Συμβολική η σημερινή ημερομηνία για την ιστορία της μουσικής.
27η Ιανουαρίου είναι η μέρα που γεννήθηκε ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και η μέρα που σίγησε η φωνή του Τζουζέπε Βέρντι. Σαν να κλείνει και να ανοίγει την ίδια στιγμή ένας μεγάλος κύκλος.
Δύο συνθέτες που δεν συναντήθηκαν ποτέ στον χρόνο, αλλά συνομιλούν αδιάκοπα μέσα από την ουσία της μουσικής τους. Μια αόρατη γέφυρα ανάμεσα σε δύο κορυφές, που ανήκουν σε διαφορετικές εποχές αλλά υπηρετούν τον ίδιο, βαθύ σκοπό...τη μουσική ως φορέα αλήθειας.
Ο Μότσαρτ, τέκνο του Διαφωτισμού, εμπιστεύτηκε τη λογική, την ισορροπία και την εσωτερική αρμονία του ανθρώπου. Ακόμη και στα πιο σκοτεινά του έργα, η μουσική του διατηρεί μια διαύγεια σχεδόν υπερβατική, σαν να αναζητά το θείο μέσα από την ανθρώπινη ευαισθησία.
Ο Βέρντι, αντίθετα, σμιλεύεται από την Ιστορία. Το Ρισορτζιμέντο, το πολιτικό πάθος, την ανάγκη για φωνή και ταυτότητα. Η μουσική του δεν αρκείται στο να φωτίζει. Διεκδικεί, συγκλονίζει, συγκρούεται.
Η ουσιαστικότερη συνομιλία τους, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην όπερα, αλλά στα Ρέκβιεμ τους.
Ι. Η "Messa da Requiem" του Βέρντι είναι μεγαλοπρεπής και εκρηκτική, με σαφείς αναφορές στον οπερατικό τύπο που ο ίδιος ανέδειξε μοναδικά. Η θεατρικότητά της είναι τόσο έντονη, ώστε ακόμη και ο πιο ανίδεος ακροατής τη διαισθάνεται αμέσως. Δεν είναι τυχαίο ότι ο φον Μπύλοβ τη χαρακτήρισε επικριτικά ως "όπερα που φορά εκκλησιαστικό ράσο". Ο Μπραμς, όμως, έσπευσε να τον αντικρούσει, επισημαίνοντας το σφάλμα αυτής της κρίσης και προσθέτοντας πως "μόνο μια ιδιοφυία θα μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο έργο"...
Πράγματι, ο κατεξοχήν συνθέτης της όπερας δεν στηρίζεται εδώ τόσο στο θρησκευτικό συναίσθημα, όσο στην απόδοση της δραματικότητας. Το Ρέκβιεμ του Βέρντι είναι ένα εγκώμιο στον θάνατο. Όμως δεν τον παρουσιάζει σαν τέλος, αλλά σαν αναγκαία συνθήκη της ζωής. Είναι ο ανθρώπινος φόβος που υψώνει φωνή, που απαιτεί απάντηση από το άγνωστο.
Η μεγαλόπνοη αυτή "Λειτουργία εις κεκοιμημένους" γράφτηκε το 1874, για την πρώτη επέτειο θανάτου του Αλεσάντρο Μαντσόνι, του συγγραφέα που ο Βέρντι εκτιμούσε βαθύτατα για το πνεύμα και πρωτίστως την ανθρωπιά του. Ο ίδιος ο συνθέτης διηύθυνε την πρεμιέρα, καθοδηγώντας ορχήστρα, χορωδία και σολίστες από το πόντιουμ.
Η ιδέα μιας νεκρώσιμης ακολουθίας, ωστόσο, είχε γεννηθεί μέσα του ήδη μια δεκαετία νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της επιδημίας χολέρας που σάρωσε την Ιταλία, καθώς και με αφορμή το ανεκπλήρωτο σχέδιο για το μνημόσυνο του Ροσίνι. Την οριστική απόφαση την πήρε στο νεκροταφείο, στην κηδεία του Μαντσόνι, ομολογώντας πως το έργο αυτό ήταν "αναγκαιότητα της ψυχής και ροπή της καρδιάς".