Γνωρίζατε ότι ο σπουδαίος Άγγλος συνθέτης, Ραλφ Βον Ουίλιαμς ήταν ανιψιός του Κάρολου Δαρβίνου; Η γιαγιά του, από την πλευρά της μητέρας του, ήταν αδελφή του περίφημου φυσιοδίφη.
Ο Ραλφ μεγάλωσε στο Leith Hill Place, το σπίτι των παππούδων του, όπου ο ίδιος ο Δαρβίνος είχε πραγματοποιήσει πειράματα στους κήπους. Ήταν ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου η μουσική, η επιστήμη, οι ιδέες και η ελεύθερη σκέψη συνυπήρχαν φυσικά.
Κάποτε, ο νεαρός Ραλφ ρώτησε τη μητέρα του για το περίφημο και τότε ακόμη αμφιλεγόμενο έργο του θείου του, "Περί της καταγωγής των ειδών". Εκείνη, με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και διπλωματία, του απάντησε:
"Η Βίβλος λέει ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι ημέρες. Ο θείος Κάρολος πιστεύει ότι χρειάστηκε περισσότερο χρόνο. Δεν χρειάζεται όμως ν' ανησυχείς γι’ αυτό. Ο κόσμος είναι θαυμάσιος, είτε έτσι είτε αλλιώς".
Τι υπέροχη απάντηση! Ούτε θεολογική μάχη ούτε επιστημονικός εμφύλιος. Απλά.... άλλος μιλά για έξι ημέρες, άλλος για δισεκατομμύρια χρόνια...Εμείς, ας βλέπουμε πόσο θαυμαστός είναι ο κόσμος!
Βρίσκω αυτή την ανοιχτόμυαλη στάση εξαιρετικά ταιριαστή με τον μελλοντικό συνθέτη. Γιατί ο Βον Ουίλιαμς θα αφιέρωνε τη ζωή του αναζητώντας την ομορφιά -εκτός από τις νότες- και στη φύση, στα αγγλικά τοπία, στην παράδοση και στη λαϊκή μουσική.
Κάρολος Δαρβίνος
Και κάπως έτσι, θείος και ανιψιός προσπάθησαν, ο καθένας με τη δική του γλώσσα, να αφουγκραστούν το ίδιο θαύμα. Ο Δαρβίνος αναζητούσε μέσα από την επιστήμη τους νόμους που διέπουν τη φύση. Ο Βον Ουίλιαμς την παρατηρούσε, αφουγκραζόταν τους ήχους της και τους μετέφερε με την έμπνευσή του στο πεντάγραμμο.
Ο ένας ερευνούσε τους νόμους της ζωής, ο άλλος τη μελωδία της. Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, προσπάθησαν να αποκρυπτογραφήσουν το ίδιο θαύμα, τον κόσμο γύρω μας...
Θεωρώ πως δεν υπάρχει καλύτερη μουσική υπόκρουση γι’ αυτή την οικογενειακή ιστορία από τη σύνθεση του Βον Ουίλιαμς "The Lark Ascending - Ο ιπτάμενος κορυδαλλός", έργο εμπνευσμένο από τη βρετανική εξοχή, το πέταγμα και το τραγούδι του κορυδαλλού...
Πρόκειται για ένα από τα πιο αγαπημένα και αναγνωρίσιμα έργα του Ραλφ Βον Ουίλιαμς, μια σύντομη, μονομερής "romance" για σόλο βιολί και ορχήστρα, εμπνευσμένη από το ομώνυμο ποίημα του Άγγλου ποιητή Τζορτζ Μέρεντιθ:
Ο Βον Ουίλιαμς στην εξοχή
"Υψώνεται, κι αρχίζει να πλαναται,
κι από τα ύψη αφήνει να κυλήσει
μια ασημένια αλυσίδα από ήχους,
αδιάκοπη, που πάλλεται και τρεμοπαίζει
σε τιτιβίσματα, σφυρίγματα, λυγμούς.
Κι όσο τραγουδά, ώσπου ο ουρανός του να γεμίσει,
σκορπίζει μέσα μας την αγάπη της γης.
Κι όλο ανεβαίνει, ολοένα πιο ψηλά,
κι η κοιλάδα μας γίνεται χρυσό ποτήρι,
ενώ εκείνος, κρασί που ξεχειλίζει,
μας παρασύρει μαζί του στην ανοδική του πτήση.
Ώσπου χάνεται στους φωτεινούς κύκλους του αιθέρα
κι εκεί, μέσα στο άπλετο φως,
η φαντασία αρχίζει να τραγουδά"
Ο Βον Ουίλιαμς το συνέθεσε αρχικά για βιολί και πιάνο και αργότερα το αναδιαμόρφωσε για βιολί και ορχήστρα. Το σόλο βιολί, με τις ανάλαφρες και ελεύθερες φράσεις του, μιμείται το κελάηδημα του κορυδαλλού και ταυτόχρονα, την ανοδική του πτήση. Η ορχήστρα ξετυλίγεται μελωδικά σαν λεπτό ηχητικό τοπίο, δημιουργώντας αίσθηση γαλήνης, ελευθερίας και βαθέος στοχασμού.
Το έργο θεωρείται μία από τις πιο χαρακτηριστικές μουσικές αποτυπώσεις της αγγλικής υπαίθρου, όπου η φύση γίνεται ταυτόχρονα εικόνα, ήχος, ανάσα και συναίσθημα. Η εικόνα του κορυδαλλού που υψώνεται, απέκτησε, στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, βαθύτερη συμβολική διάσταση. Σε μια Ευρώπη που ένιωθε τον πόλεμο να πλησιάζει, το πέταγμα του έμοιαζε σαν νοσταλγία για έναν απλούστερο, ελεύθερο κόσμο που κινδύνευε να χαθεί.
Ralph Vaughan Williams: "The Lark Ascending"
(Βιολί: Hilary Hahn)
Ο Ραλφ Βον Ουίλιαμς πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του στις 26 Αυγούστου 1958, σε ηλικία 85 ετών. Ίσως, για έναν άνθρωπο που πέρασε τη ζωή του αφουγκραζόμενος τη φύση, ο θάνατος να μην ήταν παρά μια παύση ανάμεσα σε δύο μουσικές φράσεις. Έφυγε από τον κόσμο, αφήνοντας πίσω του τη δική του απάντηση στο ερώτημα που απασχόλησε και τον θείο του Κάρολο Δαρβίνο... Το μεγάλο θαύμα δεν είναι μόνο να γνωρίζουμε πώς γεννιέται ο κόσμος, αλλά και να μπορούμε να ακούμε την ομορφιά του...
"Η Σφαγή τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου", François Dubois
Η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου έμεινε στην ιστορία σαν η πιο αιματηρή σφαγή των Γάλλων Πρωτεσταντών(Ουγενότων) από τους Καθολικούς, στο Παρίσι, ανήμερα στη Γιορτή του Αγίου, στις 24 Αυγούστου 1572. Παρά το Διάταγμα με το οποίο είχε τερματιστείπροσωρινά ο εμφύλιος πόλεμος, η θρησκευτική αντιπαλότητα παρέμενε ζωντανή. Η αυξανόμενη επιρροή του προτεστάντη ναυάρχου Γκασπάρ ντε Κολινί στον νεαρό βασιλιά Κάρολο Θ΄ προκάλεσε την οργή των Καθολικών και ιδιαίτερα της Αικατερίνης των Μεδίκων.
"Η Σφαγή τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου", Frans Hogenberg
Η ένταση κορυφώθηκε μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Κολινί στις 22 Αυγούστου. Λίγες ημέρες αργότερα, με αφορμή τον γάμο του Ερρίκου της Ναβάρας με τη Μαργαρίτα του Βαλουά, χιλιάδες Ουγενότοι είχαν συγκεντρωθεί στο Παρίσι. Τη νύχτα της 23ης προς την 24η Αυγούστου, οι καμπάνες σήμαναν την έναρξη της σφαγής. Οι δρόμοι πλημμύρισαν αίμα και χιλιάδες Ουγενότοι δολοφονήθηκαν, μέσα σε μια έκρηξη θρησκευτικού φανατισμού που σημάδεψε ανεξίτηλα τη γαλλική ιστορία.
Η φρίκη εκείνης της Νύχτας θα ξαναζωντάνευε τρεις αιώνες αργότερα μέσα από τη δύναμη της μουσικής. Ο Γερμανός συνθέτης Giacomo Meyerbeer στράφηκε στο τραγικό αυτό κεφάλαιο και το μετέπλασε σε μια μεγαλειώδη μουσική τοιχογραφία στην όπερά του "Les Huguenots", που παρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1836.
Εκεί, η Ιστορία γίνεται μουσική και το αίμα μετατρέπεται σε ήχο. Ανάμεσα στη σύγκρουση Καθολικών και Προτεσταντών, ο Meyerbeer τοποθετεί την ιστορία του Ραούλ και της Βαλεντίνης, δύο εραστών που χωρίζει η θρησκευτική μισαλλοδοξία και που η Ιστορία παρασύρει μαζί της προς την καταστροφή. Έτσι, η σφαγή του 1572 δεν είναι μόνο σκηνικό για την όπερας. Γίνεται η σκοτεινή της καρδιά, όπου ο έρωτας, η πίστη και το μίσος συναντώνται, και η ανθρώπινη φωνή υψώνεται απέναντι στη βία της Ιστορίας.
Η όπερα "Ουγενότοι" ξετυλίγεται σε πέντε πράξεις και χρειάστηκε περίπου πέντε χρόνια επίμονης εργασίας για να πάρει την οριστική της μορφή. Το λιμπρέτο ανήκει στον Eugène Scribe, όμως ο τελειομανής Mέγιερμπερ δεν αρκέστηκε σε μια απλή ιστορική αφήγηση. Επιθυμούσε μεγαλύτερη ακρίβεια στην αναπαράσταση της εποχής, αλλά και βαθύτερη ψυχολογική σκιαγράφηση των προσώπων. Με τη συγκατάθεση του Scribe, προστέθηκε έτσι στη συγγραφική ομάδα ο Émile Deschamps, συμβάλλοντας στην επεξεργασία του κειμένου και προσδίδοντας στους χαρακτήρες μεγαλύτερο δραματικό βάθος.
Η πολυαναμενόμενη πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, στις 29 Φεβρουαρίου 1836, και αποτέλεσε ένα από τα πιο φιλόδοξα και πολυσυζητημένα θεατρικά γεγονότα της εποχής. Η παραγωγή υπήρξε εντυπωσιακή για τα δεδομένα της, με κόστος που άγγιξε τα 160.000 φράγκα, αποτυπώνοντας τη μεγαλοπρέπεια που απαιτούσε το νέο είδος της grand opéra. Η μουσική του Mέγιερμπερ προκάλεσε τον θαυμασμό κορυφαίων πνευματικών και μουσικών προσωπικοτήτων. Ο Χάινριχ Χάινε παρομοίασε τους "Ουγενότους" με "γοτθικό καθεδρικό ναό της τέχνης, όπου λεπτοί πυλώνες και επιβλητικές καμάρες υψώνονται σαν να τους δημιούργησε ένα γιγάντιο χέρι". Ο Εκτόρ Μπερλιόζ από την πλευρά του, είδε στην παρτιτούρα μια "πλήρη μουσική εγκυκλοπαίδεια, θεωρώντας πως η ευρύτητα και η δύναμή της ξεπερνούσαν ό,τι είχε επιχειρηθεί μέχρι τότε".
Εικονογράφηση του περίφημου ντουέτου Ραούλ - Βαλεντίν
Κορυφαία σε δραματικότητα και μουσικό μεγαλείο, και άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φρικιαστική νύχτα που θα ακολουθήσει, είναι η 4η πράξη της όπερας. Η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή, βαριά, διαποτισμένη από μια αγωνία που ολοένα πυκνώνει. Οι Καθολικοί ηγέτες, υπό την καθοδήγηση της βασίλισσας, έχουν ήδη αποφασίσει τη σφαγή που θα ξεσπάσει με το πρώτο φως της μέρας, ενώ ο θεατής αισθάνεται πως η τραγωδία πλησιάζει αναπόφευκτα.
Μέσα σε αυτή τη ζοφερή αναμονή, ο Mέγιερμπερ επιστρατεύει ορισμένες από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της παρτιτούρας. Ιδιαίτερα το περίφημο ντουέτο του Ραούλ και της Βαλεντίν,"Ô ciel ! où courez-vous ?", όπου η επικείμενη καταστροφή συναντά την τελευταία αναλαμπή του έρωτά τους. Οι φωνές τους άλλοτε ενώνονται σε τρυφερές, σχεδόν ικετευτικές φράσεις και άλλοτε ξεσπούν σε δραματικές κορυφώσεις, σαν να παλεύουν να ανακόψουν ένα πεπρωμένο που ήδη έχει αποφασιστεί. Ο φόβος, η αγάπη και η προαίσθηση του θανάτου συμπλέκονται σε μια μουσική σκηνή σπαρακτικής έντασης.
Meyerbeer: "Les Huguenots / Act 4: Grand Duo - O ciel! Où courez-vous?":
Συγκλονιστικό και άκρως ανατριχιαστικό είναι και το χορωδιακό που προηγείται του σπαρακτικού ντουέτου. Πρόκειται για την "Bénédiction des poignards - Ευλογία των σπαθιών" της 4ης πράξης.
"Η Σφαγή τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου", Philippe Chaperon
Οι τελευταίες εντολές για την επικείμενη σφαγή έχουν ήδη δοθεί και η σκηνή μετατρέπεται σε μια σκοτεινή, σχεδόν τελετουργική προετοιμασία θανάτου. Οι φωνές των Καθολικών συνωμοτών ενώνονται σε έναν ζοφερό ύμνο, ενώ τρεις μοναχοί ευλογούν τα ξίφη που σε λίγο πρόκειται να βαφτούν με αίμα. Το "Gloire, gloire au Dieu vengeur - Δόξα, δόξα στον Θεό της εκδίκησης" αντηχεί σαν βλάσφημη προσευχή. Και όταν οι συνωμότες υψώνουν τα όπλα τους και κραυγάζουν "Dieu le veut ! Dieu l’ordonne - Ο Θεός το θέλει! Ο Θεός το διατάζει!", η μουσική αποκτά μια ανατριχιαστική δύναμη. Δεν προαναγγέλλει μόνο τη φρίκη που έρχεται... Αποκαλύπτει τη σκοτεινή στιγμή κατά την οποία η πίστη έχει παραμορφωθεί σε φανατισμό και η προσευχή έχει μετατραπεί σε όρκο θανάτου.
Ακριβώς αυτή η αίσθηση της επικείμενης συμφοράς κάνει την τέταρτη πράξη τόσο καθηλωτική, καθώς κάθε μελωδία οδηγεί αναπόφευκτα προς το αιματοβαμμένο ξημέρωμα της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου...
Meyerbeer: Les Huguenots / Act 4: Gloire, gloire au grand Dieu vengeur!":
22 Αυγούστου του 1862 γεννιέται στο Σεν-Ζερμέν-αν-Λαι ο Κλωντ Ντεμπισί, ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συνθέτες και πρωτοπόρους της μουσικής του 20ού αιώνα.
Η μουσική του χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη έμφαση στο ηχόχρωμα, την αρμονική λεπτότητα και την ελεύθερη, ποιητική απόδοση εικόνων και αισθήσεων.
Ίσως, λοιπόν, δεν υπάρχει πιο ταιριαστός τρόπος να τιμήσουμε τη γενέθλια ημέρα του, μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, από ένα έργο που μοιάζει να συμπυκνώνει σε ήχους το φως, τη ζωντάνια και την ανεμελιά του μεσογειακού καλοκαιριού...
"Μια ζεστή, καλοκαιρινή μέρα στο Ανακάπρι", Peder Mønsted
Το "Les collines d’Anacapri-Οι λόφοι του Ανακάπρι" είναι το πέμπτο πρελούδιο από το πρώτο Βιβλίο Πρελουδίων για πιάνο του Ντεμπισί, που ολοκληρώθηκε το 1910.
Εμπνευσμένο από το μεσογειακό τοπίο του Ανακάπρι, το έργο μεταφέρει στη μουσική την αίσθηση του καλοκαιρινού φωτός, της ζωντάνιας και της ανεμελιάς.(Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Ντεμπισί επισκεπτόταν συχνά την τοποθεσία στον κόλπο της Νάπολης).
Η πεντατονική μελωδική γραφή, οι ζωηροί χορευτικοί ρυθμοί και οι αναφορές σε ιταλικούς και ισπανόφωνους μουσικούς ιδιωματισμούς δημιουργούν ένα πολύχρωμο ηχητικό τοπίο. Η ταραντέλα και ο χαρακτηριστικός ρυθμός της χαμπανέρα συνυπάρχουν με τις λεπτές αρμονικές αποχρώσεις, χαρακτηριστικές της ώριμης μουσικής γλώσσας του Ντεμπισί. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι και η ηχητική μίμηση καμπανών, μέσα από την οποία η μελωδία αποκτά έναν λαμπερό, μεταλλικό σχεδόν ονειρικό χαρακτήρα, σαν να αντηχούν καμπάνες από μακριά μέσα στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα.
Χωρίς να περιγράφει κυριολεκτικά ένα συγκεκριμένο τοπίο, αφού δεν υπάρχουν αναφορές πως ο Ντεμπισί είχε επισκεφθεί το Κάπρι, ο συνθέτης δημιουργεί μια μουσική εικόνα της Μεσογείου...Ενα φωτεινό, παιχνιδιάρικο και γεμάτο κίνηση καλοκαιρινό σκηνικό, όπου ο ήχος γίνεται χρώμα και η μουσική μετατρέπεται σε αίσθηση.
Debussy: "Préludes / Book 1, L.117: 5. Les collines d'Anacapri":
"Kαλοκαιρινή μέρα στο Ανακάπρι", Peder Mønsted
Τα δύο εικαστικά που συνοδεύουν το κείμενο είναι του Peder Mοnsted, ενός σπουδαίου Δανού ζωγράφου, ο οποίος φιλοτέχνησε αρκετές φορές όψεις του Κάπρι και του Ανακάπρι.
Ο Mοnsted επισκέφθηκε την Ιταλία το 1882 και από τη Ρώμη ταξίδεψε στο Κάπρι, όπου εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από το μεσογειακό φως και την ένταση των χρωμάτων. Το Ανακάπρι αποτέλεσε βασικό θέμα σε μια σειρά έργων που φιλοτέχνησε, εμπνευσμένων από την περιοχή και τη χαρακτηριστική καλοκαιρινή της ατμόσφαιρα... Η ρεαλιστική του ματιά μετατρέπει το τοπίο σε μια εμπειρία φωτός και ατμόσφαιρας, μια εικαστική προσέγγιση, που με διαφορετικά μέσα, συνομιλεί όμορφα με τον ηχητικό κόσμο του Ντεμπισί...
20 Αυγούστου, "Παγκόσμια Ημέρα Κουνουπιού". Μια ημερομηνία που δύσκολα θα τη συνέδεε κανείς με τη μουσική. Κι όμως, πίσω από ένα τόσο μικρό και ενοχλητικό πλάσμα κρύβεται μια ιστορία επιστήμης, μυθολογίας και παραδόξως μουσικής έμπνευσης.
Στις 20 Αυγούστου 1897, ο Βρετανός γιατρός και ερευνητής Ronald Ross απέδειξε τον ρόλο των θηλυκών κουνουπιών στη μετάδοση της ελονοσίας. Η ανακάλυψη αυτή, που άλλαξε αποφασιστικά την κατανόηση της ασθένειας, του χάρισε λίγα χρόνια αργότερα το Νόμπελ Ιατρικής. Η ημερομηνία έχει συνδεθεί με την ευαισθητοποίηση για την καταπολέμηση του κουνουπιού και των ασθενειών που μεταδίδει.
Και δεν είναι υπερβολή να πούμε πως ένα από τα μικρότερα πλάσματα του πλανήτη είναι ταυτόχρονα και ένα από τα πιο επικίνδυνα. Μέσω των τσιμπημάτων του μεταδίδονται σοβαρές ασθένειες, προκαλώντας κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους παγκοσμίως.
Ας αφήσουμε όμως για λίγο την επιστήμη και ας περάσουμε στη μουσική.
Το κουνούπι, με το χαρακτηριστικό, επίμονο ζούζουνισμά του, έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για αρκετούς συνθέτες. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί. Ο ήχος του, οι ξαφνικές αλλαγές κατεύθυνσης, το νευρικό πέταγμά του προσφέρονται ιδανικά για μουσική μίμηση. Τα έγχορδα και ιδιαίτερα το βιολί μπορούν να μετατρέψουν αυτή τη μικροσκοπική "ενόχληση" σε μια ευφυή μουσική εικόνα.
Σας καλημερίζω, λοιπόν, με το "Mosquito Dance" του Béla Bartók, ένα από τα περίφημα "44 Duos for Two Violins", που ο Ούγγρος συνθέτης έγραψε το 1931.
Τα "44 Ντουέτα" γράφτηκαν κυρίως με παιδαγωγικό σκοπό, για νέους μαθητές βιολιού. Ο Μπάρτοκ, που γνώριζε καλά τη διδακτική πράξη, κατάφερε να συνδυάσει την τεχνική εξάσκηση με τη φαντασία, το χιούμορ και τη μουσική αφήγηση.
Στο "Mosquito Dance", τα δύο βιολιά μοιάζουν να κυνηγούν το ένα το άλλο μέσα στον αέρα. Οι γρήγορες, κοφτές κινήσεις, τα staccato, τα glissando και οι απότομες αλλαγές δημιουργούν μια σχεδόν οπτική αναπαράσταση του εντόμου. Δεν ακούμε μόνο το κουνούπι. Το βλέπουμε να πετά, να πλησιάζει, να απομακρύνεται και να επιστρέφει επίμονα.
Και αφού μιλάμε για κουνούπια, ας θυμηθούμε μερικές από τις πιο παράδοξες πληροφορίες γύρω από αυτά.
Τα αρσενικά κουνούπια δεν πίνουν αίμα. Τρέφονται κυρίως με νέκταρ και φυτικούς χυμούς.Δηλαδή, τη "βρώμικη" δουλειά την κάνουν τα θηλυκά που χρειάζονται το αίμα για την ανάπτυξη των αυγών τους. Όταν το θηλυκό κουνούπι μας τσιμπά, διοχετεύει σάλιο, το οποίο βοηθά στη διαδικασία της αιμοληψίας και εμποδίζει την πήξη του αίματος.Τα κουνούπια υπάρχουν στη Γη εδώ και 250 εκατομμύρια χρόνια. Προϋπήρχαν, λοιπόν, των δεινοσαύρων και επιβίωσαν από κοσμογονικές αλλαγές που εξαφάνισαν αμέτρητα άλλα είδη. Και, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, οι άνθρωποι με ομάδα αίματος 0 φαίνεται να είναι πιο ελκυστικοί στα κουνούπια από εκείνους με άλλες ομάδες αίματος.
Κι αν όλα αυτά μοιάζουν ήδη αρκετά παράξενα, υπάρχει και η μυθολογία.
Ο Λευκάδιος Χερν, που τόσο βαθιά αγάπησε και κατέγραψε τον ιαπωνικό πολιτισμό, μας μεταφέρει δοξασίες σύμφωνα με τις οποίες τα κουνούπια μπορούσαν να συνδεθούν με τις ψυχές των νεκρών. Οι ψυχές ανθρώπων που είχαν διαπράξει σοβαρά σφάλματα μπορούσαν να καταδικαστούν σε μια περιπλάνηση ως "διψασμένα φαντάσματα", αναζητώντας αδιάκοπα αίμα.
Και κάπως έτσι, ένα μικροσκοπικό έντομο περνά από την επιστήμη στη μουσική και από τη μουσική στη μυθολογία.
Από τον Ronald Ross στον Μπάρτοκ και από το εργαστήριο στο πεντάγραμμο, το κουνούπι αποδεικνύεται ένας απρόσμενος πρωταγωνιστής. Θανατηφόρο στην πραγματικότητα, ενοχλητικό στην καθημερινότητα, αλλά -τουλάχιστον στα χέρια του Μπάρτοκ- χορευτικό και απολαυστικό.
Στις 7 Αυγούστου 1941 έφυγε από τη ζωή ο Ινδός ποιητής, φιλόσοφος, ζωγράφος, ηθοποιός και συνθέτης Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, μία από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του 20ού αιώνα. Το 1913 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίαςκι έγινε ο πρώτος μη Ευρωπαίος που έλαβε τη συγκεκριμένη διάκριση.
Ο Ταγκόρ έδειξε από πολύ μικρή ηλικία την κλίση του στην ποίηση, ενώ παράλληλα διακρίθηκε στη ζωγραφική και στη μουσική. Συνέθεσε περισσότερα από 2.000 τραγούδια, ενώ δική του είναι τόσο η ποίηση όσο και η μουσική του εθνικού ύμνου της Ινδίας. Μέσα από το έργο του επιδίωξε να αναδείξει την αξία της απλότητας, της αρμονικής σχέσης του ανθρώπου με τη φύση και της καλλιέργειας της εσωτερικής και πνευματικής ομορφιάς. Η ποίησή του διακρίνεται για τον λυρισμό, τη βαθιά ανθρωπιστική σκέψη και τον διακριτικό μυστικισμό της.
Από τις πιο γνωστές ποιητικές συλλογές του Ταγκόρ είναι "Ο Κηπουρός", ένα έργο γεμάτο λυρισμό που πρωτοκυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1913, και μεταφέρει τη βαθιά του ευαισθησία γύρω από τον έρωτα, τη νιότη και την παροδικότητα της ύπαρξης. Τα ποιήματα αυτά δεν αποτελούν πρωτότυπες αγγλικές συνθέσεις, αλλά μια αριστοτεχνική προσαρμογή παλαιότερων στίχων που ο Ινδός δημιουργός είχε γράψει στη μητρική του γλώσσα, τη βεγγαλική. Η συντριπτική πλειονότητα του υλικού αντλήθηκε από τη συλλογή "Kshanika - Εφήμερο" του 1900. Με το έργο, ο Ταγκόρ αποτίναξε την αυστηρή, λόγια παράδοση για να αγκαλιάσει την αυθόρμητη καθομιλουμένη γλώσσα, εμφυσώντας μια πρωτόγνωρη ελαφράδα στην τέχνη του. Αυτή ακριβώς η ζωντάνια μεταφέρθηκε αυτούσια και στον "Κηπουρό", όπου η επίγεια αγάπη, ο ρομαντισμός, το χιούμορ και οι απλές, καθημερινές στιγμές της ζωής υμνούνται με τρόπο μοναδικό. Μακριά από τον βαθιά θρησκευτικό και πνευματικό χαρακτήρα άλλων έργων του, στη συλλογή αυτή η φιγούρα του κηπουρού γίνεται ο ιδανικός ξεναγός στα μυστικά των ανθρωπίνων συναισθημάτων και της φύσης.
"Μίλησέ μου, αγαπημένη,
πες μου με λόγια
όσα τραγούδησες.
Η νύχτα είναι βαθιά σκοτεινή
τ' αστέρια χάθηκαν πίσω από τα σύννεφα,
κι ο άνεμος στενάζει ανάμεσα στα φύλλα.
Θα λύσω τα μαλλιά μου
ο γαλανός μου μανδύας
θα σε τυλίξει σαν τη νύχτα.
Θα γείρω το κεφάλι σου στο στήθος μου,
κι εδώ, στη γλυκιά ερημιά,
άσε την καρδιά σου να μιλήσει...
("Ο Κηπουρός", Ρ. Ταγκόρ, απόδοση δική μου)
Στις γερμανικές μεταφράσεις ποιημάτων από τον "Κηπουρό" του Ταγκόρ στηρίχτηκε η "Lyrische Symphonie, Op. 18 - Λυρική Συμφωνία", που συνέθεσε ο Αυστριακός συνθέτης Alexander von Zemlinsky το διάστημα 1922 - 1923, το πιο διάσημο και αναγνωρισμένο έργο του. Μέσα απ' αυτή τη μνημειώδη σύνθεση για σοπράνο, βαρύτονο και μεγάλη ορχήστρα, ο Τσεμλίνσκι ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα σε υστερορομαντισμό και εξπρεσιονισμό, υφαίνοντας ένα ενιαίο ηχητικό σύμπαν επτά μερών που εκτελούνται χωρίς διακοπή. Το έργο ορθώνεται ως μια βαθιά προσωπική απάντηση στο μνημειώδες "Τραγούδι της Γης" του Γκούσταβ Μάλερ, όμως εδώ ο Τσεμλίνσκι αντικαθιστά τον τενόρο και την άλτο με τη σοπράνο και τον βαρύτονο, στήνοντας έναν συγκλονιστικό, σχεδόν θεατρικό διάλογο ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό στοιχείο. Οι δύο σολίστ εναλλάσσονται στη σκηνή δίνοντας φωνή στα αιώνια ανθρώπινα πάθη.
Τα 7 μέρη στα οποία αναπτύσσεται η Λυρική Συμφωνία παίρνουν τους τίτλους των επιλεγμένων ποιημάτων:
"Ich bin friedlos, ich bin durstig nach fernen Dingen - Είμαι ανήσυχος. Διψώ για ό,τι βρίσκεται μακριά"
"O Mutter, der junge Prinz - Ω μάνα, ο νεαρός Πρίγκιπας"
"Du bist die Abendwolke - Είσαι το βραδινό σύννεφο"
"Sprich zu mir Geliebter - Μίλησέ μου, αγαπημένη μου"
"Befrei mich von den Banden deiner Süße, Lieb - Απελευθέρωσέ με απ' τα δεσμά της γλυκύτητάς σου, αγάπη"
"Vollende denn das letzte Lied - Τότε τελειώστε το τελευταίο τραγούδι"
"Friede, mein Herz - Ειρήνη, καρδιά μου"
"Ειρήνη, καρδιά μου,
ας είναι γλυκιά η ώρα του αποχωρισμού.
Ας μη μοιάζει με θάνατο,
μα με την ώρα της εκπλήρωσης.
Ας λιώσει η αγάπη μέσα στη μνήμη,
κι ο πόνος ας γίνει τραγούδι..."
("Ο Κηπουρός", Ρ. Ταγκόρ, απόδοση δική μου)
Alexander von Zemlinsky: "Lyrische Symphonie, Op. 18":
Στο ιστολόγιο υπάρχουν και παλαιότερα κείμενα για τον Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, τα οποία μπορείτε να διαβάσετε αναζητώντας το όνομά του στη γραμμή αναζήτησης.
Giovanni Bellini: "Transfiguration of Jesus", Βενετία, 1454
Χρόνια Πολλά και Φωτεινά! Μεγάλη η σημερινή μέρα, καθώς τιμούμε τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της χριστιανικής πίστης.
Η Γιορτή υπενθυμίζει τη φανέρωση της θείας φύσης του Ιησού και τη δόξα Του, που αποκαλύπτεται στους μαθητές στο Όρος Θαβώρ. Το μήνυμα της Μεταμόρφωσης υπερβαίνει τη συγκεκριμένη βιβλική στιγμή, καθώς συμβολίζει τη φώτιση του ανθρώπου, την ελπίδα της πνευματικής αναγέννησης και τη δύναμη της θείας παρουσίας που μεταμορφώνει τον κόσμο. Η αλήθεια αυτή ενέπνευσε διαχρονικά τη χριστιανική τέχνη, οδηγώντας σπουδαίους δημιουργούς να αποδώσουν εικαστικά το μυστήριο της θεϊκής αποκάλυψης. Ανάμεσά τους και τον Ιταλο καλλιτέχνη, Τζιοβάνι Μπελίνι, που γύρω στα 1454 φιλοτεχνησε το έργο του "Μεταμόρφωση" απεικονιζοντας τη βιβλική σκηνή και σήμερα φυλάσσεται στο Museo Correr της Βενετίας.
Η σύνθεση οργανώνεται σε δύο επίπεδα, επίγειο και ουράνιο, δημιουργώντας σαφή διάκριση ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον θεϊκό κόσμο. Στο ανώτερο τμήμα δεσπόζει η μορφή του Χριστού, ο οποίος εικονίζεται με τα χέρια ανοιχτά σε στάση ευλογίας, λουσμένος σε εκτυφλωτικό φως. Η λευκή ενδυμασία του αντανακλά τη θεία λάμψη, ενώ δίπλα Του στέκονται με επιβλητική ηρεμία οι προφήτες Ηλίας και Μωυσής.
Στο κατώτερο επίπεδο, οι τρεις μαθητές, Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης, αντιδρούν στο υπερφυσικό όραμα. Ενας γονατίζει, άλλος καλύπτει το πρόσωπό του από την εκτυφλωτική λάμψη και ο τρίτος στρέφεται απότομα προς τα πίσω, αποδίδοντας το δέος και την αδυναμία του ανθρώπου να αντικρίσει άμεσα το θείο. Οι βραχώδεις σχηματισμοί του Όρους Θαβώρ υψώνονται απότομα, οδηγώντας το βλέμμα προς την κορυφή όπου εκτυλίσσεται το θαυματουργό γεγονός. Το φως ως συμβολικό μέσο, τονίζει τη θεϊκή παρουσία του Χριστού.
Το έργο φέρει έντονα τα χαρακτηριστικά της πρώιμης καλλιτεχνικής πορείας του Μπελίνι και αποκαλύπτει την ισχυρή επιρροή του Αντρέα Μαντένια, ιδιαίτερα στην γλυπτική απόδοση των μορφών, τις πτυχώσεις των ενδυμάτων και τη γεωμετρική οργάνωση του χώρου.
Giovanni Bellini: "Transfiguration of Jesus", Νάπολη, 1480
Η πρώιμη "Μεταμόρφωση" δεν αποτελεί τη μοναδική ενασχόληση του Μπελίνι με το συγκεκριμένο εικονογραφικό θέμα. Αντίθετα, η επιλογή του να επανέλθει σε αυτό περίπου δύο δεκαετίες αργότερα μαρτυρεί τη διαχρονική σημασία που είχε η σκηνή της Μεταμόρφωσης για την καλλιτεχνική και πνευματική του αναζήτηση. Περίπου το 1480 ο καλλιτέχνης δημιουργεί μια νέα εκδοχή του έργου, η οποία σήμερα φυλάσσεται στο Museo di Capodimonte, στη Νάπολη. Η σύγκριση των δύο έργων αποκαλύπτει τη σημαντική εξέλιξη της ζωγραφικής του γλώσσας, καθώς από τη γραμμικότητα και τη γλυπτική αυστηρότητα της πρώιμης περιόδου οδηγείται σε μια περισσότερο λυρική, ατμοσφαιρική και φωτεινή απόδοση του ίδιου θέματος, αλλά και τη βαθύτερη επιθυμία του να διερευνήσει εικαστικά το μυστήριο της θείας αποκάλυψης, του φωτός και της σχέσης του ανθρώπου με το θείο.
Από τη βιβλική σκηνή της Μεταμορφώσεως εμπνέεται η "Missa Assumpsit Jesus" του σπουδαίου Ισπανού αναγεννησιακού συνθέτη Sebastián de Vivanco, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ισπανικής πολυφωνικής σχολής των αρχών του 17ου αιώνα. Σύγχρονος του Τομάς Λουίς ντε Βικτόρια και αρχιμουσικός στους καθεδρικούς ναούς της Σεγόβια, της Άβιλα και αργότερα, της Σαλαμάνκα, ο Βιβάνκο διακρίθηκε για τη βαθιά γνώση της αντιστικτικής τέχνης και την ιδιαίτερη εκφραστικότητα της εκκλησιαστικής του μουσικής.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγεται η Missa Assumpsit Jesus, η οποία δημοσιεύθηκε το 1608 στη συλλογή Liber Missarum. Πρόκειται για μία από τις χαρακτηριστικότερες λειτουργίες της ύστερης Αναγέννησης, καθώς βασίζεται στο προγενέστερο ομώνυμο μοτέτο του συνθέτη, από το οποίο αντλεί τόσο τον τίτλο όσο και το κύριο θεματικό της υλικό. Το μοτέτο αφηγείται το ευαγγελικό επεισόδιο της Μεταμορφώσεως (Ματθ. 17, 1-9), όταν ο Χριστός παραλαμβάνει τους μαθητές Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη και τους οδηγεί στο όρος Θαβώρ, όπου αποκαλύπτει τη θεία Του δόξα μέσα στο άκτιστο φως:
"Ο Ιησούς μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη ανέβηκε σ’ ένα ψηλό βουνό.
Εκεί μεταμορφώθηκε μπροστά τους, έλαμψε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο και τα ενδύματά του έγιναν άσπρα σαν το φως".
Η Λειτουργία, που αποτελεί εξαιρετικό δείγμα της ώριμης ισπανικής αναγεννησιακής πολυφωνίας, ακολουθεί τη δομή της λατινικής Θείας Λειτουργίας, ενώ στις ανασυνθέσεις της πλαισιώνεται από τα αντίστοιχα γρηγοριανά μέλη.
Ο Βιβάνκο μετασχηματίζει δημιουργικά το αρχικό θέμα του μοτέτου μέσα από συνεχείς μιμητικές εισόδους, περίτεχνη αντίστιξη και εναλλαγές μεταξύ των φωνητικών ομάδων. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από διαύγεια, ισορροπία και αρχιτεκτονική συνοχή, δημιουργώντας φωτεινή ηχητική ατμόσφαιρα που ανταποκρίνεται ιδανικά στο θεολογικό νόημα της Μεταμόρφωσης. Παράλληλα, αξιοποιεί σύνθετους "αινιγματικούς κανόνες"*, μία από τις πλέον απαιτητικές τεχνικές της αναγεννησιακής πολυφωνίας. Η αυστηρή μαθηματική οργάνωση της σύνθεσης συνδυάζεται με έντονη πνευματικότητα, αποκαλύπτοντας έναν δημιουργό που κατόρθωσε να συνενώσει τη συνθετική δεξιοτεχνία με τη λειτουργική έκφραση.
Όπως ο Ιταλός ζωγράφος Τζοβάνι Μπελίνι αποδίδει εικαστικά το εκτυφλωτικό φως του Θαβώρ και τη συνάντηση του ανθρώπινου με το θείο, έτσι και ο Βιβάνκο μεταφράζει το ίδιο μυστήριο σε μουσική. Η λαμπρή πολυφωνική του γραφή μετατρέπεται σε ηχητική αναπαράσταση της Μεταμορφώσεως, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη μπορεί να υπηρετεί την αισθητική, αλλά και τη θεολογική εμπειρία του φωτός και της δόξας του Χριστού...
*"Αινιγματικός κανόνας" είναι μορφή πολυφωνικής μουσικής σύνθεσης, όπου ο συνθέτης καταγράφει μόνο την κύρια μελωδική γραμμή και αποκρύπτοντας τους κανόνες εισόδου των υπόλοιπων φωνών, αφήνοντας τους εκτελεστές να "λύσουν" το μουσικό αίνιγμα.
Sebastián de Vivanco: "Motet Assumpsit Jesus Petrum"
Assumpsit Iesus Petrum, et Iacobum,
et Ioannem fratrem eius,
et duxit eos in montem excelsum seorsum,
et transfiguratus est ante eos.
Et ecce vox de nube dicens:
Hic est filius meus dilectus,
in quo mihi bene complacui, ipsum audite.
Παρέλαβεν ο Ιησούς τον Πέτρον και τον Ιάκωβον
και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού,
και ανήγαγεν αυτούς εις όρος υψηλόν κατ' ιδίαν
και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών.
Και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα:
"Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός,
εν ω ευδόκησα. Αυτόν ακούετε"
Sebastián de Vivanco: "Missa Assumpsit Jesus", Mov. I. Kyrie
Παλαιότερο αφιέρωμα στη Γιορτή της Μεταμόρφωσης και στη μουσική απόδοση του θείου μυστηρίου από τον Ολιβιέ Μεσσιάν μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Ο σπουδαίος ρώσος ζωγράφος, Ιλιά Ρέπιν γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου 1844 στο Τσουγκούεφ και υπήρξε ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ρωσικού ρεαλισμού. Σπούδασε στην Αυτοκρατορική Ακαδημία Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης και διακρίθηκε για την εξαιρετική ικανότητά του να αποδίδει εκτός της φυσιογνωμίας και τον ψυχικό κόσμο των ανθρώπων που απεικόνιζε.
Ilya Repin, self portrait
Το έργο του εκτείνεται από ιστορικές σκηνές και κοινωνικά θέματα έως πορτρέτα προσωπικοτήτων των γραμμάτων και των τεχνών, με ιδιαίτερη έμφαση στη μουσική ζωή της εποχής του.
Η στενή σχέση του με τους καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους της Ρωσίας τον έφερε κοντά σε σημαντικούς μουσικούς, όπως οι Μουσόργκσκυ, Ρουμπινστάι, Ρίμσκι-Κόρσακοφ, τους οποίους απαθανάτισε σε ορισμένα από τα σημαντικότερα πορτρέτα της ρωσικής τέχνης. Μέσα σε αυτό το δημιουργικό περιβάλλον γεννήθηκε και ο πίνακας "Οι Σλάβοι Συνθέτες", από τα πλέον εμβληματικά έργα του Ιλιά Ρέπιν, όπου η ζωγραφική συναντά τη μουσική, μετατρέποντας τον καμβά σε έναν συμβολικό τόπο συνάντησης των σημαντικότερων δημιουργών της σλαβικής μουσικής παράδοσης.
Δημιουργήθηκε ύστερα από παραγγελία του επιχειρηματία Αλεξάντρ Ποροχόβστσικοφ για τη διακόσμηση του ξενοδοχείου-εστιατορίου "Slavic Bazaar" στη Μόσχα, ενός χώρου που φιλοδοξούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τον σλαβικό πολιτισμό. Η παραγγελία δεν είχε αποκλειστικά διακοσμητικό χαρακτήρα· αντανακλούσε το πνεύμα της εποχής και υπηρετούσε το ιδεώδες της πολιτισμικής ενότητας των σλαβικών λαών, μια ιδέα που γνώριζε ιδιαίτερη άνθηση στους σλαβόφιλους κύκλους της Ρωσίας κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Στο έργο αυτό ο Ρέπιν δημιουργεί μια ιδεατή σύναξη της σλαβικής μουσικής. Είκοσι δύο συνθέτες από τη Ρωσία, την Πολωνία και την Τσεχία συγκεντρώνονται σε έναν κοινό χώρο, παραμερίζοντας τα όρια του χρόνου και της ιστορίας. Πολλοί απ' αυτούς είχαν ήδη πεθάνει όταν ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε και ουδέποτε θα μπορούσαν να βρεθούν μαζί. Ο ζωγράφος βασίστηκε σε παλαιότερα πορτρέτα για να αποδώσει με πιστότητα τα χαρακτηριστικά των εκλιπόντων, ενώ για τους εν ζωή μουσικούς εργάστηκε από το φυσικό, προσδίδοντας στις μορφές μια ιδιαίτερη αίσθηση ζωντάνιας και ψυχογραφικής αλήθειας.
Ανάμεσα στις μορφές που δεσπόζουν αναγνωρίζουμε τον Μιχαήλ Γκλίνκα, τον θεμελιωτή της ρωσικής εθνικής μουσικής σχολής, τον Μίλι Μπαλακίρεφ, ηγετική φυσιογνωμία της περίφημης "Ομάας των Πέντε" και τον Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, ο οποίος απεικονίζεται με τη στολή του αξιωματικού, υπενθυμίζοντας τη διττή του ιδιότητα ως ναυτικού και μουσουργού. Παρόντες είναι ακόμη οι αδελφοί Αντόν και Νικολάι Ρουμπινστάιν, ο Σμέτανα, ο Σοπέν και πολλοί ακόμη συνθέτες, οι οποίοι συνθέτουν ένα ιδεατό πάνθεον της σλαβικής μουσικής δημιουργίας.
Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του μεγάλου κριτικού τέχνης και μουσικής Βλαντίμιρ Στάσοφ, ο οποίος υπήρξε ο πνευματικός εμπνευστής της σύνθεσης. Ο Στάσοφ πρότεινε το θέμα του έργου, συγκέντρωσε αυθεντικά πορτρέτα των αποθανόντων συνθετών και έφερε τον Ρέπιν σε επαφή με όσους βρίσκονταν ακόμη στη ζωή, ώστε οι προσωπογραφίες τους να αποδοθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Η συνεργασία αυτή προσέδωσε στον πίνακα όχι μόνο καλλιτεχνική αλλά και ιστορική εγκυρότητα.
Ilya Repin: "Slavic Composers", λεπτομέρεια στο κέντρο ο Σμέτανα
Πέρα όμως από την αξία του ως συλλογικού πορτρέτου, το έργο αποκτά βαθύτερη σημασία ως εικαστική διατύπωση του ιδεώδους του πανσλαβισμού. Η συνύπαρξη δημιουργών διαφορετικών γενεών, εθνικοτήτων και ιστορικών περιόδων μέσα στον ίδιο χώρο δεν αποσκοπεί στην ιστορική πιστότητα, αλλά λειτουργεί ως συμβολική εικόνα μιας κοινής πολιτισμικής μνήμης και μιας ενιαίας μουσικής παράδοσης που υπερβαίνει τα σύνορα και τον χρόνο. Ο Ρέπιν μετατρέπει τη ζωγραφική σε μια σιωπηλή συμφωνία, όπου κάθε μορφή αποτελεί μια ξεχωριστή φωνή και όλες μαζί συγκροτούν ένα χορωδιακό εγκώμιο προς τη σλαβική μουσική δημιουργία.
Μετά το κλείσιμο του "Slavic Bazaar" ο πίνακας μεταφέρθηκε στο Κρατικό Ωδείο Τσαϊκόφσκι της Μόσχας, όπου εκτίθεται έως σήμερα στη Μεγάλη Αίθουσα Συναυλιών.
Σήμερα, περισσότερο από ενάμιση αιώνα μετά τη δημιουργία του, ο πίνακας του Ρέπιν εξακολουθεί να θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της ρωσικής ρεαλιστικής ζωγραφικής, αλλά και ένα μοναδικό ιστορικό τεκμήριο της αντίληψης για τη σλαβική μουσική ταυτότητα στα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς αποτυπώνει μια"ιδέα", την πίστη ότι η μουσική μπορεί να αποτελέσει κοινή γλώσσα, φορέα μνήμης και σύμβολο πολιτισμικής ενότητας.
Σκέφτηκα να συνοδεύσω τον πίνακα του Ιλία Ρέπιν με τη σύνθεση "Σλάβικο Εμβατήριο-Slavonic March, έργο 31" του Τσαϊκόφσκυ. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για τη μουσική σύνθεση που αποδίδει με τον πληρέστερο τρόπο το ιδεολογικό και αισθητικό περιεχόμενο του πίνακα, λειτουργώντας ως η ηχητική του προέκταση.
Παρότι ο πίνακας του Ρέπιν ολοκληρώθηκε το 1872, τέσσερα χρόνια πριν από τη σύνθεση του Τσαικόφσκυ το 1876, τα δύο έργα γεννήθηκαν μέσα στο ίδιο ιστορικό και πνευματικό κλίμα. Και τα δύο αντανακλούν το ιδεώδες του πανσλαβισμού, το οποίο διαμόρφωσε σημαντικό μέρος της ρωσικής καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Η σύνθεση του Τσαϊκόφσκυ γράφτηκε με αφορμή τον Σερβοτουρκικό Πόλεμο και εκφράζει τη συμπαράσταση της Ρωσίας προς τον σερβικό λαό. Ο συνθέτης αξιοποιεί αυθεντικές σερβικές λαϊκές μελωδίες, τις οποίες αντιπαραβάλλει με τον ρωσικό αυτοκρατορικό ύμνο δημιουργώντας μια συμφωνική αφήγηση που ξεκινά με δραματικό χαρακτήρα και καταλήγει σε μια θριαμβευτική αποθέωση της σλαβικής ενότητας. Η θεματική επεξεργασία, η συμφωνική ανάπτυξη και η ενορχηστρωτική λαμπρότητα μετατρέπουν το έργο σε ένα μουσικό σύμβολο κοινής ιστορικής μνήμης και πολιτισμικής αλληλεγγύης.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Ρέπιν συγκεντρώνει τους Σλάβους συνθέτες σε έναν ιδεατό τόπο όπου συνυπάρχουν δημιουργοί διαφορετικών εποχών και εθνών. Όπως ο Τσαϊκόφσκυ συνενώνει διαφορετικές μουσικές παραδόσεις μέσα σε μία ενιαία συμφωνική μορφή, έτσι και ο Ρέπιν συνθέτει ένα εικαστικό πολυφωνικό σύνολο, στο οποίο κάθε μορφή αποτελεί μια ξεχωριστή φωνή της σλαβικής μουσικής κληρονομιάς. Η ζωγραφική και η μουσική υπηρετούν το ίδιο πολιτισμικό όραμα, τη συλλογική ταυτότητα, την ιστορική μνήμη και την ενότητα των σλαβικών λαών μέσα από τη δύναμη της τέχνης.
Ετσι, κατα κάποιο τρόπο, το "Σλάβικο Εμβατήριο" μπορεί να θεωρηθεί μουσική "μετάφραση" του πίνακα του Ρέπιν. Ό,τι εκφράζει ο ζωγράφος με τις μορφές, τις στάσεις και τη συμβολική συνύπαρξη των συνθετών, ο Τσαϊκόφσκυ το αποδίδει με τις μελωδίες, τις αρμονικές αντιθέσεις και τη συμφωνική δραματουργία, μεταφέροντας στον ακροατή το ίδιο αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας, πολιτισμικής συνέχειας και πνευματικής ενότητας...