άπειρο. Σημειωτέον ότι στην πλατεία όπου παραδόθηκε στη φωτιά, έχει στηθεί άγαλμά του στραμμένο προς το Βατικανό, μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι η ελευθερία της σκέψης δεν μπορεί ποτέ να καεί...





Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Δρέσδη 1945: Όταν η πόλη έγινε στάχτη...Μουσική μαρτυρία και θρήνος...

 

    Η κατεστραμμένη Δρέσδη μετά το βομβαρδισμό της 13ης Φεβρουαρίου 1945


Σαν σήμερα, 13 Φεβρουαρίου του 1945, ξεκινά η σφοδρή βομβιστική επίθεση της Δρέσδης. Η όμορφη πόλη στις όχθες του Έλβα, η "Φλωρεντία του Βορρά", γνωστή για την αρχιτεκτονική της, τα περίτεχνα κτίσματα και τα πλούσια σε εκθέματα μουσεία της, μετατρέπεται μέσα σε λίγες ώρες σε ένα φλεγόμενο ερείπιο, λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου. Ανταποκρίσεις της εποχής μιλούν για "πύρινη θύελλα και για μια πόλη που χάθηκε μέσα σε καπνό και στάχτη", ενώ προσωπικές μαρτυρίες καταγράφουν τη σιωπή που ακολούθησε, μια σιωπή βαριά όσο και τα ερείπια. Η Δρέσδη γίνεται σύμβολο της απόλυτης καταστροφής, αλλά και της μνήμης. 

Το πιο γνωστό μουσικό έργο που συνδέθηκε με το τραύμα της πόλης είναι το Όγδοο Κουαρτέτο του Σοστακόβιτς, γνωστό και ως "Κουαρτέτο της Δρέσδης", για το οποίο έχω γράψει στο παρελθόν.
Ωστόσο, η άμεση και βαθιά προσωπική μουσική απάντηση στα γεγονότα του 1945 προήλθε από έναν άνθρωπο που έζησε την απώλεια εκ των έσω.

Το "Wie liegt die Stadt so wüst - Πόσο έρημη είναι η πόλη" του Rudolf Mauersberger είναι ένα μοτέτο  ελεγειακού χαρακτήρα, μέρος του λεγόμενου "Κύκλου της Δρέσδης".
Ο Mauersberger, ως Kάντορας στην Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού της Δρέσδης και δ/ντής της περίφημης χορωδίας της, βίωσε προσωπικά την τραγωδία, χάνοντας αθώους μαθητές του στο βομβαρδισμό και βλέποντας την Kreuzkirche κατεστραμμένη. Μετά τον βομβαρδισμό διάβασε τους Θρήνους του Ιερεμία. Το κείμενο αντήχησε μέσα του σαν άμεσος καθρέφτης της καταστροφής:

Η Κreuzkirche μετά το βομβαρδισμό


"Πως απέμεινεν έρημη, χωρίς κατοίκους, και έμεινε μόνη η άλλοτε πολυάνθρωπη πόλη; Πως κατάντησε σαν τη χήρα, που στερήθηκε τον σύζυγόν της, η άλλοτε πολυπληθής μεταξύ όλων των εθνών! Πού έφτασε η αλλοτινή αρχόντισσα και πριγκίπισσα ανάμεσα στις άλλες χώρες...

Κατέπεσεν και δεν υπάρχει κανείς να την παρηγόρησει. Συ, Κυριε, ιδέ την άθλια κατάστασή μου, διότι ο εχθρός αλαζονεύεται και θριαμβεύει εναντίον μου".

Έτσι εμπνεύστηκε το μοτέτο, που έκανε πρεμιέρα τον Αύγουστο του 1945, κατά την πρώτη εσπερινή λειτουργία μετά τον πόλεμο, μέσα στην καμένη Kreuzkirche, έναν χώρο όπου τα ερείπια συνυπήρχαν με την προσευχή.

Το κείμενο αντλείται από επιλεγμένους στίχους των Θρήνων στη μετάφραση του Μαρτίνου Λούθηρου. Ο συνθέτης δεν ακολουθεί τη βιβλική διάταξη, παραλείπει τη ρητή αποδοχή της θείας κρίσης και επικεντρώνεται στη βιωμένη οδύνη και στο ερώτημα "γιατί":


"Γιατί , Κύριε, θέλησες για πάντα να μας λησμονήσεις,
να μας εγκαταλείψεις για όλη τη ζωή μας;"

Η επιλογή του αναδεικνύει τη δυστυχία της πόλης, την ακατανόητη συμφορά και την ικεσία για έλεος. Δεν πρόκειται για θεολογική πραγματεία αλλά για υπαρξιακή κραυγή. Η έμφαση στην παράκληση αντανακλούν την ψυχική κατάσταση του συνθέτη. Οι Θρήνοι αποτελούν το μέσο για να εκφραστεί το προσωπικό του πένθος.

Το έργο, γραμμένο σε φα ελάσσονα για μικτή χορωδία a cappella, διακρίνεται σε επιμέρους ενότητες που αντιστοιχούν σε κάθε στίχο, με έντονη αρμονική διαφοροποίηση και ιδιαίτερη φροντίδα στη μελοποίηση κάθε λέξης. Ο Mauersberger αξιοποιεί τονικές σχέσεις και πυκνές δυσαρμονίες, ώστε να εντείνει το αίσθημα αποσταθεροποίησης.
Το μοτέτο χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία μέρη:
Ι. περιγραφή της ερήμωσης
ΙΙ. δραματική κορύφωση με το επαναλαμβανόμενο "γιατί"
ΙΙΙ.  τελική ικεσία που δεν οδηγεί σε θριαμβική λύση αλλά σε ταπεινή περισυλλογή.

Το "Wie liegt die Stadt so wüst" εκτελείται παραδοσιακά κάθε 13 Φεβρουαρίου στη μνήμη των αδικοχαμένων και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μουσικά τεκμήρια άμεσης αντίδρασης στην καταστροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν είναι περιγραφική αναπαράσταση, αλλά λειτουργικό μνημόσυνο. Μέσα από τη λιτή αλλά φορτισμένη γλώσσα του, η κατεστραμμένη Δρέσδη μετατρέπεται σε διαχρονικό σύμβολο κάθε πόλης που γνώρισε την ερήμωση και η μουσική σε πράξη μνήμης, προσευχής και ηθικής μαρτυρίας.

 Rudolf Mauersberger: "Wie liegt die Stadt so wüst – Πόσο έρημη είναι η πόλη"


Για το Κουαρτέτο της Δρέσδης του Σοστακόβιτς μπορείτε να διαβάσετε εδώ.





Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Βελισάριος: Ηρωισμός και τραγωδία στη "Στάση του Νίκα" μέσα από τη μουσική του Ντονιτσέτι...

 

"Βελισάριος και Θεοδώρα σώζουν τον Ιουστινιανό από το πλήθος κατά τη Στάση του Νίκα", L. Kretzschmar


Η "Στάση του Νίκα" υπήρξε αποτέλεσμα βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής δυσαρέσκειας. Η βαριά φορολογία, η αυταρχική διοίκηση και οι μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού είχαν προκαλέσει την οργή τόσο του λαού όσο και της αριστοκρατίας. Οι δήμοι του Ιπποδρόμου και μέρος της Συγκλήτου αναζητούσαν ευκαιρία να αμφισβητήσουν την αυτοκρατορική εξουσία.

Σαν σήμερα, 11 Ιανουαρίου του 532 η ένταση κορυφώθηκε. Οι οπαδοί ξεσηκώθηκαν στον Ιππόδρομο φωνάζοντας την ιαχή "Νίκα", πυρπόλησαν κτίρια, πολιόρκησαν το παλάτι και προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές. Ο Ιουστινιανός φάνηκε ανίκανος να ελέγξει την κατάσταση και σκέφτηκε ακόμη και να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Όμως η αποφασιστική στάση της Θεοδώρας τον έπεισε να παραμείνει και να αντιδράσει.

Βελισάριος, Μωσαϊκό Ραβέννα
Καθοριστικό ρόλο ανέλαβαν τότε οι στρατηγοί του αυτοκράτορα, με εξέχουσα μορφή τον Βελισάριο. Δείχνοντας μεγάλο ζήλο και απόλυτη αφοσίωση στον Ιουστινιανό, συνέβαλε αποφασιστικά στον εγκλωβισμό των στασιαστών στον Ιππόδρομο και στη βίαιη καταστολή της εξέγερσης. Η επιχείρηση κατέληξε σε σφαγή χιλιάδων εξεγερμένων και έθεσε τέλος στη Στάση του Νίκα. Η στάση αυτή ανέδειξε τον Βελισάριο σε έναν από τους πιο έμπιστους και σημαντικούς συνεργάτες του Ιουστινιανού και τον καθιέρωσε ως έναν από τους σπουδαιότερους στρατηγούς της βυζαντινής ιστορίας.

Η προσωπικότητα και τα κατορθώματα του Βελισάριου ξεπέρασαν τα όρια της ιστορικής αφήγησης και τροφοδότησαν λαϊκές παραδόσεις, τη λογοτεχνία και τη μουσική τέχνη. Ο βυζαντινός στρατηγός μετατράπηκε σε σύμβολο τραγικού ήρωα: πιστός υπηρέτης της εξουσίας, που γνώρισε μεγάλη δόξα αλλά και αδικία. Αυτή η δραματική εικόνα ενέπνευσε τον Γκαετάνο Ντονιτσέτι, ο οποίος συνέθεσε την τραγική όπερα "Belisario", βασισμένη χαλαρά στη ζωή του φημισμένου στρατηγού της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας του 6ου αιώνα.

Το έργο Belisario είναι τραγωδία σε τρεις πράξεις (Θρίαμβος - Εξορία - Θάνατος), σε ιταλικό λιμπρέτο του Σαλβατόρε Καμαράνο, ο οποίος διασκεύασε το θεατρικό έργο Belisarius του Έντουαρντ φον Σενκ. Η όπερα του Γκαετάνο Ντονιτσέτι έκανε την πρεμιέρα της το 1836 στο Teatro La Fenice της Βενετίας και γνώρισε εντυπωσιακή επιτυχία, με αλλεπάλληλες παραστάσεις και θερμή υποδοχή τόσο από το κοινό, όσο και από τους κριτικούς.

Η πλοκή διαδραματίζεται στο Βυζάντιο του 6ου αιώνα και παρουσιάζει τον Βελισάριο ως ένδοξο αλλά αδίκως διωκόμενο στρατηγό. Μετά τον θρίαμβό του, υιοθετεί τον αιχμάλωτο Αλάμιρο, αγνοώντας το μίσος της συζύγου του Αντωνίνας, η οποία, πιστεύοντας ότι ο Βελισάριος ευθύνεται για τον χαμό του παιδιού τους, τον συκοφαντεί. Έτσι, ο αθώος στρατηγός κατηγορείται για προδοσία, φυλακίζεται, τυφλώνεται και εξορίζεται. Με τη βοήθεια της κόρης του Ειρήνης αντέχει τη δοκιμασία, ενώ ο Αλάμιρος, αγνοώντας την καταγωγή του, στρέφεται εναντίον του Βυζαντίου. Στο τέλος αποκαλύπτεται ότι είναι ο χαμένος γιος του Βελισάριου. O τυφλός στρατηγός σώζει την αυτοκρατορία, αλλά πεθαίνει τραυματισμένος, αποκαθιστώντας την αλήθεια και σφραγίζοντας τη μοίρα του ως τραγικού ήρωα.

Σύγχρονες κριτικές χαρακτήρισαν το έργο "νέο αριστούργημα της ιταλικής μουσικής", τονίζοντας ότι δεν ευχαρίστησε μόνο, αλλά "κατέκτησε και μάγεψε το κατάμεστο θέατρο". Παρ’ όλα αυτά, η επιτυχία του αποδείχθηκε βραχυπρόθεσμη, καθώς μελετητές επεσήμαναν αδυναμίες στη δραματουργική του συνοχή. Ο ίδιος ο Ντονιτσέτι αναγνώρισε ότι, παρά τις λαμπρές μουσικές στιγμές, το έργο υστερούσε σε σύγκριση με τη Λουτσία ντι Λάμερμουρ.

Παρά τις αδυναμίες της, η όπερα καθιέρωσε μουσικά τον Βελισάριο ως έντονα δραματική μορφή και ανέδειξε τη διαχρονική σημασία της ιστορικής του προσωπικότητας, που φανερώνεται στη Στάση του Νίκα, όταν με στρατηγική και αδάμαστο θάρρος σώζει την Κωνσταντινούπολη και γίνεται σύμβολο πίστης και ηρωισμού...

Μετά την εισαγωγή, που ξεχωρίζει για την ενέργεια και τη δραματική της ένταση, θέτοντας από την αρχή τον τόνο της τραγωδίας, ακούγεται το χορωδιακό "Serto di eterni lauri - Ας στεφανώσουμε με δάφνες αιώνιες", με το οποίο το πλήθος υποδέχεται τον στρατηγό Βελισάριο μετά τον θρίαμβό του στη Στάση του Νίκα. Η  θριαμβευτικού χαρακτήρα μουσική αποπνέει μεγαλοπρέπεια, ενώ οι φωνές δημιουργούν ένα "κύμα" ηχητικής ενέργειας που ενισχύει την αίσθηση συλλογικής δόξας, νίκης και περηφάνειας.

Το λιμπρέτο αποδίδει ποιητικά τον ενθουσιασμό του λαού:

"Ας στεφανώσουμε με δάφνες αιώνιες το μέτωπο
του γενναίου, αήττητου Βελισάριου, της δόξας της εποχής μας.
Μέσω του οποίου το Βυζάντιο έγινε αντίπαλος της Ρώμης.
Το όνομά του θα περάσει στους επόμενους αιώνες"

Donizetti: "Belisario - Serto di eterni lauri"


Σε μια συγκλονιστική στιγμή, εισέρχεται ο Ιουστινιανός, που δοξάζει το Θεό και εγκωμιάζει τον ήρωα, "O nume degli eserciti...":

"Κύριε των Δυνάμεων
δοξασμένο το όνομά Σου!
με την ουράνια βοήθειά Σου
οδήγησες στα ιταλικά πεδία
τον τρομερό ηγέτη
που νίκησε τους Γότθους
και στόλισε το στέμμα μου με ένα λαμπρό, νέο πετράδι"


Η σκηνή συνδυάζει μουσική και λόγο σε μια κορύφωση ηρωικής δόξας, αναδεικνύοντας το θάρρος, τη στρατηγική οξυδέρκεια και την ανυπέρβλητη πίστη του Βελισάριου.

Donizetti: "Belisario - O nume degli eserciti":


Στη 2η Πράξη, ο Βελισάριος, τυφλός πια, έχει εξοριστεί ύστερα από τη συκοφαντία εναντίον του. Την ίδια στιγμή, ο Αλάμιρος, αγνοώντας ότι είναι ο χαμένος γιος του, στρέφεται εναντίον του Βυζαντίου και ορκίζεται εκδίκηση στην άρια "Trema, Bisanzio":

"Τρέμε, Βυζάντιο! Πόλεμος αφανισμού
θα πέσει πάνω σου,
και κάθε δάκρυ του αδικημένου
θα το εξιλεώσει ποτάμι αίματος"

Donizetti: "Belisario - Trema, Bisanzio":


Η ζωή του Βελισάριου μας θυμίζει ότι ακόμη και οι μεγαλύτεροι ήρωες υπόκεινται σε κακοτυχίες και παγίδες της μοίρας, αλλά η τιμή και η θυσία τους παραμένουν αιώνιες. Μέσα από τη μουσική του Ντονιτσέτι, η ιστορία γίνεται διαχρονική, δίνοντας μαθήματα θάρρους, πίστης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας που συνεχίζουν να συγκινούν και να διδάσκουν.





Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

8 Φεβρουαρίου 1587: η εκτέλεση της Μαρίας Στιούαρτ της Σκωτίας...

 

"Η Εκτέλεση της Μαρίας, Βασίλισσας της Σκωτίας στις 8 Φεβρουαρίου 1587", Abel de Pujol



Η Μαρία Στιούαρτ αποχαιρετά τους δικούς της πριν τον αποκεφαλισμό της:

"Γιατί θρηνείτε; Γιατί κλαίτε; Να χαιρόσαστε μαζί μου…
Τότε που μ’ είχε η εχθρά μου και υπόφερα… τότε έπρεπε όλοι να με κλαίτε.
Καλόβολος σαν μπάλσαμο ζυγώνει ο χάρος, ο σοβαρός μου φίλος!
Με τις μαύρες του  φτερούγες τον ξεπεσμό μου θα σκεπάσει.
Εξευγενίζει το τέλος το μοιραίο τον ξεπεσμένο άνθρωπο.
Το στέμμα νιώθω πάλι επάνω στο κεφάλι μου κι αξιοπρέπεια στην ευγενικιά ψυχή μου". 

(Φ.Σίλλερ: " Μαρία Στιούαρτ", εκδ. Επικαιρότητα, μτφ: Β. Ρώτα, σελ.152,153)



Ήταν αργά το απόγευμα παραμονής της 8ης Φεβρουαρίου 1587, όταν η Μαρία Στιούαρτ ειδοποιήθηκε στο Φόδερινγκεϋ που βρισκόταν καταδικασμένη για προδοσία κατόπιν εντολής της ξαδέρφης της Βασίλισσας Ελισάβετ Α', ότι θα εκτελεστεί το επόμενο πρωί. Τις τελευταίες ώρες της ζωής της πέρασε με προσευχή. Το ικρίωμα που στήθηκε στη μεγάλη αίθουσα καλύφθηκε με μαύρο υφασμα, ίδιο με κείνο που κάλυπτε το μαξιλάρι για να γονατίσει...Όταν η γυναίκα έφτασε, γονάτισε σχετικά ψύχραιμη. Κατά τη συνήθεια της εποχής ο δήμιος ζήτησε συγχώρεση από την μελλοθάνατη και κείνη του απάντησε: "...Σε συγχωρώ με όλη μου την καρδιά, ελπίζω ο θάνατος να δώσει τέλος στα βασανά μου".

Την εκτέλεση είχαν άδεια να παρακολουθήσουν οι υπηρέτριές της, οι οποίες τη βοήθησαν να βγάλει τα ρούχα της. Το μεσοφόρι τη Μαρίας είχε χρώμα σκούρο βυσσινί, που για την Καθολική Εκκλησία ήταν το χρώμα του μαρτυρίου..

 Έσκυψε και τέντωσε τα χέρια της μπροστά λέγοντας: "Στα χέρια σου Θεέ παραδίδω το πνεύμα μου". Ο δήμιος έδωσε το πρώτο χτύπημα, που όμως δεν κατάφερε να κόψει πέρα πέρα το λαιμό. Το δεύτερο χτύπημα ήταν αποτελεσματικότερο, καθώς ο λαιμός κόπηκε εκτός από ένα μικρό μέρος του που ο εκτελεστής απέσπασε με το τσεκούρι. Ο δήμιος σήκωσε το κεφάλι ψηλά πιάνοντάς το από τα μαλλιά. Όμως, εκείνο έπεσε με όλο το βάρος του, αποκαλύπτοντας πως η Μαρία φορούσε περούκα. Τα μαλλιά της ήταν κοντά και αρκετά γκριζαρισμένα παρότι η γυναίκα ήταν μόλις 45 χρονών...


"Η Εκτέλεση της Μαρίας, Βασίλισσας της Σκωτίας στις 8 Φεβρουαρίου 1587", Ford Madox Brown 



Το θέμα της Μαρίας Στιούαρτ της Σκωτίας ήταν συνηθισμένο στην όπερα του 19ου αι.με λιμπρέτα που αφορούσαν την περίοδο της ζωής της που διώκονταν από την Ελισάβετ Α', την εποχή αιχμαλωσίας της και την εκτέλεσή της.  Λόγω της Καθολικής πίστης της ήταν προσωπικότητα ιδιαίτερα συμπαθής στη Ν.Ευρώπη...


O Nτονιτσέτι την περίοδο σύνθεσης της όπερας
Ανάμεσα στους συνθέτες που τη ζωή της μετέφεραν μουσικά επί σκηνής είναι ο Γκαετάνο Ντονιτσέτι, ο οποίος έχοντας δει το θεατρικό του Σίλλερ στο Μιλάνο σε ιταλική μετάφραση και θέλοντας ένα δυνατό θέμα γα τη νέα του όπερα αναζήτησε άμεσα λιμπρετίστα. Τον βρίσκει στο πρόσωπο του  Τζιουζέππε Μπαρντάρι, ενός  δεκαεπτάχρονου φοιτητή νομικής, που καθώς δεν έχει και τόση εμπειρία, δίνει την ευκαιρία στον Ντονιτσέτι να συνεργαστεί στενά μαζί του ή ακόμη και να γράψει ολόκληρες σκηνές, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό τη δομή του δίπρακτου λυρικού  δράματος: "Maria Stuarda".

Φαίνεται πως η περίοδος των Τυδώρ και οι βασίλισσές της συναρπάζουν τον βασιλιά του μπελκάντο Ντονιτσέτι, που  δίπλα στο όνομά του στις σελίδες  της Μουσικής αναγράφει : "Τριλογία των Τυδώρ-Three Donizetti Queens", εννοώντας τις όπερές του: "Άννα Μπολένα". "Ρομπέρτο Ντεβερέ"(εραστής της βασίλισσας Ελισσάβετ) και "Μαρία Στιούαρτ".

Ο Σίλλερ υπογραμμίζει την αλλαγή της Μαρίας στη διάρκεια της πολύχρονης φυλάκισής της. Δεν είναι πλέον το ωραίο, φιλόδοξο, επιπόλαιο και ματαιόδοξο πλάσμα, που υπήρξε πριν συναντήσει το μοιραίο. Στο πρόσωπό της συνενώνονται ο αρετές της μυστηριώδους ενοχής, ενός χαμένου σκοπού και μιας καρδιάς γεμάτης πάθος. Είναι μια γυναίκα πονεμένη που επιθυμεί την ελευθερία της. Ο Σίλλερ -κι έτσι ακριβώς θα την σκιαγραφήσει και ο Ντονιτσέτι στο λυρικό του δράμα- την παρουσιάζει ως έντιμη ύπαρξη, ως σύμβολο ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αυτοσυνειδησίας .

Υπενθυμίζουμε πως ο Σίλλερ επινόησε την συνάντηση των δυο γυναικών, κάτι που δεν συνέβη στην πραγματικότητα, πρόσθεσε επίσης και ερωτικό ανταγωνισμό μεταξύ τους, αφού διεκδικούσαν τον κόμη του Λέστερ, δίνοντας μεγαλύτερη ένταση στο δράμα του. Η δημιουργία του Ντονιτσέτι χαρακτηρίζεται "έργο για τραγουδιστές, στο οποίο η πλοκή και η δραματική εξέλιξη βασίζεται πάνω στο τραγούδι των τριών πρωταγωνιστών (των δύο βασιλισσών και του Λέστερ) και μέσα από το τραγούδι αυτό πραγματώνεται η ιστορία".

Μέσα από τη σύγκρουση των δυο γυναικών αναδύονται τα ιδιαίτερα ψυχολογικά χαρακτηριστικά καθεμιάς. 


  •  Καθώς η μουσική δομή της όπερας είναι αρκετά απλή, ανατίθεται σε καθένα από του τρεις πρωταγωνιστές μια "διπλή άρια" (ένα cantabile ακολουθούμενο από μια cabaletta )στις εισόδους τους και μια επιπλέον  στη Μαρία στο τέλος της όπερας, όταν έρχεται ο  κόμης του Λέστερ  να την αποχαιρετήσει. Η Μαρία, φανερά αναστατωμένη τού ζητά να τη στηρίξει την ώρα του θανάτου της και δηλώνει για άλλη μια φορά την αθωότητά της:

"Ah! se un giorno"

"Αχ! αν μια μέρα απ' αυτη τη φυλακή ήθελες 
να με πάρεις μακριά,
οδήγησέ με τωρα να πεθάνω δυνατή
στ'όνομα της αγάπης.
Το αθώο αίμα μου που θα χυθεί
μακάρι την οργή να κατευνάσει,
Μην επικαλεστείς την ψεύδορκη Αγγλία
μάστιγα ενός τιμωρού θεού"

Donizetti: "Maria Stuarda , Act III: Ah! se un giorno" / Joan Sutherland


  • Ο ιταλός συνθέτης ως μάστορας του μπελκάντο γράφει μεν αριστουργηματικές άριες, όμως  αναθέτει και στη χορωδία έναν ουσιαστικό και όχι διακοσμητικό ρόλο.Όπως στη σκηνή της εκτέλεσης της Μαρίας Στιούαρτ, που το πληθος ψάλλει το σπαρακτικό θρήνο του θανάτου(Ιnno della morte), από τα πλέον συγκινητικά μέρη της παρτιτούρας, υπογραμμίζοντας ότι ο θάνατος μιας βασίλισσας θα ντροπιάσει την Αγγλία.

  Inno della morte:

"Ω μακάβρια σύνεργα!
Η λαιμητόμος, το τσεκούρι ...
Η αίθουσα τελετών ...
Και ο κόσμος τρέμει
κοντά στη σκάλα της μοιραίας σκηνής.
Τι θέα! Τι φρίκη!
Το θύμα περιμένει
το δυσμοιρο πλήθος.
Το θύμα κατευθύνει.
Ω ευμεταβλητη μοίρα! 
Αλλά ο βάρβαρος θάνατος μιας Βασίλισσας 
θα προσβάλλει και θα ντροπιάζει πάντα την Αγγλία"

Donizetti: "Maria Stuarda , Act III:  Inno della morte-Ύμνος του θανάτου":


Η "Maria Stuarda" είναι άλλη μια όπερα, που αποδεικνύεται πως στον Ντονιτσέτι, η εκφραστικότητα αποκτά ακόμα πιο δραματική διάσταση και κάθε νότα, κάθε διάνθισμα παίρνει ιδιαίτερο νόημα αποτυπώνοντας πιστά την ατμόσφαιρα, που εκτυλίσσεται η σκηνή.


"Η Εκτέλεση της Μαρίας, Βασίλισσας της Σκωτίας στις 8 Φεβρουαρίου 1587
στο Κάστρο Fotheringhay"
(Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων Σκωτία, Εδιμβούργο)

Το ιδιαίτερο εικαστικό παραπάνω φιλοτεχνήθηκε το 1613 κι εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων της Σκωτίας στο Εδιμβούργο. 

Όπως προείπαμε η Στιούαρτ εκτελέστηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1587 μετά από δεκαεννέα χρόνια αιχμαλωσίας, ένοχη για συνωμοσία και σχέδιο δολοφονίας της Ελισάβετ Α'. Στη συγκεκριμένη υδατογραφία ίσως ξαφνιάζει ο τρόπος απεικόνισης των ενδυμάτων, που παραπέμπουν σε Ολλανδικό στυλ. Ομως κάτι τέτοιο δικαιολογείται καθώς η ακουαρέλα έγινε για έναν Ολλανδό αξιωματούχο που συνέταξε ένα λεύκωμα με ιστορικές εκτυπώσεις και σχέδια. Παρατηρείστε πως στ'αριστερά ο καλλιτέχνης έχει σχεδιάσει τη σκηνή που τα ρούχα της Μαρίας ρίχνονται στην πυρά προκειμένου να αποτραπεί στους υποστηρικτές της να τα κρατήσουν ως ιερό κειμήλιο.