Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Ζαν Ανούιγ – Φρανσίς Πουλένκ: Δρόμοι της αγάπης, της μνήμης, της ψευδαίσθησης...

 



Ο Ζαν Ανούιγ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του γαλλικού θεάτρου του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε σαν σήμερα, 23 Ιουνίου 1910, στο Μπορντώ, και μεγάλωσε σε περιβάλλον κοντά στη μουσική και στη σκηνή. Ο πατέρας του εργαζόταν ως ράφτης, ενώ η μητέρα του έπαιζε βιολί. Σπούδασε για λίγο νομικά στο Παρίσι, όμως πολύ νωρίς τον κέρδισε ο κόσμος του θεάτρου. Στο έργο του συνυπάρχουν το ποιητικό και το μελαγχολικό, το ονειρικό και το ειρωνικό, με ήρωες που συχνά παγιδεύονται ανάμεσα στη μνήμη, την αθωότητα, την ψευδαίσθηση και τη φθορά της πραγματικότητας.

Μέσα σε αυτό το λεπταίσθητο και βαθιά θεατρικό σύμπαν γεννήθηκε, το 1940, και η "Leocadia", ένα από τα πιο τρυφερά και μελαγχολικά έργα του, όπου ο έρωτας, η ανάμνηση και η ψευδαίσθηση συνταιριάζονται μοναδικά.

Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τον πρίγκιπα Αλμπέρ, που ζει στοιχειωμένος από την ανάμνηση της Λεοκάντια, μιας γυναίκας που αγάπησε για τρεις μόλις μέρες πριν εκείνη βάλει τέλος στη ζωή της. Η πάμπλουτη δούκισσα θεία του προσπαθεί να τον κρατήσει φυλακισμένο μέσα σ' αυτή τη μνήμη, ανασυνθέτοντας σχεδόν σκηνοθετικά τον κόσμο του χαμένου έρωτα. Για τον σκοπό αυτό φέρνει κοντά του την Αμάντα, μια φτωχή μοδίστρα που μοιάζει εκπληκτικά στη Λεοκάντια, ελπίζοντας να αναβιώσει το όνειρο και να παρατείνει τη γοητεία του παρελθόντος.
Στην αρχή ο νεαρός πρίγκιπας προσκολλάται απελπισμένα στην ανάμνηση, σαν να φοβάται πως αν την αποχωριστεί, θα προδώσει το ίδιο το νόημα της ζωής του. Σταδιακά, όμως, μέσα από τη γνωριμία του με την Αμάντα, ο Αλμπέρ αρχίζει να απομακρύνεται από το φάντασμα του παρελθόντος και να συνειδητοποιεί ότι η αληθινή ζωή δεν βρίσκεται στην ανάμνηση και στην ψευδαίσθηση, αλλά στο παρόν και στην αγάπη που μπορεί ακόμη να γεννηθεί.

Όπως αναφέρεται στο radio-theatre.com ο Άγγελος Τερζάκης σημειώνει στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου το 1958, όταν ανέβηκε το έργο στην Ελλάδα:
"Το έργο αποτελεί μια στιγμή ευφροσύνης του Ανούιγ, όπου ο ποιητής συνθέτει την ειρωνεία με την τρυφερότητα, το πιο διακριτικά φανταστικό με το γκροτέσκο. Εύθραυστη κατασκευή, σαν κι εκείνα τα υγρά κρύσταλλα που σκαρώνει παίζοντας η φαντασία της πάχνης την αυγή, και που λάμπουν μια τελευταία φορά, έντονα, ιριδίζοντας, πριν πάρει να ζεστάνει ο ήλιος και τα λιώσει…"

Τη σκηνική μουσική για την πρεμιέρα της "Λεοκάντια" του Ζαν Ανούιγ το 1940, συνέθεσε ο Φρανσίς Πουλένκ, από την οποία ξεχώρισε το "Les chemins de l’amour", ένα valse chantée που ερμήνευσε η εμβληματική Yvonne Printemps.
Μέσα στο έργο λειτουργεί σαν μουσικό μοτίβο της ανάμνησης και του χαμένου έρωτα, συνδέοντας τον πρίγκιπα Αλμπέρ με τη νεκρή Λεοκάντια και με τον κόσμο της νοσταλγίας που τον κρατά αιχμάλωτο στο παρελθόν.

Ο Πουλένκ συνδυάζει την κομψότητα του σαλονιού με μια υπόγεια μελαγχολία, χαρακτηριστική της αισθητικής του. Το ύφος του εντάσσεται στον ύστερο ιμπρεσιονισμό, με έντονα νεοκλασικά και θεατρικά στοιχεία. Μικρές μελωδικές καμπύλες και επαναλήψεις ενισχύουν την αίσθηση νοσταλγικής εμμονής, υπηρετώντας το δραματικό νόημα του έργου. Η μουσική περιπλανιέται, όπως ακριβώς και η μνήμη...


"Δρόμοι της αγάπης μου
σας γυρεύω ακόμα,
δρόμοι χαμένοι
πια δεν υπάρχετε,
κι οι αντίλαλοί σας βουβοί.

Δρόμοι της απελπισιάς,
δρόμοι της μνήμης,
δρόμοι της πρώτης μέρας,
θεϊκοί δρόμοι του έρωτα"

F. Poulenc: "Les chemins de l’amour", Yvonne Printemps:

To τραγούδι αφιερώθηκε στην 
Printemps, η οποία πρωταγωνίστησε στην πρεμιέρα. 


Το τραγούδι υπήρξε επίσης ιδιαίτερα αγαπημένο της μεγάλης Αμερικανίδας λυρικής ερμηνεύτριας Τζέσι Νόρμαν, η οποία το συμπεριλάμβανε συχνά στα ρεσιτάλ της, αναδεικνύοντας με τη μοναδική της φωνή τη λεπτή μελαγχολία και τη νοσταλγική του χάρη.

F. Poulenc: "Les chemins de l’amour", Jessye Norman:



Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ρίχαρντ Στράους: μια όπερα, "θέατρο μέσα στο θέατρο"...

 





Κάθε χρόνο, στις 27 Μαρτίου, η Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου μας υπενθυμίζει τη μαγεία της σκηνής. 'Οτι το θέατρο δεν είναι απλή ψυχαγωγία, αλλά καθρέφτης της ίδιας της ζωής μας. Είναι ένας κόσμος όπου συνυπάρχουν οι αντιθέσεις, το τραγικό και το κωμικό, το υψηλό και το καθημερινό.

Αυτή τη μέρα, ας γιορτάσουμε την ικανότητα της τέχνης να ενώνει αντίθετα στοιχεία και να μετατρέπει τις συγκρούσεις σε αρμονία, μέσα από μια όπερα που μας θυμίζει ότι η σκηνή ποτέ δεν είναι μόνο μία, αλλά τόσες όσες και οι αλήθειες μας.

Στο ερώτημα τι είναι τελικά το θέατρο, υψηλή τέχνη για λίγους ή ζωντανή εμπειρία για όλους, στέκεται η όπερα "Ariadne auf Naxos" του Ρίχαρντ Στράους σαν ένα καθρέφτισμα της ίδιας της τέχνης.

Ένα έργο "θέατρο μέσα στο θέατρο", όπου η όπερα συναντά την commedia dell’arte, το υψηλό συνδιαλέγεται με το λαϊκό, το τραγικό με το ανάλαφρο.
Στον ίδιο χώρο, την ίδια στιγμή, συνυπάρχουν δύο κόσμοι που φαινομενικά δεν ταιριάζουν κι όμως, μέσα από τη σύγκρουσή τους γεννιέται κάτι βαθιά ανθρώπινο.

Η Αριάδνη, εγκαταλελειμμένη και βυθισμένη στην απόγνωση και δίπλα της οι φιγούρες της κωμωδίας, με το παιχνίδι και την ειρωνεία τους.
Δύο αισθητικές, δύο αλήθειες. Ποια είναι πιο "αληθινή";

Ίσως τελικά το θέατρο, όπως και η ζωή, να μη διαλέγει. Να τα χωρά όλα. Την τραγωδία και το γέλιο, το υψηλό και το απλό, τη σιωπή και τη φωνή.

Και ίσως γι’ αυτό η τέχνη παραμένει ζωντανή...Γιατί δεν φοβάται την αντίθεση, αλλά την μετατρέπει σε αρμονία.


Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου λοιπόν, ας θυμηθούμε ότι η σκηνή δεν είναι ποτέ μία, αλλά πολλές, όσες και οι αλήθειες μας...


Η όπερα του Ρίχαρντ Στράους "Αριάδνη στη Νάξο" αποτελεί έναν από τους πιο εκλεκτούς καρπούς της συνεργασίας του με τον λιμπρετίστα του, Ούγκο φον Χοφμάνσταλ. Γεμάτη γοητευτικές μελωδίες και πλούσια σε αντιθετικά συναισθήματα, χαρακτηρίζεται από υποδειγματική συνθετική διαύγεια και χωρίζεται σε δύο μέρη, τον Πρόλογο και την ίδια την όπερα.

Εμείς θα ακούσουμε την ορχηστρική εισαγωγή του Προλόγου, ο οποίος λαμβάνει χώρα στο πολυτελές σπίτι ενός πλούσιου Βιεννέζου.
Στη σκηνή εμφανίζονται ηθοποιοί, τεχνικοί κι ο σκηνοθέτης και παρακολουθούμε τις προετοιμασίες για το σκηνικό έργο που θα ακολουθήσει μετά το δείπνο.

Δύο ομάδες ηθοποιών προσπαθούν να συνυπάρξουν. Η πρώτη θα παρουσιάσει τη σοβαρή όπερα "Αριάδνη στη Νάξο", ενώ η δεύτερη, εντελώς διαφορετική, με αρχηγό την τσαχπίνα και κοκέτα Zerbinetta, θα παρουσιάσει μια ιταλική κωμωδία με ήρωες από την Κομέντια ντελ' Άρτε. Ακολουθεί ένα πανδαιμόνιο, όπου οι διαφορετικοί χαρακτήρες συγκρούονται και συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο σκηνικό πλαίσιο...


Richard Strauss: "Ariadne auf Naxos, Op. 60" - Prologue



Για να διαβάσετε παλαιότερα κείμενα σχετικά με την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, χρησιμοποιήστε τη λειτουργία αναζήτησης. Θα ανακαλύψετε περισσότερες σκέψεις και αναλύσεις γύρω από την τέχνη του θεάτρου.






Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Μολιέρος - Λυλλύ - Σαρπαντιέ: "Γάμος με το στανιό..."

 

Εξώφυλλο του 1682



Θεωρείται ο "πατέρας της φαρσοκωμωδίας". Ο Μολιέρος γεννήθηκε σαν σήμερα, 15 Ιανουαρίου 1622 στο Παρίσι, σε μια πόλη που έσφυζε από θέατρο, θόρυβο και ανθρώπινους τύπους, υλικό που αργότερα θα γινόταν η πρώτη ύλη της τέχνης του. Αν και προοριζόταν για μια ασφαλή αστική ζωή, εκείνος διάλεξε τον αβέβαιο δρόμο της σκηνής. Υπηρέτησε το θέατρο σαν συγγραφέας, αλλά και ως ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Μολιέρος
Μέσα από χρόνια περιπλάνησης και εμπειρίας, διαμόρφωσε ένα θέατρο ζωντανό και αιχμηρό. Θεωρείται ο θεμελιωτής της "υψηλής Κωμωδίας", όπου το γέλιο συνυπάρχει με την κοινωνική παρατήρηση. Στα έργα του αντανακλώνται τα ήθη της εποχής και οι διαστρωματώσεις της κοινωνίας, από τους αλαζόνες αστούς έως τους ψευδοδιανοούμενους και τους υποκριτές της εξουσίας.

Ο Μολιέρος υπήρξε έξοχος μάστορας της θεατρικής σκηνής. Καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα, την υποκρισία και τον φαρισαϊσμό με οξύ πνεύμα και λεπτή ειρωνεία, δίνοντας φωνή στη λαϊκή ματιά και στο κοινό αίσθημα. Το γέλιο του δεν ήταν επιφανειακό, ήταν όπλο και αποκάλυψη μαζί.

Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Ζαν-Μπατίστ Λυλλύ, έναν μουσικό με ένστικτο θεατρικό. Η συνεργασία τους γέννησε την comédie-ballet, όπου ο λόγος, η μουσική και ο χορός ενώνονται οργανικά. Η μουσική του Λυλλύ στολίζει μεν τον λόγο του Μολιέρου, αλλά επίσης τον σχολιάζει, τον ειρωνεύεται, τον φωτίζει.


Jean-Baptiste Lully
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το 1664 γεννήθηκε και η μουσική κωμωδία "Le Mariage forcé - Βίαιος Γάμος ή Γάμος με το στανιό".
Εδώ ο Μολιέρος στρέφει το βλέμμα του στον γάμο ως κοινωνικό καταναγκασμό και στον άνθρωπο που παγιδεύεται από τους ίδιους του τους φόβους. Ο Σγκαναρέλος, 53 ετών και εύπορος, θέλει να παντρευτεί τη νεαρή και όμορφη Δοριμίνα. Ο φίλος του, Ιερώνιμος, προσπαθεί να τον μεταπείσει, αλλά μάταια. Στρέφεται σε φιλοσόφους και μάντεις για καθοδήγηση, μόνο και μόνο για να μπερδευτεί ακόμη περισσότερο. Όταν ανακαλύπτει ότι η Δοριμίνα ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματά του και ελπίζει να μείνει χήρα σύντομα, αποφασίζει να αποσυρθεί. Ωστόσο, ο αδελφός της τον προκαλεί σε μονομαχία και όταν αρνείται, τον ξυλοκοπεί. Στο τέλος, ο καημένος Σγκαναρέλος καταλήγει παντρεμένος αναγκαστικά, με τη μοίρα να του χαμογελά ειρωνικά.


Ας διαβάσουμε ένα σπαρταριστό μονόλογο του Σγκαναρέλου που καυχιέται για τη φυσική του κατάσταση:


Από εικονογράφηση του 1773
"ΣΓΚΑΝ: -Απορώ, Ιερώνυμε, πώς δεν σας φαίνομαι ικανός να σκέφτομαι για γάμο. Ας αφήσουμε, λοιπόν, το θέμα της ηλικίας. Είκοσι, δέκα, δεκαπέντε ή πέντε… όλα αυτά είναι εκτός θέματος. Οι γυναίκες μόνο φροντίζουν να βλέπουν τα πράγματα με την ηλικία… Ιερώνυμε, τα πράγματα! Μπορείτε να μου βρείτε ένα νέο, εικοσιπενταετή, πιο γενναίο και δυναμικό από εμένα; Μπορείτε; Ε;
Οι κινήσεις του σώματός μου δεν είναι πιο κομψές και πιο χαριτωμένες από κάθε άλλου; (Περιπατάει γελοία.) Μπορώ να περπατάω πέντε, έξι, επτά ώρες συνεχόμενα χωρίς να κουραστώ! Με είδε ποτέ κανείς πάνω σε άμαξα;
Και μετά, το πιο χαρακτηριστικό της ηλικίας είναι τα δόντια· να! Κοίταξέ τα, σπάνε καρύδια και δεν φοβούνται τίποτα. Και δεν τρώγω τα τέσσερα γεύματα της μέρας με κάθε γενναιότητα εκτός από καφέ και πρωινό; Ας έρθει να φάει μαζί μου ο νέος ο εικοσιπενταετής, και αν δεν τον κάνω να πάρει γερμανικά χάπια, θα μου πεις! Το στομάχι μου, Ιερώνυμε, είναι σπάνιο πράγμα, δώρο της παντοδυναμίας της φύσης!(Βήχει.) Χούμ! Χούμ! Χούμ! Ε! Σε έπεισα, δεν αμφιβάλλω. Τι λές τώρα; Και συ ο ίδιος θ' απορείς, βέβαια…"
(Πηγή: Ανοικτή Βιβλιοθήκη)


Το έργο παρουσιάστηκε πρώτα στο Λούβρο, ως αυλική διασκέδαση. Συνδυάζει θεατρικό λόγο, χορό και μουσική. Μια θεατρικη κωμωδία με μουσικά και χορευτικά επεισόδια. Η μουσική του Λυλλύ εμφανίζεται σε συγκεκριμένα σημεία. Περιλαμβάνει ορχηστρικά(ritournelles), αυλικούς χορούς (Bouree, gavotte, rondeau) και σύντομα φωνητικά κομμάτια, συχνά κωμικού χαρακτήρα. Λειτουργεί δραματουργικά, σχολιάζει, ειρωνεύεται ή εντείνει το κωμικό στοιχείο, δίνοντας ρυθμό, φρεσκάδα και ζωντάνια στις σκηνές.

Η μουσική ακολουθεί το τυπικό γαλλικό μπαρόκ ύφος με σαφή ρυθμό, κομψότητα και συμμετρία, με στενή σχέση μουσικής και κίνησης. Είναι άμεση, οικεία, παιχνιδιάρικη και θεατρική. Έτσι, το έργο κυλά ανάλαφρα, με τη μουσική του Λυλλύ να συνοδεύει, να υπογραμμίζει τα αστεία, να δίνει ρυθμό και να εντείνει την ειρωνεία, να αφήνει πίσω της τη γνώριμη διαπίστωση ότι το γέλιο είναι ο μόνος τρόπος να αντέξουμε.

Lully - Suite from "Le Mariage Forcé", LWV.20:



Το 1672, μετά τη ρήξη μεταξύ του Μολιέρου και του Λυλλύ, ο Βίαιος Γάμος παρουσιάστηκε εκ νέου με νέα ιντερμέδια από τον Marc-Antoine Charpentier. Είχε προηγηθεί μια περίοδος έντασης μεταξύ του θεατρικού συγγραφέα και του Λυλλύ, μετά τη χορήγηση του μονοπωλίου της όπερας στον αυλικό μουσικό. Ενοχλημένος από την κατάσταση, ο Μολιέρος στράφηκε στον Σαρπαντιέ, που μόλις είχε επιστρέψει από την Ιταλία γεμάτος νέες μουσικές ιδέες.

Marc-Antoine Charpentier
Η συνεργασία τους στον "Γάμο με το στανιό" έφερε νέα μουσικά ιντερλούδια και χορευτικά νούμερα, γεμάτα μελωδική χάρη και ζωντάνια. Συνδυασμένα με το πνευματώδες και γεμάτο χιούμορ κείμενο του Μολιέρου, δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που γοητεύει το κοινό διαχρονικά.

Το εγχείρημα σημείωσε μεγάλη επιτυχία, σφραγίζοντας έτσι μια μακρά και γόνιμη συνεργασία μεταξύ του συγγραφέα και του συνθέτη. Σε αυτή την πρώτη απόπειρα, ο Σαρπαντιέ βρήκε αμέσως μια ανάλαφρη και κωμική χροιά, αξιοποιώντας επιδέξια τις συνθετικές τεχνικές της ιταλικής μουσικής, που τότε αποτελούσαν αντικείμενο αισθητικής συζήτησης. Το υλικό αφθονεί σε παρωδικά εφέ, όπως κραυγές ζώων, τα οποία έχουν μελοποιηθεί με φαντασία από τον Charpentier, προσδίδοντας στην παράσταση ζωντάνια, χιούμορ και θεατρικό πλούτο.
Από τα ιντερμέδια ξεχωρίζει το σατιρικό και άκρως παιχνιδιάρικο "La, la, la, la, bonjour", ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το ξεκαρδιστικό τμήμα με τις φωνές των ζώων στο 3:44, που απογειώνει την κωμική ατμόσφαιρα της σκηνής.Απολαύστε!


Marc-Antoine Charpentier: "Intermèdes nouveaux du Mariage forcé, H. 494,
La, la, la, bonjour"



Για το Μολιέρο υπάρχουν πολλά κείμενο στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!




Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

"Ημέρα Όπερας": Από τη φλόγα της "Κάρμεν" στη λάμψη της "Νυχτερίδας"...







Η Παγκόσμια Ημέρα Όπερας γιορτάζεται στις 25 Οκτωβρίου, ημέρα γέννησης του Ζωρζ Μπιζέ και του Γιόχαν Στράους Υιού.

Η 25η Οκτωβρίου, ενώνει συμβολικά τους δύο μεγάλους δημιουργούς που μέσα από διαφορετικούς δρόμους, την όπερα και την οπερέτα, ύμνησαν τη δύναμη του μουσικού θεάτρου.
Ο Μπιζέ με το πάθος και το δράμα της "Κάρμεν", ο Στράους με τη φινέτσα και τη χαρά της "Νυχτερίδας", εκφράζουν τις δύο όψεις του ίδιου καλλιτεχνικού οράματος...τη μουσική ως σημαντικό μέρος του θεάτρου. 

Παρά τις διαφορετικές αισθητικές προσεγγίσεις, η "Κάρμεν"  και η "Νυχτερίδα" συνδέονται ως χαρακτηριστικά παραδείγματα μουσικού θεάτρου του 19ου αιώνα, όπου η μουσική και ο χορός δεν περιορίζονται σε συνοδευτικό ρόλο, αλλά υποστηρίζουν ενεργά την πλοκή, αναδεικνύουν τις ανθρώπινες σχέσεις και κάνουν τη σκηνική παρουσία μέσο έκφρασης συναισθημάτων.

Συγκεκριμένα:

Και τα δύο έργα απεικονίζουν αστικά περιβάλλοντα και κοινωνικές σχέσεις. Στην Κάρμεν, η δράση διαδραματίζεται σε ισπανική πόλη με εργάτες και στρατιώτες, σκιαγραφώντας την καθημερινή ζωή και τις κοινωνικές τάξεις, ενώ στη Νυχτερίδα, η κοινωνική ελίτ της Βιέννης γίνεται το σκηνικό για τις περιπέτειες, τα παιχνίδια και τις σκανδαλιές των χαρακτήρων. Παρά τη διαφορά ύφους -δραματικό στην πρώτη, κωμικό στη δεύτερη- και τα δύο έργα αντανακλούν τη ζωή της πόλης και τις σχέσεις των ανθρώπων μέσα σ' αυτήν.

Και στα δύο έργα κεντρικό θέμα είναι ο έρωτας, που καθοδηγεί την πλοκή με διαφορετικούς τρόπους. Στην "Κάρμεν", ο έρωτας είναι παθιασμένος, εκρηκτικός και μοιραίος, ενώ στη "Νυχτερίδα", εμφανίζεται μέσα από παρεξηγήσεις, μασκαρέματα και φάρσες, με χιουμοριστική διάθεση. Μέσα απ' αυτά τα έργα, ο Μπιζέ και ο Στράους εξερευνούν διαφορετικές όψεις του ίδιου συναισθήματος, αποδεικνύοντας την πολυπλοκότητα της ζωής.

Η μουσική και ο χορός παίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της πλοκής και την ανάδειξη των χαρακτήρων. Στην Κάρμεν, τσιγγάνικες μελωδίες και χοροί όπως η seguidilla ενισχύουν τη δράση και την ένταση, ενώ στη Νυχτερίδα, τα βαλς και οι πόλκες δημιουργούν κίνηση, ρυθμό και αίσθηση γιορτής. Και στις δύο περιπτώσεις, η μουσική γίνεται κινητήριος δύναμη που ζωντανεύει την πλοκή.

Τέλος, και οι δύο δημιουργοί δίνουν μεγάλη σημασία στη σκηνική ζωντάνια και την θεατρικότητα των χαρακτήρων. Στην Κάρμεν, η ένταση και η τραγικότητα κορυφώνονται στη σκηνή της ταυρομαχίας, ενώ στη Νυχτερίδα, η κωμική σύγχυση φτάνει στο αποκορύφωμά της μέσα από μεταμφιέσεις και ανατροπές ώσπου τέλος οι παρεξηγήσεις να ξεκαθαρίζουν..

  • Στην "Κάρμεν", η σκηνή της ταυρομαχίας συνοδεύεται από το μοτίβο της μοίρας που διακόπτεται απότομα αρκετές φορές για να δηλώσει το μοιραίο της αναμέτρησης μεταξύ Δον Χοσέ και Κάρμεν, που ακολουθεί. Δραματικές δοξαριές στα έγχορδα, έντονοι ρυθμοί και αρμονικές αντιθέσεις υπογραμμίζουν την αγωνία και τραγικότητα της σκηνής. Ο Δον Χοσέ παρακαλεί την όμορφη τσιγγάνα να επιστρέψει σ' αυτόν. Μάταια...Κι ενώ ακούγονται ζητωκραυγές από την αρένα η Κάρμεν πετάει περιφρονητικά το δαχτυλίδι που της είχε δώσει. Εκείνος θολωμένος τη μαχαιρώνει, και καθώς ο νικητής Εσκαμίγιο επευφημείται από το πλήθος, η Κάρμεν αφήνει την τελευταία της πνοή...

  • Αντίστοιχα, στη "Νυχτερίδα", στο φινάλε της Γ’ Πράξης, στη μεγάλη σκηνή της αποκάλυψης και της αποκατάστασης της τάξης, ακούγεται έντονη, γρήγορη μουσική χορευτικού ρυθμού που ενισχύει το κωμικό στοιχείο, την αίσθηση χάους, τις ανατροπές αλλά και τη χαρά. Όλα ερίχαν ξεκινήσει από μια φάρσα: μετά από έναν αποκριάτικο χορό, ο Δρ. Φάλκε βρέθηκε να περιφέρεται στους δρόμους, μασκαρεμένος με κοστούμι νυχτερίδας. Υπεύθυνος για τη φάρσα ήταν ο φον Άιζενστάιν, τον οποίο ο Φάλκε αποφασίζει να εκδικηθεί κατά τη διάρκεια του χορού που παραθέτει ο Ρώσος πρίγκιπας Ορλόφσκι. Άφθονο ποτό, ζαλισμένοι ήρωες και πλήθος μεταμφιέσεων δημιουργούν εορταστική ατμόσφαιρα, παρασύροντας τους χαρακτήρες σε μια σειρά κωμικών καταστάσεων που κορυφώνονται στη φυλακή, όπου τελικά οι παρεξηγήσεις ξεκαθαρίζουν. Όλοι τραγουδούν ευτυχισμένοι το "Τραγούδι της Σαμπάνιας", καθώς δέχονται ότι η άσχημη συμπεριφορά τους οφείλεται στην επίδραση του αφρώδους οίνου, που κατανάλωσαν. 


Απολαύστε τα δύο αυτά μέρη, που αποδεικνύουν πώς η μουσική και η δράση συνυπάρχουν αρμονικά, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο θεατρικό αποτέλεσμα. 
Σήμερα, 25 Οκτωβρίου, που γιορτάζεται ως "Ημέρα Όπερας" τα δύο αυτά αριστουργήματα του παγκόσμιου μουσικού ρεπερτορίου μάς υπενθυμίζουν την αξεπέραστη δύναμη της μουσικής να εκφράζει βαθιά συναισθήματα και να ζωντανεύει χαρακτήρες. Μας δείχνουν πώς δύο διαφορετικές μορφές μουσικού θεάτρου μπορούν να συνυπάρξουν στην ίδια "σκηνή συναισθημάτων", αποκαλύπτοντας την καθολική γλώσσα της μουσικής που αγγίζει τον θεατή ανεξαρτήτως εποχής, ύφους και τόπου.

Bizet: "Carmen, Act IV":



Strauss II: Die Fledermaus, Act III - Finale:

"Η σαμπάνια είναι η εξήγηση,
Τρα-λα, λα-λα-λα-λα-λα-λα,
Για την παράβασή σου,
Τρα-λα, λα-λα-λα-λα-λα-λα.

Κι αν και σ’ αγαπώ πολύ,
Πρέπει να είμαι προσεκτική, σαφώς,
Να βεβαιωθώ ότι και όταν πίνεις,
Μόνο εμένα σκέφτεσαι.

Μαζί, λοιπόν,
Θα μοιραστούμε την γλυκιά αίσθηση
των φυσσαλλίδων που ξεσηκώνουν
και της γλυκύτατης μέθης.

Πιείτε, πιείτε, πιείτε!"





Τρίτη 23 Απριλίου 2024

Σαίξπηρ - Σμέτανα: "Ριχάρδος ο Γ'"




Η Ουνέσκο έχει καθιερώσει την 23η Απριλίου ως την Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου, καθώς την ημερομηνία αυτή έφυγαν από τη ζωή δυο σπουδαίοι συγγραφείς, ο Θερβάντες και ο Σαίξπηρ. 
Φόρο τιμής στο βιβλίο και τη μαγεία της ανάγνωσης αποδίδουμε σήμερα με ένα μικρό απόσπασμα από το αριστούργημα του άγγλου δραματουργού: "Ριχάρδος ο Γ'".


"…δεν είμαι πλασμένος για τέτοια τρελά παιχνίδια,
ούτε και ναρκισσεύομαι μπροστά σε λάγνους καθρέφτες
εγώ είμαι πολύ κακοφτιαγμένος, μου λείπει το χάρισμα
του έρωτα, για να μπορώ να περπατήσω χαριτωμένα
μπροστά σε κάποια παιχνιδιάρα και προκλητική νεράιδα.
Εγώ είμαι στερημένος απ' αυτή την ωραία συμμετρία,
γιατί με γέλασε στις αναλογίες η δόλια φύση:
παραμορφωμένος, ατελής, πριν απ' την ώρα μου βγαλμένος
σ' αυτό τον κόσμο, μισοφτιαγμένος - τόσο σακατεμένος
κι άχαρος, που με γαυγίζουν τα σκυλιά όταν τα πλησιάζω.
Εγώ λοιπόν, σε τέτοιους μαλθακούς καιρούς ειρήνης,
δεν έχω άλλη διασκέδαση για να περνάω την ώρα μου,
παρά μονάχα να κοιτάω στον ήλιο τη σκιά μου
και να χλευάζω ο ίδιος την ασκήμια μου.
Έτσι, αφού είναι αδύνατον να γίνω κι εγώ εραστής
και να φχαριστηθώ ετούτο τον ανέμελο καιρό,
πήρα την απόφαση να γίνω αχρείος και κακός
και να μισώ τις μάταιες ηδονές της εποχής μας.
Συνωμοσίες έχω στήσει και σχέδια σατανικά
με προφητείες αβάσιμες, λιβέλους κι όνειρα, να προκαλέσω
μίσος θανάσιμο…»

(Ριχάρδος ο Γ’, Σαίξπηρ, Πράξη Α’, Σκηνή 1η)



Αν και νεανικό έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ο "Ριχάρδος ο Γ'" φανερώνει την ποιητική ευφορία του άγγλου δραματουργού. Βασισμένος σε ένα ιστορικό πρόσωπο εμβαθύνει στην ανθρώπινη ψυχολογία και έννοιες όπως η ακόρεστη δίψα για δύναμη και εξουσία χωρίς αναστολές σε έναν κόσμο γεμάτο βία και σκληρότητα.
Ο Ριχάρδος είναι μια τραγική φιγούρα, άσχημος, χωλός και καμπούρης, αδερφός του βασιλιά Εδουάρδου των Γιορκ, που για να ανελιχθεί στην κορυφή χρησιμοποιεί κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο. Εξαπατά, αδικεί, ψεύδεται, ραδιουργεί και φονεύει.
Η δυσμορφία του είναι η αιτία της πίκρας και της μοχθηρίας του, της οργής και της κακίας που ελοχχεύει μέσα του. Οι αιματηρές πράξεις του καταργούν κάθε έννοια συνείδησης γι' αυτό και ο Σαίξπηρ τον παρουσιάζει ως σκοτεινή προσωπικότητα, έναν αδίστακτο κακοποιό.
Το τέλος του ήταν εξίσου τραγικό όταν το 1485, αντιμετώπισε τις δυνάμεις του Ερρίκου Τυδώρ στη μάχη του Μπόσγουορθ. Εγκαταλελειμμένος απ' όλους πολέμησε σκληρά και γενναία, αν και χωρίς άλογο.
Ο Σαίξπηρ έδωσε τη συγκλονιστικότερη περιγραφή της μάχης με τα τελευταία λόγια του Ριχάρδου: "Ένα άλογο, ένα άλογο, το βασίλειό μου για ένα άλογο..." αποτυπώνοντας το δράμα και την απόγνωση από την ξαφνική πτώση.




Πολλοί είναι οι συνθέτες που αγάπησαν τα Σαιξπηρικά κείμενα και τα μετέφεραν στη μουσική σκηνή. Πρώτο μεταφρασμένο κείμενο του Σαίξπηρ στα τσεχικά ήταν ο "Ριχάρδος ο Γ'" το 1851.
Η ανάγνωση και μελέτη του συνάρπασε τον Μπέντριχ Σμέτανα. Γοητευμένος από την πλοκή του γεννιέται η επιθυμία να συνθέσει ένα συμφωνικό ποίημα. Ταξιδεύει ως τη Βαϊμάρη για να διδαχτεί τη φόρμα από τον δάσκαλο του είδους, Φραντς Λιστ. Το 1858 στη Σουηδία ολοκληρώνει τη μιας κίνησης σύνθεσή του "Richard III, Op. 11" μεταφέροντας την προσωπική εντύπωσή του από την ιστορία, όπως ο Σαίξπηρ την παρουσίασε επί σκηνής.


Ο Σμέτανα δεν δίνει μια σύνθεση ιστορικών λεπτομερειών. Ακολουθεί το ύφος του Φραντς Λιστ. Δεν επιδιώκει να αφηγηθεί τα γεγονότα, αλλά να μεταφέρει τη διάθεση επιτρέποντας στο κοινό να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του. Ωστόσο ο ακροατής αφουγκράζεται την αίσθηση της τραγωδίας του Σαίξπηρ και την ένταση που δημιουργεί η μουσική απεικόνιση ενός από τους πιο ενδιαφέροντες "μοχθηρούς" ήρωές του.






Η σύνθεση ολοκληρώθηκε σε σύντονο χρονικό διάστημα εγκαινιάζοντας την περίοδο ακμής του Σμέτανα σε έργα ορχηστρικής μουσικής.


Ο "Ριχάρδος" του τσέχου δημιουργού διακρίνεται για τις ποικίλες αντιθέσεις στη διαμόρφωση διάθεσης.

Σε αυτή την δεκαπεντάλεπτης διάρκειας σύνθεση καταφέρνει να αποτυπώσει τη δίψα για εξουσία, τη λαχτάρα για δύναμη, τη βιαιότητα των πράξεων του Ριχάρδου, την ένταση της τελευταίας μάχης με ένα εκπληκτικό καλπάζον θέμα, τη συντριβή...
Πριν δε απ' αυτή, τον στοιχειωμένο ύπνο του από τα φαντάσματα όσων έχει δολοφονήσει...Ξυπνά αλαφιασμένος συνειδητοποιώντας τη μοναξιά του, πεπεισμένος πως ο θάνατος πλησιάζει...
Το Ριχάρδο τρομοκρατημένο από τους εφιάλτες έχει θαυμάσια απεικονίσει ο Nicolai Avildgaard, που βλέπουμε στη διπλανή εικόνα
.


Ο Μπέντριχ Σμέτανα αποκαλύπτει όλες τις δυνατότητες της ορχήστρας με την πληθωρική χρωματική γραφή του. Μοτίβα ενεργητικού χαρακτήρα πλαισιωμένα από πλούσιες αρμονικές αναζητήσεις εσωστρεφούς διάθεσης και περάσματα υπερβατικής δεξιοτεχνίας οικοδομούν μια σύνθεση που συγκλονίζει τον ακροατή.
Στην ησυχία λίγο πριν το τέλος "εξιλεώνεται" ο τραγικός ήρωας που τον έπνιξαν η κακία και η χολή, συναισθήματα ποταπά που έκαναν να ατονήσει μέσα του η πνευματική του υπεροχή κι η γενναιότητα του, όπως και κάθε τι που θα μπορούσε να γίνει κίνητρο δημιουργίας. Με τις κοφτές δοξαριές στα τσέλι κλείνει η θεατρική αυλαία στη σκηνή της φαντασίας αφήνοντας τον ακροατή να στοχαστεί που οδηγούμαστε όταν αφηνουμε αρετές της προσωπικότητάς μας να εξυπηρετουν τα μίση και οι κακίες.

Bedrich Smetana: "Richard III, Op. 11"
Διευθύνει ο  Rafael Kubelík



Για τον Σαίξπηρ και την Ημέρα Βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε παλαιότερα κείμενα εδώ και εδώ.





Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

Ίψεν: "Το βιβλίο μου για τον Πέερ Γκυντ είναι Ποίηση! Κι αν δεν είναι, θα γίνει!"




[Με αφορμή τη γενέθλια επέτειο του Ερρίκου Ίψεν (20 Μαρτίου 1828)]

Ο Ίψεν θεωρείται ως ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας του 19ου αι και από τους πλέον διακεκριμένους θεατρικούς συγγραφείς της ευρωπαϊκής παράδοσης, ενώ αναφέρεται ως ιδρυτής του μοντερνισμού στο θέατρο και πατέρας του ρεαλισμού.


Ο κατάλογος με τα σπουδαία έργα του, ανεξάντλητος, πολλά απ' αυτά θεωρήθηκαν αποκαλυπτικά και σκανδαλώδη, καθώς δεν ακολουθούσαν τα πρότυπα ηθικής και ευπρέπειας που στόχευε το θέατρο της εποχής του Νορβηγού συγγραφέα. Από τα σημαντικότερα έργα του ξεχωρίζουμε: "Το κουκλόσπιτο", "Η αγριόπαπια", "Βρικόλακες", "Έντα Γκάμπλερ" και το αριστούργημά του "Πέερ Γκυντ", το πρώτο έργο του Ιψεν με έντονα σουρεαλιστικά στοιχεία.



"Ωραία Γη, συγχώρεσέ με που δίχως όφελος κανένα
το δροσερό σου τσαλαπάτησα χορτάρι.
Ήλαμπρε τη φωτερή σου ασώτεψες βροχή σ'άδειο καλύβι.
Κανένας δεν καθότανε κει μέσα για να χαρεί τη ζεστασιά σου
Ο νοικοκύρης, καθώς λένε, δεν ήτανε ποτέ στο σπίτι.
Ωραία Γη, πανέμορφε Ήλιε! τι κουταμάρα αυτή
να'χετε δώσει στη μάνα μου εξουσία να με γεννήσει.
Είναι φιλάργυρο το πνεύμα, μ' ανοιχτοχέρα που'ναι η φύση!
Ωστόσο, ειναι βαρύ κανείς να ξεπληρώνει τη γέννησή του με το θάνατο!
Εγώ θέλω ψηλά ν'ανηφορίσω.Απάνω στ' απόκρημνα τα κορφοβούνια.
Ακόμα μια φορά θέλω εγώ να ιδώ τον ήλιο να προβαίνει
να κουραστώ καρφώνοντας τα μάτια στη Γη τούτη της Επαγγελίας.
Κατόπι να κοιτάξω να μαζέψω απάνω μου σωρό το χιόνι.
Μπορούν να γράψουνε εκεί πέρα "ενθάδε κείται ΟΥΔΕΙΣ"

(Ίψεν: "Πέερ Γκυντ" / Απόδοση: Όμηρου Μπεκέ)



Το απόσπασμα είναι από το αριστουργηματικό δραματικό ποίημα του Ίψεν εμπνευσμένο από ένα παλιό νορβηγικό παραμύθι : "Πέερ Γκυντ".
Ο ήρωας, ονειροπόλος και ιδεαλιστής, με όπλα την αστείρευτη φαντασία του και το όνειρό του για έναν ιδανικό κόσμο, μας ταξιδεύει σε έναν κόσμο ονειρικής περιπέτειας.
Ένα ταξίδι, μυητικό, στη σοφία της ζωής...
Η ζωή του αλλόκοτη αλλά με οράματα και περιπλανήσεις, ο Πεερ Γκυντ παλεύει με τα όνειρά του, τα αισθήματά του, με τους πειρασμούς, με το ψεύδος, με την αγάπη, με όλα τα στοιχεία της ανήσυχης φύσης του.
Αυτός ο φαινομενικά μισότρελος, δεν είναι παρά ένας πολύ γνωστικός άνθρωπος που παραδίνεται θέλοντας και μη στις δίνες των αντίθετων αναγκών και αγωνίζεται να τις ισορροπήσει μέσα του.

(Από εικονογράφηση του βιβλίου, "Peer Gynt", Peter Nicolai Arbo)


Ο Ίψεν πρόσθεσε στο λαϊκό νορβηγικό παραμύθι που δημοσιεύτηκε το 1867 σημαντικό υλικό, όπως το ταξίδι του Πέερ Γκυντ στην Αφρική, το πέρασμά του από την έρημο Σαχάρα, τη συνάντηση με την πριγκίπισσα των Βεδουίνων, στοιχεία πρωτότυπα που ανήγαγαν το παραμύθι σε υψηλό πνευματικό έργο, ένα από τα κλασικά του θεατρικού ρεπερτορίου, από τα πιο αντιπροσωπευτικά του Ίψεν και των προβληματισμών του.


"Το βιβλίο μου είναι Ποίηση! Κι αν δεν είναι, θα γίνει!
Η έννοια της Ποίησης θ' αλλάξει στην πατρίδα μας τη Νορβηγία,
ώστε να συμμορφωθεί με τούτο το βιβλίο...", 

θα γράψει ο Ερρίκος Ίψεν σε επιστολή του προς τον Νορβηγό συγγραφέα, Μπιέρνστιερνε Μπγιέρνσον. Πιστεύει σε αυτό το έργο του, το μεγαλειώδες ως προς την ποιητική-μυθοπλαστική σύλληψη του, καθώς συνθέτει μια καυστική κριτική αλληγορία, για τα χαρακτηριστικά και "κουσούρια" του νορβηγικού λαού και της κοινωνίας.

Το έργο εμφανίστηκε στη σκηνή μια δεκαετία μετά την πρώτη του δημοσίευση, συνοδευόμενο από σκηνική μουσική του Έντβαρντ Γκριγκ.

Η πρεμιέρα ήταν μια θριαμβευτική επιτυχία παρότι όταν ο Ίψεν ζήτησε από τον Γκριγκ να συνθέσει τη μουσική για το θεατρικό, εκείνος συμφώνησε απρόθυμα.

"Το "Peer Gynt" προχωρά πολύ αργά. Δεν υπάρχει πιθανότητα να τελειώσει μέχρι το φθινόπωρο. Είναι ένα τρομερά μη διαχειρίσιμο θέμα...", 

θα γράψει σε κάποιο φίλο του...

Ο Ίψεν εξερευνά και σατιρίζει τη νορβηγική νοοτροπία και κουλτούρα μέσα από τα κατορθώματα του γοητευτικού πλην αλαζονικού χαρακτήρα του τίτλου, ενός Νορβηγού χωρικού που απαγάγει παρορμητικά μια νύφη από το γάμο της και στη συνέχεια την εγκαταλείπει για να ταξιδέψει στον κόσμο και να βιώσει άλλες περιπέτειες. Γι'αυτό ο Γκριγκ, ιδρυτής της νορβηγικής εθνικιστικής μουσικής σχολής, είχε επιφυλάξεις για το "ασεβές" έργο του Ίψεν και αποδέχτηκε απρόθυμα την πρόσκληση του συγγραφέα για τη σύνθεση σκηνικής μουσικής. Ωστόσο, ο Γκριγκ δουλεύει σκληρά για να μεταφέρει την ατμόσφαιρα του Ιψενικού κειμένου.
Ο συνθέτης επιλέγει συγκεκριμένα όργανα προκειμένου να αντιπροσωπεύσει τα ταξίδια του Πέερ Γκυντ στις μακρινές χώρες του κόσμου. Κι όσο προχωρά η παρτιτούρα, τόσο πείθεται πως εκείνος ήταν τελικά ο καταλληλότερος για να συνοδεύσει με τη μουσική του το Ιψενικό αριστούργημα.

Η σύζυγος του συνθέτη, Νίνα θα γράψει στο ημερολόγιό της:

"Όσο περισσότερο εμβαθύνει στο απαράμιλλης δύναμης ποίημα, τόσο πιο καθαρά βλέπει
ότι εκείνος είναι ο ιδανικότερος δημιουργός για ένα έργο τέτοιας μαγείας
και τόσο διαποτισμένο από το νορβηγικό πνεύμα..."

Η μουσική του Γκριγκ εγκωμιάστηκε για τον λυρισμό της, για το ευρύ υφολογικό φάσμα και τα ορχηστρικά εφέ που χρησιμοποιούνται για να ταιριάζουν με την ποικιλία των ταξιδιών του πρωταγωνιστή.
Η αρχική παρτιτούρα ξετυλίγεται σε 5 πράξεις και 26 κινήσεις. Όμως, συνήθως ακούγεται με τη μορφή δύο ορχηστρικών σουιτών (Op. 46 και Op. 55), καθεμία με τέσσερις επιλεγμένες κινήσεις από το σύνολο.

Στην "Σουίτα Νο. 1, Op. 46" περιλαμβάνονται:

  • "Anitra's Dance",  Arthur Rackham
    από εικονογράφηση του βιβλίου
    το "Morning Mood", μια γαλήνια μελωδία που εκτελείται από φλάουτο και όμποε ζωγραφίζοντας την ήρεμη αυγή στην έρημο.
  • το "The Death of Αse", όπου λεπτά, δραματικά στοιχεία αιωρούνται πάνω από την επαναλαμβανόμενη μελωδική γραμμή δίνοντας στον Γκριγκ τη δυνατότητα να μεταφέρει όλο το φάσμα των συναισθημάτων που βιώνει εκείνος που θρηνεί ένα αγαπημένο του πρόσωπο
  • τον "Χορό της Anitra", μια ρυθμικά σαγηνευτική μελωδία από τα έγχορδα και 
  • το "In the Hall of the Mountain King", στο οποίο ένα σύντομο, μυστηριώδες θέμα αποκτά ταχύτητα και όγκο καθώς επαναλαμβάνεται, οδηγούμενο προς μια φρενήρη κορύφωση.


Edvard Grieg: "Peer Gynt, Suite Νο. 1, Op. 46":




Στην "Σουίτα Νο. 2, Op. 55" περιλαμβάνονται:

  • "Η απαγωγή της νύφης"
    (Πάρκο Γλυπτικής Peer Gynt, Όσλο)

    η "Απαγωγή της νύφης. Θρήνος της Ίνγκριντ". Στο άνοιγμα η μουσική ηχεί τραχιά και βίαιη αποδίδοντας τον απόηχο του διαλυμένου γάμου. Τα έγχορδα "τσιρίζουν" διαπεραστικά καθώς οδηγούνται στην ελεγειακή, θρηνητική μελωδία σκιαγραφώντας τη ζοφερή διάθεση.
  • ο "Αραβικός Χορός". Ένας ζωηρός χορός που συνοδεύουν "στροβιλιζόμενα" τα ξύλινα πνευστά και κρουστά. Με τολμηρές αρμονίες και επαναλήψεις θεμάτων, ο χορός ολοκληρώνεται μυστηριωδώς με επικεφαλής ηχητικά το τρίγωνο.
  • την "Επιστροφή του Peer Gynt - Θυελλώδης βραδιά στη θάλασσα", ένα εξαιρετικά περιγραφικό μέρος με τα όργανα να ακούγονται μανιασμένα. Η τρικυμία στη θάλασσα απεικονίζεται με χρωματικές ανιούσες και κατιούσες κλίμακες στα ξύλινα και χάλκινα πνευστά. Καθώς τα κύματα υψώνονται τρομακτικά περικυκλώνοντας το σκάφος, ο Πέερ Γκυντ σκέφτεται όσα δεν κατάφερε να κάνει στη ζωή του. Ακούει τη φωνή της νεκρής μητέρας του, κάνοντας διάλογο με το θάνατο, σκηνή που ο Γκριγκ ζωγραφίζει μουσικά με τα ξύλινα πνευστά να "παλεύουν" με τα χάλκινα ενώ τα έγχορδα στροβιλίζονται μανιωδώς στο παρασκήνιο
  • το "Solveig's Song", μελωδία απαλότητας και απαράμιλλης τρυφερότητας και αγάπης, ίσως η δημοφιλέστερη της σύνθεσης. Είναι το γλυκό νανούρισμα της Solveig, με το οποίο παρηγορεί τον Πέερ την ώρα ακριβώς, που το έχει ανάγκη. Οι πλούσιες υφές και τα λαϊκά στοιχεία είναι διάσπαρτα μέσα στη μελωδία, με την άρπα καθοριστική σε αυτό το κίνημα, προσφέροντας λάμψεις ελπίδας, προμηνύοντας τη λυτρωτική αφοσίωση της Solveig. Ανάμεσα σε ήσυχα, λεπτεπίλεπτα μοτίβα και άλλοτε περισσότερο ζωηρά η μελωδία επανέρχεται στο εναρκτήριο νανούρισμα για να ολοκληρώσει τη σουίτα με ευαισθησία και τρυφερότητα.

    Edvard Grieg: "Peer Gynt, Suite Νο. 2, Op. 55":



Δευτέρα 27 Μαρτίου 2023

Αριστοφανική Κωμωδία για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου...

Αρχαίος υποκριτής (ή ποιητής) με προσωπεία κωμωδίας

"Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός"
(Κάρολος Κουν)


Κάθε χρόνο στις 27 Μαρτίου γιορτάζει το Θέατρο, μια τέχνη σύνθετη και ανυπέρβλητης αξίας. 
Το Θέατρο χαρακτηρίζεται η πιο κοινωνική απ' όλες τις τέχνες, κατά την οποία η σύνδεση καλλιτέχνη-θεατή είναι άμεση.
Ηθοποιός και θεατής συνυπάρχουν μαγικά βιώνοντας μια εσωτερική ελευθερία... Συναίσθημα και νους δένονται, δημιουργώντας δυνατούς συντονισμούς εντός, οδηγώντας μεγαλειωδώς στο πέρασμα από το "εγώ" στο "εμείς" με τους πρωταγωνιστές (και της σκηνής και της πλατείας) να αλλάζουν σχεδόν συνείδηση μετέχοντας στο δρώμενο.


Στην αρχαιότητα το οικοδόμημα του δράματος στήριξαν δύο βασικοί πυλώνες, η τραγωδία και η κωμωδία.
Σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου αναφερόμαστε στη δεύτερη και τον αρχαίο Έλληνα πατέρα της, Αριστοφάνη.
Στην αρχαία κωμωδία παρουσιάζονταν επί σκηνής επίκαιρα κοινωνικά και πολιτικά θέματα με τον ποιητή να ασκεί οξύτατη κριτική σε όλα τα σημαντικά πρόσωπα στοχεύοντας μεν στην ψυχαγωγία των θεατών, συμβάλλοντας δε στη βελτίωση της πολιτείας, στηλιτεύοντας κάθε παρανομία...

Ο αθηναίος κωμωδιογράφος, Αριστοφάνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 445 π.Χ. και για τη ζωή του γνωρίζουμε ελάχιστες, πληροφορίες. Όμως στοιχεία για τη βιογραφία του, αντλούνται από τις ίδιες τις κωμωδίες του. Συνέγραψε 46 κωμικά έργα από τα οποία σώζονται 11. 

Τέταρτο κατά σειρά στα σωζόμενα έργα του μετά τους "Αχαρνείς", "Ιππείς" και "Νεφέλες" είναι οι "Σφήκες".

Πρόκειται για κωμωδία που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Λήναια το 422 π.Χ. στην οποία ο ποιητής σατιρίζει με καυστικό τρόπο τη δικομανία των αρχαίων Αθηναίων.
Προκειμένου να δελεάσει τους πολίτες να συμμετάσχουν στα λαϊκά δικαστήρια ως δικαστές, ο Περικλής είχε θεσμοθετήσει ημερήσια αποζημίωση. Όμως, το 425 π.Χ, ο Κλέων αύξησε το ποσό της αποζημίωσης με τους υπερήλικες πολίτες να προσέρχονται καθημερινά στην Ηλιαία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν "επαγγελματίες" μισθωτοί δικαστές, αμφιβόλου δικαστικής προσφοράς...

Ο κωμικός ποιητής θέτει στο επίκεντρο το Αθηναϊκό δικαστικό σύστημα, πραγματεύεται και σατιρίζει τη φιλοδικία των Αθηναίων και τις άμεσες συνέπειες για την εσωτερική κατάσταση.


"Προς τους θεατές:
Θα μιλήσουμε τώρα σ᾽ εσάς,
τις χιλιάδες που κάθεστ᾽ εδώ,
θα σας πούμε δυο λόγια σωστά,
μα το νου σας, μην πάει και χαθούν
και του κάκου σκορπίσουν στη γη.
Τέτοιο πράμα οι αμόρφωτοι μόνο θεατές
το παθαίνουν· σ᾽ εσάς δεν ταιριάζει.
Όσοι λόγια σταράτα αγαπούνε ν᾽ ακούν,
ας προσέξουν σ᾽ αυτά που τους λέω.
Στους θεατές ο ποιητής λαχταρά πια να πει
το παράπονο που είχε κρυμμένο.
Ενώ τόσα τους είχε προσφέρει καλά,
τ᾽ άδικο είδε απ᾽ αυτούς δίχως λόγο...."
("Σφήκες", Αριστοφάνη, μτφ: Θρ. Σταύρου)


Κωμικός ηθοποιός με προσωπείο (ειδώλιο από τερακότα)
Επίσης μέσα από αυτή την κωμωδία του, ο Αριστοφάνης βρίσκει ευκαιρία να εκφράσει το προσωπικό του παράπονο για την αποτυχία που είχαν οι "Νεφέλες" του... 
Γι' αυτό και όπως μαρτυρά το παραπάνω απόσπασμα, από την αρχή του έργου ο ποιητής προετοιμάζει ψυχικά το θεατή, τονίζοντας πως το έργο του είναι έργο ποιότητος κι όχι φτηνή κωμωδία, από τις τόσες που παρουσίαζαν συνήθως οι συνάδελφοί του.


Ο ταλαντούχος κωμικός ποιητής πραγματεύεται το θέμα με ευρηματικότητα και πρωτοτυπία εμφανίζοντας με κάθε συμβολισμό ζωόμορφο το χορό (Σφήκες), όπως θα κάνει αργότερα στις κωμωδίες "Όρνιθες" και "Βάτραχοι".




"Αν σκεφτείς και το ξετάσεις, θά᾽ βρεις ότι σε όλα εμείς,
στις συνήθειες και στη γνώμη, σφήκες είμαστε σωστές.
Πρώτα πρώτα, δεν υπάρχει ζωντανό πιο αράθυμο,
μόλις πας και το ξαγγρίσεις, πιο τσινιάρικο από μας·
αλλά οι τρόποι μας και σε όλα τ᾽ άλλα είναι όμοιοι των σφηκών.
Μαζεμένοι σμάρια σμάρια, σάμπως σε σφηκοφωλιές,
πάνε και δικάζουν όπου ο άρχοντας, παν άλλοι εκεί
που ᾽ναι οι έντεκα, ή στο Ωδείο· στριμωγμένοι και σκυφτοί
άλλοι κολλητά στα τείχη, δύσκολα σαλεύοντας,
όμοιοι με σφηκών σκουλήκια στης φωλιάς τους τα κελιά.
Κι όσο για συντήρησή μας, τα βολεύουμε εύκολα·
δίνουμε κεντιές αράδα κι έτσι βγαίνει το ψωμί..."
("Σφήκες", Αριστοφάνη, μτφ: Θρ. Σταύρου)



Το 1909, ο άγγλος συνθέτης, Ραλφ Βον Ουίλιαμς, θα συνθέσει σκηνική μουσική για την παράσταση της Αριστοφανικής κωμωδίας που θα ανέβαζαν οι φοιτητές στο Trinity College του Πανεπιστημίου του Κέημπριτζ. 
Τονίζουμε πως η παράσταση ενός αρχαίου ελληνικού έργου και μάλιστα στην πρωτότυπη γλώσσα είναι μια μακρόχρονη παράδοση στο βρετανικό Παν/μιο.

Ο Βον Ουίλιαμς(ο οποίος είχε σπουδάσει στο Trinity) μόλις έχει επιστρέψει από το Παρίσι που είχε μεταβεί προκειμένου να μαθητεύσει με τον Μωρίς Ραβέλ γι' αυτό και ακούγοντας προσεκτικά τη μουσική δημιουργία του "Τhe Wasps-Σφήκες" για βαρύτονο, ανδρική χορωδία και ορχήστρα διακρίνει κανείς Ραβελικές, ιμπρεσιονιστικές ανταύγειες, φέροντας όμως την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού του.
Eίναι αξιοσημείωτο ότι κατά δήλωση του Ραβέλ, ο Βον Ουίλιαμς ήταν "ο μόνος μαθητής του που δεν "έγραφε" τη μουσική του", με τον ίδιο τον Βον Ουίλιαμς να παραδέχεται ότι ο γάλλος συνθέτης τον "βοήθησε να ξεφύγει από το βαρύ αντιστικτικό τευτονικό ύφος".

Ralph Vaughan Williams: "The Wasps - Aristophanes":



Τρία χρόνια αργότερα και εξαιτίας της μεγάλης διάρκειας του έργου, ο συνθέτης το παρουσίασε σε μορφή σουίτας δομημένη σε πέντε μέρη από τα οποία στις μέρες μας εκτελείται αυτόνομα η ουβερτούρα, σύνθεση χαριτωμένη, με την πολύβουη μελωδική κίνηση να θυμίζει κυριολεκτικά τις σφήκες (τα έντομα) με τις οποίες ο Αριστοφάνης χαρακτήρισε τους γέροντες δικαστές!
Η έμπνευση διαμορφώνεται σύμφωνα με τα στοιχεία της Αριστοφανικής δημιουργίας, ανάλαφρη, ενθουσιώδης, δυναμική.
 Πλούσια η ενορχήστρωση με τα έγχορδα σε πρωταγωνιστικό ρόλο να οδηγούν τα μοτίβα, παραδίδοντάς τα ενίοτε στα λαμπρά, θορυβώδη πνευστά. Ευκίνητες φιγούρες αποδίδουν το πέταγμα των εντόμων, ενώ ξεχωρίζουν τα σολιστικά, σπινθηροβόλα τμήματα(ιδιαίτερα στο 4ο μέρος-Εμβατήριο των κουζινικών-) γεμάτα εκφραστικότητα και λυρισμό.


Τα μέρη:

1. Overture
2. Entr'acte
3. March past of the Kitchen utensils
4. Entr'acte
5. Ballet and final tableau


Ralph Vaughan Williams: "The Wasps, Aristophanic Suite":
Διευθύνει ο Sir Adrian Boult




Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Πούσκιν: Μότσαρτ και Σαλιέρι, διάνοια και κακουργία...

"Portrait of  Pushkin", Carl Peter Mazer
 


Ο Αλεξάντρ Πούσκιν γεννήθηκε σαν σήμερα, 26 Μαϊου του 1799. Μεγάλος ποιητής, λογοτέχνης και φιλέλληνας, το όνομά του συνδέεται με την αφετηρία της ακμής της ρωσικής λογοτεχνίας.
Αυτός ο μικρόσωμος άνδρας με τα σγουρά μαλλιά και το "μπρούτζινο δέρμα", (χαρακτηριστικά που οφείλονται στην καταγωγή του από έγχρωμο σκλάβο από την Αβησσυνία, που βρέθηκε στην υπηρεσία του Μεγάλου Πέτρου), υπήρξε σημείο αναφοράς για όλους τους μεγάλους συγγραφείς της Ρωσίας, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι...

 Ο μεγάλος ποιητής, δραματουργός και πεζογράφος της Ρωσίας, χαρακτηρίστηκε "αρχή κάθε αρχής" από τον ομόεθνό του, Μαξίμ Γκόρκι, ενώ ο Νικολάι Γκόγκολ έγραψε πως "ο Πούσκιν για τους ποιητές υπήρξε η εξ ουρανού πεσμένη ποιητική φλόγα που απ'αυτήν, σαν κεράκια, άναψαν άλλοι ποιητές".


Οι βιογράφοι του τον χαρακτήρισαν ανυπάκουο και απείθαρχο ως παιδί. Η συμπεριφορά της μητέρας του δεν υπήρξε αρκετά στοργική απέναντί του, με αποτέλεσμα να διαμορφώσει έναν εσωστρεφή χαρακτήρα. Στο σπίτι του -όπως συνηθιζόταν στους κύκλους ευγενών της εποχής- μιλούσαν μόνο γαλλικά. Τα ρωσικά τα έμαθε από τη γιαγιά του και τους υπηρέτες τους. Από την γκουβερνάντα του έμαθε ν' αγαπά τη λαϊκή ρωσική ποίηση, αλλά κι από το θείο του Βασίλι Πούσκιν, που ήταν ποιητής.

Το γραφείο του Πούσκιν

Δεύτερη από τις μικρές τραγωδίες του τιμώμενου σήμερα ποιητή, είναι η τιτλοφορούμενη: "Μότσαρτ και Σαλιέρι".
Πρωτοσυνέλαβε την ιδέα της γραφής της το 1826 αλλά την ολοκλήρωσε το 1830. Αναφέρεται φυσικά στη δολοφονία του Μότσαρτ από τον Σαλιέρι, εκδοχή που εκείνη την εποχή μετά το θάνατο το 1825 του Σαλιέρι, είχε πλατιά διάδοση.
Ο αρχικός τίτλος που ο Πούσκιν είχε δώσει στην τραγωδία του ήταν: "Φθόνος" και ανέβηκε στη σκηνή του Μπολσόι της Πετρούπολης το 1832. Είναι δε, το μοναδικό από τα έργα του Πούσκιν που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Στο μικρής διάρκειας θεατρικό εμφανίζονται μόνο τρεις χαρακτήρες: ο Μότσαρτ, ο Σαλιέρι και ένας τυφλός γέρος βιολιστής.

Η αυλαία ανοίγει κι εμφανίζεται μονάχος ο Σαλιέρι να μονολογεί:

"Αλήθεια, δεν υπάρχει, λεν, στη γη
Μήτε και στα ουράνια υπάρχει αλήθεια...
Μ' έρωτα για την τέχνη ήρθα στον κόσμο
παιδί σαν ήμουνα και τ' αρμόνιο ηχούσε
από ψηλά μεσ' στην παλιά εκκλησία
τ' άκουγα αχόρταγα και γλυκά δάκρυα
από τα μάτια μου άθελα κυλάγαν.[..]
Τότε αποθάρρεψ' όλο γνώση να δοθώ
σ' όνειρα ηδονικά δημιουργίας
σ' έκστασιν έγραφα, κρυφά όμως, μουλωχτά
τη δόξα μη αποτολμώντας
[..]
Όχι δεν γνώρισα ποτέ το φθόνο!
Ποτέ! Μήτε και τότε που ο Πιτσίνι
τους άξεστους σαγήνευε τους Παριζιάνους[..]
Κανείς! Τώρα όμως -ο ίδιος θα το πω-
ζηλεύω. Είμαι ζηλόφθονος, βαθιά,
και βασανιστικά φθονώ. -Ουρανέ,
που' ναι το δίκιο σου αν το δώρο το ιερό
έρχεται τρελού κεφάλι να φωτίσει,
αργόσχολου γλεντζέ;...Ω, Μότσαρτ, Μότσαρτ"


Ανοίγω μια παρένθεση για να αναφέρω ότι στη μουσική, κυρίως στο χώρο της όπερας, η αναφορά στον Πούσκιν αποκτά ιδιαίτερο περιεχόμενο. Στο έργο του στηρίχτηκε το λιμπρέτο για πολλές σημαντικές όπερες, μερικές από τις οποίες παραθέτω με χρονολογική σειρά: Ευγένιος Ονιέγκιν, Μαζέπα, Ντάμα-Πίκα, Μπόρις Γκοντούνωφ, Ρουσλάνος και Λουντμίλα, Το Παραμύθι του Τσάρου Σαλτάν και άλλες...

Η προτίμηση των συνθετών στο έργο του Πούσκιν πέρα από το επίπεδο του μύθου οφείλεται σύμφωνα με τους ειδικούς στη μουσικότητα της ποιητικής του γλώσσας, που "παρομοιάζεται με τη μουσικότητα και τον πλούτο της αρχαίας ελληνικής".


Το λιμπρέτο της μονόπρακτης όπερας(σε δομή ζίνγκσπηλ) του Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακωφ: "Μότσαρτ και Σαλιέρι" στηρίζεται κατά λέξη πάνω στο μικρό θεατρικό του Αλεξάντρ Πούσκιν. Αναπτύσσεται σε δυο σκηνές, όπως και η μικρή τραγωδία του ρώσου δημιουργού και γράφτηκε το 1897.

Κεντρικό θέμα της όπως αναφέραμε, ο απόκρυφος μύθος ότι ο Σαλιέρι δηλητηρίασε τον Μότσαρτ από ζήλια για τη μουσική ιδιοφυία του δεύτερου.

Στη σκηνή εμφανίζεται ο Μότσαρτ:

"Ερχόμουνα σε σένα
φέρνοντας κάτι για να σου το δείξω
μα, όπως περνούσα από την ταβέρνα, ξάφνου
βιολί άκουσα να παίζει...ε, φίλε μου Σαλιέρι
Πιο αστείο δεν θ' άκουσες ποτέ σου...βιολιστής
τυφλός έπαιζε στην ταβέρνα
Δεν άντεξα κι έφερα δω το βιολιστή
πεσκέσι η τέχνη του από με για σένα!
(γυρνώντας στο γέρο):
Πέρασε μέσα! Παίξε κάτι από τον Μότσαρτ

(ο τυφλός γέρος μπαίνει και αρχίζει να εκτελεί μια άρια από τον Δον Ζουάν)


F. Shalyapin ως Σαλιέρι(δεξιά) και
V. Shkafer(αριστερά) ως Mότσαρτ στην πρεμιέρα
Η πρεμιέρα της όπερας του Κόρσακωφ έγινε στη Μόσχα το 1898 με τον Φιόντορ Σαλιάπιν να ερμηνεύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Σαλιέρι.


Ο μεγάλος τραγουδιστής ισχυριζόταν πως δεν ανέλαβε το ρόλο του Μότσαρτ γιατί οι άριές του δεν ξεπερνούσαν τη νότα σολ, και έτσι δεν έδινε στον ερμηνευτή την ευκαιρία να αναδείξει τις φωνητικές του ικανότητες και το φωνητικό εύρος του.
Ο Ρίμσκι-Κόρσακοφ στη θαυμαστή παρτιτούρα του ενσωμάτωσε αποσπάσματα από το "Ρέκβιεμ" και τον "Ντον Τζιοβάννι" του Μότσαρτ.


Επιστρέφουμε στο θεατρικό του Πούσκιν.
Ο Μότσαρτ κάτι έχει φέρει για τον Σαλιέρι, είπε πριν...


ΣΑΛΙΕΡΙ: Τι μου'χεις φέρει;
ΜΟΤΣΑΡΤ: Μπα, κάτι τιποτένιο
μια απ' αυτές τις νύχτες 
με τυραννούσε η αϋπνία, ξέρεις
κι ήρθαν στο νου μου δυο τρεις σκέψεις

σήμερα στο χαρτί τις είχα ρίξει κι είπα
τη γνώμη σου ν' ακούσω, αλλ' όμως τώρα
δεν έχεις διάθεση.

ΣΑΛΙΕΡΙ:
Αχ, Μότσαρτ, Μότσαρτ!
Πότε δεν έχω διάθεση για σένα;
Κάθισε.Ακούω..

ΜΟΤΣΑΡΤ(στο πιάνο)
Φαντάσου κάποιον.
ερωτευμένο με κάποιαν ομορφούλα
είμαι χαρούμενος... και ξάφνου, νεκρικό
ένα όραμα αιφνίδιο, σκότος, κάτι τέτοιο...
Άκουσε!(παίζει)

ΣΑΛΙΕΡΙ:
Με τέτοιο "κάτι" ερχόσουν
και μπόρεσες να σταματήσεις σε ταβέρνα
ν'ακούσεις τον τυφλό ζητιάνο; Ω, Θεέ μου!

[..]
Τι βάθος!
Τι τόλμη αλήθεια, τι αρμονία! Μότσαρτ,
είσαι Θεός, κι ο ίδιος δεν το ξέρεις
εγώ όμως, το ξέρω, εγώ!"



Ακούμε τη θαυμαστή σύντομη εισαγωγή και την πρώτη σκηνή με τον αρχικό διάλογο ανάμεσα σε Σαλιέρι και Μότσαρτ, που διαβάσαμε παραπάνω. Στο 9:08 μπαίνει ο τυφλός βιολιστής και εκτελεί το μοτίβο από τον Ντον Τζιοβάννι.
Στο 12:32 ο Μότσαρτ παίζει στο πιάνο την ανάλαφρη μελωδία του έρωτα, που μεταλλάσσεται ξάφνου(13:17) για να αποδώσει το απόκοσμο και σκοτεινό για το οποίο κάνει λόγο λίγο νωρίτερα...


Mozart and Salieri, Op. 48, Scene 1:
"Recht, sagt ein Wort, gibt es auf Erden nicht-Αλήθεια, δεν υπάρχει, λεν, στη γη"



ΣΑΛΙΕΡΙ
Μα όχι, δεν δύναμαι ν' αντισταθώ στη μοίρα!
στο ριζικό μου: μου' λαχεν ο κλήρος
να τόνε σταματήσω -αλλιώς χαθήκαμε όλοι-
εμείς οι μύστες, οι ιερείς της μουσικής
Να το φαρμάκι
[..]
Ήρθεν η ώρα!
Σήμερα στάξε στης φιλίας την κούπα!"


Με αυτά τα λόγια κλείνει η πρώτη από τις δυο σκηνές της τραγωδίας του Πούσκιν με τον Σαλιέρι να παίρνει την απόφαση να δηλητηριάσει τον μεγάλο του αντίπαλο.
Έχει προηγηθεί ο διάλογος πάνω στο Ρέκβιεμ, που παρήγγειλε στον Μότσαρτ ένας μαυροντυμένος άγνωστος και του έχει δημιουργήσει δυσάρεστο προαίσθημα...



Στην επόμενη σκηνή, ο Σαλτσβουργιανός που έχει γεννήσει τα φθονερά αισθήματα στην ψυχή του Σαλιέρι, μόλις έχει πιει από το κρασί με το δηλητήριο, ευχόμενος:

ΜΟΤΣΑΡΤ:
Πίνω για σένα φίλε,
για την ειλικρινή τη συμμαχία
το Μότσαρτ που ένωσε με το Σαλιέρι,
της αρμονίας δυο γιους.
Έτσι δεν είναι;
[..]
Άκουσε το Ρέκβιεμ μου..."(7:23)


Mozart and Salieri, Op. 48, Scene 2:



Ο Μότσαρτ ενθυμούμενος τη συνεργασία του Σαλιέρι με τον Μπωμαρσαί στο παρελθόν,  τον ρωτά:


ΜΟΤΣΑΡΤ:
"Ο Μπωμαρσαί ήτανε κοντινός σου φίλος!
Σαλιέρι, αλήθεια, ο Μπωμαρσαί δηλητηρίασε κάποιον;
Ήτανε διάνοια σαν εσέ και μένα
Μεγαλοφυία και κακουργία
δυο πράγματα ασυμβίβαστα δεν είναι;"


Ο Πούσκιν ευρηματικά συνδυάζει τα δυο περιστατικά-φήμες, προδιαθέτοντας τον θεατή για ό,τι θα επακολουθήσει.


ΜΟΤΣΑΡΤ:
Νοιώθω άσχημα όμως, βαριά. Θα πάω να κοιμηθώ
Αντίο, λοιπόν!

ΣΑΛΙΕΡΙ:
Αντίο.
Θα κοιμηθείς για πάντα, Μότσαρτ!
Όμως, να'χει δίκιο
και δεν είμαι καμμιά μεγαλοφυία;
Διάνοια και κακουργία
Δυο πράγματα ασυμβίβαστα;..."


Η όπερα τελειώνει με το Σαλιέρι να στοχάζεται και να αφήνει αναπάντητα τα ερωτηματικά για το τι ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ του θανάτου του Μότσαρτ...


ΣΑΛΙΕΡΙ:
"Κι ο Μπουαναρότι; Μα αν είναι παραμύθι
του ηλίθιου, χαζού όχλου και δεν ήταν
και του Βατικανού ο δημιουργός, φονιάς;"


(Αλεξάντρ Πούσκιν: "Μότσαρτ και Σαλιέρι", εκδ. Δωδώνη,μτφ.Πετ. Ανταίος, σελ.10-12, 14-16, 23)


"Portrait of  Pushkin", Konstantin Somov
Η κατακλείδα του Πούσκιν στηρίζεται στις φήμες για ένα τρομερό φόνο που αμαύρωσε το όνομα του μεγάλου αναγεννησιακού καλλιτέχνη, Michelangelo Buonarroti.
Είχε κυκλοφορήσει ότι μαχαίρωσε μέχρι θανάτου έναν νεαρό, το σώμα του οποίου χρησιμοποίησε για μελέτη ανατομίας στο εργαστήριό του. Ένα επεισόδιο που δεν είναι ιστορικά τεκμηριωμένο, δεν υπήρξε ποτέ καταγγελία ή δίκη, ούτε ποτέ διώχθηκε ο καλλιτέχνης.

Η ιδιοφυΐα του Μιχαήλ Άγγελου είχε σίγουρα γεννήσει, όπως και μετέπειτα ο Μότσαρτ, τον φθόνο στους λιγότερο επιφανείς συναδέλφους του και μάλλον κάποιος απ' αυτούς για να τον συκοφαντήσει κυκλοφόρησε τη φήμη...

Ο ευφυέστατος Πούσκιν δημιουργεί προβληματισμό
 για τη μοίρα των ιδιοφυών ανθρώπων. Δεν παίρνει όμως άμεσα θέση για το τί πιστεύει τί συνέβη και αφήνει τον αναγνώστη-θεατή του να αναρωτηθεί και να οδηγηθεί στα προσωπικά του συμπεράσματα. Μήπως ο Σαλιέρι υπήρξε μια παρεξηγημένη προσωπικότητα;...Ας θυμηθούμε ότι σαν συνθέτης τίμησε την τέχνη του, με καίρια  την παρουσία του στη μουσική ζωή της Ευρώπης. Βοήθησε δε, σημαντικά στην ανάπτυξη του μελοδράματος του 18ου αιώνα και κυριάρχησε στην ιταλόγλωσση όπερα στην Αυστρία...


Ανάμεσα στις δυο σκηνές της
 όπερας, "Μότσαρτ και Σαλιέρι", ο Ρίμσκι-Κόρσακωφ παρεμβάλλει ένα πολύ μικρής διάρκειας, αλλά εξαιρετικής ποιότητος ιντερμέδιο, αντιστικτικής φόρμας που μεταφέρει την εσωτερική ταραχή και αναστάτωση του Σαλιέρι σχετικά με την αποτρόπαια πράξη που σχεδιάζει. Σε μορφή φούγκας αναπτύσσονται μοτίβα από τα δυο Μοτσάρτια αριστουργήματα...

Mozart and Salieri, Op. 48: Intermezzo: