![]() |
| H Kάλλας στο ρόλο της Κούντρι(1949) |
Παρότι η ντίβα έμεινε στην ιστορία ως η μεγάλη αρχιέρεια του μπελκάντο, η σχέση της με τον Βάγκνερ αποτελεί μια μικρή, όμως θρυλική παρένθεση στην καριέρα της. Μια παρένθεση που δεν φωτίζει μόνο τις φωνητικές της δυνατότητες, αλλά και το καλλιτεχνικό της θάρρος.
Γιατί πριν γίνει η απόλυτη Νόρμα, Τόσκα ή Ελβίρα, η Κάλλας τόλμησε και τραγούδησε Βάγκνερ και μάλιστα όχι ρόλους δευτερεύοντες, αλλά κολοσσιαίους, αυτούς που ακόμη και οι ειδικευμένες δραματικές σοπράνι αντιμετωπίζουν με δέος.
Από το 1947 έως το 1950 ερμήνευσε την Ιζόλδη σε 12 παραστάσεις του Τριστάνου, ενώ τραγούδησε επίσης ως Κούντρι στον Πάρσιφαλ και συμμετείχε σε παραγωγές των Βαλκυριών.
Οι κριτικοί της εποχής έμειναν άφωνοι. Θαύμασαν το "βαρύ μέταλλο" των κλασικών Βαγκνερικών δραματικών σοπράνι, αλλά κυρίως εντυπωσιάστηκαν γιατί η νεαρή καλλιτέχνις διέθετε κάτι περισσότερο δυσεύρετο: καθαρότητα, εκφραστικό βάθος και απόλυτη ευφυΐα στον χειρισμό της φράσης.
Έλεγαν χαρακτηριστικά πως "ο Βάγκνερ της Κάλλας δεν δάμαζε με δύναμη το κύμα της ορμητικής μουσικής του, αλλά με πνεύμα".
Ήταν στο Θέατρο La Fenice, το 1949, σε μια παράσταση των Βαλκυριών, που γράφτηκε η ιστορία.
Ο Tullio Serafin, διακρίνοντας τη δραματική της στόφα και αντιλαμβανόμενος το αληθινό της πεπρωμένο, την παρότρυνε να αφήσει το βαρύ Βαγκνερικό ρεπερτόριο και να κοιτάξει την παρτιτούρα από τους "Πουριτανούς" του Μπελίνι.
Η αντικατάσταση της άρρωστης Margherita Carosio στην Ελβίρα αποτέλεσε το κομβικό σημείο. Εκεί, σε μια στιγμή ανάγκης, ξεκλειδώθηκε η πραγματική ταυτότητα της Κάλλας και ξεκίνησε η πιο σημαντική επανάσταση στην όπερα του 20ού αιώνα, η αναβίωση του μπελκάντο.
Κι όμως, οι λιγοστές Βαγκνερικές καταγραφές της έχουν σήμερα μια αξία μοναδική.
Εκτός από το ότι είναι σπάνιες, μας επιτρέπουν να ακούσουμε πώς θα ηχούσε ο Βάγκνερ, αν γραφόταν για φωνή με την εκφραστική στόφα μιας τραγωδού.
Στην άρια της Κούντρι "Ιch sah das Kind" (στα ιταλικά "Ho visto il figlio", η Κάλλας φορτίζει κάθε συλλαβή σαν να κουβαλά αίμα και όραμα.
Ο ήχος της γίνεται υπνωτικός, σκοτεινός κι άλλοτε γεμάτος παλμό, υπονοώντας ότι πίσω από κάθε λέξη υπάρχει μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ποτέ ολοκληρωμένα.
Στο ρόλο της Κούντρι ήταν που τράβηξε για πρώτη φορά την προσοχή του Λουκίνο Βισκόντι. Ο ίδιος θυμόταν:
"Την πρώτη φορά που είδα τη Μαρία υποδυόταν την Κούντρι και ήταν αρκετά παχουλή. Στη δεύτερη πράξη εμφανιζόταν σχεδόν ημίγυμνη, τυλιγμένη με μέτρα διάφανου σιφόν υφάσματος. Μια υπέροχη, δελεαστική γυναίκα, σαν οδαλίσκη… Κάθε βράδυ που τραγουδούσε, εξασφάλιζα το ίδιο θεωρείο και φώναζα σαν τρελός όταν υποκλινόταν. Της έστελνα λουλούδια. Παρότι ήταν εύσωμη, στη σκηνή ήταν πεντάμορφη, επιβλητική...Εκτός από τη θεσπέσια φωνή, ήταν και οι χειρονομίες της που σε παρέσυραν με την αέρινη κίνησή τους..."
Οι κριτικοί αργότερα έγραφαν πως στις Βαγκνερικές στιγμές της "φαίνεται το μέγεθος που θα είχε, αν είχε στραφεί ολοκληρωτικά στο γερμανικό ρεπερτόριο, αλλά και η σοφία της που δεν το έκανε".
Γιατί αν και η φωνή της μπορούσε να το αντέξει, η ψυχή της ανήκε αλλού. Εκεί όπου ο Μπελίνι και ο Ντονιτσέτι μεταμόρφωναν την οδύνη σε τραγούδι.
Έτσι, το Βαγκνερικό κεφάλαιο της Κάλλας δεν είναι τόσο αυτό που έκανε, όσο αυτό που υπέδειξε ότι μπορούσε να κάνει.
Και γι’ αυτό παραμένει γοητευτικό, ένας καθρέφτης της δύναμής της πριν η μοίρα της αποκαλύψει τον πραγματικό της δρόμο...
Η άρια "Ho visto il figlio" από τον Parsifal του Βάγκνερ ακούγεται στην πρώτη σκηνή της Β΄ Πράξης, εκεί όπου η Kundry, μια φιγούρα που στέκει ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, καταραμένη, διχασμένη, σχεδόν ακαθόριστη στην ανθρώπινη υπόστασή της, ανοίγει έναν από τους πιο μυστικούς θαλάμους της ψυχής της.
Με λόγια που μοιάζουν περισσότερο με αναλαμπές μνήμης παρά με αφήγηση, προσπαθεί να συγκινήσει τον Πάρσιφαλ διηγούμενη το οραματικό της βίωμα: τη στιγμή που είδε τον Χριστό στην αγκαλιά της Παναγίας. Μια λάμψη αγνότητας που την άγγιξε για μια μόνο ανάσα, προτού χαθεί ξανά στο πέπλο της κατάρας που την κυκλώνει.
Δεν πρόκειται για άρια με την παραδοσιακή έννοια. Είναι ένα δραματικό ξέσπασμα, μια εξομολόγηση που ακολουθεί τον παλμό της συνείδησης, ρυθμικά ελεύθερη, σχεδόν ομιλητική, γεμάτη ψυχικές δονήσεις. Εκεί, ο Βάγκνερ δεν γράφει μουσική για να τραγουδηθεί. Γράφει συνείδηση που πάλλεται, χτισμένη πάνω σε απότομες, σχεδόν τρομακτικές εναλλαγές συναισθημάτων.
Ο συνθέτης ζητά από τη φωνή να διανύσει ολόκληρο το τόξο της ανθρώπινης ψυχής. Να ξεκινήσει με τρυφερότητα σαν χάδι απαλό, να γλιστρήσει στην ενοχή μιας πληγής που δεν κλείνει, να μετατραπεί σε αυτοκατηγορία που σφίγγει τον λαιμό και τελικά να φτάσει σε μια έκρηξη, μια κραυγή δαιμονική, όπου η Κούντρι διαλύεται και ξαναγεννιέται μέσα στο ίδιο της το σκοτάδι...





.jpg)