Translate

fb

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ιούλιος Βερν - Ζακ Όφενμπαχ: "Ο Δόκτορ Οξ", από τη λογοτεχνία στη σκηνή...

 

Εξώφυλλο του βιβλίου του Ιουλίου Βερν
Ο Ιούλιος Βερν συγκαταλέγεται στους θεμελιωτές της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας και ως σήμερα παραμένει ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους και διαχρονικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα. Το έργο του, μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες, συνδύασε τη φαντασία με την επιστημονική γνώση και τη λογοτεχνική ειρωνεία. Γεννημένος στις 8 Φεβρουαρίου 1828, πίστεψε βαθιά στη δύναμη της προόδου, αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι η ανθρώπινη αλαζονεία μπορεί να δημιουργεί κινδύνους Πίσω από τις μηχανές και τα τεχνικά θαύματα διέκρινε πάντα τον άνθρωπο, εύθραυστο και ευάλωτο στις ίδιες του τις επινοήσεις.

Το "Une fantaisie du docteur Ox - Μια Φαντασία του Δόκτορος Οξ" είναι ένα σύντομο σατιρικό διήγημα γραμμένο το 1872 και ανήκει στα έργα όπου ο Βερν στρέφεται στη σάτιρα, χαμογελώντας ειρωνικά απέναντι στην επιστήμη. Δεν επιθυμεί να την ακυρώσει, αλλά να υπενθυμίσει τα όριά της. Μέσα από μια απλή ιδέα θέτει διαχρονικά ερωτήματα για την πρόοδο που προηγείται της κρίσης και για τα πειράματα που λησμονούν τον άνθρωπο.
Ένα έργο, που μάς προσκαλεί να δούμε τον γάλλο συγγραφέα ως οραματιστή του μέλλοντος, αλλά και ως οξυδερκή παρατηρητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς...

Ιούλιος Βερν(φωτογραφία του Φελίξ Ναντάρ)
Η ιστορία διαδραματίζεται στην ήσυχη πόλη Κικεντόν της Φλάνδρας, έναν τόπο όπου η ζωή κυλά με απίστευτα αργούς ρυθμούς. Εκεί εμφανίζεται ο εκκεντρικός επιστήμονας Δόκτωρ Οξ, ο οποίος προσφέρεται να εγκαταστήσει δωρεάν σύστημα φωταερίου, κρύβοντας όμως τον μυστικό σκοπό του να μεταβάλλει τη σύσταση του αερίου, αυξάνοντας το οξυγόνο...Παρατηρεί πώς αυτή η φαινομενικά τεχνική παρέμβαση μεταμορφώνει τη συμπεριφορά των κατοίκων. Η ήρεμη πόλη γεμίζει ένταση, πάθος και υπερβολή, με αποτελέσματα απρόβλεπτα και συχνά ξεκαρδιστικά. Μέσα απ' αυτή την απλή αλλά ευφυή ιδέα, ο Βερν σατιρίζει την επιστημονική αλαζονεία και θέτει ερωτήματα για τα όρια της προόδου, δείχνοντας πόσο εύκολα η ανθρώπινη φύση επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες και πόσο αμφίσημη μπορεί να είναι η έννοια της ανάπτυξης. Το ύφος του έργου είναι ελαφρύ, ειρωνικό, με έντονο χιούμορ και κοινωνικό σχόλιο. Γι' αυτό ο Βερν το χαρακτήρισε "φαντασία":


"Ο Δόκτωρ Οξ στεκόταν ακίνητος δίπλα στη μηχανή, με το βλέμμα καρφωμένο στα μανόμετρα. Το πρόσωπό του δεν πρόδιδε τίποτα. Μόνο τα μάτια του, φωτεινά και ανήσυχα, έμοιαζαν να μετρούν τις αντιδράσεις της πόλης καλύτερα κι από τα όργανα.
Ο βοηθός του, ο Γκιλανέ, πλησίασε διστακτικά.
-"Αυξήσατε πολύ την παροχή, κύριε", ψιθύρισε.
Ο Οξ χαμογέλασε με την ικανοποίηση ανθρώπου που βλέπει μια εξίσωση να επαληθεύεται.

Έξω, στην πλατεία, οι κάτοικοι της Κικεντόν μιλούσαν πιο δυνατά απ’ ό,τι συνήθως. Οι κινήσεις τους είχαν χάσει εκείνη τη γνωστή, νωχελική βραδύτητα. Κάποιοι χειρονομούσαν έντονα. Δύο αξιοσέβαστοι κύριοι, που ως χθες αντάλλασσαν χαιρετισμούς με ευγενική αδιαφορία, τώρα διαφωνούσαν με πάθος για ένα ζήτημα απολύτως ασήμαντο.

-"Βλέπετε;" είπε ο Δόκτωρ Οξ ήρεμα. "Δεν άλλαξα τους ανθρώπους. Απλώς τους έδωσα λίγο περισσότερο… αέρα."
Και καθώς η μηχανή συνέχιζε να πάλλεται χαμηλόφωνα, σαν ζωντανό πλάσμα, ο επιστήμονας δεν έσκυψε πάνω της σαν μηχανικός, αλλά σαν θεατής που απολαμβάνει το έργο του..."


(Ιούλιος Βερν: "Ο Δόκτωρ οξ - απόδοση απο τα γαλλικά, δική μου)


Ζακ Όφενμπαχ(φωτογραφία του Φελίξ Ναντάρ)
Το 1876, ο Ζακ Όφενμπαχ διασκεύασε το έργο του Ιουλίου Βερν σε κωμική όπερα. Ο γάλλος συγγραφέας εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Παρίσι για να συμβάλει στη διασκευή, αν και τελικά στο πρόγραμμα δεν αναφέρθηκε σαν επίσημος λιμπρετίστας.
Το έργο σχεδιάστηκε για 3 πράξεις και 6 σκηνές, με πολύπλοκα σκηνικά και ειδικά εφέ, ακόμα και με χρήση πραγματικού υδρογόνου για την αναπαράσταση του αερίου. Οι πρόβες ήταν απαιτητικές. Το αέριο προκαλούσε δάκρυα στους ηθοποιούς και απαιτούνταν συνεχείς επαναλήψεις για τον συγχρονισμό της μουσικής, των κινήσεων και των εφέ.
Ο Όφενμπαχ, αυστηρός με τη σκηνοθεσία, οργάνωνε κάθε κίνηση των χαρακτήρων, ώστε όλα να ταιριάζουν αρμονικά σε μια προσεκτικά σχεδιασμένη θεατρική παραγωγή. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα με μεγάλη επιτυχία και έγινε αμέσως αγαπητή στο κοινό. Παρ' όλα αυτά κατέβηκε μετά από 39 παραστάσεις λόγω διαφωνιών μεταξύ του συνθέτη και του διευθυντή του Θεάτρου.

Απολαμβάνουμε την ουβερτούρα της κωμικής όπερας. Γεμάτη ζωντάνια, παιχνιδιάρικη και ρυθμικά ευκίνητη, συνδυάζει χαρούμενα, δυναμικά μοτίβα, που προετοιμάζουν το κοινό για τις κωμικές καταστάσεις που θα ακολουθήσουν.

Offenbach: "Le Docteur Ox, Ouverture"


Στο λιμπρέτο της όπερας μπούφα, ο Ζακ Όφενμπαχ πρόσθεσε νέους χαρακτήρες για να ενισχύσει τη θεατρικότητα και τη μουσική ποικιλία. Ξεχωρίζει η ομάδα τσιγγάνων με ηγέτιδα την πριγκίπισσα Πρασκόβια, δυναμική, χαρισματική και ελεύθερου πνεύματος. Με χορούς και τραγούδια προστίθεται ζωντάνια και χρώμα στις σκηνές, αντιπαραβάλλοντας την ήρεμη ζωή της πόλης.

Εικονογράφηση της σκηνής της έκρηξης
Η Πρασκόβια πρωταγωνιστεί στο διάσημο ντουέτο "Non plus un mot" (1:46:53)όπου συνδιαλέγεται με τον Δόκτορα Οξ μέσα από αντιπαραβαλλόμενες μουσικές φράσεις, δημιουργώντας έντονο κωμικό αποτέλεσμα. Το χαριτωμένο ντουέτο ξεχωρίζει για τον ρυθμό, τη μελωδία και τη μουσική δεξιοτεχνία του Όφενμπαχ, ενώ μαρτυρά επίσης την ευρηματικότητα και τη διορατικότητά του, καθώς ο συνθέτης, γνωρίζοντας τον δρόμο της επιτυχίας, προσέθεσε το μέρος κατά τις τελευταίες πρόβες της παραγωγής.

Η όπερα ολοκληρώνεται με μια εντυπωσιακή έκρηξη(2:06:00), το εργοστάσιο ανατινάχθηκε! Τα ζευγάρια επανενώνονται, πιστεύοντας ότι όσα συνέβησαν ήταν όνειρο, ενώ η πόλη επιστρέφει στην ήρεμη καθημερινότητά της. Ο Δόκτωρ Οξ χάνει το εργοστάσιό του, αλλά βρίσκει ξανά την Πρασκόβια και μαζί μοιράζονται τη χαρά της επανένωσης.
Η σκηνή κορυφώνεται με τους δυο τους και τη χορωδία να τραγουδούν το διάσημο "Ah ! quel prodige - Ω, τι θαύμα!" δημιουργώντας εορταστική ατμόσφαιρα, αφήνοντας το κοινό με αίσθηση ανάλαφρης χαράς και ικανοποίησης.

Στη συνέχεια, η Πρασκόβια στρέφεται προς το κοινό και τραγουδά με ζωντάνια και παιχνιδιάρικη σοβαρότητα:

"Αυτό που αφηγηθήκαμε απόψε
είναι η ιστορία της Κικεντόν
Δυστυχώς, κανείς δεν την πιστεύει…
Εσείς που αμφιβάλλετε, ελάτε να δείτε μόνοι σας!"

Ο Δόκτορ Οξ συνεχίζει, με χιούμορ και ελαφρά ειρωνεία, στρέφοντας το βλέμμα στους θεατές:

"Δεν θα' θελα να προσβάλω κανέναν,
αλλά, μεταξύ μας, χωρίς να γίνομαι φλύαρος,
όλα όσα είδαμε στην Κικεντόν
θα μπορούσαμε κάλλιστα να τα' χαμε δει και αλλού."

Το φινάλε αφήνει την αίσθηση ότι η ιστορία είναι ταυτόχρονα μαγική και διασκεδαστική. Το κοινό αποχωρεί με ψυχική ευφορία και θαυμασμό, τόσο για την ευρηματικότητα και την προφητικότητα του Ιουλίου Βερν, όσο και για τον τρόπο που ο ταλαντούχος Όφενμπαχ κατάφερε να μεταφέρει μουσικά το πνεύμα της ιστορίας στη σκηνή.

Offenbach: "Le Docteur Ox":







Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Jean Richepin: "Μιάρκα, το κορίτσι με την αρκούδα"...



Σαν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου 1849, γεννιέται στην Αλγερία, τότε γαλλική αποικία, ο Jean Richepin. Ο κορυφαίος ποιητής, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας συνδέθηκε με τον παρνασσισμό, αλλά ξεχώρισε για τον έντονα λυρικό και συχνά προκλητικό λόγο του, καθώς και για τη συμπάθειά του προς τους περιθωριακούς και τους καταπιεσμένους. Το έργο του χαρακτηρίζεται από πάθος, κοινωνική ευαισθησία και γλωσσική ζωντάνια.

Τέλη του 19ου αιώνα γράφει το μυθιστόρημά του "Miarka, la fille à l’ours - Μιάρκα: το κορίτσι με την αρκούδα", ένα έργο που δείχνει το έντονο ενδιαφέρον του συγγραφέα για τους περιθωριακούς, τους νομάδες και τη ζωή έξω από τα κοινωνικά συμβατικά πλαίσια. Μέσα από τη μορφή της Μιάρκα, ο Ρισπέν υμνεί την ελευθερία, τη φύση και το πάθος, ενώ παράλληλα καταγγέλλει την προκατάληψη και την κοινωνική αδικία.

abebooks
Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πλοκή παίζει η Μιάρκα, μια νεαρή τσιγγάνα, που ζει με τη γιαγιά της σε ένα ερειπωμένο κάστρο που τους έχει παραχωρηθεί από τον πλούσιο ιδιοκτήτη του, ο οποίος ενδιαφέρεται να μελετήσει τη ζωή των τσιγγάνων. Η κοπέλα αγαπιέται με τον ανιψιό του ιδιοκτήτη, όμως γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης και από τον φύλακα του κάστρου, ο οποίος, όταν απορρίπτεται, βάζει φωτιά στην έπαυλη, πράξη για την οποια κατηγορούνται οι τσιγγάνες. Αργότερα προσπαθεί να παρασύρει και να ναρκώσει τη Μιάρκα, αλλά σκοτώνεται από την αρκούδα της, προλαβαίνοντας να ομολογήσει τα εγκλήματά του. Έτσι η αλήθεια αποκαθίσταται και η Μιάρκα ενώνεται με τον αγαπημένο της, ο οποίος γίνεται ο νέος αρχηγός της νομαδικής φυλής.


Το έργο γνώρισε μεγάλη απήχηση και ενέπνευσε θεατρικές και μουσικές διασκευές.

1. Το 1887, ο Alexandre Georges γράφει τον κύκλο τραγουδιών "Les chansons de Miarka - Τα Τραγούδια της Μιάρκα". Ο κύκλος περιλαμβάνει συνολικά 14 ποιήματα του Ζαν Ρισπέν, μικρές λυρικές στιγμές εμπνευσμένες από τον κόσμο της Μιάρκα και τη νομαδική ζωή των τσιγγάνων.

Λίγο αργότερα, ο συνθέτης αφηγείται ολόκληρη την υπόθεση του βιβλίου στη λυρική του όπερα "Miarka, la fille à l’ourse - Μιάρκα, το παιδί της αρκούδας", που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Όπερα Κομίκ του Παρισιού το 1905, αποσπώντας το ενδιαφέρον του κοινού της εποχής. Η μουσική της όπερας στηρίζεται στον προηγούμενο κύκλο τραγουδιών, αλλά εμπλουτίζεται με χορωδιακά μέρη, λυρικά ρετσιτατίβι και δραματικές σκηνές, που αναδεικνύουν την ένταση και την ατμόσφαιρα της ιστορίας. Η όπερα ξεχωρίζει για την αναπλαστική χρήση του μουσικού υλικού, όπου η μουσική γίνεται μέσο αφήγησης και έκφρασης των συναισθημάτων των χαρακτήρων, ενώ τα χορωδιακά και οι άριες δίνουν πνοή στο πνεύμα της νομαδικής ζωής και της τσιγγάνικης παράδοσης.

Θα ακούσουμε τον "Ύμνο στον Ήλιο", ένα τραγούδι που ψάλλει η τσιγγάνα γιαγιά της Μιάρκα. Στην παρτιτούρα του Georges, η εισαγωγή περιγράφεται ως εξής:
"Η τσιγγάνα σηκώνει τη μικρή Μιάρκα πάνω από το κεφάλι της και, σαν ιέρεια που τελεί ιερή τελετή, ψάλλει τον ύμνο με δυνατή φωνή και επίσημο ύφος, παρουσιάζοντας το παιδί στον Ήλιο."


"Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από κόκκινο χρυσάφι,
Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από διαμάντι,
Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από αίμα!

Ήλιε, σου προσφέρω αυτό το ζωντανό χρυσάφι
Ήλιε, σου δίνω αυτό το διαμάντι από σάρκα
Ήλιε, σου αφιερώνω αυτό το αίμα από το αίμα μου!

Ήλιε, βάλε το χρυσάφι σου στο δέρμα της!
Ήλιε, βάλε το διαμάντι σου στα μάτια της!
Ήλιε, βάλε το αίμα σου στην καρδιά της!"



2. Από το ίδιο μυθιστόρημα του Ζαν Ρισπέν "Miarka, la fille à l’ourse", εμπνέεται το 1888 ο σπουδαίος Γάλλος συνθέτης Ernest Chausson τον κύκλο "Chansons de Miarka, Op.17", που περιλαμβάνει δύο τραγούδια: Les morts - Οι νεκροί" και "La pluie - Η βροχή. Οι στίχοι τους γράφτηκαν από τον ίδιο τον Ρισπέν και αποτυπώνουν την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα του κόσμου της Μιάρκα, εστιάζοντας στην ποιητική διάσταση της νομαδικής ζωής των τσιγγάνων.

Η μουσική του Σωσόν χαρακτηρίζεται από λεπτή εκφραστικότητα και εσωτερικότητα, με φωνητική γραμμή που ακολουθεί τη ροή του ποιητικού λόγου και συνοδευτικό πιάνο που δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα.


Τα δύο μελοποιημένα ποιήματα ακούγονται διαδοχικά και συνδέονται με τη σκηνή του θανάτου της γιαγιάς. Ενώ η βροχή συνέχιζε να πέφτει, η Μιάρκα, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της τη γριά γιαγιά της, δέχτηκε το ζεστό φιλί της και αμέσως μετά την τελευταία της πνοή. Καθώς οι τσιγγάνοι έσκαβαν τον τάφο, η Μιάρκα έντυνε τη γιαγιά της και μέσα στα αναφιλητά της και με το ρυθμό της βροχής, μουρμούριζε το θλιμμένο τραγούδι της φυλής της.

Ernest Chausson: "Chansons de Miarka, Op.17"
Ι. Les morts - ΙΙ. La pluie



Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Μέντελσον: Ο οραματιστής Μαέστρος και δημιουργός ενός "Master Trio"...


Ο Φέλιξ Μέντελσον υπήρξε μια από τις πιο αρμονικά ολοκληρωμένες μορφές της ευρωπαϊκής μουσικής. Προικισμένος με σπάνια πνευματική καλλιέργεια, διέθετε μια προσωπικότητα όπου η δημιουργικότητα συμπορευόταν με τη σεμνότητα, η δεξιοτεχνία με την ευγένεια. Πέρα από τη μουσική, καλλιέργησε τη ζωγραφική, ήταν δεινός σκακιστής, του άρεσε να χορεύει, ταξίδεψε ακούραστα και παρατήρησε τον κόσμο με βλέμμα στοχαστικό, στοιχεία που διαπότισαν τη σκέψη και την αισθητική του.

Οι συνθέσεις του φέρουν το αποτύπωμα ενός δημιουργού που γνώριζε σε βάθος την παράδοση και την υπηρέτησε με σεβασμό, χωρίς ποτέ να απαρνηθεί την προσωπική του φωνή. Η μουσική του, διαυγής στη μορφή και εκλεπτυσμένη στην έκφραση, αντανακλά τη φύση της προσωπικότητάς του... καλλιεργημένη, μετρημένη, απαλλαγμένη από επιτήδευση. Παράλληλα, διακρίθηκε ως πιανίστας με λαμπρή τεχνική, ως ενορχηστρωτής με λεπτό αίσθημα ισορροπίας και ως μελετητής με ουσιαστική γνώση της μουσικής ιστορίας.

Εκτός από τη σύνθεση όμως, ο Μέντελσον αναδείχθηκε σε εξαιρετικά ικανό και οραματικό μαέστρο. Ήταν το 1835, σε ηλικία μόλις είκοσι έξι ετών, που του ανατέθηκε η θέση του μουσικού διευθυντή της περίφημης Ορχήστρας Gewandhaus της Λειψίας. Εκείνη την περίοδο είχε δεχτεί μια σειρά εξαιρετικά τιμητικών προτάσεων, τις οποίες όμως αρνήθηκε, επιλέγοντας συνειδητά τη Λειψία. Θεωρούσε πως ήταν ο ιδανικός χώρος όπου θα μπορούσε να ενώσει τη συνθετική του σκέψη με τη ζωντανή πράξη της ερμηνείας.


Leipzig Gewandhaus
Υπό τη διεύθυνσή του, η Ορχήστρα Gewandhaus μετατράπηκε σε αυθεντικό πολιτιστικό πυρήνα. Ο Μέντελσον διεύρυνε συστηματικά το ρεπερτόριο, εδραίωσε αισθητικά κριτήρια που επηρέασαν καθοριστικά τη συναυλιακή ζωή και ανέδειξε έργα συγχρόνων του, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός μουσικού κανόνα που παραμένει ζωντανός έως σήμερα. Παράλληλα, ως συνθέτης και πιανίστας, ερμήνευσε με την ορχήστρα, τόσο τα δικά του έργα όσο και δημιουργίες των Μπαχ, Μότσαρτ και Μπετόβεν, με καθαρότητα, μέτρο και βαθιά εσωτερική συνέπεια.

Λέγεται πως, σε μία από τις πρώτες του πρόβες στη Λειψία, ο Μέντελσον άκουσε την ορχήστρα να παίζει με άψογη τεχνική, αλλά χωρίς την ακρίβεια και την εσωτερική ισορροπία που ο ίδιος αναζητούσε. Χωρίς θυμό ή ένταση, σταμάτησε το σύνολο, κατέβηκε από το πόντιουμ και τους είπε ήρεμα: "Αυτό που εκετλέσατε, ήταν απολύτως σωστό. Όμως του έλειπε η ..."αλήθεια" σας".
Έπειτα, επέμεινε σε μία και μόνη φράση, επαναλαμβάνοντάς την ξανά και ξανά. Η απαίτηση αυτή, ασυνήθιστη για έναν τόσο νέο μαέστρο, αρχικά αιφνιδίασε τους μουσικούς. Όταν όμως η φράση βρήκε τη φυσική της ισορροπία, το αποτέλεσμα ήταν τόσο καθαρό, ώστε από κείνη την πρόβα και έπειτα το σύνολο Gewandhaus άρχισε να αποκτά ήχο ενότητας, διαύγειας και εσωτερικής πειθαρχίας που έμελλε να το χαρακτηρίσει.

Η παρουσία του Μέντελσον στη Λειψία δεν υπήρξε απλώς μια λαμπρή επαγγελματική περίοδος, αλλά η συμπύκνωση της καλλιτεχνικής του ουσίας, του μουσικού, που μετέτρεψε τη μουσική σκέψη σε θεσμό και της προσωπικότητας που ύψωσε την τέχνη μέσα από ήθος, πειθαρχία και διαρκή αναζήτηση της τελειότητας.

Η στάση του Μέντελσον απέναντι στην ορχήστρα, η επιμονή στην αλήθεια του ήχου, η πειθαρχία που γεννούσε ελευθερία και η συλλογική αναπνοή, τον οδήγησε σε μια περίοδο έντονου συνθετικού οίστρου. Στη Λειψία, η μουσική του γεννιόταν πλέον μέσα από τη ζωντανή εμπειρία της ερμηνείας, ενώ η πράξη και η σύνθεση γίνονταν ένα και το αυτό.


Μέσα σε αυτό το δημιουργικό κλίμα, το καλοκαίρι του 1839 συνέθεσε το "Τρίο με πιάνο αρ. 1, έργο 49", σε ρε ελάσσονα, ενώ υπηρετούσε ως αρχιμουσικός της Ορχήστρας Gewandhaus. Η καθημερινή επαφή με τους μουσικούς, η ανάπτυξη της ορχήστρας και οι θεματικές συναυλίες μουσικής δωματίου δημιούργησαν το ιδανικό πλαίσιο για τη διαμόρφωση του έργου, το οποίο ολοκληρώθηκε στις αρχές του φθινοπώρου.

Κατά τη διάρκεια της σύνθεσης, ο Μέντελσον ζήτησε τη γνώμη του στενού του φίλου και συνθέτη Φέρντιναντ Χίλλερ. Εκείνος σχολίασε το κατά τόπους "παλαιομοδίτικο" ύφος της γραφής και τον προέτρεψε να ενισχύσει τη δεξιοτεχνική διάσταση του πιάνου, ώστε να ανταποκρίνεται στη σύγχρονη πιανιστική αισθητική της εποχής. Το αποτέλεσμα υπήρξε ένα έργο που συνδύαζε τη δομική καθαρότητα με τη ρομαντική εκφραστικότητα, προκαλώντας τον θαυμασμό του Ρόμπερτ Σούμαν, ο οποίος το χαρακτήρισε "το κορυφαίο τρίο με πιάνο της εποχής" και είδε στον Μέντελσον "τον Μότσαρτ του 19ου αιώνα, έναν λαμπρό μουσικό που αντιλαμβάνεται τις αντιφάσεις της εποχής του και πρώτος συμφιλιώνεται μ' αυτές".

"Μνημείο Μέντελσον", Λειψία
Το έργο διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη:

Molto allegro ed agitato
Andante con moto tranquillo
Leggiero e vivace και
Allegro appassionato

Παρά το έντονα ρομαντικό ύφος των εξωτερικών μερών, το Τρίο διακρίνεται για την πληρότητα και τη δομική του σαφήνεια. Τα δύο μεσαία μέρη φέρουν καθαρά τη σφραγίδα του συνθετικού ύφους του Μέντελσον. Το δεύτερο μοιάζει με ένα λυρικό "Τραγούδι χωρίς Λόγια", ενώ το τρίτο, ένα σκέρτσο ανάλαφρο και φαντασμαγορικό, παραπέμπει άμεσα στη σκηνική μουσική που είχε γράψει για το "Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας" του Σαίξπηρ.

Η μουσική του Μέντελσον αποκαλύπτει την ώριμη σκέψη και την εσωτερική ζωντάνια ενός συνθέτη που ενοποιεί τεχνική αριστοτεχνία με βαθιά εκφραστικότητα. Το έργο συνδυάζει λυρική ομορφιά, δομική σαφήνεια και πύρινη δεξιοτεχνία, και γι’ αυτό δικαίως επαινέθηκε από τον Ρόμπερτ Σούμαν και άλλους μέχρι σήμερα αναγνωριζόμενο ως "Master Trio".


Felix Mendelssohn-Bartholdy: Piano Trio No.1, Op. 49 :


Στο μπλογκ υπάρχουν πολλά κείμενα για τον Μέντελσον. Περιηγηθείτε!




Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

James Joyce: "Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή..."




Γεννημένος στην Ιρλανδία στις 2 Φλεβάρη 1882, ο Τζέιμς Τζόυς έμελλε να χαράξει ανεξίτηλα τον χάρτη της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Πριν ακόμη γίνει ο συγγραφέας που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που διαβάζουμε και γράφουμε, υπήρξε παιδί της μουσικής.
Μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου οι νότες ήταν σχεδόν καθημερινή γλώσσα. Ο πατέρας του τραγουδούσε σε χορωδία, η μητέρα του καθόταν συχνά στο πιάνο, και οι οικογενειακές συγκεντρώσεις έμοιαζαν περισσότερο με μικρές μουσικές τελετές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Τζόυς ανέπτυξε μια σπάνια μουσική ευαισθησία. Διέθετε όμορφη φωνή τενόρου, έπαιζε πιάνο και κιθάρα, είχε εξαιρετικό αυτί και δεν δίσταζε να συνθέτει ο ίδιος. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως, αν η λογοτεχνία δεν τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά, θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει επαγγελματικά τον δρόμο της μουσικής.
Η μεγάλη του αγάπη ήταν η όπερα. Δεν είναι τυχαίο ότι στήριξε και προώθησε τον Ιρλανδό τενόρο Τζον Ο’ Σάλιβαν, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του μια συγγενική καλλιτεχνική φλόγα.

Αυτή η βαθιά, οργανική σχέση με τη μουσική πέρασε αναπόφευκτα και στα γραπτά του.

Ο Τζέιμς Τζόυς συγκαταλέγεται στους πλέον επιδραστικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, κυρίως χάρη στα πρωτοποριακά του μυθιστορήματα, όπως ο "Οδυσσέας".

Λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου αποκαλυπτική, είναι η ποίησή του, όπου αναδύεται ένας λεπτός λυρισμός και μια σπάνια ικανότητα συμπύκνωσης σύνθετων συναισθημάτων σε μικρές, υπαινικτικές φόρμες. Η ποίησή του είναι διαποτισμένη από ρυθμό, εσωτερική μελωδία και λεπτές ηχητικές αποχρώσεις· πολλά ποιήματα μοιάζουν σχεδόν έτοιμα τραγούδια, μικρά λυρικά κομμάτια που ζητούν από μόνα τους να ντυθούν με νότες. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι μελοποιήθηκαν επανειλημμένα από συνθέτες διαφορετικών αισθητικών, από τον Καρόλ Σιμανόφσκι και τον Σάμιουελ Μπάρμπερ έως τον Λουτσιάνο Μπέριο.

Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της πλευράς του έργου του αποτελεί το ποίημα "Rain has fallen all the day - Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή", από τη συλλογή "Chamber Music-Μουσική Δωματίου", το οποίο φέρει έντονα το αποτύπωμα της προσωπικής του εμπειρίας.
Γραμμένο σε περίοδο αυτοεξορίας από την Ιρλανδία, αντηχεί θέματα απομάκρυνσης, νοσταλγίας και επιθυμίας για συναισθηματική εγγύτητα.
Η βροχή, γνώριμο μοτίβο της ιρλανδικής γραμματείας, λειτουργεί σαν σύμβολο μελαγχολίας αλλά και ανανέωσης, καθρεφτίζοντας τη σύνθετη σχέση του Τζόυς με την πατρίδα και τη μνήμη:

"Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή.
Ω, έλα μαζί μου κάτω απ’ τα φορτωμένα δέντρα
τα φύλλα, πυκνά, σκεπάζουν το μονοπάτι
των αναμνήσεων.

Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό το δρόμο,
πριν φύγουμε απ’ τη χώρα της μνήμης.
Έλα, αγαπημένη μου, εκεί όπου μπορώ
να μιλήσω κατευθείαν στην καρδιά σου."


Το ποίημα ενέπνευσε σημαντικούς συνθέτες να το μεταφέρουν στον μουσικό χώρο, αποδεικνύοντας πόσο φυσική ήταν η σύνδεση της γραφής του Τζόις με τον ήχο και τον ρυθμό: 


Ι. Ο Κάρoλ Σιμανόφσκι ήταν ένας από τους πρώτους που μελοποίησαν το "Rain has fallen all the day," το 1926. Η προσέγγισή του συνδυάζει λυρική φωνητική γραμμή με πλούσιο, χρωματικό πιάνο, αποδίδοντας την ευαισθησία και την εσωτερική μουσικότητα του ποιήματος. Το αποτέλεσμα μοιάζει να αποτυπώνει την ατμόσφαιρα της βροχής και τη λεπτή, μελαγχολική διάθεση των στίχων.

Karol Szymanowski: "Joyce Songs, Op. 54, Rain Has Fallen"



ΙΙ. Λίγα χρόνια αργότερα, αρχές δεκαετίας του '30, ο Ernest John Moeran προσέγγισε το ίδιο ποίημα με πιο αγγλική, λιτή γραφή, διατηρώντας έναν παραδοσιακό λυρισμό. Οι μελωδικές γραμμές του και η προσεγμένη χρήση της αρμονίας τονίζουν την εσωτερική νοσταλγία και την αίσθηση της παύσης που φέρνει η βροχή, ενώ η απλότητα της μουσικής αφήνει χώρο να αναδειχθεί η ποιητική φωνή.

Ernest John Moeran: "Joyce Songs, Rain Has Fallen"



ΙΙΙ. Ο Σάμιουελ Μπάρμπερ, το 1939 μελοποίησε το ποίημα με έναν τρόπο πιο δραματικό και εκφραστικό, διατηρώντας όμως τον ρυθμικό χαρακτήρα του Τζόις. Η φωνή και το πιάνο αλληλοσυμπληρώνονται, δημιουργώντας μια μουσική εμπειρία που μοιάζει να "ακούει" τον ποιητή, αποκαλύπτοντας την ένταση ανάμεσα στη μελαγχολία και την τρυφερότητα των στίχων.

Samuel Barber: "Joyce Songs, Rain Has Fallen"


Στο μπλογκ υπάρχουν και άλλα κείμενα για τιν Τζέημς Τζόυς. Περιηγηθείτε!



Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

"Kαντάτα του Τελώνη και Φαρισαίου": η μουσική του Μπαχ ως κάλεσμα σε ταπείνωση...

 

"Τελώνης και Φαρισαίος", Μπάρετ ΦαμπρίτιουςRijksmuseum
Η παραβολή απεικονίζεται σε τρεις σκηνές: Στο κέντρο, ο Φαρισαίος γονατίζει μπροστά στο ιερό.
Στα αριστερά, ο αλαζόνας Φαρισαίος φεύγει από το ναό με τον διάβολο
και στα δεξιά, ο τελώνης φεύγει από το ναό με έναν Άγγελο.



Βρισκόμαστε στην απαρχή του Τριωδίου, σε εκείνη τη λεπτή καμπή του εκκλησιαστικού χρόνου όπου ο λόγος της Γραφής παύει να αφηγείται και θέτει τον άνθρωπο ενώπιον της κρίσης της συνείδησής του.
Η Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου δεν εισάγει μια περίοδο, θέτει έναν όρο. Δύο άνθρωποι ανεβαίνουν στο ιερό για να προσευχηθούν, μας λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς με τη χαρακτηριστική του λιτότητα, και μέσα σε λίγες φράσεις αποκαλύπτεται ολόκληρη η κλίμακα της ανθρώπινης στάσης απέναντι στον Θεό. Ο ένας στέκεται όρθιος, επιδεικτικός, βέβαιος για την αρετή του, απαριθμώντας τα έργα του σαν αποδεικτικά. Ο άλλος μένει μακριά, χαμηλώνει το βλέμμα, χτυπά το στήθος του και περιορίζεται σε μια φράση χωρίς δικαιολογίες και με πλήρη επίγνωση: "Θεέ μου, σπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό".
Εκεί όπου ο Φαρισαίος μιλά για τον εαυτό του, ο Τελώνης σωπαίνει για να ακουστεί η αλήθεια του.

"Τελώνης και Φαρισαίος", Τοιχογραφία, Basilika Ottobeuren
Αυτήν ακριβώς τη διάκριση επιχειρεί να μεταφέρει στη μουσική του ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στην καντάτα "Siehe zu, daß deine Gottesfurcht nicht Heuchelei sei - Πρόσεχε, ο φόβος σου για το Θεό, να μην είναι υποκρισία".
Η καντάτα γράφτηκε το 1723, στον πρώτο χρόνο του κάντορα στη Λειψία, για την ενδέκατη Κυριακή μετά της Αγίας Τριάδος, που το κείμενο του Ευαγγελίου περιλαμβάνει την Παραβολή Τελώνου και Φαρισαίου.

Δεν πρόκειται για θρησκευτικό διάκοσμο του Ευαγγελικού Λόγου, αλλά για μουσικό δοκίμιο πάνω στην έννοια της ευσέβειας και στο όριο όπου αυτή μετατρέπεται σε υποκρισία.
Από την αρχή, η καντάτα του Μπαχ δεν επιδιώκει μεγαλοπρέπεια, αλλά πειθαρχία. Η εναρκτήρια χορωδία, αυστηρά δομημένη κατά το πρότυπο του μοτέτου, αναπτύσσεται σε πυκνή αντιστικτική γραφή, όπου κάθε φωνή ακολουθεί και αντικατοπτρίζει την άλλη, συχνά σε αντιστροφή. Δεν πρόκειται για θριαμβευτική είσοδο, αλλά για μουσικά ελεγχόμενη εισαγωγή, όπου η αυστηρότητα της φούγκας γίνεται φορέας θεολογικού νοήματος.
Στις φράσεις "...und diene Gott nicht mit einem falschen Herzen - και να μην λατρεύεις τον Θεό με ψεύτικη καρδιά", η χρωματική γραφή διαρρηγνύει στιγμιαία αυτή την τάξη, σαν μουσική αποκάλυψη της ψευδούς ευσέβειας.
Τα ρετσιτατίβι λειτουργούν σαν προφορική διδασκαλία, όπου ο λόγος προηγείται και η μουσική ακολουθεί διακριτικά, χωρίς να διεκδικεί αυτονομία. Και όταν το μπάσο παίρνει το λόγο, η αυστηρή ρυθμική του γραφή και η κοφτή άρθρωση δίνουν την αίσθηση εσωτερικής κρίσης. Δεν απευθύνεται στο συναίσθημα, αλλά στη συνείδηση. Εδώ ο ακροατής δεν καλείται να συγκινηθεί, αλλά να αναζητήσει και αναρωτηθεί μέσα του.
"Τελώνης και Φαρισαίος", John Everett Millais
Το τελικό χορικό "Ich armer Mensch, ich armer Sünder - Εγώ, ο φτωχός άνθρωπος, εγώ, ο φτωχός αμαρτωλός", δεν κλείνει μεγαλειωδώς την καντάτα...Κλείνει με πλήρη ταπείνωση, με ήρεμη πρόσκληση σε μετάνοια, σε κείνη τη στάση του Τελώνη που ελπίζει στο έλεος.


Στην Καντάτα του Μπαχ, η ιστορία του Φαρισαίου και του Τελώνη μετατρέπεται σε ερώτημα. Και το ερώτημα δεν αφορά τους δύο ανθρώπους που ανέβηκαν κάποτε στο ιερό, αλλά εκείνον που ακούει σήμερα τη μουσική, σε όλους εμάς τους ακροατές. Γιατί, όπως μας υπενθυμίζει ο ευαγγελικός λόγος, "πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται".
Και η μουσική του Μπαχ, λιτή και απέριττη, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αφήνει αυτή τη φράση να ηχήσει μέσα μας, χωρίς προστατευτικά περιβλήματα...ως κάλεσμα κρίσης και χάριτος μαζί.
Εκεί όπου η προσευχή παύει να δικαιώνει τον εαυτό μας και γίνεται απλή παράδοση στο έλεος του Θεού.

"Ας εγκαταλείψουμε την αλαζονία του Φαρισαίου.
Ας διδαχθούμε ταπεινότητα από τα σιωπηλά δάκρυα του Τελώνη.
Και ας υψώσουμε τη φωνή μας προς τον Σωτήρα μας:
Ελέησέ μας, Κύριε!"

J.S.Bach: "Siehe zu, daß deine Gottesfurcht nicht Heuchelei sei"




Για το μοτέτο του Heinrich Schütz, γνωστό και ως "Gleichnis vom Pharisäer und Zöllner - Παραβολή του Φαρισαίου και του Τελώνου" μπορείτε να διαβάσετε σε παλαιότερο κείμενο εδώ .




Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Μουσική για τα εγκαίνια του Κέντρου Ζωρζ Πομπιντού...

 




Το Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι αναδύεται στο κέντρο της γειτονιάς Beaubourg σαν ένα από τα πιο εμβληματικά μνημεία σύγχρονης τέχνης στην Ευρώπη.
Η ιδέα για τη δημιουργία ενός τέτοιου θεσμού γεννήθηκε το 1969 από τον Γάλλο πρόεδρο Ζορζ Πομπιντού, με στόχο να συγκεντρώσει τη σύγχρονη δημιουργία σε έναν χώρο πειραματισμού και αλληλεπίδρασης μεταξύ καλλιτεχνών και κοινού.
Το 1971, ένας διεθνής διαγωνισμός προσέλκυσε 650 συμμετοχές και το νικητήριο σχέδιο ανέτρεψε κάθε συμβατική προσέγγιση. Οι κυλιόμενες σκάλες, οι σωλήνες ύδρευσης και οι αγωγοί κλιματισμού μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό του κτιρίου, αφήνοντας ελεύθερο το εσωτερικό για την ανάδειξη των έργων τέχνης. Κάθε σωλήνας χρωματίστηκε με σημασιολογική ακρίβεια: μπλε για τον αέρα, πράσινο για το νερό, κόκκινο για τους ανελκυστήρες, κίτρινο για την ηλεκτρική ενέργεια, γκρι για τους διαδρόμους και λευκό για το ίδιο το κτίριο.

Η κατασκευή από γυαλί και μέταλλο, αν και αρχικά αμφιλεγόμενη στους κατοίκους της ιστορικής περιοχής, στέφθηκε με επιτυχία. Τα επίσημα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 31 Ιανουαρίου 1977, και σύντομα το Centre Pompidou έγινε πόλος έλξης για χιλιάδες επισκέπτες, ξεπερνώντας τις αρχικές προσδοκίες και εδραιώνοντας τη θέση του ως ένα ζωντανό κέντρο πολιτισμού, καινοτομίας και πειραματισμού.

Μέσα στους χώρους του φιλοξενείται ένα από τα σημαντικότερα μουσεία σύγχρονης τέχνης στον κόσμο, αλλά και η Δημόσια Βιβλιοθήκη με συλλογή πολυάριθμων τίτλων, κινηματογράφος, βιβλιοπωλείο και βεράντα με θέα στην καρδιά του Παρισιού. 


Για το διάσημο Κέντρο Πομπιντού και για τον εορτασμό των δέκα χρόνων λειτουργίας του, παραγγέλθηκε στη φινλανδή συνθέτρια Κάια Σααριάχο το έργο "Io".
Η Σααριάχο, μια από τις πιο σημαντικές μορφές της σύγχρονης μουσικής, ολοκλήρωσε και παρουσίασε τη σύνθεση το 1987 ως μέρος των εορταστικών εκδηλώσεων του Πομπιντού, προσφέροντας ένα έργο που συνδυάζει το πρωτοποριακό πνεύμα με μια βαθιά αισθητική προσέγγιση του ήχου και της μορφής.

Πρόκειται για σύνθεση για μεγάλο μουσικό σύνολο σε συνδυασμό με ηλεκτρονικά μέσα και μαγνητοφωνημένες φράσεις, ενταγμένη στο μεταμοντέρνο και φασματικό ρεπερτόριο. Η μουσική της δομή και η ηχητική υφή αναπτύσσονται μέσα από προσεκτική επεξεργασία ακουστικών και ηλεκτρονικών ηχοχρωμάτων, δημιουργώντας ένα πολυδιάστατο ηχητικό σύμπαν όπου οι λεπτές αποχρώσεις και οι δυναμικές εκρήξεις συνυπάρχουν. Το έργο θεωρείται ορόσημο στην πρώιμη φάση της συνθετικής δημιουργίας της Σααριάχο, καθώς καταφέρνει να συνδυάσει την τεχνική ακρίβεια με έναν ιδιαίτερα προσωπικό και ποιητικό ήχο.

Ο δορυφόρος Ιώ
Ο τίτλος "Io" δεν παραπέμπει -όπως θα περίμενε κανείς- στον μύθο της ερωμένης του Δία, αλλά στον τρίτο μεγαλύτερο δορυφόρο του πλανήτη Δία, Ιώ, που ανακαλύφθηκε το 1610 από τον Γαλιλαίο. Ο δορυφόρος αυτός παρουσιάζει την εντονότερη ηφαιστειακή δραστηριότητα στο ηλιακό σύστημα, αφού διαθέτει πάνω από 400 ενεργά ηφαίστεια.
Σε αυτό το χαρακτηριστικό οφείλεται και η επιλογή του τίτλου της σύνθεσης, που συνδέεται με την έννοια της ενέργειας και των χρωμάτων. Σύμφωνα με το πρόγραμμα του μουσικού έργου, το Io "συμβαδίζει με την ενέργεια και τα χρώματα που παρατηρούνται στον ίδιο τον δορυφόρο, ιδίως στις δραματικές ηφαιστειακές του εκρήξεις".

Δηλαδή, ο τίτλος λειτουργεί σαν σημείο αναφοράς για τον ηχητικό κόσμο, την ένταση και τη ζωντάνια της μουσικής, χωρίς να υπηρετεί αφηγηματικούς ή μυθολογικούς σκοπούς, αλλά προσκαλώντας τον ακροατή να βιώσει την ενέργεια και τη φαντασμαγορία ενός κοσμικού τοπίου μέσα από τον ήχο.

Με το "Io" η μουσική γίνεται καθρέφτης της ίδιας της αρχιτεκτονικής του Πομπιντού. Τόπος πειραματισμού, καινοτομίας και ζωντανής δημιουργίας. Όπως το κτίριο ξεπερνά τα όρια του χώρου και της μορφής, έτσι και η σύνθεση της Σααριάχο διαστέλλει τον ήχο πέρα από τα συνηθισμένα, προσκαλώντας τον ακροατή να ανακαλύψει νέες διαστάσεις της μουσικής εμπειρίας μέσα σ' έναν χώρο όπου η τέχνη και η ζωή ενώνονται αδιάσπαστα.

Kaija Saariaho: "Io"


Franz Schubert - Philip Glass: δυο πνευματικοί συγγενείς...

 



Στις 31 Ιανουαρίου -σαν να παίζει η Ιστορία ένα από τα αγαπημένα της παιχνίδια- γεννιούνται δύο συνθέτες χωρισμένοι από ενάμιση σχεδόν αιώνα, αλλά ενωμένοι από μια αόρατη μουσική συγγένεια.
Ο Φραντς Σούμπερτ και ο Φίλιπ Γκλας.
Ο ένας, παιδί της ρομαντικής Βιέννης του 19ου αιώνα, έγραψε μουσική σαν λυρική εξομολόγηση κι ο άλλος, πολίτης του σύγχρονου κόσμου, έχτισε ήχους με επανάληψη και επιμονή, σαν να χαράζει τον χρόνο σε κύκλους.

Ο Φίλιπ Γκλας, γεννημένος την ίδια ημερομηνία με τον Σούμπερτ (1937 και 1797 αντίστοιχα), εξελίχθηκε σε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της μουσικής του 20ού αιώνα. Αν και συχνά κατατάσσεται στον μινιμαλισμό, ο ίδιος προτιμά να αυτοπροσδιορίζεται ως "κλασικιστής". Η παιδεία του στην αρμονία και την αντίστιξη, η μαθητεία του κοντά στη Νάντια Μπουλανζέ και η βαθιά μελέτη του Μπαχ, του Μότσαρτ και βεβαίως του Σούμπερτ τον τοποθετούν σε μια μακρά αλυσίδα μουσικής συνέχειας, όπου το παρελθόν δεν ακυρώνεται, αλλά μετασχηματίζεται.

Η σχέση του Γκλας με τον Σούμπερτ εκτείνεται πολύ πέρα από τη σύμπτωση μιας ημερομηνίας. Είναι μια σχέση ακρόασης και εσωτερικού διαλόγου. Στη γραφή του για πιάνο, συχνά αναδύεται εκείνη η Σουμπερτιανή αίσθηση της απλότητας που κρύβει άβυσσο συναισθημάτων.
Στο "Mad Rush", για παράδειγμα, ο προσεκτικός ακροατής μπορεί να αντιληφθεί μια διακριτική αναφορά στο εναρκτήριο πιανιστικό μέρος του ληντ του Σούμπερτ "Du bist die Ruh"μια ανάσα γαλήνης που επιστρέφει ξανά και ξανά, μεταμορφωμένη.


Το "Mad Rush" του Φίλιπ Γκλας γράφτηκε το 1978 για το εκκλησιαστικό όργανο του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Νέα Υόρκη, με αφορμή την πρώτη δημόσια ομιλία του Δαλάι Λάμα στις ΗΠΑ το 1979. Σχεδιάστηκε ως έργο "αόριστης διάρκειας" ώστε να προσαρμόζεται σε μια τελετουργική πομπή με ανοιχτό χρονικό πλαίσιο. Οι επαναλήψεις των μοτίβων είναι ευέλικτες, αν και η δημοσιευμένη εκδοχή προτείνει τρεις μεγάλες ενότητες ή μια δυαδική μορφή με σύντομη coda.

Ο τίτλος "Mad Rush" παραπέμπει στην έντονη βιασύνη, το τρελό τρέξιμο, στη διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στην ένταση και τη γαλήνη.
Ο ίδιος ο Γκλας χαρακτήρισε τη σύνθεση "παιχνίδι των οργισμένων και ειρηνικών θεοτήτων στον Θιβετιανό Βουδισμό", μια ιδέα που αποτυπώνεται μουσικά στην αντίθεση χάους και στοχαστικής ηρεμίας.

Η γραφή βασίζεται σε μικρά μοτίβα δύο νοτών σε συνεχή, επαναλαμβανόμενα τρίηχα* που διαταράσσουν το μέτρο.
Συχνά επισημαίνεται μια έμμεση Σουμπερτιανή επιρροή, χωρίς να πρόκειται για κυριολεκτική παράθεση μελωδίας, αλλά ως αίσθηση ήρεμης καθοδικότητας και λιτής εκφραστικότητας, που μετατρέπει την απλότητα σε βαθύ συναισθηματικό στοχασμό.

Philip Glass: "Mad Rush":

(στο πιάνο ο συνθέτης)


Το ληντ "Du bist die Ruh - Εσύ είσαι η ηρεμία" συνέθεσε ο Φραντς Σούμπερτ το 1823, πάνω σε ποίημα του Γερμανού ποιητή Φρήντριχ Ρύκερτ.

Η σύνθεση για φωνή και πιάνο χαρακτηρίζεται από την ένδειξη Larghetto (αρκετά αργό) και pianissimo (πολύ σιγανό). Μέσα σ' αυτό το ήσυχο ηχητικό τοπίο, ο Σούμπερτ "προετοιμάζει" το χώρο για τους πρώτους στίχους του ποιήματος: "Εσύ είσαι η ηρεμία κι η γαλήνη".

Η συνοδεία βασίζεται σε διακριτικά μοτίβα δύο νοτών, σε συνεχή επαναλαμβανόμενα δέκατα έκτα*, τα οποία γεννούν μια αίσθηση ακινησίας και εσωτερικού στοχασμού. Αυτή η λιτή, επαναληπτική κίνηση θυμίζει έντονα -και εύλογα μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος- τη γραφή του "Mad Rush" του Φίλιπ Γκλας, όπου η απλότητα μετατρέπεται σε βαθιά πνευματική εμπειρία.

Schubert: "Du bist die Ruh"


Βλέπουμε πως ο σεβασμός του Γκλας για τον Βιεννέζο δάσκαλο είναι βαθύς και ουσιαστικός. Κι ίσως ο Σούμπερτ, ακούγοντας τη σύνθεση, με τη δική του αγάπη για τις καθαρές φόρμες και τη μουσική που μιλάει απευθείας στην καρδιά, να αναγνώριζε στον αμερικανό συνθέτη έναν πνευματικό συγγενή... Κάποιον που με απλά μέσα, δημιουργεί έργα μεγάλης έντασης και εσωτερικής λάμψης. Άλλωστε και οι δύο φαίνεται να γνώριζαν καλά πως η αληθινή δύναμη της μουσικής δεν βρίσκεται στην επιτήδευση, αλλά στην ειλικρίνεια.

Κι όσο για τα γυαλιά τους (και οι δυο έδειξαν προτίμηση στους στρογγυλούς φακούς σε λεπτό, μεταλλικό σκελετό)  ας το αφήσουμε στη σφαίρα των συμπτώσεων. Ίσως η Ιστορία, όπως και η μουσική, αγαπά τις μικρές ειρωνείες...Δύο πνευματικοί συγγενείς, γεννημένοι με 140 χρόνια διαφορά, που μοιράζονται την ίδια αγάπη για την "καθαρότητα" της φόρμας… και στα γυαλιά τους.


Στο μπλογκ υπάρχουν αρκετές αναφορές για τους δυο συνθέτες. Περιηγηθείτε! 




Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Φρανσίς Πουλένκ: Ντεμπούτο με μια ραψωδία με ακαταλαβίστικους στίχους...

 


Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Οι μουσικοί έτοιμοι, οι νότες στην παρτιτούρα τους κι αυτές ανοιχτές στα αναλόγιά τους. Το κοινό περίμενε με περιέργεια τη νέα γαλλική μουσική. Ο βαρύτονος, όμως, ξαφνικά έχασε το θάρρος του. Κοίταξε τριγύρω μισοφοβισμένος. Παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να τραγουδήσει αυτούς τους "παράξενους" Λιβεριανούς στίχους, με τις αργκό φράσεις και τα φωνητικά παιχνιδίσματα. 

Σχεδόν αστραπιαία, ο Πουλένκ, δεκαοκτώ μόλις χρονών, αποφάσισε να δώσει λύση. Μόλις είχε στρατευτεί, φορούσε τη στρατιωτική στολή, δεν ήταν τραγουδιστής, ούτε είχε ξανακάνει κάτι παρόμοιο ποτέ. Πήρε βαθιά ανάσα και ανέβηκε στη σκηνή. Κρυμμένος πίσω από το μεγάλο αναλόγιο άρχισε να ερμηνεύει με θάρρος το ιντερλούδιο. Οι φράσεις "Χονολουλού, πότι λάμα..." αντήχησαν με περίεργη μουσικότητα. Το κοινό παρέμεινε σιωπηλό και μέσα σε δευτερόλεπτα η αμηχανία του μετατράπηκε σε γέλιο και ενθουσιασμό.

Ηταν η τρίτη κίνηση, "Honolulu"ένα σόλο βαρύτονου πάνω σε ένα εμμονικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο, σε κείμενο φερόμενο ως κάποιας λιβεριανής ποιήτριας με το όνομα Μακόκο Κανγκούρου  σε μια γλώσσα που ηχούσε "ανόητη"...
Ο νεαρός Φρανσίς Πουλένκ, γόνος μιας εύπορης οικογένειας είχε πριν λίγο καιρό επισκεφτεί το βιβλιοπωλείο Maison des amis des livres,  αγαπημένο στέκι πρωτοπόρων καλλιτεχνών. Εκεί, διαβάζει την ποιητική συλλογή με τους παράδοξους στίχους-αναφορές στην παριζιάνικη αργκό, που στην πραγματικότητα σατιρίζουν την εμμονή των μοντέρνων σαλονιών τέχνης με οτιδήποτε αφρικανικό...

"Χονολουλού, πότι λάμα!
Χονολουλού, χονολουλού
Κάτι μόκο, μόσι μπολού…"

"Κεφάλι Γυναίκας", Πικάσο 1908
Το έργο, που στυλιστικά οφείλει πολλά στον ενθουσιασμό του Πικάσο για την Αφρικανική τέχνη, ξεκινά με ωμούς θορύβους κάθε είδους πλάθοντας εξωτική, αρχέγονη ατμόσφαιρα. Τα οστινάτι και οι ξαφνικές εκπλήξεις αφθονούν, όλα χαρακτηριστικές, αστείες υπογραφές του Πουλένκ. Στο τελευταίο μέρος εμφανίζεται για λίγο μια πινελιά ρομαντισμού, μέσα από την παρατεταμένη ηχώ του τραγουδιού, υπενθυμίζοντας ότι κάτω από την ειρωνεία και το παιχνίδι κρύβεται μια νεανική ευαισθησία και μια πρώτη γεύση της μελλοντικής μουσικής μαγείας του Πουλένκ.

Η πενταμερής "Rapsodie nègre", για βαρύτονο, πιάνο, φλάουτο, κλαρινέτο και κουαρτέτο εγχόρδων, γεννήθηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του Παρισιού εκείνης της εποχής, όταν η πόλη τρελαινόταν για αφρικανικές τέχνες και πειραματική μουσική. Το έργο, αφιερωμένο στον Ερίκ Σατί, συνδυάζει τρία καθαρά ορχηστρικά μέρη με ένα ιντερλούδιο βαρύτονου-πιάνο και κορυφώνεται σε ένα φινάλε όπου όλοι οι εκτελεστές ενώνονται σε μια έκρηξη χρώματος, ρυθμού και παιχνιδιάρικης ενέργειας.

Ο Ιγκόρ Στραβίνσκι εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από τη σύνθεση, που εξασφάλισε στον νεαρό Πουλένκ συμβόλαιο με εκδοτικό οίκο. Στην πρεμιέρα, ανάμεσα στο κοινό βρισκόταν και ο Μορίς Ραβέλ, ο οποίος, ενθουσιασμένος, σχολίασε: "Θαυμάζω τη φολκλορική επινόηση του νεαρού! Τι χάρισμα!".
Ο Αλφρέντο Καζέλα ζήτησε χειρόγραφο για μελέτη, ενώ ο Ντιαγκίλεφ σκέφτηκε να το διασκευάσει σε μπαλέτο.

Ωστόσο, όπως θυμόταν ο Πουλένκ, η πρώτη αντίδραση του δασκάλου του σύνθεσης δεν ήταν καθόλου θερμή. Ο Πολ Βιντάλ πήρε τη χειρόγραφη παρτιτούρα στα χέρια, τη διάβασε προσεκτικά, συνοφρυώθηκε, γούρλωσε τα μάτια του βλέποντας την αφιέρωση στον Σατί, σηκώθηκε και φώναξε: "Η δουλειά σου είναι άστοχη, ένα μάτσο ανοησίες! Με κοροϊδεύεις;… Α! Βλέπω, είσαι φίλος του Στραβίνσκι, του Σατί και της παρέας τους… Λοιπόν, καληνύχτα!" και σχεδόν πέταξε έξω τον Πουλένκ.

Προφανώς, ακόμη και οι δάσκαλοι μπορούν να βγάζουν λανθασμένα συμπεράσματα…

Η "Rapsodie nègre" δεν ήταν απλώς το ντεμπούτο ενός νέου ταλέντου. Ήταν η πρώτη φωνή ενός δημιουργού γεμάτου φως, χιούμορ και πνευματικότητα, ενός συνθέτη που ήξερε να μετατρέπει την αμηχανία σε μαγεία, τη νεανική τόλμη σε θριαμβευτική μουσική, και τις φαινομενικές "ανοησίες" σε μια ενστικτώδη, ζωντανή γλώσσα που συνεπαίρνει το κοινό, προκαλώντας χαμόγελα, έκπληξη και θαυμασμό ταυτόχρονα...

Poulenc: "Rapsodie nègre"

Τα μέρη:
I. Prélude, II. Ronde, III. Honoloulou, IV. Pastorale,V. Final

Το "Honoloulou" ερμηνεύει η Anne Sofie von Otter


Το κείμενο γράφτηκε στη μνήμη του Φρανσίς Πουλένκ, που πέρασε στην αιωνιότητα σαν σήμερα, 30 Ιανουαρίου 1963. Σπούδασε πιάνο και σύνθεση, και γρήγορα ξεχώρισε στον κύκλο των πρωτοποριακών καλλιτεχνών της γαλλικής πρωτεύουσας, συμμετέχοντας στην περίφημη Ομάδα των Έξι (Les Six), που επιδίωκε να ανανεώσει τη γαλλική μουσική με χιούμορ, ζωντάνια και απλότητα. Από το ντεμπούτο του το 1917 με την Rapsodie nègre , που απολαύσαμε, έως τα φωνητικά, χορωδιακά και ορχηστρικά έργα του, ο Πουλένκ άφησε ανεξίτηλο στίγμα, συνδυάζοντας ειρωνεία, λυρισμό και φωτεινή μουσική φαντασία... 
Όπως έχει εύστοχα ειπωθεί, ο "Πουλένκ αποτελεί μια μορφή έκρηξης της γαλλικής ενέργειας, που μπορεί να σε κάνει να γελάσεις και να συγκινηθείς μέσα σε δευτερόλεπτα. Η μουσική του μιλάει με καθαρή, άμεση και ανθρώπινη γλώσσα, που αγγίζει κάθε γενιά".


Στο μπλογκ υπάρχουν πολλά κείμενα για τον Πουλένκ. Περιηγηθείτε!




"Λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου", η προσέγγιση του Τσαϊκόφσκυ...


Η Εκκλησία μας σήμερα τιμά τους Τρεις Ιεράρχες, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που με τη διδασκαλία, τη ζωή και τα έργα τους φωτίζουν την πίστη και τη σοφία του Χριστιανισμού.
Ο Ιωάννης, που ονομάστηκε "Χρυσόστομος" λόγω της εξαιρετικής ρητορικής του δεινότητας και της ομορφιάς των λόγων του, είναι γνωστός για τη βαθειά πνευματικότητα και την ασκητική του σοφία. Άφησε ως κληρονομιά του τη "Λειτουργία" του, η οποία θεωρείται η "καρδιά της Ορθόδοξης λατρείας".

Η "Λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου" αποτελεί την πιο τιμημένη θεία λειτουργία του Βυζαντινού Τυπικού και αντανακλά το έργο των Καππαδόκων Πατέρων στη διαμόρφωση της Τριαδικής θεολογίας και στην καταπολέμηση αιρέσεων. Καθιερώθηκε ως η συνήθης θεία λειτουργία στο Βυζάντιο κι έπειτα επικράτησε σε όλη την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η Λειτουργία συνδέει τον άνθρωπο με το θείο μέσω της δέησης, της προσευχής και της ψαλμωδίας, φέρνοντας τους πιστούς σε βαθιά ενόραση και ταπεινότητα. Περιλαμβάνει δύο κύρια μέρη: 
Πρόθεση (Προετοιμασία): Ο ιερέας προετοιμάζει το ψωμί και το κρασί για την Ευχαριστία, προσευχόμενος για ζώντες και κεκοιμημένους και αγιάζοντας τα Δώρα.
και
Λειτουργία των Κατηχουμένων και των Πιστών: Περιλαμβάνει ψαλμούς, αναγνώσματα, λιτανείες και προσευχές, κορυφώνεται με την Ευχαριστία και την κοινή συμμετοχή των πιστών στα Άγια Δώρα.

(από το εργαστήριο του Ρουμπλιόφ,1420)
Η Λειτουργία του Χρυσοστόμου δεν είναι μόνο τελετουργία, αλλά πηγή πνευματικής δύναμης που ενώνει τις κοινότητες, αναζωογονεί την ψυχή και εκφράζει την πίστη με λόγο και μουσική που υπερβαίνουν τον χρόνο. Κάθε ύμνος και κάθε προσευχή φέρει αιώνια σοφία, οδηγώντας τους πιστούς σε αίσθηση του μυστηρίου και βαθιά σύνδεση με τον Θεό.


Ως πνευματικό και λογοτεχνικό αριστούργημα, με πλούσια θεολογική και ποιητική σύσταση, η Λειτουργία ενέπνευσε πολλούς συνθέτες να προσπαθήσουν να τη μελοποιήσουν, να μεταφέρουν σε ήχο την πνευματική ένταση και τη μεγαλοπρέπειά της. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Τσαϊκόφσκι, ο Ραχμάνινοφ, ο Ρίμσκυ-Κόρσακωφ, ο Ιππολίτοφ-Ιβάνοφ, o Άρβο Περτ και άλλοι.

Ήταν το 1878, όταν ο Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι αποφάσισε να δημιουργήσει μια χορωδιακή σύνθεση a cappella βασισμένη στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, την "πιο τιμημένη λειτουργία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας", όπως έλεγε. Το έργο του αποτελεί τον πρώτο ενιαίο μουσικό κύκλο της λειτουργίας και περιλαμβάνει 15 κύριες ενότητες.

Ο Τσαϊκόφσκι, παρότι περισσότερο γνωστός για τις συμφωνίες, τα κοντσέρτα και τα μπαλέτα του, είχε έντονο ενδιαφέρον για τη μουσική της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το 1875 σε επιστολής του προς την προστάτιδά του Ναντιέζντα φον Μεκ εξέφρασε την επιθυμία να μελοποιήσει ολόκληρη τη λειτουργία, θεωρώντας την "έργο υψηλής τέχνης". 
Η σύνθεση ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1878, με το μεγαλύτερο μέρος της να χρησιμοποιεί παραδοσιακά σλαβικά άσματα με απλές ομοφωνικές συνθέσεις. Ο Τσαϊκόφσκι δημιούργησε νέες μουσικές και ελεύθερες κινήσεις για ορισμένες ενότητες, ενώ άλλες περιέχουν πολυφωνία και μιμητικές δομές, διαφοροποιούμενες από την κυρίαρχη ομοφωνία του έργου.

Η πρώτη δημόσια εκτέλεση έγινε στη Μόσχα τον Δεκέμβριο του 1880, με το κοινό να υποδέχεται θερμά το έργο. Ο Τσαϊκόφσκι χαρακτήρισε αυτή την εμπειρία ως "μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της μουσικής του καριέρας".

Οι κριτικές όμως διχάστηκαν. 
Ο César Cui αναγνώρισε τη σημασία της Λειτουργίας αλλά επέκρινε τη συχνή επανάληψη και το κυρίαρχο υψηλό φάσμα της χορωδίας, θεωρώντας το έργο "περισσότερο δεξιοτεχνικό παρά εμπνευσμένο".

Αντίθετα, ο εφημέριος της Μόσχας, Αμβρόσιος, θεώρησε τη δημόσια εκτέλεση "βεβήλωση" συγκρίνοντας τη σύνθεση με έργο μη Ορθόδοξου συνθέτη, αρνούμενος ακόμη και να επιτραπεί η εκτέλεση της Λειτουργίας στην κηδεία του φίλου του Τσαϊκόφσκι, Νικολάι Ρουμπινστάιν, αντίδραση που πλήγωσε βαθιά το συνθέτη.

Ο Τσαϊκόφσκι μπορεί να μην ήταν θρησκευόμενος με την παραδοσιακή έννοια, όμως η Ορθοδοξία επηρέασε βαθιά τη ζωή και τη μουσική του. Από παιδί, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία τον περιέβαλε με ύμνους και μουσική παράδοση, και αυτός ο σεβασμός προς τη λατρεία και τις εκκλησιαστικές φόρμες φαίνεται στα έργα του. Η πνευματικότητα της μουσικής του δεν είναι πάντα άμεσα εκκλησιαστική, αλλά αναδεικνύει έντονα θέματα όπως η μετάνοια, η λύτρωση και η ανθρώπινη πάλη με το κακό, μοτίβα στενά συνδεδεμένα με την ορθόδοξη ηθική και φιλοσοφία.

Tchaicovsky: "Liturgy of Saint John Chrysostom":