![]() |
"Dulcinea del Toboso", Charles Robert Leslie |
Συγκεκριμένα, ο Δον Κιχώτης είναι ερωτευμένος με μια νεαρή γειτόνισσά του, την οποία ο ίδιος αποκαλεί Δουλτσινέα, πείθοντας τον εαυτό του πως πρέπει να τη σώσει, καθώς υποτίθεται ότι βρίσκεται υπό την επήρεια μαγικών δυνάμεων. Το όνομα "Δουλτσινέα" προέρχεται από την ισπανική λέξη dulce(=γλυκιά) και δηλώνει μια σχεδόν εξωπραγματική γλυκύτητα. Ακόμα και σήμερα, η αναφορά σε κάποιο πρόσωπο ως "Δουλτσινέα" υποδηλώνει μια ιδεαλιστική, ιπποτική αφοσίωση και αγάπη.
"Το όνομά της είναι Δουλτσινέα του Τοβόσο. Η πατρίδα της είναι το Τοβόσο της Καστίλης, και είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο για την ομορφιά, την αρχοντιά και την αρετή της.
| Μιγκέλ ντε Θερβάντες |
Και αν η τύχη, ή η θεία πρόνοια, την έφερε σ' ένα χωριό και όχι σε ένα παλάτι, αυτό δεν έχει καμία σημασία. Διότι το αληθινό μεγαλείο δεν κατοικεί στα παλάτια, αλλά στην ψυχή. Και στη Δουλτσινέα, αυτό το μεγαλείο λάμπει σαν ήλιος στο μεσουράνημα".
(Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί την πιο χαρακτηριστική περιγραφή της Δουλτσινέας από τον Δον Κιχώτη και συναντάται στο Πρώτο Μέρος, Κεφάλαιο 13 του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες).
Το απόσπασμα αποκαλύπτει τη ρομαντική και ιδεαλιστική φαντασία του Δον Κιχώτη, ο οποίος μέσα στο μυαλό του έχει μετατρέψει την απλή αγρότισσα, Αλντόνσα σε ιδανικό γυναικείο πρότυπο, βασισμένο στα πρότυπα των μεσαιωνικών ιπποτικών μυθιστορημάτων. Στην πραγματικότητα, η Δουλτσινέα λειτουργεί περισσότερο ως σύμβολο του δικού του ιδανικού κόσμου, παρά ως υπαρκτό πρόσωπο.
![]() |
| O Ραβέλ την εποχή σύνθεσης των τραγουδιών |
Αρχικά ζητήθηκε από τον Ραβέλ να συνθέσει τέσσερα τραγούδια, όμως η ραγδαία επιδείνωση της υγείας του καθυστέρησε την ολοκλήρωση του έργου. Τελικά, ο Παμπστ ανέθεσε τη σύνθεση στον Ζακ Ιμπέρ, ενώ ο Ραβέλ κατόρθωσε να ολοκληρώσει τρία τραγούδια, που αποιτελούν τα τελευταία ολοκληρωμένα έργα του πριν τον θάνατό του.
Τα τραγούδια του κύκλου, σε ποίηση του Πολ Μοράν, αναδεικνύουν τις τρυφερές, ειλικρινείς αλλά και χιουμοριστικές πτυχές της ιστορίας του Δον Κιχώτη σε σχέση με την Δουλτσινέα και χαρακτηρίζονται από την έντονη ισπανική επιρροή που διατρέχει μεγάλο μέρος του έργου του Ραβέλ.
Ι. Chanson romanesque (Ρομαντικό τραγούδι)
Ο Δον Κιχώτης εκφράζει την αφοσίωσή του προς τη Δουλτσινέα, δηλώνοντας ότι θα έκανε τα πάντα για να την ευχαριστήσει. Η μουσική συνοδεία μιμείται την κιθάρα, δημιουργώντας έναν ρομαντικό και ιπποτικό τόνο.Η μελωδία είναι απλή, με εκφραστικές κορυφώσεις που τονίζουν την αφοσίωση και το πάθος του Δον Κιχώτη για τη Δουλτσινέα. Η φωνή του τραγουδιστή ερμηνεύει με ευαισθησία και ζεστασιά, δίνοντας έμφαση στα συναισθήματα. Η αρμονία είναι διακριτική, με χρήση απαλών συγχορδιών, που προσδίδουν ονειρικό χαρακτήρα, ενώ οι χρωματισμοί παραπέμπουν στην ισπανική μουσική παράδοση, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα της μεσαιωνικής ιπποτικής εποχής.
Εδώ, ο Δον Κιχώτης απευθύνει προσευχή στους Αγίους Μιχαήλ και Γεώργιο, ζητώντας την προστασία τους για να υπερασπιστεί τη Δουλτσινέα.
ΙΙΙ. Chanson à boire(Τραγούδι του ποτού)
Το τελευταίο τραγούδι είναι μια ζωηρή και χιουμοριστική άρια, με έντονο κωμικό και εορταστικό χαρακτήρα, που εκφράζει τη χαρά της ζωής και την απόλαυση της στιγμής.
Η μουσική ενεργητική, παιχνιδιάρικη και χορευτική (με στοιχεία από την ισπανική παραδοσιακή μουσική, όπως ο ρυθμός της χότα), με έντονες διακυμάνσεις και αυθορμητισμό, αναδεικνύει το χιουμοριστικό και ανάλαφρο πνεύμα του τραγουδιού. Εμφανής είναι η αίσθηση ανεμελιάς, ελευθερίας και της απόλαυσης, με μια νότα αυτοσαρκασμού και χιούμορ, που ταιριάζει στον χαρακτήρα του Δον Κιχώτη, ο οποίος παρότι ιππότης και ιδεαλιστής, δεν παύει να έχει και ανθρώπινες αδυναμίες.
Τα τραγούδια του κύκλου, σε ποίηση του Πολ Μοράν, αναδεικνύουν τις τρυφερές, ειλικρινείς αλλά και χιουμοριστικές πτυχές της ιστορίας του Δον Κιχώτη σε σχέση με την Δουλτσινέα και χαρακτηρίζονται από την έντονη ισπανική επιρροή που διατρέχει μεγάλο μέρος του έργου του Ραβέλ.
Ι. Chanson romanesque (Ρομαντικό τραγούδι)
Ο Δον Κιχώτης εκφράζει την αφοσίωσή του προς τη Δουλτσινέα, δηλώνοντας ότι θα έκανε τα πάντα για να την ευχαριστήσει. Η μουσική συνοδεία μιμείται την κιθάρα, δημιουργώντας έναν ρομαντικό και ιπποτικό τόνο.Η μελωδία είναι απλή, με εκφραστικές κορυφώσεις που τονίζουν την αφοσίωση και το πάθος του Δον Κιχώτη για τη Δουλτσινέα. Η φωνή του τραγουδιστή ερμηνεύει με ευαισθησία και ζεστασιά, δίνοντας έμφαση στα συναισθήματα. Η αρμονία είναι διακριτική, με χρήση απαλών συγχορδιών, που προσδίδουν ονειρικό χαρακτήρα, ενώ οι χρωματισμοί παραπέμπουν στην ισπανική μουσική παράδοση, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα της μεσαιωνικής ιπποτικής εποχής.
"Αν μου' λεγες ότι η γη
με τη στροφή της σε ζαλίζει
θα έστελνα τον Πάντσα ευθύς
να την ακινητοποιήσει.
Αν μου' λεγες ότι πλήττεις
από έναν ανθισμένο με αστέρια, ουρανό
αψηφώντας τους θεϊκούς τους νόμους
θα' κοβα τη νύχτα με μαχαίρια.
Αν μου' λεγες: "το σύμπαν
έτσι άδειο δεν μ' ευφραίνει
Θεέ Ιππότη, με τη λόγχη στο χέρι",
Θα φώτιζα μ' άστρα τον περαστικό άνεμο.
Αλλά αν μου'λεγες ότι το αίμα μου
σε μένα ανήκει πιότερο από σένα, Κυρά μου,
θα ’σκιζε η μομφή την καρδιά μου
κι ευλογώντας σε, θα πέθαινα μπροστά σου.
Ω Δουλτσινέα!"
ΙΙ. Chanson épique (Επικό Τραγούδι)
![]() |
| Μνημείο Δον Κιχώτη και Δουλτσινέας, Καστίλη |
Εχει μεγαλοπρεπή και σοβαρό χαρακτήρα, με τη μελωδία να αποπνέει αίσθημα ηρωισμού και πνευματικής δύναμης.
Τα επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα είναι έτσι δομημένα ώστε να δημιουργούν αίσθηση προσευχής και προσήλωσης. Οι αρμονίες πλούσιες, αλλά και σκοτεινές, ενισχύουν την αίσθηση ιερότητος και μυστηρίου.
"Καλέ μου Άγιε Μιχαήλ, που μου χαρίζεις δύναμη
να δω την Κυρά μου και ν’ ακούσω τη φωνή της
Άγιε Μιχαήλ, που μ' ευνοείς,
να την ευφραίνω και να στέκω πλάι της.
Άγιε Μιχαήλ, σε ικετεύω, κατέβα
μαζί με τον Άγιο Γεώργιο, απ’ το φως,
στο βωμό της Κυράς με το γαλανό μανδύα.
Με μιαν αχτίδα ουράνια, ευλόγησε τη λόγχη μου
και το ίδιο καθαρή
το ίδιο θεοσεβής,
το ίδιο ταπεινή, σεμνή,
είν’ η Κυρά μου.
Ω, Άγιε Γεώργιε και Άγιε Μιχαήλ,
φύλακες Άγγελοι της νύχτας μου!
Η γλυκιά μου Κυρά τόσο μοιάζει
μ’ Εσένα, Μαντόνα με το γαλανό μανδύα!
Αμήν"
| "Dulcinée", Marchel Duchamp * |
ΙΙΙ. Chanson à boire(Τραγούδι του ποτού)
Το τελευταίο τραγούδι είναι μια ζωηρή και χιουμοριστική άρια, με έντονο κωμικό και εορταστικό χαρακτήρα, που εκφράζει τη χαρά της ζωής και την απόλαυση της στιγμής.
Η μουσική ενεργητική, παιχνιδιάρικη και χορευτική (με στοιχεία από την ισπανική παραδοσιακή μουσική, όπως ο ρυθμός της χότα), με έντονες διακυμάνσεις και αυθορμητισμό, αναδεικνύει το χιουμοριστικό και ανάλαφρο πνεύμα του τραγουδιού. Εμφανής είναι η αίσθηση ανεμελιάς, ελευθερίας και της απόλαυσης, με μια νότα αυτοσαρκασμού και χιούμορ, που ταιριάζει στον χαρακτήρα του Δον Κιχώτη, ο οποίος παρότι ιππότης και ιδεαλιστής, δεν παύει να έχει και ανθρώπινες αδυναμίες.
"Ανάθεμα τον ψεύτη, ω ξακουστή Κυρά,
που για να με πάρει απ' τα γλυκά σου μάτια
λέει πως η αγάπη και το παλιό κρασί
σκοτεινιάζουν την καρδιά και την ψυχή μου
Αχ! Πίνω από χαρά!
Η χαρά είν' ο μόνος σκοπός,
κι εκεί βαδίζω λαμπρός
μόλις πιω, μόλις πιω!
Ανάθεμα τον ζηλιάρη
που κλαίει, στενάζει
και ορκίζεται
πως ποτέ δεν θα μεθύσει στη ζωή.
Αχ! Πίνω από χαρά!
Η χαρά είν’ ο μόνος σκοπός,
κι εκεί βαδίζω λαμπρός
μόλις πιω, μόλις πιω!"
Το απολαμβάνουμε από τον Fischer-Dieskau, η ερμηνεία του οποίου στο "Don Quichotte à Dulcinée" ξεχωρίζει για τη βαθιά εκφραστικότητα και τη λεπτή συναισθηματική ισορροπία, αποδίδοντας με μοναδικό τρόπο την πολυδιάστατη ψυχή του ήρωα.
Ravel: "Don Quichotte à Dulcinée" / Fischer-Dieskau:
Το κείμενο γράφτηκε για τα 410 χρόνια από το θάνατο του ισπανού συγγραφέα,
Μιγκέλ ντε Θερβάντες(22 Απριλίου 1616), το έργο του οποίου ανήκει χρονικά στη "Χρυσή εποχή" της Ισπανίας.
*Το εικαστικό "Dulcinée" του Μαρσέλ Ντυσάν εμπνέεται από τον χαρακτήρα της Δουλτσινέας του Δον Κιχώτη, αν και δεν την απεικονίζει κυριολεκτικά. Αντίθετα, χρησιμοποιεί το όνομά της για να αναδείξει έννοιες όπως ο έρωτας, η φαντασίωση, η εξιδανίκευση και η ψευδαίσθηση, όλα κεντρικά θέματα τόσο στην τέχνη του Ντυσάν όσο και στο μυθιστόρημα του τιμώμενου Θερβάντες.
_-_Dulcinea_del_Toboso_-_FA.131(O)_-_Victoria_and_Albert_Museum.jpg)

_09.jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου