Translate

fb

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

"Lux Aeterna": Διάλογοι του Μότσαρτ και του Βέρντι με το Αιώνιο Φως...




Συμβολική η σημερινή ημερομηνία για την ιστορία της μουσικής. 

27η Ιανουαρίου είναι η μέρα που γεννήθηκε ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και η μέρα που σίγησε η φωνή του Τζουζέπε Βέρντι. Σαν να κλείνει και να ανοίγει την ίδια στιγμή ένας μεγάλος κύκλος.
Δύο συνθέτες που δεν συναντήθηκαν ποτέ στον χρόνο, αλλά συνομιλούν αδιάκοπα μέσα από την ουσία της μουσικής τους. Μια αόρατη γέφυρα ανάμεσα σε δύο κορυφές, που ανήκουν σε διαφορετικές εποχές αλλά υπηρετούν τον ίδιο, βαθύ σκοπό...τη μουσική ως φορέα αλήθειας.

Ο Μότσαρτ, τέκνο του Διαφωτισμού, εμπιστεύτηκε τη λογική, την ισορροπία και την εσωτερική αρμονία του ανθρώπου. Ακόμη και στα πιο σκοτεινά του έργα, η μουσική του διατηρεί μια διαύγεια σχεδόν υπερβατική, σαν να αναζητά το θείο μέσα από την ανθρώπινη ευαισθησία.
Ο Βέρντι, αντίθετα, σμιλεύεται από την Ιστορία. Το Ρισορτζιμέντο, το πολιτικό πάθος, την ανάγκη για φωνή και ταυτότητα. Η μουσική του δεν αρκείται στο να φωτίζει. Διεκδικεί, συγκλονίζει, συγκρούεται.

Η ουσιαστικότερη συνομιλία τους, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην όπερα, αλλά στα Ρέκβιεμ τους.

Ι. Η "Messa da Requiem" του Βέρντι είναι μεγαλοπρεπής και εκρηκτική, με σαφείς αναφορές στον οπερατικό τύπο που ο ίδιος ανέδειξε μοναδικά. Η θεατρικότητά της είναι τόσο έντονη, ώστε ακόμη και ο πιο ανίδεος ακροατής τη διαισθάνεται αμέσως. Δεν είναι τυχαίο ότι ο φον Μπύλοβ τη χαρακτήρισε επικριτικά ως "όπερα που φορά εκκλησιαστικό ράσο". Ο Μπραμς, όμως, έσπευσε να τον αντικρούσει, επισημαίνοντας το σφάλμα αυτής της κρίσης και προσθέτοντας πως "μόνο μια ιδιοφυία θα μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο έργο"...

Πράγματι, ο κατεξοχήν συνθέτης της όπερας δεν στηρίζεται εδώ τόσο στο θρησκευτικό συναίσθημα, όσο στην απόδοση της δραματικότητας. Το Ρέκβιεμ του Βέρντι είναι ένα εγκώμιο στον θάνατο. Όμως δεν τον παρουσιάζει σαν τέλος, αλλά σαν αναγκαία συνθήκη της ζωής. Είναι ο ανθρώπινος φόβος που υψώνει φωνή, που απαιτεί απάντηση από το άγνωστο.

Η μεγαλόπνοη αυτή "Λειτουργία εις κεκοιμημένους" γράφτηκε το 1874, για την πρώτη επέτειο θανάτου του Αλεσάντρο Μαντσόνι, του συγγραφέα που ο Βέρντι εκτιμούσε βαθύτατα για το πνεύμα και πρωτίστως την ανθρωπιά του. Ο ίδιος ο συνθέτης διηύθυνε την πρεμιέρα, καθοδηγώντας ορχήστρα, χορωδία και σολίστες από το πόντιουμ.
Η ιδέα μιας νεκρώσιμης ακολουθίας, ωστόσο, είχε γεννηθεί μέσα του ήδη μια δεκαετία νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της επιδημίας χολέρας που σάρωσε την Ιταλία, καθώς και με αφορμή το ανεκπλήρωτο σχέδιο για το μνημόσυνο του Ροσίνι. Την οριστική απόφαση την πήρε στο νεκροταφείο, στην κηδεία του Μαντσόνι, ομολογώντας πως το έργο αυτό ήταν "αναγκαιότητα της ψυχής και ροπή της καρδιάς"


ΙΙ. 
Απέναντι σε αυτή τη θύελλα, το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ στέκει αλλιώς. Μεταφυσικό, σκοτεινό, εσωτερικό, μοιάζει περισσότερο με προσευχή παρά με κραυγή. Γραμμένο στη ρε ελάσσονα, με ηχοχρώματα βαριά και θαμπά, αντλεί από την παλαιά εκκλησιαστική παράδοση και την αυστηρή αντίστιξη, ως συνειδητό μέσο πνευματικού βάρους και εσωτερικής έκφρασης.
Η φούγκα του "Kyrie", η εσωτερική ένταση του "Dies irae", η εύθραυστη ανάσα του "Lacrimosa" δεν επιδιώκουν τον εντυπωσιασμό, αναπνέουν αγωνία, φόβο, αλλά και μια παράδοξη γαλήνη. Είναι η φωνή ενός ανθρώπου που στέκεται μόνος απέναντι στον Θεό, με ταπεινότητα και τρόμο.

Γραμμένο μέσα στη σκιά του ίδιου του θανάτου του, ανολοκλήρωτο και τυλιγμένο σε μύθους, το "Ρέκβιεμ" του Μότσαρτ γίνεται προσωπική εξομολόγηση. Δεν μιλά για την ανθρωπότητα συνολικά, μιλά για την ψυχή. Για τη στιγμή που η μουσική παύει να είναι τέχνη και γίνεται υπαρξιακή ανάγκη.
Έτσι, λέγεται συχνά και όχι άδικα: "ο Μότσαρτ γράφει για τον Θεό..., ο Βέρντι γράφει για τον άνθρωπο που στέκεται μπροστά Του".

Διαφορετικές εποχές και διαφορετικές φωνές συναντώνται σε ένα κοινό, σκοτεινό κέντρο, τη μουσική σαν αποκάλυψη της μοίρας. Σαν αναπόδραστη αλήθεια, γεννημένη μέσα από τον ίσκιο και τη σιωπή. Η 27η Ιανουαρίου δεν υψώνεται σα σύνορο ανάμεσα σε μια γέννηση και έναν θάνατο, αλλά σα νυχτερινό κατώφλι, όπου το θείο και το ανθρώπινο ανταλλάσσουν ψιθύρους...όπου ο χρόνος σκύβει για να αφουγκραστεί τη μουσική της αιωνιότητας....

Θα ακούσουμε το μέρος Lux aeterna - Aιώνιο Φως" και από τα δύο Ρέκβιεμ, ένα τμήμα όπου η μουσική γίνεται προσευχή και στοχασμός για την αιωνιότητα.


"Lux aeterna"

"Είθε αιώνιο φως να τους φωτίζει, Κύριε,
μαζί με τους Αγίους στην αιωνιότητα,
Ελεήμονα Θεέ.
Αιώνια ανάπαυση δώσε τους, Κύριε
και είθε αέναο φως να τους φωτίζει,
μαζί με τους Αγίους στην αιωνιότητα,
Ελεήμονα Θεέ"

Στο Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, η προσευχή αποκτά μορφή εσωτερικής κατάνυξης. Η μουσική αναδεικνύει την ψυχολογική διάσταση της πίστης, η ψυχή εκτείνεται προς το θείο σε μια αέναη αναζήτηση λύτρωσης και γαλήνης.
Στο Ρέκβιεμ του Βέρντι, η ίδια ευχή μετασχηματίζεται σε συλλογική έκφραση έντονης θεατρικότητας. Η μουσική αναδεικνύει τον ανθρώπινο φόβο, την αγωνία και την επιθυμία για λύτρωση, τοποθετώντας τον άνθρωπο σε δραματική σχέση με το υπερβατικό.
Και στα δύο έργα, το Lux aeterna λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στη θνητή ζωή και την αιώνια διάσταση. Η προσευχή, είτε εσωτερική είτε συλλογική, καθιστά την μουσική μέσο θείας και ανθρώπινης επικοινωνίας, όπου η σιωπή και το φως συναντιούνται στην αιωνιότητα.

Mozart: "Requiem, Lux aeterna"
Διευθύνει ο Herbert von Karajan 


Verdi: "Requiem, Lux aeterna"
Διευθύνει ο Herbert von Karajan 





Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Robert Burns: Η φωνή του φυσά απ' ανατολή σε δύση...

 

Σαν σήμερα, στις 25 Ιανουαρίου του 1759, γεννήθηκε στη σκωτσέζικη γη ένας ποιητής που έγραψε για να "στολιστεί η γλώσσα του λαού του". 
Ο Ρόμπερτ Μπερνς, παιδί αγροτικής οικογένειας, γνώρισε από νωρίς τη στέρηση και τη σκληρότητα της ζωής· γι’ αυτό και τα πρώτα του ποιήματα δεν γράφτηκαν από φιλοδοξία, αλλά από ανάγκη, για να στηρίξουν οικονομικά τους δικούς του. Έμεινε πιστός στη σκωτσέζικη ντοπιολαλιά, σ’ εκείνη τη γλώσσα που μιλιέται χαμηλόφωνα στα χωράφια και στις ταβέρνες κι όμως μπορεί να χωρέσει τον έρωτα, τη μελαγχολία και την εξέγερση.
Με τη γραφή του ύμνησε τη λαϊκή σκωτσέζικη ψυχή, εκείνη που φτεροκοπά για ελευθερία, για αξιοπρέπεια, για τρυφερότητα. Δεν είναι τυχαίο πως στη Σκωτία τιμάται παντού, με μνημεία, προτομές, πορτρέτα, ούτε πως δικαίως τον αποκαλούν "Βάρδο της Καληδονίας".

"Φυσά ο άνεμος απ’ ανατολή ως δύση
κι η χιονοθύελλα σαρώνει αλύπητα
Τόσο δυνατά και σπαρακτικά ακούω τον παφλασμό
 σίγουρα ο χειμώνας έφτασε στη γη μας! 

 Πρωί νωρίς δεν με καλεί,
το ξύπνημα απ’ το χάραμα
όταν οι λόφοι σκεπασμένοι απ’ το χιόνι,
σίγουρα ο χειμώνας έφτασε στη γη μας. 

 Τα πουλιά τσιριζουνε στ' αγκάθι καθισμένα,
 όλη μέρα τρέφονται πενιχρά
Και τόσο μακρύς ο δρόμος από βράδυ ως αυγή,
σίγουρα ο χειμώνας έφτασε στη γη μας"

(R. Burns: "Cauld blaws the wind frae east to west - Φυσά ο άνεμος απ’ ανατολή ως δύση"
(Απόδοση δική μου)


Στο παραπάνω ποίημα του Μπερνς η παρουσία του χειμώνα στη φύση είναι τόσο ζωντανή! Αισθητή, όμως, γίνεται και στη ζωή, μέσα από την έντονη παγερή ατμόσφαιρα, το χιόνι, τα πουλιά και την αίσθηση της μακρόχρονης νύχτας, που προκαλεί στον παρατηρητή αργή, συλλογιστική και συναισθηματική ανταπόκριση.

Σήμερα, με "τον άνεμο να φυσά απ' ανατολή σε δύση" πάνω από τους σκωτσέζικους λόφους, μοιάζει να γεννιέται ξανά η φωνή του Ρόμπερτ Μπερνς, μια φωνή που δεν ανήκει μόνο στην ποίηση, αλλά και στο τραγούδι, στη συλλογική μνήμη, στην ανάσα του λαού. 
Το "Cauld blaws the wind frae east to west" στέκει χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διπλής καταγωγής. Oι στίχοι του είναι δικοί του, γραμμένοι γύρω στο 1792, μα η μελωδία προϋπήρχε, λαϊκή, ανώνυμη, φθαρμένη από τον χρόνο και τη χρήση.
Εκεί, σ’ αυτή τη συνάντηση, ο Μπερνς κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα απ’ όλους. Συλλέγει τις παλιές μουσικές, τις διασώζει από τη λήθη και τους χαρίζει λόγο ποιητικό, καθαρό, ανθρώπινο.  Λαϊκή μελωδία και υψηλή ποίηση δεν αντιμάχονται... συμπορεύονται κι έτσι το τραγούδι γίνεται ταυτόχρονα κτήμα του λαού και έργο λογοτεχνίας.

Αυτή η διττή του φύση εξηγεί και τη μακρά μουσική του ζωή:

Ι. Όταν ο Γιόζεφ Χάυντν προσεγγίζει το τραγούδι, δεν το ξαναγράφει, το αφουγκράζεται. Διατηρεί τη βασική μελωδική γραμμή, ώστε να μην χαθεί ο λαϊκός παλμός, και γύρω της υφαίνει μια διακριτική, κλασική αρμονία, χαρίζοντάς της έτσι λογοτεχνική υπόσταση.
Στη συλλογή με τα "Σκωτσέζικα και Ουαλικά Τραγούδια", που συνέθεσε κατόπιν παραγγελίας του εκδότη του*, το τραγούδι του Μπερνς λειτουργεί σαν γέφυρα από τη σκωτσέζικη γη στα σαλόνια της ευρωπαϊκής μουσικής, χωρίς ωστόσο να προδώσει την απλότητά του.

* Την εποχή εκείνη ήταν σύνηθες οι συνθέτες να διασκευάζουν λαϊκά τραγούδια, εργασία για την οποία αμείβονταν με υψηλή αμοιβή.


Josef Haydn: "Up in the Morning Early / Robert Burns":



ΙΙ.Λίγο αργότερα στον χρόνο, η σκωτσέζα συνθέτις, Thea Musgrave παίρνει τους ίδιους στίχους του Μπερνς και τους μεταφέρει σε έναν εντελώς άλλο μουσικό κόσμο με το έργο της "A Winter’s Morning".
Εδώ δεν υπάρχει λαϊκή μελωδία, ούτε η οικειότητα που συνόδευε τις παραδοσιακές διασκευές. Αντίθετα, η μουσική υφαίνεται με σύγχρονη, αιχμηρή γλώσσα, όπου η φωνή τραγουδά αναδεικνύοντας την ένταση και την πολυπλοκότητα του ποιητικού λόγου. Η μουσική κλυδωνίζεται σε ένα εκτεταμένο φάσμα δυναμικής με μία αίσθηση συνεχούς αναμονής.

Ο Μπερνς της Θία Μασγκρέιβ δεν είναι ο "ήπιος" εθνικός ποιητής της Σκωτίας, αλλά μια ανήσυχη, ζωντανή συνείδηση που αντέχει τη σύγκρουση και τον χρόνο. Η σύνθεσή της αποκαλύπτει τη βαθιά γνώση της τέχνης να κατασκευάζει υφές, δεξιότητα που όπως φαίνεται, καλλιεργήθηκε από την απαιτητική δασκάλα της, Nάντια Μπουλανζέ.


Thea Musgrave: "A Winter's morning / Robert Burns":



Αγαπητοί φίλοι, μέσα απ' αυτές τις τόσο διαφορετικές μουσικές αναγνώσεις του ίδιου ποιήματος αποκαλύπτεται το βαθύτερο μυστικό του Ρόμπερτ Μπερνς: το ίδιο έργο μπορεί να υπάρξει τόσο ως λαϊκό τραγούδι του 18ου αιώνα όσο και ως σύγχρονη σύνθεση. Μπορεί να περιγράφει και να παρηγορεί, να ψιθυρίζει και να κραυγάζει.
Ο Μπερνς δεν περιορίζεται σε ένα ύφος ή σε μία εποχή, ανήκει σε όλες, όπως ο "άνεμος που φυσά απ' ανατολή σε δύση", επαναφέροντας πάντα τη φωνή του μέσα μας.


Στο μπλογκ υπάρχουν πολλά κείμενα για τον Ρόμπερτ Μπερνς. Περιηγηθείτε!




Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Εντουάρ Μανέ: "Χορός Μεταμφιεσμένων στην Όπερα", σκιές μοναξιάς πίσω απ' τη μάσκα...

 

Eduard Manet: "Le Bal masqué à l’Opéra", 1873



Ο Γάλλος ζωγράφος Εντουάρ Μανέ συνδέθηκε με τον ιμπρεσιονισμό και θεωρείται θεμελιωτής της μοντέρνας ζωγραφικής. Γνωστός για την πρωτοποριακή του ματιά και τη τολμηρή χρήση του φωτός και του χρώματος, απεικόνισε σκηνές της σύγχρονης ζωής στο Παρίσι, από κοσμικά σαλόνια μέχρι καθημερινές στιγμές της πόλης, συχνά προκαλώντας τις ακαδημαϊκές παραδόσεις. Το έργο του συνδυάζει στενά την κοινωνική παρατήρηση με την καλλιτεχνική καινοτομία, καθιστώντας τον σημείο αναφοράς στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης.
Eduard Manet, selfportrait
Σήμερα, στην επέτειο των γενεθλίων του (
23 Ιανουαρίου 1832), τιμούμε τη συμβολή του στην κατανόηση της αστικής ζωής του 19ου αιώνα μέσα από την οπτική του και την εικονογραφική του ευαισθησία.

Στο Παρίσι του 19ου αιώνα, η Opéra de Paris δεν ήταν μόνο μουσικό θέατρο, αλλά και κέντρο κοινωνικής ζωής. Την περίοδο της Αποκριάς διοργανώνονταν Χοροί Μεταμφιεσμένων, όπου συναντιούνταν άτομα από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Η μεταμφίεση, τους έδινε την ανωνυμία που τους επέτρεπε να αλληλεπιδρούν πιο ελεύθερα. Η Οπερα με αυτους τους χορούς μετατρεπόταν σε χώρο κοινωνικής επίδειξης και γνωριμιών, αλλά και σε χώρο αμφιλεγόμενης φήμης, συνδεδεμένο με φλερτ και κοινωνικά "παιχνίδια". Ο Εντουάρ Μανέ, ωστόσο, δεν παρουσιάζει τους χορούς σαν λαμπερό θέαμα, αλλά σαν σκηνή μαζικότητας και αποξένωσης, μετατρέποντας το κοινωνικό γεγονός σε κριτικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη αστική διασκέδαση.



Manet: "Le Bal masqué à l’Opéra", λεπτομέρεια
Ο πίνακας του "Χορός Μεταμφιεσμένων στην Όπερα - Le Bal masqué à l’Opéra", που φιλοτέχνησε το 1873, απεικονίζει έναν αποκριάτικο χορό στην Όπερα του Παρισιού, με κυρίαρχη μια ομάδα μαυροφορεμένων ανδρών. Εικοσιτρείς κύριοι φορούν ψηλά καπέλα, σχεδόν όλοι ντυμένοι όμοια με μαύρα κοστούμια, ενώ οι γυναίκες είναι λιγοστές και λιγότερο τονισμένες . Πέντε από αυτές φορούν μάσκες, δύο εμφανίζονται με ακάλυπτο το πρόσωπο(προφανώς εταίρες) και υπάρχει ακόμη ένας κλόουν ντυμένος με την πολύχρωμη φορεσιά του.
Οι μορφές δεν ξεχωρίζουν σαν άτομα, αλλά χάνονται μέσα στο πλήθος, γεγονός που έχει ερμηνευτεί ως σχόλιο στη μαζικότητα και την απρόσωπη κοινωνική ζωή, καθώς και στις τυπικές και αποστασιοποιημένες σχέσεις ανάμεσα στα φύλα της εποχής.
Παρότι πρόκειται για σκηνή γιορτής, η ατμόσφαιρα παραμένει ψυχρή.
Manet: "Le Bal masqué à l’Opéra", λεπτομέρεια
Οι μορφές δεν εκφράζουν συναισθήματα και ο θεατής δεν αισθάνεται συμμέτοχος, αλλά παρατηρητής. Ο Μανέ δεν ενδιαφέρεται για την αφήγηση ή τις λεπτομέρειες, αλλά για την εντύπωση της στιγμής και την καταγραφή της σύγχρονης ζωής, χρησιμοποιώντας ελεύθερο πινέλο, επίπεδες χρωματικές επιφάνειες και περιορισμένη προοπτική. Με δυο λόγια, ο πίνακας δεν ζωγραφίζει τη χαρά του χορού, αλλά τη μοναξιά μέσα στο πλήθος, αποκαλύπτοντας την αστική πραγματικότητα πίσω από την επιφανειακή κοσμική διασκέδαση.



Αυτή η οπτική προσέγγιση βρίσκει ενδιαφέρουσα αντιστοιχία και στη μουσική.
Ο "Χορός Μεταμφιεσμένων στην Όπερα" του Μανέ μπορεί να συσχετιστεί με το δεύτερο μέρος της "Φανταστικής Συμφωνίας" του Εκτόρ Μπερλιόζ: "Un bal".

Εικονογράφηση του "Un bal" από
τη "Φανταστική Συμφωνία" του Μπερλιόζ

Και τα δύο έργα παρουσιάζουν τον κοσμικό χορό σαν θέαμα, πίσω από την επιφάνεια του οποίου αποκαλύπτεται η αποξένωση και η ψυχολογική ένταση της σύγχρονης αστικής ζωής. Στο Παρίσι του 19ου αιώνα, τόσο η ζωγραφική όσο και η μουσική δεν χρησιμοποιούν το Χορό σαν γιορτή, αλλά σαν σκηνικό ψυχολογικής απόστασης.

Στην εισαγωγή του Un bal, ακούγεται ένα μυστηριώδες βαλς που δημιουργεί αίσθηση αναμονής. Δύο άρπες κυριαρχούν σε ένα ήσυχο, σχεδόν ονειρικό πέρασμα, πριν εμφανιστεί το κύριο θέμα, το οποίο προέρχεται από την idée fixe και έχει μεταμορφωθεί ώστε να αποτυπώνει την ένταση της στιγμής. Η μελωδία επαναλαμβάνεται σε κύκλους, δίνοντας την αίσθηση αδιάκοπης κίνησης χωρίς σαφή προορισμό. Οι εναλλαγές στην αρμονία, οι ξαφνικές μεταπτώσεις στη δυναμική και τα ασυνήθιστα ηχοχρώματα δημιουργούν έντονη αίσθηση πίεσης και ψυχολογικής έντασης. Η ορχήστρα, με τα έγχορδα και πνευστά να μπλέκονται ματαξύ τους, λειτουργεί σαν κοινωνικό σκηνικό. Οπως τα πλήθη στον πίνακα του Μανέ, η μουσική δείχνει τη μοναξιά του ατόμου μέσα στο πλήθος, μετατρέποντας τη λαμπερή επιφάνεια του χορού σε έκφραση εσωτερικής αναταραχής και αποξένωσης...
Έτσι, ζωγραφική και μουσική μετατρέπουν τη γιορτή σε καθρέφτη της αποξενωμένης κοινωνίας...

Berlioz: "Symphony Fantastique, ΙΙ. Un Bal"
(
Διευθύνει ο Leonard Bernstein")


Για τον Εντουάρ Μανέ υπάρχουν πολλά κείμενα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ένα ποίημα του Μπάυρον στις παρτιτούρες των αδερφών Μέντελσον...



Ο Λόρδος Μπάυρον, γεννημένος στο Λονδίνο στις 22 Ιανουαρίου 1788, δεν υπήρξε απλώς ένας κορυφαίος ποιητής του Ρομαντισμού, αλλά ένα μοναδικό φαινόμενο.
Η ζωή, το έργο και ο θάνατός του πλέχτηκαν, δημιουργώντας έναν μύθο που ξεπέρασε τα όρια της λογοτεχνίας και άσκησε βαθιά επίδραση στην ευρωπαϊκή συνείδηση. Ανήκοντας στη δεύτερη γενιά των Άγγλων ρομαντικών ποιητών, δίπλα στον Kητς και τον Σέλλεϋ, έμελλε να συνδέσει το όνομά του με την ελληνική εθνική υπόθεση, πεθαίνοντας το 1824.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε μια έντονα αντιφατική και συχνά σκανδαλώδης προσωπικότητα. Γοητευτικός, βαθιά καλλιεργημένος και ταυτόχρονα εκκεντρικός και άχαρος. Στα μάτια των συγχρόνων του φάνταζε ως ένας "έκπτωτος άγγελος", μια μορφή που προκαλούσε ταυτόχρονα θαυμασμό και αμηχανία.

Ο πρόωρος θάνατός του σφράγισε τη ρομαντική του μοίρα, ενώ η θυσία του για τα ιδανικά που διαπερνούσαν το έργο του προσέδωσε στον μύθο του ιδιαίτερο συμβολικό βάρος. Μετά θάνατον, η μορφή του μετατράπηκε σε εμβληματικό σύμβολο σκοτεινής γοητείας, όπου συνυπάρχουν ιδεαλισμός και απογοήτευση, ηρωισμός και δαιμονισμός. Έτσι, ο ίδιος ταυτίστηκε πλήρως με τον "βυρωνικό ήρωα" και παραμένει έως σήμερα ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους ποιητές, με έργο που εξακολουθεί να συγκινεί τους αναγνώστες.

 

Πολλοί συνθέτες του 19ου αιώνα, ανάμεσά τους ο Φραντς Λιστ και ο Ρόμπερτ Σούμαν, ανήκαν στη γενιά που επηρεάστηκε βαθιά από τη ζωή, το έργο και τον μύθο του Λόρδου Βύρωνα. Η έντονη προσωπικότητά του και το ποιητικό του σύμπαν αποτέλεσαν ισχυρή πηγή έμπνευσης για τη ρομαντική μουσική δημιουργία, η οποία αναζητούσε νέους τρόπους έκφρασης και συναισθηματικού βάθους.  
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η προσέγγιση του Βύρωνα από τα αδέλφια Mέντελσον, Φάννυ και Φέλιξ, που προέκυψε από μια προσεκτική ανάγνωση των βυρωνικών κειμένων και έναν βαθύ θαυμασμό για τις ποιητικές του αρετές. 
Για τους ρομαντικούς δημιουργούς, και ιδιαίτερα για τους Mέντελσον, η ποίηση όφειλε να πλησιάσει τη μουσική, την ύψιστη τέχνη της ρομαντικής ευαισθησίας και η έντονη μουσικότητα της βυρωνικής ποίησης καθιστά τη μελοποίησή της φυσική και αισθητικά αναπόφευκτη.

 

 
Εικονογράφηση για το ποίημα: "Stanzas for Music"
"
Δεν υπάρχει καμία από τις κόρες της Ομορφιάς
Με μια μαγεία σαν εσένα.
Και σαν μουσική στα νερά
Είναι η γλυκιά φωνή σου για μένα.

Όταν σαν να προκαλούσε ο ήχος της
ο γοητευτικός ωκεανός σταματά,
Τα κύματα είναι ακινητούν και αστράφτουν,
Και οι νανουρισμένοι άνεμοι φαίνονται να ονειρεύονται

Και το μεσάνυχτο φεγγάρι υφαίνει
τη φωτεινή της αλυσίδα στα βαθιά.
το στήθος ανασηκώνεται απαλά,
σαν βρέφος που κοιμάται

Έτσι το πνεύμα υποκλίνεται μπροστά σου,
Να σε ακούει και να σε λατρεύει.
Με γεμάτο αλλά απαλό συναίσθημα,
Σαν το φούσκωμα του καλοκαιρινού ωκεανού"


Το παραπάνω ποίημα του Λόρδου Μπάυρον, "There Be None of Beauty's Daughters" από "Stanzas for Music - Στίχοι για τη Μουσική", που υμνεί τη φωνή και τη μουσική ως δύναμη μαγευτική και υπερβατική, συγκίνησε βαθιά τα δύο αδέλφια Mέντελσον.

Φάννυ και Φέλιξ Μέντελσον
Τους συνεπήραν οι απαλές εικόνες της φύσης -η γαλήνη της θάλασσας, η σιωπή των ανέμων, το φως του φεγγαριού- όπου η μουσική εμφανίζεται ως εμπειρία που κατευνάζει και ανυψώνει την ψυχή.
Ο ήρεμος ρυθμός και η εσωτερική μουσικότητα του ποιήματος δημιουργούν μια αίσθηση λικνίσματος, σαν να νανουρίζεται ο αναγνώστης από την ίδια τη ροή του. Αν και μπορεί να διαβαστεί ως ερωτική προσφώνηση, η αμφισημία του τίτλου και των μεταφορών επιτρέπει μια βαθύτερη ερμηνεία...το ποίημα απευθύνεται εξίσου στην ίδια τη Μουσική. Έτσι, ο Μπάυρον συνδυάζει με ευφυή τρόπο δύο από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες απολαύσεις -την αγάπη και τη μουσική- δημιουργώντας έναν λυρικό κόσμο που προσφέρεται ιδανικά για μελοποίηση.

Κάπως έτσι θα ένιωσαν η Φάννυ και ο Φέλιξ Μέντελσον, οι οποίοι μετέφεραν στην μελωδία τους την απαλότητα, την τρυφερότητα, την εσωτερική μουσικότητα και λυρικη γοητεία των στίχων. Η μουσική τους αναδεικνύει τις δυναμικές αποχρώσεις και τις φραστικές προεκτάσεις του ποιήματος μετατρέποντας κάθε στροφή σε ζωντανή ακουστική εμπειρία.

I. Felix Mendelssohn: "Stanzas for Music / There Be None of Beauty's Daughters"



II. Fanny Mendelssohn: "Stanzas for Music / There Be None of Beauty's Daughters"


Για το Λόρδο Μπάυρον υπάρχουν πολλά κείμενα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!





Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

El Greco - Villa-Lobos: Ο "Άγιος Σεβαστιανός" ως πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης ...

"Μαρτύριο Αγίου Σεβαστιανού", Ελ Γκρέκο, Ιδ. Συλλογή 


Με αφορμή τη μνήμη του Αγίου Σεβαστιανού, που η Δυτική Εκκλησία τιμά στις 20 Ιανουαρίου , ενός από τους πιο εμβληματικούς μάρτυρες του χριστιανισμού, γεννάται η ανάγκη να προσεγγίσουμε το ιστορικό και αγιολογικό του πρόσωπο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ενέπνευσε την τεχνη. 

Ο Άγιος Σεβαστιανός έζησε στο Μεδιόλανο στα χρόνια των διωγμών του Διοκλητιανού και μαρτύρησε με εξαιρετική σκληρότητα, δεχόμενος καταιγισμό βελών στο γυμνό του σώμα. Σύμφωνα με την παράδοση, επέζησε αρχικά και θεραπεύθηκε από την Ειρήνη της Ρώμης, για να θανατωθεί λίγο αργότερα με ρόπαλα. Η μορφή του, συνδεδεμένη με την αντοχή, τη θυσία και την προστασία της κοινότητας, απέκτησε ιδιαίτερη σημασία στη δυτική λατρευτική και καλλιτεχνική παράδοση.

O μοντέρνος (σε σχήμα κόλουρου κώνου)
καθεδρικός του Ρίο Ντε Τζανέιρο,
αφιερωμένος στον Άγιο Σεβαστιανό
Στο πλαίσιο αυτό, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η "Missa São Sebastião" του Βραζιλιάνου Heitor Villa-Lobos, έργο που συνδέει το μαρτυρικό πρόσωπο του Αγίου με τη συλλογική ταυτότητα της πόλης του Ρίο ντε Τζανέιρο, της οποίας αποτελεί τον πολιούχο.
Η σχέση του Βίλλα-Λόμπος με τη θρησκεία υπήρξε σύνθετη, μη δογματική και βαθιά πολιτισμική. Δεν ήταν συστηματικά θρησκευόμενος ούτε συνδεδεμένος με εκκλησιαστική πρακτική ή θεολογικό στοχασμό. Διέθετε όμως έντονη πνευματική ευαισθησία και αντιλαμβανόταν τη θρησκεία κυρίως σαν  συλλογική εμπειρία και τελετουργία.
Villa-Lobos
Για τον ίδιο, το ιερό δεν πηγάζει τόσο από την προσωπική πίστη όσο από τη λαϊκή παράδοση, τη φύση και τη βιωματική συμμετοχή των ανθρώπων σε κοινές τελετουργικές πράξεις.

Μεγαλώνοντας σε μια Βραζιλία βαθιά διαποτισμένη από τον καθολικισμό, όπου η λειτουργία, οι λιτανείες και οι άγιοι προστάτες των πόλεων αποτελούσαν μέρος της καθημερινής ζωής, ο Villa-Lobos ενσωμάτωσε αυτά τα στοιχεία στη μουσική του ως πολιτισμικό υλικό. Χαρακτηριστικό της σκέψης του είναι ότι δεν διαχωρίζει αυστηρά το ιερό από το κοσμικό. Στα θρησκευτικά του έργα συνυπάρχουν λειτουργικά κείμενα με ρυθμούς και μελωδίες λαϊκής προέλευσης, ενώ η αίσθηση της ιερότητας αναδύεται κυρίως μέσα από τη συλλογική φωνή της χορωδίας. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά τη βραζιλιάνικη πραγματικότητα, όπου ο καθολικισμός συνυπάρχει οργανικά με αφροβραζιλιάνικες και λαϊκές παραδόσεις και η πίστη βιώνεται πρωτίστως σαν τελετουργική εμπειρία.

"Μαρτύριο Αγίου Σεβαστιανού", Ελ Γκρέκο, Πράδο
Καθοριστική αφορμή για τη σύνθεση της "Missa São Sebastião" υπήρξε η επαφη και μελέτη του συνθέτη, της Λειτουργίας του παπά Μαρκέλου, γεγονός που τον οδήγησε στη σύνθεση της δικής του a cappella Λειτουργίας. Το έργο γράφτηκε μεταξύ Δεκεμβρίου 1936 και Ιανουαρίου 1937 και φέρει -όπως αναφέρθηκε- το όνομα του πολιούχου του Ρίο ντε Τζανέιρο, Αγίου Σεβαστιανού.

Η Missa  αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της θρησκευτικής του δημιουργίας. Βασίζεται στο τυπικό της Καθολικής Λειτουργίας (Kyrie, Gloria, Credo, Sanctus, Benedictus, Agnus Dei) και προορίζεται για μικτή χορωδία a cappella, με δυνατότητα διακριτικής οργανικής στήριξης. Μουσικά, συνδυάζει τη λιτότητα και τη διαύγεια της παλαιάς πολυφωνίας με τροπικότητα, ρυθμικές ασυμμετρίες και επαναληπτικά μοτίβα που παραπέμπουν σε βραζιλιάνικες λαϊκές πρακτικές. Το ύφος παραμένει συγκρατημένο και εσωτερικό, συχνά μυστικιστικό, ιδίως στο Kyrie και στο Agnus Dei, όπου η χορωδιακή υφή ενισχύει την αίσθηση της συλλογικής προσευχής.

Η σημασία του έργου έγκειται στο ότι αποκαλύπτει με καθαρότητα τον τρόπο με τον οποίο ο Villa-Lobos κατόρθωσε να "εκβραζιλιανίσει" τη δυτική λειτουργική φόρμα χωρίς να αποδυναμώσει τον πνευματικό της χαρακτήρα. Η εκφραστική απλότητα και η έντονη πνευματική του φόρτιση το καθιστούν διαχρονικά επίκαιρο και ιδιαίτερα αγαπητό στο χορωδιακό ρεπερτόριο.


"Μαρτύριο Αγίου Σεβαστιανού", Ελ Γκρέκο,
Καθεδρικός Παλένθια Ισπανί
α
* Το άρθρο συνοδεύεται από εικαστικά έργα του Ελ Γκρέκο, καθώς ο ζωγράφος φιλοτέχνησε τον Άγιο Σεβαστιανό αρκετές φορές. Η επανάληψη του ίδιου θέματος δεν ήταν ασυνήθιστη για την εποχή του.Ο Άγιος Σεβαστιανός αποτελούσε ιδιαίτερα δημοφιλές θέμα τον 16ο αιώνα, καθώς θεωρούνταν προστάτης από την πανούκλα, γεγονός που δημιούργησε αυξημένη ζήτηση από εκκλησίες και ιδιώτες συλλέκτες. Παράλληλα, το θέμα προσέφερε στον Ελ Γκρέκο τη δυνατότητα να μελετήσει και να πειραματιστεί με την επιμήκυνση των μορφών, το φως και τη δραματική ένταση, βασικά χαρακτηριστικά του ώριμου καλλιτεχνικού του ύφους. Μέσα από αυτές τις συνθέσεις, ο ζωγράφος συνδύασε στοιχεία του ιταλικού μανιερισμού με το έντονα προσωπικό και πνευματικό του όραμα.Επιπλέον, στο πλαίσιο της Αντιμεταρρύθμισης, η Καθολική Εκκλησία, μετά τη Σύνοδο του Τρέντο, ενθάρρυνε την απεικόνιση μαρτύρων που εξέφραζαν πίστη, θυσία και εσωτερικό πάθος, στοιχεία που ο Ελ Γκρέκο απέδωσε με μοναδική δύναμη. Έτσι, το θέμα του Αγίου Σεβαστιανού του έδωσε την ευκαιρία να συνδυάσει τη ζήτηση της εποχής με θεολογικό βάθος και προσωπική καλλιτεχνική έκφραση.

Villa-Lobos:  "Missa São Sebastião"

1. Kyrie
2. Gloria
3. Credo
4. Sanctus
5. Benedictus
6. Agnus Dei


Παλαιότερα κείμενα για τον Άγιο Σεβαστιανό μπορείτε να διαβάσετε εδώεδώεδώ.





Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Paul Cezanne: Η γαλήνη μιας λίμνης στα βόρεια του Παρισιού...

 

Paul Cezanne: "L' Etang des Soeurs"



Paul Cezanne selfportrait(MOMA)
Ο πρωτοπόρος ιμπρεσιονιστής γάλλος ζωγράφος, Πωλ Σεζάν, γεννημένος σαν σήμερα, 19 Ιανουαρίου 1839, θεωρείται γέφυρα ανάμεσα στον ιμπρεσιονισμό και τη μοντέρνα ζωγραφική. 

Φίλος του Καμίγ Πισαρό, ακολούθησε μια μοναχική πορεία, αναζητώντας σταθερότητα, δομή και διάρκεια στη μορφή, μέσα από νεκρές φύσεις, ανθρώπινες φιγούρες και τοπία.
Η φύση ήταν για κείνον μέτρο και κριτήριο αλήθειας. Πίστευε ότι η τέχνη είναι αυθεντική μόνο αν αντηχεί τις μορφές και τις αναλογίες της φύσης. Γι’ αυτό έχει μείνει η παροιμιώδης φράση του:

 "Όταν κρίνω την τέχνη, βάζω τον πίνακά μου δίπλα σε ένα θεόπλαστο αντικείμενο, όπως ένα δέντρο ή ένα λουλούδι. Αν έρχεται σε αντίθεση, δεν είναι τέχνη".

Στα μέσα της δεκαετίας του 1870, όταν ο Πωλ Σεζάν συνήθιζε να επισκέπτεται το Osny, βόρεια του Παρισιού, μαζί με τον Καμίγ Πισαρό ανηφόριζαν συχνά προς τη "L’Étang des Sœurs - τη Λίμνη των Αδελφών".

Ο Σεζάν με τον Πισαρό
(svreeland)

Πρόκειται για μια περιοχή με πλούσια βλάστηση, που προσφερόταν σαν πεδίο άσκησης του βλέμματος. Η λίμνη, ένα σχετικά άγνωστο φυσικό σημείο μέσα στο δάσος, ενέπνευσε τον Σεζάν να εστιάσει στο φως, στα χρώματα και στη διάταξη των όγκων του τοπίου. Μικρή και απέριττη, μακριά από κάθε εντυπωσιασμό, του επέτρεπε να σταθεί απέναντι στη φύση χωρίς αφηγηματικές προσδοκίες.

Έτσι, φιλοτεχνεί την ομότιτλη ελαιογραφία του με πινελιές γρήγορες, πλατιές, αποφασιστικές. Απλώνει το χρώμα σε παχύ στρώμα με τη χρήση σπάτουλας, σχηματίζοντας συμπαγείς μάζες χωρίς πρόθεση περιγραφής της λεπτομέρειας. Πράσινα, καφέ και μπλε συνυπάρχουν χωρίς να λειαίνονται, αφήνουν το βλέμμα να μετακινείται από πινελιά σε πινελιά. Το νερό δεν λειτουργεί σαν καθρέφτης του περιβάλλοντος. Συγκρατεί το φως και το επιστρέφει σε βάθος, φιλτραρισμένο από την κόμη των δέντρων. Το φωτεινό μονοπάτι και οι λουσμένοι στο φως κορμοί των δέντρων οδηγούν το βλέμμα βαθύτερα μέσα στη σύνθεση. Το μάτι συναντά πρώτα το νερό και το άνοιγμα ανάμεσα στα δέντρα. Οι σκιές και τα φωτεινά σημεία συνδιαλέγονται διακριτικά, κατευθύνοντας την όραση προς τον κεντρικό άξονα της λίμνης. Η φύση δεν εξιδανικεύεται, αποδίδεται με τη βαρύτητα κάτι αληθινού και απτού.
Έτσι ολοκληρώνεται η ελαιογραφία "L’Étang des Sœurs", όπου το τοπίο παύει να είναι απλή εικόνα και μετατρέπεται σε στοχασμό. Ο πίνακας δεν ζητά να τον θαυμάσεις, αλλά να σταθείς μπροστά του και να σιωπήσεις. Μέσα από αυτή τη σιωπή, ο Σεζάν μας υπενθυμίζει ότι η ζωγραφική δεν είναι μίμηση της φύσης, αλλά ένας τρόπος να συλλάβεις τη διάρκεια και τον ρυθμό της.


Αυτή ακριβώς η ποιότητα της σιωπής και του αργού ρυθμού αποτέλεσε την αφετηρία για την πιανιστική σύνθεση του Ελληνοκύπριου συνθέτη Κωνσταντίνου Στυλιανού, μέρος του Πρώτου Βιβλίου των 12 Πρελουδίων του.
Από τον πίνακα αντλείται η αίσθηση ενός ήσυχου δάσους και μιας γαλήνιας λίμνης, όπου το φως και η σκιά συνυπάρχουν σε εύθραυστη ισορροπία, μεταφερόμενες τώρα στον ήχο.
Κινούμενος στο ύφος των πρελουδίων του Ντεμπυσί, ο Στυλιανού χρησιμοποιεί μικρά μοτίβα, ρευστούς ρυθμούς και αρμονίες που αναδύονται και υποχωρούν, οικοδομώντας μια ονειρική ηχητική επιφάνεια. Η μουσική δεν περιγράφει τον πίνακα. Λειτουργεί σαν ηχητικό του ισοδύναμο, μεταφέροντας στον ήχο τον αργό παλμό και τη σιωπή του τοπίου. 

Το έργο, γραμμένο αρχικά το 2008 στο πλαίσιο παραγγελίας για συναυλίες με αφορμή τη Γαλλική Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντάσσεται σε μια δεκαετή δημιουργική πορεία που οδήγησε στον κύκλο των "12 Πρελουδίων" του Στυλιανού.

Constantinos Y. Stylianou: "12 Preludes, Book 1. L’Étang des Sœurs-Paul Cezanne" 



Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Η καμήλα και η καμπούρα της: Μια διδακτική αφήγηση του Κίπλινγκ...



Στη μνήμη του νομπελίστα, Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, 18 Ιανουαρίου 1936, στο Λονδίνο, σε ηλικία εβδομήντα ετών, είναι αφιερωμένο το σημερινό κείμενο. 
Ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, ο Κίπλινγκ τιμήθηκε με την ταφή του στο Αβαείο του Ουέστμινστερ, προνόμιο που αποδίδεται σε ελάχιστες μορφές των γραμμάτων και του πνεύματος, των οποίων το έργο άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία.

Γεννήθηκε στη Βομβάη της Βρετανικής Ινδίας το 1865 και έζησε εκεί τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής του. Οι πρώιμες αυτές εμπειρίες άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στο έργο του.
Αν και το πιο γνωστό ποίημά του είναι το "Αν", ο Κίπλινγκ αγαπήθηκε ιδιαίτερα για τις παιδικές του ιστορίες και για τα διηγήματα που αφηγούνται τη ζωή των Βρετανών στρατιωτών στην Ινδία. Θεωρείται πρωτοπόρος στην τέχνη του διηγήματος, ενώ τα παιδικά του βιβλία, που συγκαταλέγονται στα κλασικά της παιδικής λογοτεχνίας, φανερώνουν το ευέλικτο και φωτεινό αφηγηματικό του χάρισμα.

Το "Βιβλίο της Ζούγκλας" αποτελείται από μύθους όπου τα ζώα αποκτούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, λειτουργώντας ως φορείς ηθικών διδαγμάτων. Μέσα από αυτές τις ιστορίες, ο Κίπλινγκ μεταφέρει όσα "άκουσε ή φαντάστηκε για την ινδική ζούγκλα", ενώ πολλοί αναγνώστες τις διάβασαν και σαν αλληγορίες της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής του.

Ξεχωριστή θέση στο έργο του κατέχουν οι "Just So Stories" που δημοσιεύτηκαν το 1902, μια κλασική συλλογή παιδικών ιστοριών που εξηγούν με φανταστικό και ευρηματικό τρόπο πώς τα ζώα απέκτησαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.


H κόρη του, Τζόζεφιν
Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν αρχικά σαν νανουρίσματα για την κόρη του, Τζόζεφιν και όπως ο ίδιος εξηγούσε, έπρεπε να λέγονται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, χωρίς να αλλάζει ούτε μία λέξη, γι’ αυτό και πήραν τον τίτλο "Just So...".
Αγαπήθηκαν για τους παιχνιδιάρικους στίχους και τις εφευρετικές τους εξηγήσεις, αποτελώντας βασικό πυλώνα της παιδικής λογοτεχνίας.


Ανάμεσά τους βρίσκεται και η ιστορία της "Καμήλας και της καμπούρας της", ένα αφήγημα με σαφή διδακτικό χαρακτήρα, δοσμένο όμως με χιούμορ και φαντασία.
Η καμήλα παρουσιάζεται αρχικά αδρανής και απρόθυμη να εργαστεί. Ετσι, η ιστορία "εξηγεί" πως η φύση της επιβάλλει μια νέα ισορροπία, χαρίζοντάς της μια βαριά καμπούρα, ώστε να κουβαλά το φορτίο που αρνιόταν να σηκώσει από μόνη της.
Το αφήγημα συνοδεύεται από ένα ξεκαρδιστικό ποίημα:


"Η καμπούρα της καμήλας είναι άσχημη πολύ,
κι αν πας στο ζωολογικό θα τη δεις εκεί.
Μα πιο άσχημη ακόμα είναι η καμπούρα η δικιά μας,
όταν έχουμε ελάχιστα να κάνουμε μπροστά μας.

Παιδιά και μεγάλοι, ω-ω-ω,
αν δεν έχουμε δουλειά αρκετή, ω-ω-ω,
μας πιάνει η καμπούρα 
η καμηλίσια καμπούρα 
η καμπούρα που χρωματίζεται μπλε και μελανιά!

Η καμπούρα αυτή, η καμπούρα η κακιά,
δεν φεύγει με γκρίνια, ούτε με φωνή.
Δεν φεύγει με γέλια, ούτε με λόγια σοφά,
ούτε αν κάθεσαι άπραγος όλη τη μέρα ξανά.

Παιδιά και μεγάλοι, ω-ω-ω,
αν δεν έχουμε δουλειά αρκετή, ω-ω-ω,
μας πιάνει η καμπούρα 
η καμηλίσια καμπούρα 
κι όλο βαραίνει, βαραίνει σιωπηλά.

Μα υπάρχει ένα πράγμα, ένα μόνο γιατρικό,
που την κάνει να φεύγει στη στιγμή, μαγικό:
να σηκώσεις τα μανίκια, να πεις "θ' αρχίσω εδώ",
και να γίνει η δουλειά σου σωστή και στο λεπτό.

Παιδιά και μεγάλοι, ω-ω-ω,
αν έχουμε δουλειά αρκετή, ω-ω-ω,
φεύγει η καμπούρα 
η καμηλίσια καμπούρα 
κι ο κόσμος γίνεται ξανά ελαφρύς!"



Το 1903, ο Sir Edward German μελοποίησε δώδεκα ποιήματα από το βιβλίο "Just So Stories" του Κίπλινγκ.
Από εικονογράφηση του ίδιου του Κίπλινγκ

Πρόκειται για συλλογή τραγουδιών για φωνή και πιάνο, βασικό δείγμα του πώς οι ποιητικές αφηγήσεις του Kίπλινγκ μεταφέρθηκαν στη μουσική, διατηρώντας το παιχνιδιάρικο και αφηγηματικό ύφος των ποιημάτων. 
Στη συλλογή συγκαταλέγεται, και η "Καμήλα", με τον ολοκληρωμένο τίτλο "How the Camel Got His Hump".
Μια σύνθεση με ευθύγραμμη, ρυθμική μελωδία, σχεδιασμένη να υποστηρίζει το λεκτικό περιεχόμενο και να αναδεικνύει τον αφηγηματικό χαρακτήρα του ποίηματος. Η μελωδία αγκαλιάζει τους στίχους, προσδίδοντας ζωντάνια, ενώ η συνοδεία του πιάνου ενισχύει την αφήγηση με έντονο ρυθμικό παλμό και κίνηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι απλό, φωτεινό και απολαυστικό, κατάλληλο για εκπαιδευτικούς σκοπούς γιατί με ευχάριστο τρόπο ο σπουδαίος Κίπλινγκ διδάσκει ότι η αδράνεια και η απραγία κάνουν τη ζωή βαριά και δυσάρεστη. Παράλληλα, μας θυμίζει ότι η δράση και η συμμετοχή στη ζωή είναι το "μαγικό φάρμακο" που ελαφραίνει τα βάρη και φέρνει χαρά...


Sir Edward German: "Just So Stories, 2. Τhe Camel's Hump"


Για τον Κίπλινγκ υπάρχουν και παλαιότερα κείμενα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!