Στις 9 Φεβρουαρίου 1881 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία μόλις εξήντα ετών, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ύστερα από μακρόχρονες επιληπτικές κρίσεις. Η ταφή του στην Αγία Πετρούπολη εξελίχθηκε σε ένα πρωτοφανές λαϊκό προσκύνημα. Περίπου σαράντα χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν τη νεκρική πομπή, τιμώντας τον συγγραφέα που η Ρωσία είχε ήδη αναγνωρίσει ως "εθνικό λογοτεχνικό ήρωα" και "προφήτη" της. Δεν ήταν τυχαίο. Το έργο του, βαθιά ψυχογραφικό και ριζοσπαστικό, αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Στη μνήμη του, στρεφόμαστε σε ένα από τα πιο προσωπικά και διεισδυτικά του κείμενα, άμεσα δεμένο με τη βιωμένη εμπειρία του εθισμού στον τζόγο.
Εξώφυλλο 1ης Έκδοσης, 1866
Ο "Παίκτης" γράφτηκε υπό ασφυκτική πίεση και μέσα σε μόλις έναν μήνα, όταν ένα συμβόλαιο απειλούσε να του αφαιρέσει τα πνευματικά δικαιώματα ολόκληρου του έργου του. Από αυτή την οριακή συνθήκη γεννήθηκε ένα έργο, που συμπυκνώνει με μοναδική οξύτητα την ανθρώπινη εμμονή, την αυτοκαταστροφή και την ψευδαίσθηση της ελευθερίας.
Η δράση τοποθετείται στη φανταστική λουτρόπολη Ρουλέτενμπουργκ της Γερμανίας και παρακολουθεί τον Αλεξέι Ιβάνοβιτς, έναν νεαρό Ρώσο διανοούμενο που εργάζεται ως παιδαγωγός και βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα σε έναν παθιασμένο, οδυνηρό έρωτα για την αινιγματική Πολίνα και στη σταδιακή του βύθιση στον κόσμο της ρουλέτας. Δίπλα του δεσπόζει η μορφή της Γιαγιάς, της περίφημης Μπαμπούσκα, μιας γυναίκας αυταρχικής και ακαταμάχητης, που γίνεται η ίδια θύμα της μανίας του παιχνιδιού, οδηγώντας τον εαυτό της και τους γύρω της στην οικονομική καταστροφή.
Το μυθιστόρημα υπερβαίνει κατά πολύ το θέμα του τζόγου. Ο Ντοστογιέφσκι καταγράφει με οξύτητα τον εθισμό ως ψυχική κατάσταση, την έλξη του ρίσκου ως μορφή αυτοκαταστροφής, αλλά και τη λεπτή σχέση εξουσίας, χρήματος και εξευτελισμού. Η ρουλέτα λειτουργεί ως κεντρική μεταφορά. Ο άνθρωπος πιστεύει πως δοκιμάζει την τύχη του ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα παραδίδεται ολοκληρωτικά σ' αυτήν, μετατρέποντας την ελευθερία σε σκλαβιά.
Η αλήθεια του έργου πηγάζει από το βίωμα. Ο συγγραφέας είχε χάσει μεγάλα ποσά στα ευρωπαϊκά καζίνα και αποδίδει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη μέθη της νίκης, την απόγνωση της απώλειας και τη μόνιμη ψευδαίσθηση ότι "την επόμενη φορά θα κερδίσω". Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα όπου ο αφηγητής περιγράφει τον παλμό της καρδιάς μπροστά στη ρουλέτα, τη σπασμωδική αγωνία πριν ακουστεί η φωνή του κρουπιέρη, τη σχεδόν σωματική μέθη της επιτυχίας και την αίσθηση ότι, έστω και για λίγα λεπτά, ξαναβρίσκει τη θέση του ανάμεσα στους ανθρώπους. Στιγμές όπου το χρήμα χάνει την πραγματική του αξία και γίνεται σύμβολο αναγνώρισης, δύναμης και υπαρξιακής επιβεβαίωσης:
"...το ίδιο βράδυ πήγα στη ρουλέττα. Ω, πώς χτυπούσε η καρδιά μου! Όχι, δεν ήταν το χρήμα που ποθούσα! Τότε ήθελα μονάχα όλοι τούτοι να μιλάνε την άλλη μέρα για μένα, να διηγούνται την ιστορία μου, να με θαυμάζουνε, να μ’ επαινούνε και να σκύβουνε μπροστά στο καινούργιο κέρδος μου. [...]... κι’ όμως με τί τρεμούλα, με τί κέρωμα στην καρδιά, ακούω τη φωνή του κρουπιέρη: trente et un, rouge, impair et passe, ή: quatre, noir, pair et manque. Με τί απελπισία παρατηρώ το τραπέζι του παιχνιδιού, όπου είναι σκορπισμένα τα φλουριά, τα λουδοβίκια και τα τάλληρα, τις πυραμίδες του χρυσαφιού όταν απ’ το φτυάρι του κρουπιέρη πέφτει σε φλόγινους σωρούς ή τις μακρυές σαν πήχες στήλες τ’ ασημιού που βρίσκονται τριγύρω απ’ τον τροχό. Πριν πλησιάσω ακόμα την αίθουσα του παιχνιδιού κι’ ακούσω τον κρότο που κάνουνε τα νομίσματα που σκορπιούνται, με πιάνει σχεδόν σπασμός.
Ω, η βραδυά εκείνη, πούφερα τα εβδομήντα μου φλωρίνια στο τραπέζι του παιχνιδιού ήτανε το ίδιο αξιοσημείωτη. Άρχισα με δέκα φλωρίνια και με το passe. Για το passe έχω καλή προκατάληψη. Έχασα. Μου μείνανε εξήντα φλωρίνια σ’ αργυρά νομίσματα. Συλλογίστηκα λίγο — και προτίμησα το zéro. Άρχισα να βάζω μονομιάς στο zéro από πέντε φλωρίνια· την τρίτη φορά βγήκε ξαφνικά το zéro. Λίγο κόντεψε να πεθάνω απ’ τη χαρά μου, που πήρα εκατόν εβδομήντα πέντε φλωρίνια. Σαν είχα κερδίσει εκατό χιλιάδες φλωρίνια δεν είχα τέτοια χαρά. Αμέσως έβαλα εκατό φλωρίνια στο κόκκινο — πήρα· όλα τα τετρακόσια στο μαύρο — κέρδισα· όλα τα οχτακόσα στο manque — πήρα, μετρώντας και τα προηγούμενα, είχα χίλια εφτακόσα φλωρίνια, κι’ αυτό σε διάστημα λιγώτερο από πέντε λεπτά! Ναι, σε τέτοιες στιγμές ξεχνάς κι’ όλες τις προηγούμενες αποτυχίες! Γιατί τα κέρδισα αυτά κινδυνεύοντας πιότερο κι’ απ’ τη ζωή μου, το τόλμησα και κινδύνεψα, και νά με πάλι στη σειρά των ανθρώπων!
Πήρα ένα δωμάτιο, κλειδώθηκα, κι’ ώς τρεις ώρες, καθόμουνα και λογάριαζα τα λεφτά μου..."
Ο "Παίκτης" παραμένει ένα βαθιά ανθρώπινο έργο, σκληρό και ειλικρινές, που δεν φωτίζει μόνο τον κόσμο του τζόγου, αλλά και τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης επιθυμίας να ρισκάρει τα πάντα για μια στιγμή θριάμβου...
Στο μπαλκόνι του διαμερίσματος όπου έζησε ο Ντοστογιέφσκι, στο Μπάντεν-Μπάντεν, ένα ανάγλυφο με την προτομή του θυμίζει ότι εδώ γράφτηκε ο "Παίκτης"
Βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ, ο ρώσος συνθέτης Σεργκέι Προκόφιεφ έγραψε το λιμπρέτο για την ομότιτλη, τετράπρακτη όπερά του, η οποία ολοκληρώθηκε το Γενάρη του 1917. Ωστόσο, η Φεβρουαριανή Επανάσταση ανέτρεψε τα σχέδια παρουσίασής της.
Ύστερα από εκτεταμένες αναθεωρήσεις η όπερα έκανε πρεμιέρα το 1929, στις Βρυξέλλες, ενώ δυο χρόνια αργότερα ο συνθέτης δημιούργησε και μια ορχηστρική σουίτα.
Ο "Παίκτης" είναι η δεύτερη όπερα του Σεργκέι Προκόφιεφ και ξεχωρίζει για την ακραία μουσική γλώσσα της. Παρουσιάζει ένα εσωτερικό δράμα ψυχικής φθοράς και ταπείνωσης, χωρίς πραγματικούς θανάτους ή σκηνές σωματικής βίας. Ο συνθέτης επέλεξε να παρουσιάσει την ιστορία μέσα από το ρωσικό είδος "όπερας διαλόγου", απορρίπτοντας τις παραδοσιακές άριες και συμμετρικές φόρμες υπέρ ενός σκληρού ρεαλισμού και πιστότητας στο κείμενο. Οι φωνητικές γραμμές είναι λιτές και υποβλητικές, ενώ η ορχήστρα αναλαμβάνει τον ψυχολογικό σχολιασμό, χρησιμοποιώντας μοντερνιστική, αιχμηρή γλώσσα, με ρυθμούς, αρμονικές ανατροπές και ηχητικά μοτίβα που αποτυπώνουν την αγωνία, την ψυχολογική πίεση και την αυτοκαταστροφική έλξη του τζόγου.
Η όπερα αποτελεί απαιτητική εμπειρία για το κοινό, που καλείται να αποδεχθεί μια μουσική παράδοση που ανατρέπει σκόπιμα τις συμβατικές προσδοκίες της όπερας και να κατανοήσει τη βαθιά σχέση της ρωσικής ψυχής με τον τζόγο, ως σύμβολο εμμονής, υποταγής στη μοίρα και υπαρξιακής αγωνίας. Η μουσική του Προκόφιεφ δημιουργεί ένα τοπίο όπου κυριαρχούν ένταση, απόγνωση και μανία προσφέροντας στον θεατή μια ψυχολογική αλήθεια που ενισχύει τη δραματική εμπειρία.
Η σουίτα, που θα ακούσουμε,οργανώνεται γύρω από τέσσερα ορχηστρικά πορτρέτα χαρακτήρων και καταλήγει σε μια σύντομη Έκβαση. Κάθε μέρος φωτίζει έναν από τους κεντρικούς ήρωες της όπερας(Αλεξέι, Μπαμπουλένκα, Στρατηγό και Πολίν) αποδίδοντας με αιχμηρή μουσική γλώσσα την ψυχολογία, τις μεταξύ τους σχέσεις και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Στην Έκβαση (Dénouement), τα προηγούμενα μουσικά στοιχεία επανεμφανίζονται απογυμνωμένα και θραυσματικά, οδηγώντας σε μια ψυχρή επίγνωση του αδιεξόδου και της καταστροφικής έλξης του τζόγου...
Ο Φρίντριχ Νίτσε είπε για τον Ντοστογιέφσκι πως ήταν "ο μοναδικός ψυχολόγος από τον οποίο είχε κάτι να μάθει" και τον συμπεριελάμβανε ανάμεσα στα "πιο όμορφα που του έτυχαν στη ζωή του".
Ο Αϊνστάιν τον χαρακτήρισε "μεγάλο θρησκευτικό συγγραφέα, που εξερευνά το μυστήριο της πνευματικής ύπαρξης".
Ο Φραντς Κάφκα αποκάλεσε τον Ντοστογιέφσκι "συγγενή εξ αίματος", καθώς επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα έργα του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά το γεγονός ότι δεν είχε ίχνος μουσικής εκπαίδευσης, η αγάπη του Ντοστογιέφσκι για τη μουσική ήταν ειλικρινέστατη και γνήσια.
Στη νεότητά του ήρθε σε επαφή με την κλασική μουσική της Δύσης παρακολουθώντας συναυλίες στην Αγία Πετρούπολη. Έτσι το 1843 παραβρέθηκε στο ρεσιτάλ του βιρτουόζου Φραντς Λιστ και ενθουσιάστηκε με την δεξιοτεχνική ικανότητά του και το 1847 απήλαυσε την παράσταση της όπερας του Εκτόρ Μπερλιόζ: "Romeo et Juliette".
Την ίδια εποχή παρακολούθησε επίσης την παράσταση "Ρούσλαν και Λουντμίλα" του συμπατριώτη του, Μιχαήλ Γκλίνκα. Από τότε, φαίνεται πως έγινε το αγαπημένο του έργο και την αγάπη του αυτή μεταλαμπάδευσε και στο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον του.
Συχνά στη διάρκεια της μέρας άκουγαν τον Ντοστογιέφσκι να σιγομουρμουρίζει άριες από ιταλικές όπερες, τις οποίες γνώρισε καλύτερα την περίοδο 1843-1846. Ήταν η περίοδος που αρκετοί ιταλικοί θίασοι ήρθαν στο Θέατρο Μαριίνσκυ με διάσημους εκείνη την εποχή πρωταγωνιστές, όπως την Pauline Viardot, η οποία τον συγκίνησε βαθιά με την ερμηνεία της στο ρόλο της Ροζίνα στον "Κουρέα της Σεβίλλης" του Ροσίνι.
Τον άγγιξε δε τόσο, που πυροδότησε ιδέες να το συμπεριλάβει στην επόμενη νουβέλα του που πήρε τον τίτλο: "Λευκές Νύχτες".
Στη νουβέλα αυτή ένας νεαρός άνδρας ζει στην Αγία Πετρούπολη και υποφέρει από μοναξιά. Γνωρίζει και ερωτεύεται μια νεαρή γυναίκα, αλλά ο έρωτας παραμένει ανεκπλήρωτος καθώς η γυναίκα νοσταλγεί τον εραστή της, με τον οποίο τελικά ξανασμίγει.
Στη δεύτερη συνάντηση του ονειροπόλου μοναχικού και της αθώας Ναστένκα προσπαθεί ο ένας να μάθει για τη ζωή του άλλου. Η κοπέλα τού λέει πως μεγάλωσε με την αυστηρή γιαγιά της και πως για να συμπληρώνουν το πενιχρό εισόδημά τους νοικιάζουν ένα από τα δωμάτια του σπιτιού τους. Του εκμυστηρεύεται πως είχε ένα ειδύλλιο με το νεαρό ενοικιαστή, που την μύησε στη λογοτεχνία και τη μουσική. Κάποιο βράδυ εκείνος την κάλεσε με τη γιαγιά της σε μια παράσταση του "Κουρέα της Σεβίλλης".
"Δεν βαριέσαι", είπε, "να κάθεσαι όλη μέρα με τη γιαγιά σου;"
Όταν το ρώτησε, κοκκίνισα. Δεν ξέρω γιατί, ένιωσα ντροπή και προσβλήθηκα -επειδή κι άλλοι μου έκαναν την ίδια ερώτηση. Ήθελα να φύγω χωρίς να απαντήσω, δεν είχα τη δύναμη.
"Άκουσε", είπε, "είσαι καλό κορίτσι. Με συγχωρείς που σου μιλάω έτσι, αλλά σε βεβαιώ πως νοιάζομαι για το καλό σου, όσο η γιαγιά σου. Δεν έχεις φίλους;"
Του είπα ότι δεν είχα κανέναν, εκτός από τη Μασένκα, που όμως είχε φύγει στο Πσκοφ.
"Άκου", είπε, "θα' θελες να πάμε μαζί στο θέατρο;"
"Στο θέατρο. Και η γιαγιά; τι θα κάνω με τη γιαγιά;"
"Καλύτερα να φύγεις χωρίς να το ξέρει η γιαγιά σου", είπε.
"Όχι", απάντησα, "δεν θέλω να κοροϊδέψω τη γιαγιά. Αντίο".
"Λοιπόν, αντίο", απάντησε και δεν είπε τίποτε άλλο.
Μόνο μετά το δείπνο ήρθε να μας δει, κάθισε αρκετή ώρα και μιλούσε με τη γιαγιά, τη ρώτησε αν είχε γνωστούς και ξαφνικά είπε: "Πήρα εισιτήρια για την όπερα γι' απόψε. Παίζουν τον "Κουρέα της Σεβίλλης". Οι φίλοι μου μετάνιωσαν, οπότε τα εισιτήρια περισσεύουν"
"Ω!Ο Κουρέας της Σεβίλλης" φώναξε με ενθουσιασμό η γιαγιά, "Είναι ίδια με την παλιά παράσταση;"
"Ναι, η ίδια", είπε, και μου έριξε μια ματιά. Κατάλαβα το νόημά της και κατακοκκίνησα, ενώ η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γοργά.
"Τον ξέρω τον "Κουρέα", είπε η γιαγιά,"έπαιξα παλιά το ρόλο της Ροζίνας" σε μια ερασιτεχνική παράσταση.
"Δηλαδή δεν θα θέλατε να πάτε σήμερα;" είπε ο ενοικιαστής. "Διαφορετικά τα εισιτήρια θα πάνε χαμένα".
"Οπωσδήποτε να πάμε", είπε η γιαγιά· γιατί όχι; Και η Ναστένκα μου δεν έχει πάει ποτέ θέατρο."
Rossini
Θεέ μου, τι χαρά! Ετοιμαστήκαμε αμέσως. Φορέσαμε τα καλά μας και ξεκινήσαμε. Αν και η γιαγιά ήταν τυφλή, ήθελε ν' ακούσει τη μουσική, έχει πολύ ευγενική ψυχή. Ήξερα πως κατά βάθος αυτό που την ένοιαζε ήταν να διασκεδάσω εγώ.
"Δεν θα σας πω ποιες ήταν οι εντυπώσεις μου από τον Κουρέα της Σεβίλλης, αλλά όλο εκείνο το βράδυ ο ενοικιαστής με κοιτούσε τόσο όμορφα, μίλαγε τόσο όμορφα! Ήμουν χαρούμενη!Πήγα για ύπνο με τόση ευφορία ψυχής, η καρδιά μου χτυπούσε τόσο που θαρρείς πως είχα πυρετό κι όλη τη νύχτα σιγομουρμούριζα την άρια της Ροζίνας"...
(Ντοστογιέφσκυ: "Λευκές Νύχτες, μια ρομαντική ιστορία από τα ημερολόγια ενός ονειροπόλου", -Νύχτα Δεύτερη-)
Rossini: "Barbiere di Siviglia", Rosina's aria: Una Voce Poco Fa / Maria Callas:
Μια φωνή πριν λίγο
ήχησε εδώ μες στην καρδιά μου
Η καρδιά μου είναι ήδη πληγωμένη
και ο Λιντόρο ήταν αυτός που την πυροβόλησε
Ναι, ο Λιντόρο θα γίνει δικός μου
τ'ορκίζομαι, θα τον κερδίσω
Εκείνος θα το αρνηθεί
εγώ θα ακονήσω το μυαλό μου
Στο τέλος θα το δεχθεί
και εγώ θα αναπαυτώ ειρηνικά
Είμαι υπάκουη, σεβαστική
καλοσυνάτη, γλυκιά, αξιαγάπητη
αφήνω να με εξουσιάζουν,
αφήνω να με καθοδηγούν
Αλλά, αν με αγγίξουν
εκεί που είναι η αδυναμία μου
γίνομαι οχιά και χίλιες παγίδες
πριν παραδωθώ θα τις στήσω"
Ωστόσο, ο Ντοστογιέφσκυ ένιωσε μεγάλη αγάπη και βαθιά εκτίμηση για το έργο του Λ. Β.Μπετόβεν. Ιδιαίτερα απολάμβανε να ακούει την Παθητική του Σονάτα. Στα χρόνια δε της Δρέσδης (1867 - 1871) παρακολούθησε με ενθουσιασμό τις υπαίθριες δημόσιες συναυλίες, όπου συχνά ερμήνευαν Μπετοβενικά έργα.
Κάποτε, ακούγοντας μια από τις Ουβερτούρες της μοναδικής όπερας του τιτάνα "Φιντέλιο" αναφώνησε:
"Στον Μπετόβεν πάντα υπάρχει πάθος! Πάθος και αγάπη. Είναι ποιητής της αγάπης, της ευτυχίας και εκφραστής των δεινών από αγάπη!"
Beethoven - Fidelio, Overture / Otto Klemperer:
Το κείμενο γράφτηκε για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του ρώσου, Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (11 Νοεμβρίου 1821), μιας κορυφαίας μορφής της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
(Στη μνήμη του ρώσου λογοτέχνη, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ, που έφυγε σαν σήμερα, 9 Φλεβάρη του 1881)
"Πώς μπορώ λοιπόν να είμαι ευτυχής, όταν κάπου αλλού ένα άλλο πλάσμα εξακολουθεί να υποφέρει;..."
("Αδελφοί Καραμαζώφ", Φ.Ντοστογιέφσκυ)
Υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένας αγωνιστής και επαναστάτης. Θέμα των έργων του, η ίδια η ζωή. Μελέτησε την κοινωνία και τους ανθρώπους ενδελεχώς. Γνώρισε τη φτώχεια, την εξαθλίωση των ταπεινών, τον πόνο και την αγωνία τους και τα αποτύπωσε συγκλονιστικά στα μυθιστορήματά του.
Το Γενάρη του 1881 έπαθε πνευμονική αιμορραγία. Στις διαβεβαιώσεις της γυναίκας του πως θα γίνει καλά και θα ζήσει για πολλά χρόνια ακόμη, ο Ντοστογιέφσκι της απάντησε: "Όχι, το ξέρω πως θα πεθάνω σήμερα!"
Ήταν 8.36 ακριβώς, το βράδυ της 9ης του Φλεβάρη που ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι άφηνε την τελευταία του πνοή. Τα νέα για το θάνατο του τάραξαν αφάνταστα τους Ρώσους της Αγίας Πετρούπολης. Για δυο συνεχείς ημέρες, πλήθος κόσμου έφτανε στο σπίτι του για το ύστατο χαίρε στον αγαπημένο του συγγραφέα.
Ηταν εξήντα χρονών. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε γράψει και δημοσιεύσει το μυθιστόρημα "Αδερφοί Καραμαζώφ", το πιο ώριμο από τα μεγάλα έργα του. Πολύπλοκο σε ιδέες, πολυεπίπεδο και εξαιρετικά δύσκολο σε νοήματα. Οι αδελφοί Καραμαζώφ εκφράζουν το πολύπτυχο της ανθρώπινης ψυχής και ο καθένας τους κουβαλάει και κάτι το σκοτεινό...
Παθιασμένος αναγνώστης και θαυμαστής του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ υπήρξε και ο Γκούσταβ Μάλερ. Αισθανόνταν εκλεκτός συγγενής του μεγάλου ρώσου συγγραφέα και θεωρούσε κοντινές τις σκέψεις τους. Όπως ο Ντοστογιέφσκυ, έτσι και ο Μάλερ ενδιαφερόταν για την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, για απαντήσεις σε θρησκευτικά και ηθικά ερωτήματα .
Από τα μυθιστηρήματα του ρώσου συγγραφέα, περισσότερο εκτιμούσε τους "Αδερφούς Καραμαζώφ" και ιδιαίτερα τον άγγιζαν οι στοχασμοί και το κήρυγμα της αγάπης του Γέροντα Ζωσιμά (από το 6ο Βιβ., κεφ.3ο με υπότιλο: Ενας ρώσος καλόγερος).
"Ο Μάλερ μουσικοποίησε με την Συμφωνία του το ερώτημα από τους "Αδερφους Καραμαζώφ" , του Ντοστογιέφσκυ", είπε η Άλμα Μάλερ, αναφερόμενη στην φράση που παρέθεσα...
Κι αυτό γιατί το παραπάνω απόσπασμα για τον πόνο του ανθρώπου βρίσκει την έκφρασή του στην μεγαλειώδη "Τρίτη Συμφωνία" του Μάλερ, το πιο χαρούμενο από τα έργα του, όπου ο συνθέτης "οραματίζεται" το σύνολο της φύσης να στρέφεται προς το Θεό. Μια συμφωνία που εστιάζει στα συναισθήματα...σε αυτά που προξενούν στον συνθέτη η δημιουργία του κόσμου, τα πλάσματα του Θεού και κυρίως η βαθιά και απέραντη αγάπη, όπως σκιαγραφείται στο θαυμάσιο τελευταίο μέρος, που το τιτλοφορεί: "Τι μού διηγείται η Αγάπη".
Τα λόγια του Γέροντα Ζωσιμά από το μυθιστόρημα οδηγούν στη θέωση μέσα από βαθύ οραματισμό και στοχασμό κι είναι που εμπνέουν στον Μάλερ το έκτο και τελευταίο μέρος της Συμφωνίας: "Τι μού διηγείται η Αγάπη".
"Αγαπάτε ολόκληρη τη Δημιουργία του Θεού, το σύμπαν ολάκερο, όπως κάθε ελάχιστο κόκκο άμμου. Αγαπάτε το κάθε φυλλαράκι, την κάθε ηλιαχτίδα του Θεού. Αγαπάτε τα ζώα, αγαπάτε τα φυτά, αγαπάτε το κάθε τι. Όποιος αγαπά το καθε τι, θα αντιληφθεί και το μυστήριο του Θεού στα πράγματα. Από τη στιγμή μάλιστα που θα το αντιληφθεί, θα το αναγνωρίζει πλέον καθημερινά, αδιάκοπα και τελικά θα αγαπήσει ολόκληρο τον κόσμο, με αμέριστη αγάπη που περιβάλλει τα πάντα"
(Ντοστογιέφκυ: "Αδερφοί Καραμαζώφ", σελ.429)
Ο ίδιος ο Μάλερ γράφει σε επιστολή του στον φίλο του, Fritz Lohr:
"Aγαπημένε, Φρίτς! Το καλοκαίρι ολοκλήρωσα την Τρίτη Συμφωνία μου, ίσως την πιο ώριμη και πιο περίεργη σύνθεση που έχω μέχρι τώρα, δημιουργήσει.[...]Σού στέλνω τον τίτλο. Είναι σημαντικό για μένα να γνωρίζω την εντύπωση που προκαλεί κι αν κατάφερα να βάλω τον αναγνώστη στο μονοπάτι το οποίο θέλω να συνταξιδέψουμε. Το "Τι μού διηγείται η Αγάπη" αποτελεί σύνοψη της αντίληψής μου για όλα τα πλάσματα, η οποία επίσης, δεν είναι δυνατό να μην εκτραπεί και σε βαθιά οδυνηρές παράπλευρες ατραπούς, που σταδιακά καταλήγουν σε μια μακαριότητα. Είναι η αγάπη για το Θεό, καθώς μόνο ως Αγάπη μπορεί να συλληφθεί".
Mahler: Symphony No 3, 6th mov / Jascha Horenstein, LSO:
Παλαιότερο κείμενο για τον Ντοστογιέφσκυ μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
(Στη συγγραφή του άρθρου έχουν χρησιμοποιηθεί στοιχεία και από: "Gustav Mahler, οραματιστής και δυνάστης", Κ.Φλώρος, μτφ:Ι.Φούλιας, εκδ.Νεφέλη, σελ260-262, "Gustav Mahler: Memories and Letters", Alma Mahler, p.337)
Πώς μπορεί κάποιος να μείνει αδιάφορος μπροστά σ' αυτό το αριστούργημα του Ντοστογιέφσκυ, Ελπίδα μου! Αναλύσεις της ψυχής τόσων ηρώων και με μια εκπληκτική περιγραφή τόσων καταστάσεων. Ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα που ήταν και το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, του οποίου τιμάς την μνήμη σήμερα καλή μου φίλη. Όσο για τον Μάλερ, την έκτη συμφωνία του και την σχέση του με τον Ντοστογιέφσκυ και το μυθιστόρημά του, μπορούμε ν' ανιχνεύσουμε παρόμοιες δομές: υψηλή συγκινησιακή φόρτιση που απότομα αποδυναμώνεται, αντιπαράθεση ακραίων συναισθημάτων, ανατροπές, αφηγήσεις μέσα στην αφήγηση. Κι όπως είπε κάποιος σπουδαίος αναλυτής " δεν είναι ότι η μουσική θέλει να διηγηθεί, αλλά ότι ο συνθέτης θέλει να συνθέσει μουσική με τον τρόπο που διηγούνται άλλοι". Ευχαριστούμε πολύ, αγαπημένη μου φίλη για το αξιόλογο αυτό άρθρο για δύο σπουδαίους της τέχνης που αγαπώ πολύ! Καλησπέρα! ❤ Replies ELPIDA NOUSA9 February 2021 at 09:21
Αζη μου αγαπημενη, ενας ειδικός ψυχογράφος ο Ντοστογιέφκι, διαχρονικός και ακριβής στην περιγραφη χαρακτήρων, καθως μεχρι σημερα παντού συναντάς ανθρώπους που μοιάζουν στους ήρωες του. Καταγραφωντάς τους στα βιβλια του, τούς ελευθερωνει στο μέλλον που έρχεται, για να προειδοποιησει, να διδαξει και να καταγγείλει. Μιλά για την εποχή του και δι' αυτής παραπέμπει στο σήμερα....Θαυμαστη η μεγαλοφυία του Ρώσου συγγραφεα, που στους "Καραμαζωφ" μάς ριχνει στα δυσκολα, στους σκοτεινούς θαλάμους της ανθρωπινης υπαρξης, που με κοπο ζωης οδηγειται στο φως.. Απογυμνώνει τους ήρωές του, τους ανοίγει την ψυχή και εστιάζει σε κάθε κύτταρό τους, κατι που συγκλονισε τον οραματιστή και επίσης ψυχογράφο Μάλερ στην αριστουργηματική του Τριτη Συμφωνία, και ειδικότερα στο τελευταιο μερος της-αναφορά στην Αγάπη του Θείου. Σ' ευχαριστώ πολύ, αγαπημένη μου φίλη για τον επαινο, καθώς και το θαυμασιο σχόλιό σου και για τους δυο κορυφαιους καλλιτεχνες που πραγματευεται το άρθρο μου! Να εχεις μια ομορφη νυχτα! ❤
Ένας ιδιοφυής άνθρωπος και ένας από τους σημαντικότερους ψυχογράφους, του οποίου το έργο αποτελεί ορόσημο στην παγκόσμια λογοτεχνία ειναι ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ. Απεβίωσε σε ηλικία 60 ετών, στις 9 Φεβρουαρίου 1881 μετά από χρόνιες επιληπτικές κρίσεις που τον ταλαιπωρούσαν. Τάφηκε στο μοναστήρι Alexander Nevsky στην Αγία Πετρούπολη και την νεκρική πομπή του ακολούθησαν 40.000 πολιτών αποτίοντας τιμή στον "εθνικό λογοτεχνικό ήρωα" ή "προφήτη της Ρωσίας", όπως αποκαλούσαν το ρώσο διανοούμενο.
"Portrait of Dostoyevsky", Vasily Perov - Tretyakov Gallery
Ο Ντοστογιέφσκυ έτρεφε μεγάλη αγάπη για τη μουσική παρότι δεν είχε ίχνος μουσικής εκπαίδευσης. Στη νεότητά του ήρθε σε επαφή με την κλασική μουσική της Δύσης παρακολουθώντας συναυλίες στην Αγία Πετρούπολη. Παραβρέθηκε σε παραστάσεις του Φραντς Λιστ και του Εκτόρ Μπερλιόζ, λάτρευε τη μουσική του συμπατριώτη του Μιχαήλ Γκλίνκα, αλλά και τις ιταλικές όπερες(τις οποίες γνώρισε από τους ιταλικούς θιάσους που έρχονταν στο Θέατρο Μαριίνσκυ). Γι'αυτό αναφέρεται πως στη διάρκεια της μέρας άκουγαν τον Ντοστογιέφσκυ να σιγομουρμουρίζει άριες. Βλέπουμε δε συχνά να χρησιμοποιεί "μουσικά στιγμιότυπα" στις νουβέλες και τα μυθιστορήματά του αξιοποιώντας στοιχεία και γνώσεις που αποκομίζει από τις παραστάσεις-ακροάσεις.
Όμως αρκετές είναι κι οι φορές που έργα του εμπνέουν μεγάλους συνθέτες, με τους ήρωες του Ντοστογιέφσκυ να ζωντανεύουν μουσικά...
Τέτοια περίπτωση αποτελεί το αυτοβιογραφικό έργο του "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων" , όπου ο κορυφαίος λογοτέχνης ξεσκεπάζει αμείλικτα τα τσαρικά κάτεργα και συγχρόνως εκφράζει τη φλογερή αγάπη του για τους απλούς ανθρώπους και τη λαϊκή Ρωσία. Οι αναφορές του αποτελούν δριμύ κατηγορητήριο κατά της δουλοπαροικίας.
"Στις απόμακρες γωνιές της Σιβηρίας, ανάμεσα στις στέπες, τα βουνά ή τ’ αδιάβατα δάση, συναντάει κανείς πού και πού κάτι μικρές ασήμαντες πολιτείες...[…]
Συνήθως είναι με το παραπάνω εφοδιασμένες με αρχιαστυνόμους, με παρέδρους κι όλους τους άλλους κατώτερους υπαλλήλους. Γενικά, αν και στη Σιβηρία κάνει κρύο, ο κάθε μικροζεστοθεσούλης το βρίσκει εξαιρετικά ευχάριστο να υπηρετεί εκεί πέρα. Γιατί εκεί ζούνε άνθρωποι απλοί, χωρίς φιλελεύθερες τάσεις. Oι συνήθειες είναι παλιές, γερές και οι αιώνες όχι μόνο δεν τις άλλαξαν, αλλά τις καθαγιάσανε κιόλας.
[…]
Το κλίμα είναι υπέροχο. Υπάρχουν πολλοί αξιοπρόσεχτοι και φιλόξενοι μεγαλέμποροι, υπάρχουν πολλοί Ευρωπαίοι και αρκετοί πλούσιοι. Oι δεσποινίδες ανθίζουν σαν τα τριαντάφυλλα κι είναι ηθικές ως εκεί που δεν παίρνει. Το κυνήγι πετάει μέσα στους δρόμους και πέφτει μόνο του πάνω στον κυνηγό. Η κατανάλωση της σαμπάνιας φτάνει σε αμέτρητες ποσότητες. Το χαβιάρι είναι θαυμαστό.[...]
"Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων" 1η έκδοση, 1862
Ο πρώτος μήνας και γενικά η αρχή της ζωής μου στο κάτεργο μένει ζωηρή ακόμα στη θύμησή μου.
Τα επόμενα χρόνια μόλις θαμποφέγγουν στο μυαλό μου…
Με την πρώτη ματιά, το κάτεργο μού φάνηκε αποκρουστικό. Κι όμως –παράξενο πράγμα– είχα την εντύπωση πως θα μπορούσα να ζήσω εκεί μέσα πολύ ευκολότερα απ’ ό,τι φανταζόμουνα στο δρόμο.
Oι κατάδικοι, αν κι αλυσοδεμένοι, μπορούσανε να περπατάνε λεύτερα στην αυλή, βρίζονταν, τραγουδούσαν. Και τις νύχτες μερικοί χαρτοπαίζανε.
Κι η ίδια η αγγαρεία, για να λέμε την αλήθεια, μου φάνηκε πως δεν ήταν δα και τόσο δύσκολη, τόσο κατεργίτικη. Και μονάχα σαν πέρασε αρκετός καιρός κατάλαβα πως ήταν βαριά και δουλειά κατέργου, όχι γιατί ήταν δύσκολη κι αδιάκοπη, μα γιατί σ’ ανάγκαζαν, σε υποχρέωναν να την κάνεις και μάλιστα με τη βέργα.
O μουζίκος, όταν είναι λεύτερος, δουλεύει ίσως πολύ περισσότερο.
Μα δουλεύει για δικό του όφελος, με λογικό σκοπό…
Σκέφτηκα κάποτε πως αν ήθελε κανείς να κουρελιάσει και ν’ αφανίσει έναν άνθρωπο, να τον τιμωρήσει με τον πιο βάρβαρο τρόπο, έτσι που κι ο τρομερότερος κακούργος να ’τρεμε και να φοβόταν αυτή την τιμωρία, τότε θα ’ταν αρκετό να τον εξαναγκάσει να κάνει μια αγγαρεία εντελώς ανώφελη και πέρα για πέρα παράλογη. […]
Φυσικά μια τέτοια τιμωρία θα ’ταν βασανιστήριο, εκδίκηση.
Μα, επειδή ακριβώς η κάθε καταναγκαστική εργασία έχει μέσα της μια δόση βασανιστηρίου, παραλογισμού, εξευτελισμού και ντροπής, γι’ αυτό κι η αγγαρεία στο κάτεργο είναι η πιο τυραννική από κάθε λεύτερη δουλειά…"
(Φ. Ντοστογιέφσκυ: "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων")
Στο παραπάνω απόσπασμα ο ρώσος λογοτέχνης περιγράφει τη ζωή σε μια φυλακή της Σιβηρίας. Οι ουτοπικές αντιλήψεις, οι φιλελεύθερες πεποιθήσεις και οι δρυμείς διαμαρτυρίες του συγγραφέα τον είχαν φέρει κι αυτόν στη Σιβηρία. Έτσι γνώριζε από πρώτο χέρι τις συνθήκες εγκλωβισμού στα τραχιά εδάφη της...
Απ'το μυθιστόρημα εμπνέεται ο Λέος Γιάνατσεκ την τελευταία του όπερα, που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματά του.
Η βαθιά συμπάθεια του συνθέτη για τη ρωσική διανόηση και πολιτισμό είναι αξιοπρόσεκτο στοιχείο της μουσικής του έμπνευσης.
Η όπερα απαιτεί μεγάλη ορχήστρα και είναι χαρακτηριστική η χρήση αλυσίδων ως κρουστικό όργανο, με το οποίο ο δημιουργός επιχειρεί να αποτυπώσει τον ήχο των αλυσοδεμένων κρατουμένων. Η υπόθεση του βιβλίου φαίνεται να είχε αγγίξει πολύ τον Γιάνατσεκ καθώς κι αυτός για τις φιλελεύθερες αντιαυστριακές ιδέες του είχε κηρυχθεί παράνομος από την αστυνομία.
Σκληρό το θέμα του βιβλίου, έτσι ο Γιάνατσεκ για να μεταδώσει το κλίμα του κάνει χρήση σκληρών διαφωνιών, «βάναυσης» αρμονίας, ρυθμών όλο ένταση, χωρίς όμως να λείπουν και τα λυρικά μέρη, που όμως ακούγονται φευγαλέα. Πρωτότυπη η μουσική αισθητική του, αποφασίζει για τις εκφραστικές ανάγκες, να παρουσιάσει μουσικούς αφηγηματικούς μονολόγους από τους διάφορους χαρακτήρες που περιγράφουν τα αδικήματα και τις ποινές τους.
Σημαντική στην όπερα είναι η χορωδία, σε ρόλο σχολιαστή. Ο Γιάνατσεκ επιδέξια αναδεικνύει τις δυνατότητες ενός χορωδιακού σχήματος-έχοντας την εμπειρία- αφού για χρόνια στο Μπρνο διηύθυνε διάφορες ερασιτεχνικές χορωδίες της πόλης. Άλλο ιδιαίτερο στοιχείο της όπερας είναι το ότι εκτός από μία πόρνη, δεν παρουσιάζεται κανένας άλλος γυναικείος χαρακτήρας.
Leos Janacek: "Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων-Overture"
Στο μπλογκ υπάρχουν κι άλλα κείμενα που αφορούν τον Ντοστογιέφσκυ. Περιηγηθείτε!