Προσωπογραφία της Christina Rossetti από τον αδερφό της, Dante Gabriel Rossetti
Στις 29 Δεκεμβρίου 1894, η Βρετανίδα ποιήτρια Christina Rossetti απεβίωσε από καρκίνο, σε ηλικία 64 ετών. Η ζωή της διακρίθηκε για την έντονη θρησκευτική αφοσίωση και την ευαισθησία της, στοιχεία που διατρέχουν ολόκληρο το ποιητικό της έργο. Γεννημένη στο Λονδίνο, μεγάλωσε σε ένα καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό περιβάλλον. Ο αδελφός της, Dante Gabriel Rossetti, ήταν γνωστός ζωγράφος και ποιητής της Προραφαηλιτικής Σχολής, γεγονός που επηρέασε σημαντικά την αισθητική της.
Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από λεπτό λυρισμό, βαθιά συναισθηματικότητα και έντονη πνευματικότητα. Η γλώσσα της είναι λιτή αλλά μελωδική, γεμάτη εικόνες από τη φύση και τη θρησκευτική ζωή, δημιουργώντας ένα ύφος ταυτόχρονα παιδικό και σοφό, γλυκό αλλά και στοχαστικό.
"Love Came Down at Christmas", Shelly Rasche (διαδικτυακή πηγή)
Στα ποιήματά της κυριαρχούν θέματα όπως η μεταφυσική διάσταση της ζωής, ο θάνατος, η αγάπη και η αφοσίωση στον Θεό, ενώ η γραφή της φέρει μια εσωτερική γαλήνη που αγγίζει τον αναγνώστη.
Η Rossetti έγραψε επίσης πολλά χριστουγεννιάτικα ποιήματα, ανάμεσά τους και το γνωστό “Love Came Down at Christmas” (1885), που αποτυπώνει την ένωση της αγάπης με τη θρησκευτική πίστη κατά τη γιορτή των Χριστουγέννων. Μέσα από τις εικόνες των αστεριών, των αγγέλων και της θείας Γέννησης, η ποιήτρια καταφέρνει να μεταδώσει τη ζεστασιά, τη γαλήνη και την ιερότητα της γιορτής, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει την αγάπη ως δώρο και σημάδι πίστης.
Το ποίημα έχει μελοποιηθεί από πολλούς συνθέτες, με μια ιδιαίτερα λυρική και ευαίσθητη εκδοχή από τον John Rutter, η οποία αναδεικνύει την εσωτερική γαλήνη και την πνευματική διάσταση των στίχων:
"Η Αγάπη κατέβηκε τα Χριστούγεννα, Αγάπη γλυκιά, Αγάπη θεϊκή. Γεννήθηκε η αγάπη τα Χριστούγεννα, κι άστρο με αγγέλους φανέρωσαν το σημάδι της.
Στον Θεό προσκυνάμε,
την ενσαρκωμένη Αγάπη, καθαρή και αγνή,
τον Ιησού προσκυνάμε,
μα πώς να φανεί το ιερό το στίγμα;
Η Αγάπη ας γίνει το σημάδι μας
Αγάπη! δική σου και δική μου,
Αγάπη στο Θεό και σε κάθε άνθρωπο,
Αγάπη ως δώρο, προσευχή και σημάδι ζωής."
(Christina Rossetti: "Love Came Down at Christmas", απόδοση δική μου από τα αγγλικά)
Aνακοίνωση του θανάτου του Ραβέλ από τον τύπο (rarenewspapers)
Τον γνώρισε παιδί ακόμη, πρόωρο έφηβο, με τα χέρια να τρέμουν περισσότερο από συγκίνηση παρά από δέος. Ήταν το 1928, στην αμερικανική περιοδεία του Μωρίς Ραβέλ. Ο Γάλλος συνθέτης, ήδη στο απόγειο της φήμης του, στάθηκε πάνω από τις σελίδες ενός δεκατριάχρονου αγοριού από το Κλίβελαντ και είδε κάτι σπάνιο και ιδιαίτερο, μια φωνή που δεν είχε ακόμη ωριμάσει, αλλά ήξερε το μονοπάτι που ήθελε να ακολουθήσει. Ο David Diamond δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη ματιά, ούτε τα λόγια ενθάρρυνσης που λειτούργησαν σαν μυστική υπόσχεση ζωής, μια σιωπηλή ευλογία προς το μέλλον.
Το 1937, ο Diamond έχασε τον Ραβέλ. Και μαζί του, κάτι βαθύτερο, την αίσθηση ότι κάπου στον κόσμο υπήρχε ακόμη ένας οδηγός. Την επόμενη κιόλας μέρα που έμαθε για τον θάνατο του Γάλλου δασκάλου, κάθισε να γράψει. Δεν ήταν το καθήκον, που τον ωθούσε, αλλά η ανάγκη. Η "Ελεγεία στη μνήμη του Μωρίς Ραβέλ" γεννήθηκε σαν αυθόρμητη κραυγή. Δεν ήταν θρήνος, αλλά έκφραση εσωτερική, συγκρατημένη, ένας πειθαρχημένος πόνος. "Είναι μια έκφραση τρομερής απώλειας", θα πει πολλά χρόνια αργότερα ο αμερικανός συνθέτης. "Καθώς η σύνθεση άρχισε να διαμορφώνεται, σχεδόν ασυνείδητα, το άκουσα ως τελετουργικό".
Ο τάφος του Ραβέλ
Και πράγματι η Ελεγεία δεν εξελίσσεται δραματουργικά όπως ένα συμφωνικό ποίημα, κινείται κυκλικά, σαν μνήμη που επιστρέφει. Οι αρμονίες της είναι αιχμηρές, πυκνές, δημιουργώντας ένα ηχητικό πεδίο εσωτερικής έντασης. Δεν υπάρχει λυτρωτική κορύφωση. Ο πόνος δεν εκρήγνυται, παραμένει. Η ορχήστρα λειτουργεί σαν συλλογικό σώμα πένθους. Οι μακριές, σκοτεινές γραμμές των εγχόρδων μοιάζουν με ψαλμωδία χωρίς λόγια, ενώ τα πνευστά δεν εμφανίζονται για να φωτίσουν, αλλά για να υπογραμμίσουν τη ρωγμή. Η σιωπή παίζει ρόλο ισότιμο με τον ήχο... Οι παύσεις αναπνέουν, υποδεικνύοντας πως και η μουσική χρειάζεται χρόνο για να αντέξει τον εαυτό της. Δεν είναι μουσική που ζητά να συγκινηθείς, είναι μουσική που "επιβάλλει" τη συγκίνηση με τη λιτότητά της.
Ο Diamond ζήτησε ρητά να μην υπάρξει χειροκρότημα στο τέλος. Ο ήχος σβήνει χωρίς κάθαρση, όπως μια σκέψη που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Δεν είναι φόρος τιμής με την παραδοσιακή έννοια...Είναι πράξη μνήμης και σεβασμού.
Όπως και άλλοι Αμερικανοί της γενιάς του, ο Diamond ταξίδεψε στο Παρίσι για να μάθει, να απομυζήσει, να μεταμορφωθεί. Εκεί, κοντά στη Νάντια Μπουλανζέ, μελέτησε τη μουσική του Ραβέλ. Η διαύγεια της φόρμας, η αυστηρότητα της γραφής, η αποφυγή κάθε περιττού συναισθηματισμού είχαν περάσει πια στο αίμα του. Η φιλία τους, που είχε ξεκινήσει χρόνια πριν, ολοκληρώθηκε μέσα από τη μνήμη και τη σύνθεση.
Η "Ελεγεία" παρουσιάστηκε το 1938 υπό τη διεύθυνση του Χάουαρντ Χάνσον. Το ιδίωμα του Diamond, μοντέρνο, τραχύ, συχνά παράφωνο, δεν ταίριαζε με τα συντηρητικά γούστα της εποχής. -"Ντέιβιντ, γιατί πρέπει να γράφεις τόσο μοντέρνα μουσική;", τον ρώτησε ο Χάνσον. Κι όμως, τη διηύθυνε. Γιατί αναγνώρισε πίσω από τις αιχμές της μουσικής γλώσσας μια αδιαπραγμάτευτη αλήθεια, τη σοβαρότητα ενός πένθους που δεν μπορούσε να ειπωθεί αλλιώς.
Ο Diamond ανήκει στη γενιά Αμερικανών συνθετών που επηρεάστηκαν βαθιά από τη γαλλική μουσική του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα από τον Ραβέλ. Από εκείνον κληρονόμησε τη διαύγεια της φόρμας, τη λεπτοδουλεμένη αρμονική σκέψη, την κομψότητα της ενορχήστρωσης και την αυστηρή αποφυγή του εύκολου λυρισμού. Ο ίδιος μιλούσε για τον Ραβέλ ως πρότυπο τεχνικής τελειότητας και πειθαρχίας, μια αντίληψη της μουσικής ως ηθικής στάσης.
Η "Ελεγεία στη μνήμη του Μωρίς Ραβέλ" του David Diamond δεν είναι απλώς ένα έργο μνήμης για τον γάλλο συνθέτη. Είναι το πέρασμα από τη μαθητεία στη σύνθεση, από την απώλεια στη συνείδηση, από τον θαυμασμό στην ευθύνη. Μέσα της, ο Ραβέλ δεν αναπαρίσταται, υπονοείται. Ζει στις παύσεις των μοτίβων, στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο συναίσθημα και την πειθαρχία. Και ίσως γι’ αυτό η "Ελεγεία" εξακολουθεί να συγκινεί..Επειδή δεν μιλά για τον θάνατο ενός μεγάλου συνθέτη, αλλά επειδή αποτυπώνει τη στιγμή που ένας νέος δημιουργός συνειδητοποιεί πως πρέπει πια να σταθεί μόνος κρατώντας όμως μέσα του, για πάντα, τη φωνή εκείνου που του έδειξε τον δρόμο...
David Diamond: "Elegy in Memory of Maurice Ravel":
Ο Μωρίς Ραβέλ άφησε την τελευταία του πνοή στις 28 Δεκεμβρίου 1937, σε ηλικία 62 ετών. Η υγεία του είχε αρχίσει να κλονίζεται ήδη από το 1933, μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, και οι δυσκολίες επιδεινώνονταν συνεχώς. Παρ’ όλα αυτά, άφησε πίσω του έναν αληθινό θησαυρό μουσικών έργων, γραμμένων σε μια μοναδικά καλοδουλεμένη αρμονική και μελωδική γλώσσα, με ενορχήστρωση που εξακολουθεί να θεωρείται από τις καλύτερες όλων των εποχών. Κάθε σύνθεσή του φέρει τη σφραγίδα της εξαιρετικά γόνιμης και ευαίσθητης ιδιοφυίας του, όπου η λεπτομέρεια, η κομψότητα και η εκλεπτυσμένη αίσθηση της φόρμας συνυφαίνονται με μια διακριτική αλλά έντονη συναισθηματική δύναμη.
Όταν η σκιά του χειμώνα καλύπτει ολάκερη την πλάση, μια φλόγα μικρή αλλά ανίκητη φαίνεται να αναδύεται από τις καρδιές των ανθρώπων. Τα Χριστούγεννα φέρνουν μαζί τους αυτή τη φλόγα, το φως που γεννιέται μέσα στο σκοτάδι. Κι ίσως δεν είναι μόνο ο Χριστός που ανατέλλει αυτή τη μέρα.
Sol Invictus
Αιώνες πριν, οι άνθρωποι κοιτούσαν τον Sol Invictus, τον Ανίκητο Ήλιο, να γεννιέται ξανά στο χειμερινό ηλιοστάσιο και ένιωθαν την ίδια ελπίδα, την ίδια νίκη του φωτός επί του σκότους. Οι ρωμαϊκές γιορτές, οι ύμνοι στους ήλιους και τα μυστήρια του Μίθρα, με τη σιωπηλή τους μεγαλοπρέπεια, γίνονται ψίθυροι που φτάνουν μέσα από τον χρόνο, ενώ οι ελληνικοί μύθοι, που μιλούν για τον Διόνυσο που αναγεννιέται, δεν είναι παρά αλλιώς ντυμένα σύμβολα της ίδιας αλήθειας. Κάθε σκοτεινή εποχή, κάθε νύχτα που μοιάζει ατέλειωτη, κρύβει μέσα της μια υπόσχεση φωτός.
Έτσι, τα Χριστούγεννα γίνονται η επανάληψη ενός αρχαίου μύθου, η ανατολή ενός φωτός που ποτέ δεν σβήνει και ξυπνά μέσα μας την ελπίδα, όπως έκανε πάντα από τους ήρωες και τους θεούς των παλιών χρόνων μέχρι τη φλόγα που φωτίζει την ψυχή μας σήμερα. Και αν ανοίξουμε τ' αυτιά και την καρδιά μας, μπορούμε ακόμα να αφουγκραστούμε τους αρχαίους ψιθύρους. Μέσα στις καμπάνες και τα κάλαντα που υμνούν την αγάπη, το ΦΩΣ πάντα επιστρέφει.
Το πνεύμα αυτό του φωτός και της αναγέννησης αποτυπώνεται μουσικά στο έργο "Lux Aurumque" του Eric Whitacre, ένα από τα πιο γνωστά χορωδιακά του κομμάτια. Η σύνθεση δημιουργεί Χριστουγεννιάτικη, πνευματική ατμόσφαιρα, ερμηνεύοντας ποιητικά την ιδέα του φωτός που επανέρχεται και αναγεννάται. Το κείμενο της σύνθεσης είναι στη λατινική γλώσσα:
"Lux, calida gravisque pura velut aurum
et canunt angeli molliter
modo natum.
Φως, ζεστό και βαρύ, καθαρό σαν χρυσάφι,
και οι άγγελοι τραγουδούν απαλά
για το παιδί που μόλις γεννήθηκε."
Το ποίημα αποδίδεται στον Edward Esch, τον οποίο ο Whitacre περιγράφει ως "έναν ερημίτη, γεννημένο στις αρχές της δεκαετίας του ’70, αλλά σπάνια εμφανιζόμενο δημόσια". Υπάρχει η άποψη ότι το όνομα Esch είναι ψευδώνυμο του ίδιου του Whitacre, καθώς ο γιος του φέρει το όνομα Esch Edward Whitacre.
Edward Burne-Jones: "Το Φως της Βηθλεέμ"
Το "Lux Aurumque" έχει χαρακτηριστεί ως η απόλυτα κατάλληλη σύνθεση για τα Χριστούγεννα, χάρη στη γλυκιά και εσωτερική της ατμόσφαιρα που δημιουργεί μια αίσθηση ηρεμίας και στοχασμού, ενώ ο συνθέτης σημειώνει στην έντυπη παρτιτούρα: "…αν οι σφιχτές αρμονίες είναι προσεκτικά κουρδισμένες και ισορροπημένες, θα λαμπυρίζουν και θα ακτινοβολούν".
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Γουίτακερ αντλεί έμπνευση από το έργο του Άρβο Περτ "Passi", χρησιμοποιώντας για την τελική λέξη "natum - νεογέννητο" τις δύο αρχικές συγχορδίες του έργου αυτού. Με αυτόν τον τρόπο, η σύνθεση συνδέει τη γέννηση και τον θάνατο του Χριστού με την Ανάσταση, προσδίδοντας στο έργο μια βαθιά θεολογική και συμβολική διάσταση, ενώ ταυτόχρονα η μουσική του συνεχίζει να αναδεικνύει την πανανθρώπινη χαρά για το φως που πάντα επιστρέφει.
Ένα φυτό που συνδέεται άμεσα με τα Χριστούγεννα και το χειμερινό ηλιοστάσιο είναι το ου(ίλεξ ή αρκουδοπούρναρο στα ελληνικά). Η σημασία του δεν είναι μόνο διακοσμητική, αλλά βαθιά συμβολική, με ρίζες στη νορβηγική παράδοση και στα αρχαία παγανιστικά έθιμα του Βορρά.
Από εικονογράφηση του μύθου του Μπαλντρ
Σύμφωνα με τη μυθολογία της Σκανδιναβίας, ο Μπάλντρ, γιος του Όντιν και της Φριγκ, αποτελεί μία από τις πιο φωτεινές και αγαπητές μορφές των θεών. Συνδέεται με το φως, την αγνότητα, τη δικαιοσύνη, τη ζωή και τη χαρά. Eκπροσωπεί τον φωτεινό και αρμονικό κόσμο, το ιδεώδες της θεϊκής τάξης. Η Φριγκ έμαθε μέσω προφητείας ότι ο γιος της θα πέθαινε και για να τον προστατεύσει, πήρε όρκους από όλα τα όντα της πλάσης να μην τον βλάψουν. Παρέλειψε όμως το ου, επειδή το θεώρησε ακίνδυνο. Αυτό το κενό εκμεταλλεύτηκε ο δόλιος θεός Λόκι, ο οποίος κατασκεύασε ένα βέλος από ου και το έδωσε στον τυφλό αδελφό του Μπάλντρ, Χοντρ, που συνδέεται με το σκοτάδι και τον χειμώνα. Καθοδηγώντας το χέρι του, ο Λόκι προκάλεσε τον θάνατο του Μπάλντρ.
Η Φριγκ θρήνησε βαθιά τον χαμό του παιδιού της και τα δάκρυά της μεταμορφώθηκαν στα κατακόκκινα μούρα του ου. Έτσι, το φυτό απέκτησε διπλό συμβολισμό, έγινε ταυτόχρονα ιερό φυτό, σύμβολο αγάπης και συμφιλίωσης, αλλά και υπενθύμιση του θανάτου. Ο Μπάλντρ κατέληξε στον κόσμο των νεκρών και η παράδοση λέει πως κάποτε θα επιστρέψει στον νέο, αναγεννημένο κόσμο ως σύμβολο ελπίδας και αναγέννησης. Ο μύθος του συχνά ερμηνεύεται ως αλληγορία του κύκλου ζωής, θανάτου και αναγέννησης και του φωτός που χάνεται προσωρινά για να επιστρέψει.
Για τους βόρειους λαούς, το ου(γνωστό στις αγγλόφωνες χώρες ως holly) ήταν ιερό φυτό, σύμβολο της αιώνιας ζωής (επειδή παρέμενε πράσινο καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα), που προστάτευε από τα κακά πνεύματα και έφερνε τύχη, γονιμότητα και υγεία, γι’ αυτό και στόλιζε τα σπίτια κατά το Γιουλ, τη γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου.Οι χωρικοί πίστευαν πως το ου είχε μαγικές δυνάμεις. Τα αιχμηρά φύλλα του έμοιαζαν με μικροσκοπικά σπαθιά, ικανά να κρατήσουν μακριά κάθε τι κακό και τα κοκκινωπά μούρα του έμοιαζαν με μικρές σταγόνες χαράς, θυμίζοντας σε όλους πως ακόμα και μες στο καταχείμωνο υπάρχει ομορφιά, αγάπη κι ευτυχία.
Ο Χριστιανισμός δεν κατάργησε το έθιμο, αλλά του έδωσε νέο νόημα, μετατρέποντας το ου σε σύμβολο ζωής μέσα στον θάνατο, ελπίδας στο σκοτάδι του χειμώνα και αγάπης και συγχώρεσης.
Σε αυτό το ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το τραγούδι "Deck the Halls with Boughs of Holly". Η μελωδία του προέρχεται από την Ουαλία και χρονολογείται από τον 16ο αιώνα. Η φράση "deck the halls-στολίστε τις αίθουσες", παραπέμπει στο αρχαίο έθιμο του στολισμού των σπιτιών με αειθαλή φυτά κατά τις γιορτές της Yule. Το holly-ου, αειθαλές και ανθεκτικό στο σκοτάδι του χειμώνα, συμβόλιζε τη ζωή, την προστασία και την επιστροφή του φωτός μετά το ηλιοστάσιο. Οι χαρούμενες κραυγές "fa la la la la" θυμίζουν παλαιότερα τραγούδια και τελετές, όπου οι άνθρωποι τραγουδούσαν και κραύγαζαν επιφωνήματα για να προσκαλέσουν το φως να επιστρέψει.
Έτσι, το "Deck the Halls with Boughs of Holly" τραγουδιέται τα Χριστούγεννα γιατί γιορτάζει τον στολισμό και τη χαρά της εποχής, διατηρεί ζωντανά αρχαία σύμβολα του χειμώνα και της αναγέννησης και συνδέει την επιστροφή του φωτός με τη Χριστουγεννιάτικη ελπίδα. Όπως και το ίδιο το φυτό, το τραγούδι ενώνει παλιές μυθολογίες με το πνεύμα και το μήνυμα των Χριστουγέννων.
Traditional Christmas song: "Deck the Halls with Boughs of Holly"
"Στολίστε τις αίθουσες με κλαδιά από ου,
Φα-λα-λα-λα-λα, λα-λα-λα-λα.
Ήρθε η εποχή της χαράς και του κεφιού,
Φα-λα-λα-λα-λα, λα-λα-λα-λα.
Ας φορέσουμε τώρα τα γιορτινά μας ρούχα,
Φα-λα-λα, λα-λα-λα, λα-λα-λα.
Και ας αντηχήσει το αρχαίο άσμα της Γιουλ
Φα-λα-λα-λα-λα, λα-λα-λα-λα.
Στολίστε τις αίθουσες με κλαδιά από ου,
Φα-λα-λα-λα-λα, λα-λα-λα-λα.
Δονείστε την άρπα, ενωθείτε στο τραγούδι,
Φα-λα-λα-λα-λα, λα-λα-λα-λα.
Ακολουθήστε με στον εύθυμο ρυθμό,
Φα-λα-λα, λα-λα-λα, λα-λα-λα.
Καθώς αφηγούμαι τους θησαυρούς της γιορτής της Γιουλ
Όταν η νύχτα έφτασε στο μέγιστο σκοτάδι της, τα χωριά στα βόρεια βυθίστηκαν σε βαριά σιωπή. Οι φλόγες από τα τζάκια χόρευαν στους τοίχους, αλλά το φως τους φαινόταν μικρό, αδύναμο, μπροστά στο αχανές σκοτάδι. Η νοτισμένη γη και ο παγωμένος αέρας έφερναν μαζί του ψιθύρους που θύμιζαν αρχαίες ιστορίες. Από τα βάθη των δασών ακούγονταν ένας ήχος λυπητερός, σαν ψιθυριστη μελωδία. Ήταν ο θρήνος της νύχτας, μια μελωδία που γεννιόταν με κάθε αναστεναγμό του ανέμου και κάθε θρόισμα φύλλου... Οι γέροντες του χωριού έκατσαν γύρω απ' τις φωτιές με τα μάτια τους στραμμένα στις σκιές των δέντρων και θυμήθηκαν τις ιστορίες των προγόνων για τον ήλιο που εξαφανίζεται για να επιστρέψει, για τους σπόρους που κοιμούνται κάτω από το χιόνι, για τη ζωή που αναγεννιέται μέσα απ' τη σιωπή και το σκοτάδι. Μικρά παιδιά κοίταζαν τ' αστέρια, με τα φαναράκια τους να ρίχνουν μαλακό, χρυσό φως στα πρόσωπά τους.
Κάθε νιφάδα χιονιού που έπεφτε έμοιαζε σαν δάκρυ της γης, δάκρυ που θρηνούσε την απουσία του φωτός, αλλά ταυτόχρονα κρατούσε μέσα του την υπόσχεση της επιστροφής του. Η νύχτα, παρά τη βαριά της μελαγχολία, είχε μια μαγεία που έκανε κάθε ψυχή να νιώθει δεμένη με τον κόσμο, με τις ρίζες, τα δέντρα, με τον παλιό ήχο του αγέρα, που ξέρει τα μυστικά όλων των εποχών.
Σιωπηλά, οι άνθρωποι άφησαν τα δάκρυά τους να κυλήσουν. Δεν ήταν δάκρυα λύπης, αλλά σεβασμού. Κάθε αναστεναγμός έκρυβε την υπόσχεση του φωτός. Όταν η αυγή άρχισε να σπάει το σκοτάδι, η μελωδία του θρήνου χάθηκε στα γυμνα κλαδιά και την πυκνη φυλλωσιά των δέντρων που συνυπήρχαν στο δάσος του βορρά, αφήνοντας μόνο τη γλυκιά ησυχία και την ανάμνηση της νύχτας...
***
Από τη σιωπή και την αίσθηση αυτού του αρχαίου θρήνου για το φως που φεύγει και ξαναγεννιέται, εμπνεύστηκε η Carolyn Anderson Surrick τη σύνθεση: "Solstice Lament - Θρήνος για το Ηλιοστάσιο". Το έργο, εκτελεσμένο από το Ensemble Galilei -ένα σύνολο που εστιάζει σε ιστορικά όργανα και σε μουσική με επιρροές από παλιά στυλ και λαϊκή παράδοση- αποπνέει μια βαθιά μελαγχολία και συλλογιστική διάθεση. Η μελωδία συνδέεται με τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, το χειμερινό ηλιοστάσιο, εκφράζοντας μοναξιά, θρήνο και στοχασμό για το φως που χάνεται πριν ξαναεπιστρέψει.
Η ενορχήστρωση με φλογέρες, κέλτικη άρπα και βιόλα ντα γκάμπα, δημιουργεί έναν ήχο που ανακαλεί τις παλαιότερες μουσικές παραδόσεις, ενώ ο χαρακτήρας του έργου αιχμαλωτίζει την σιωπή και τη μυστηριακή ομορφιά της μεγαλύτερης νύχτας. Κάθε νότα ψιθυρίζει τον αρχαίο θρήνο της φύσης, προσκαλώντας τον ακροατή να στοχαστεί την εφήμερη απουσία και την προορισμένη επιστροφή του φωτός.
Carolyn Anderson Surrick: "Solstice Lament - Θρήνος για το Ηλιοστάσιο":
Η Carolyn Anderson Surrick είναι πρωτοπόρος στη σύνδεση αναγεννησιακής και μπαρόκ μουσικής με τις κελτικές λαϊκές παραδόσεις. Σε ηλικία 16 ετών, γνώρισε τη βιόλα ντα γκάμπα και αμέσως ερωτεύτηκε τον ήχο της. Σπούδασε στην Καλιφόρνια και συνέχισε μεταπτυχιακά στη μουσικολογία στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, όπου ίδρυσε το Ensemble Galilei. Το όνομα του συνόλου τιμά τον Β. Γκαλιλέι, πατέρα του αστρονόμου, ο οποίος θεωρούσε ότι η αναγεννησιακή μουσική είχε γίνει πολύ περίπλοκη και είχε χάσει τη σύνδεσή της με τους απλούς ακροατές. Παρατηρώντας παραλληλισμούς με τη σύγχρονη κλασική μουσική, το Ensemble Galilei άρχισε να πειραματίζεται με τρόπους να συνδυάσει μπαρόκ και αναγεννησιακές συνθέσεις με κελτικά λαϊκά στυλ, φέρνοντας τη μουσική πιο κοντά στο κοινό.
Καθώς ο χειμώνας κάνει σήμερα την επίσημη είσοδό του, η σιωπή και η ψυχρή ατμόσφαιρα των ημερών μας καλούν σε εσωτερική περισυλλογή και βαθύτερη αίσθηση του κόσμου γύρω μας. Η φύση συσπειρώνεται, ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνει, και κάθε ήχος αποκτά μεγαλύτερη ένταση μέσα στο κρύο και το σκοτάδι. Είναι η εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις της γης και του καιρού γίνονται αισθητές με έναν τρόπο υπερβατικό, υπενθυμίζοντάς μας τη θέση μας μέσα σε έναν ευρύτερο φυσικό κύκλο. Σήμερα, στο χειμερινό ηλιοστάσιο, η στιγμή αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο ήλιος φτάνει στο χαμηλότερο σημείο του ουρανού, οι μέρες είναι πιο σύντομες και οι νύχτες πιο μακρές. Κάτω από αυτό το σπάνιο φως, αντιλαμβανόμαστε την αξία της ακινησίας και της υπομονής, τη δύναμη της σιωπής και την ανάγκη να παρατηρήσουμε την εσωτερική μας συνθήκη, όπως η γη παρατηρεί τη δική της πορεία γύρω από τον ήλιο. Το σκοτάδι δεν είναι μόνο απουσία φωτός. Είναι ένα διάλειμμα, μια στιγμή αναστοχασμού, όπου η ζωή κρύβει μέσα της τα σπόρια της αναγέννησης. Και καθώς ο ήλιος ξεκινά αργά να γυρίζει ξανά προς την ανάταση, νιώθουμε μια υπόσχεση επιστροφής, μια αόρατη ώθηση προς τη ζωή, που μας συνδέει με τους κύκλους της φύσης και τον χρόνο που συνεχώς κυλά.
Το "Earth and the Great Weather" του John Luther Adams είναι μια συμφωνική σύνθεση που αντλεί έμπνευση από τα ακραία φυσικά φαινόμενα και τα τοπία της Αλάσκας, όπου έζησε ο συνθέτης για πολλά χρόνια. Το έργο δεν επιχειρεί να περιγράψει τη φύση με αφηγηματικό τρόπο, αλλά να μεταφέρει την αίσθηση της απεραντοσύνης, της δύναμης και της αδιάκοπης μεταβολής της. Η μουσική εξελίσσεται με εκτεταμένα ηχοχρώματα, έντονες δυναμικές αντιθέσεις και μια αίσθηση φυσικής αναπνοής, σαν να υπακούει σε γεωλογικούς και κλιματικούς ρυθμούς.
Στο έργο αυτό, ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στο κέντρο, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα ήχου, όπου η γη πρωταγωνιστεί. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικολογικής και στοχαστικής γραφής του Adams, όπου η μουσική γίνεται εμπειρία χώρου, χρόνου και φυσικής ενέργειας, περισσότερο παρά προσωπική εξομολόγηση.
Το μέρος "Drums of Winter" αποτελεί ένα από τα πιο δραματικά και εμβληματικά του τμήματα. Εστιάζει στην ένταση και την παλλόμενη ενέργεια του χειμώνα, μετατρέποντας τις φυσικές δυνάμεις σε μουσική δράση. Κρουστά και τύμπανα κυριαρχούν, δημιουργώντας έναν ρυθμικό παλμό που θυμίζει τον παγωμένο αέρα, τη χιονοθύελλα και την αέναη κίνηση του χειμερινού τοπίου.
Η μουσική ειναι πολυεπίπεδη, με συνεχείς αντιθέσεις δυναμικής και πυκνότητας, δίνοντας την αίσθηση ότι ο ακροατής βρίσκεται μέσα στη φουρτουνιασμένη φύση. Αντί για μελωδία, κυριαρχούν ηχοχρωματικές υφές και ρυθμικά μοτίβα, που αναπαριστούν τον παγωμένο, ανελέητο χαρακτήρα του χειμώνα. Το αποτέλεσμα είναι μια υπερβατική εμπειρία, όπου ο ήχος γίνεται μέσο να βιώσει κανείς τον χειμερινό κύκλο ως δύναμη της φύσης, ακατάβλητη και μεγαλειώδη..
Και καθώς ο χειμώνας εγκαθίσταται επίσημα με το σημερινό ηλιοστάσιο, οι παλμοί των "Drums of Winter" μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν την ίδια τη ροή του κόσμου. Τα τύμπανα γίνονται η καρδιά της εποχής, ο ρυθμός που υπενθυμίζει ότι ακόμα και στο σκοτάδι η ζωή συνεχίζεται και η γη αναπνέει με τρόπους που υπερβαίνουν την ανθρώπινη αντίληψη. Μέσα στην ένταση και τις παλλόμενες ηχοχρωματικές υφές, βιώνουμε τον χειμώνα ως εποχή αλλά και ως μεγαλόπρεπη δύναμη της φύσης, που φέρνει μαζί της σιωπηλή ικανότητα αναστοχασμού και την υπόσχεση αναγέννησης.
Ο χειμώνας δεν είναι μόνο εποχή, αλλά και κατάσταση. Έρχεται με σιωπή, με συστολή του φωτός και με μια αίσθηση εσωτερικής βαρύτητας, καλώντας σε περισυλλογή και βαθύτερη ακρόαση. Δεν περιγράφει απλώς τη φύση, τη μεταμορφώνει σε εμπειρία χρόνου και συναισθήματος. Αυτή η εσωτερική ποιότητα του χειμώνα υπήρξε για πολλούς δημιουργούς κάτι περισσότερο από ένα εποχικό φαινόμενο: ένα ψυχικό τοπίο, έναν χώρο έντασης και αναμέτρησης, όπου το συναίσθημα δεν εξωτερικεύεται εύκολα, αλλά διαμορφώνεται αργά και υπόγεια, με δραματική συνοχή. Σ' αυτό το πεδίο, η μουσική βρίσκει έναν από τους πιο πρόσφορους τόπους έκφρασής της, ως αντανάκλαση της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα στον χρόνο. Με αυτή την έννοια, ο χειμώνας δεν αποτελεί απλώς την αφετηρία ενός κύκλου, αλλά τον άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνεται η δραματουργία μιας ολόκληρης συμφωνικής σύλληψης. Ακριβώς από αυτό το σκοτεινό και στοχαστικό σημείο εκκίνησης αρχίζει να ξεδιπλώνεται η "Δεύτερη Συμφωνία" του Henry Hadley, ένα έργο που μετατρέπει τις εποχές σε εσωτερικές καταστάσεις και τον χρόνο σε μουσική σκέψη.
Η Δεύτερη Συμφωνία του Henry Hadley σε φα ελάσσονα, με τον υπότιτλο "Οι τέσσερις Εποχές" ολοκληρωμένη το 1901, αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα της πρώιμης αμερικανικής συμφωνικής δημιουργίας. Ενταγμένο αισθητικά στον ρομαντισμό και βαθιά εμποτισμένο από ευρωπαϊκές επιρροές, το έργο αυτό δεν επιδιώκει να καταγράψει μουσικά τη φύση με περιγραφική ή ηχομιμητική διάθεση, αλλά να μεταφράσει τις εποχές σε εσωτερικές καταστάσεις, σε ψυχολογικά και ποιητικά τοπία.
Henry Hadley
Η συμφωνία αναπτύσσεται σε τέσσερα μέρη, καθένα αφιερωμένο σε μία εποχή, ακολουθώντας μια δραματουργική καμπύλη που ξεκινά από τον σκοτεινό, βαρύ Χειμώνα, όπου η πυκνή ενορχήστρωση και η ένταση δημιουργούν την αίσθηση πάλης και υπόγειας αγωνίας, και περνά στην Άνοιξη με λυρική διαφάνεια και ανάσα αναγέννησης. Το Καλοκαίρι εμφανίζεται εξωστρεφές και θερμό, με πλούσιες μελωδίες και ρομαντική πληρότητα, στην οποία ωστόσο υποβόσκει μια λεπτή μελαγχολία, ενώ το Φθινόπωρο, στοχαστικό και ώριμο, οδηγεί τη συμφωνία σε ένα φινάλε που συνδυάζει μεγαλοπρέπεια και εσωτερική συμφιλίωση. Η γραφή του Χάντλεϋ δίνει έμφαση στη μελωδία και στο συμφωνικό βάθος, με πλούσια ορχηστρική παλέτα που φανερώνει συγγένειες με τον Μπραμς, τον Τσαϊκόφσκι και τον Ρίχαρντ Στράους, αποφεύγοντας τον πειραματισμό και τα έντονα λαϊκά ή εθνικά στοιχεία. Μοιάζει περισσότερο με μια συνειδητή δήλωση ότι η αμερικανική μουσική μπορεί να σταθεί ισότιμα στο ευρωπαϊκό συμφωνικό πεδίο.
Ο τίτλος The Four Seasonsαναπόφευκτα προκαλεί συγκρίσεις με άλλα ομώνυμα έργα της μουσικής ιστορίας, ωστόσο ο αμερικανός συνθέτης κινείται σε εντελώς διαφορετικό αισθητικό ορίζοντα:
Σε αντίθεση με τον Βιβάλντι, όπου η φύση λειτουργεί ως θεατρικό σκηνικό γεμάτο απτά ηχητικά σύμβολα, εδώ οι εποχές δεν ακούγονται αλλά βιώνονται ως διαθέσεις.
Μακριά επίσης από τον αφηγηματικό και ηθικοπλαστικό χαρακτήρα των Εποχών του Χάιντν, η συμφωνία του Hadley δεν διδάσκει ούτε σχολιάζει τον ανθρώπινο κύκλο ζωής, αλλά παραμένει καθαρά συμφωνική και εσωτερική.
Με τον Τσαϊκόφσκι και τις "Εποχές" του μοιράζεται τον ρομαντικό πυρήνα και τη συναισθηματική ευαισθησία, αν και εκεί όπου ο Ρώσος συνθέτης εξομολογείται μέσα από μικρές, προσωπικές στιγμές, ο Hadley σκέφτεται αρχιτεκτονικά, σε μεγάλη φόρμα.
Απέχει επίσης από τη θεατρική και εικονογραφική διάθεση του Γκλαζούνοφ και ακόμη περισσότερο
από τη σύγχρονη, αστική και αποδομητική προσέγγιση του Πιατσόλα, όπου η φύση παραχωρεί τη θέση της στην πόλη.
Έτσι, η Δεύτερη Συμφωνία του Χένρι Χάντλεϋ καταλαμβάνει έναν ιδιότυπο ενδιάμεσο χώρο μέσα στην παράδοση των "Τεσσάρων Εποχών". Δεν επιδιώκει τη δημοφιλία ούτε τον εντυπωσιασμό, αλλά προτείνει μια ρομαντική συμφωνική ενδοσκόπηση πάνω στον χρόνο και τη διαρκή εναλλαγή του. Πρόκειται για ένα έργο που μιλά χαμηλόφωνα, με συνοχή και βάθος και παραμένει ιστορικά και αισθητικά σημαντικό ως μαρτυρία της ωρίμανσης της αμερικανικής συμφωνικής σκέψης στις αρχές του 20ού αιώνα...
Thomas Doughty: "Χειμώνας στη Μασαχουσέτη"
Ο Χένρι Χάντλεϋ γεννήθηκε σαν σήμερα, 20 Δεκεμβρίου 1871, στη Μασαχουσέτη, μέσα σε ένα κατεξοχήν μουσικό περιβάλλον. Ο πατέρας του, από τον οποίο έλαβε τα πρώτα του μαθήματα βιολιού και πιάνου, ήταν καθηγητής μουσικής, η μητέρα του είχε ενεργή σχέση με την εκκλησιαστική μουσική, ενώ ο αδελφός του ακολούθησε μια επιτυχημένη σταδιοδρομία ως επαγγελματίας τσελίστας. Στο σπίτι των Χάντλεϊ, τα δύο αδέλφια έπαιζαν συστηματικά κουαρτέτα εγχόρδων, καλλιεργώντας ένα υψηλού επιπέδου μουσικό κλίμα που υπήρξε καθοριστικό για τη μετέπειτα πορεία του συνθέτη. Πράγματι, η εξέλιξή του υπήρξε εντυπωσιακή, ως συνθέτης, μαέστρος και δάσκαλος. Αναδείχθηκε σε μία από τις κεντρικές μορφές της αμερικανικής συμφωνικής μουσικής και για πολλούς, στον σημαντικότερο Αμερικανό συμφωνιστή της γενιάς του.
Σήμερα, ημέρα της επετείου των γενεθλίων του και επίσημης εισόδου στο χειμώνα, ακούμε το πρώτο μέρος, "Χειμώνας" από τη Δεύτερη Συμφωνία του, The Four Seasons. Το μέρος αυτό θέτει τον δραματικό άξονα ολόκληρου του έργου. Η βαριά ενορχήστρωση, οι έντονες δυναμικές αντιθέσεις και η συμπαγής συμφωνική γραφή δημιουργούν μια αίσθηση εσωτερικής πάλης και σιωπηλής έντασης. Η πλούσια ορχηστρική παλέτα μαρτυρά επιρροές από Μπραμς, Τσαϊκόφσκι και Ρίχαρντ Στράους, αποκαλύπτοντας τον ρομαντικό πυρήνα της μουσικής και την ικανότητα του Χάντλεϊ να συνδυάζει δραματικότητα με λυρική εκφραστικότητα. Κάθε όργανο συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση ενός μουσικού τοπίου, όπου ο χειμώνας βιώνεται ως εσωτερική κατάσταση, με αισθήματα συγκρούσεων και βαθιάς περισυλλογής.
Henry Hadley: "Symphony No. 2, Op. 30 "The Four Seasons": I. Winter":
Οι ημέρες των Χριστουγέννων αποτελούν μια ιδιαίτερη εορταστική περίοδο, γεμάτη τελετουργίες που σηματοδοτούν το πέρασμα από το σκοτάδι στο φως και από το παλιό στο νέο. Σε αυτό το μεταίχμιο του χρόνου εντάσσεται η "Κολέντα", έθιμο των σλαβικών φύλων, που δεν είναι απλώς χριστουγεννιάτικη συνήθεια, αλλά ο παλαιός χρόνος που συνεχίζει να αναπνέει μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Η ονομασία της περιγράφει μια ιερής διάρκειας εποχή, από τη γέννηση του φωτός στα Χριστούγεννα έως τη φανέρωσή του στα Θεοφάνεια, ανάμεσα στο χειμερινό ηλιοστάσιο και την αναγέννηση του ήλιου, τότε που το σκοτάδι υποχωρεί και η ζωή ξαναγεννιέται.
Στις σλαβικές κοινότητες, ομάδες παιδιών και εφήβων περιδιάβαιναν τα χωριά και τις πόλεις, περνώντας τα κατώφλια των σπιτιών με τραγούδια και ευχές. Σκόρπιζαν σιτηρά -σύμβολα αφθονίας και τύχης- ενώ η ανταπόδοση -γλυκά, καρποί, κέρματα- δεν ήταν φιλοδώρημα αλλά μέρος μιας άγραφης συμφωνίας με τον χρόνο.
Το όνομα φέρει μακρά διαδρομή, από τις ρωμαϊκές Καλένδες, γιορτές νέας αρχής γεμάτες ευχές και δώρα, ταξίδεψε στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, μεταμορφώθηκε σε kolenda, koleda, koliada και ρίζωσε σε τοπικά έθιμα που ήδη τιμούσαν τον κύκλο του ήλιου. Από την ίδια ρίζα γεννήθηκε και η ελληνική λέξη "κάλαντα".
"Koleda", Μ. Γκερμάσεφ
Όταν ο Χριστιανισμός ενσωμάτωσε αυτά τα παλιά στρώματα πίστης, η αναγέννηση του Ήλιου έγινε Γέννηση του Χριστού, το φως ταυτίστηκε με τη θεία παρουσία, και οι ευχές για σοδειά μετατράπηκαν σε ευλογίες για το σπίτι και την οικογένεια. Παρά τις αλλαγές, η μνήμη της αρχαίας τελετουργίας παραμένει ζωντανή στον ρυθμό των τραγουδιών και στην περιήγηση από πόρτα σε πόρτα.Η Κολέντα στέκει σαν γέφυρα ανάμεσα σε κόσμους...στις ρωμαϊκές Καλένδες και τα ελληνικά κάλαντα, στη λατρεία του ήλιου και στη χριστιανική γιορτή, στον αγροτικό χρόνο και τη σύγχρονη παράδοση. Είναι υπενθύμιση ότι οι άνθρωποι, όσο κι αν αλλάζουν θεούς και λέξεις, συνεχίζουν να τραγουδούν τον ίδιο βαθύ πόθο...να ξανάρθει το φως, να καρπίσει η ζωή, να ξεκινήσει ο χρόνος από την αρχή.
Από το πνεύμα της Κολέντα, του τελετουργικού με τα νυχτερινά τραγούδια ευλογίας που ψάλλονται τις μέρες των Χριστουγέννων, γεννήθηκε η ομώνυμη σύνθεση του Βούλγαρου Dimitar Nenov, "KOLEDA", γραμμένη το 1937. Το έργο, που ακολουθεί τη δομή του ορατορίου για σολίστες, χορωδία και ορχήστρα, δεν αναπαριστά απλώς το έθιμο, αλλά το μετασχηματίζει σε βαθιά μνήμη και αρχέγονη εμπειρία, εκεί όπου ο άνθρωπος, μέσα στο σκοτάδι του χειμώνα, επικαλείται την επιστροφή του φωτός. Στο ορατοριακό αυτό πλαίσιο, ορχήστρα, σολίστες και χορωδία λειτουργούν ως ενιαία κοινότητα που τελεί μια ιερή πράξη, ο ήχος αποκτά μυσταγωγικό χαρακτήρα και ο χρόνος μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Με μια γλώσσα μοντέρνα αλλά βαθιά ριζωμένη στη βουλγαρική παράδοση, ο Νένοφ μετασχηματίζει τα λαϊκά μοτίβα, χρησιμοποιώντας τροπικές μελωδίες, ασύμμετρους ρυθμούς και πυκνές αρμονίες, διαμορφώνοντας ένα σκοτεινό και εσωστρεφές ηχητικό τοπίο, μέσα στο οποίο το φως αναδύεται αργά, ως υπόσχεση.
"Koleda", Ivan Goryushkin
Στην σύνθεση του Νένοφ, το χριστουγεννιάτικο στοιχείο συνυπάρχει με τις προχριστιανικές του ρίζες, τη λατρεία του ήλιου, την αγωνία και την ελπίδα του χειμερινού ηλιοστασίου, την ανάγκη του ανθρώπου να ξορκίσει το σκοτάδι με το τραγούδι. Έτσι, το έργο γίνεται γέφυρα ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο, στο λαϊκό τελετουργικό και τη λόγια μουσική του 20ού αιώνα.
Η "Koleda" του Dimitar Nenov είναι τελετουργική μουσική μνήμης. Δεν αναπαριστά το έθιμο, το ενσαρκώνει και καλεί τον ακροατή σε μια συλλογική εμπειρία, όπου το τραγούδι γίνεται ευχή και η ευχή ήχος, μια σιωπηλή, επίμονη επίκληση για την επιστροφή του φωτός.