Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμπριέ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαμπριέ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Εντουάρ Μανέ: "Εισβάλλοντας στο Μπαρ του Φολί Μπερζέρ"...

 

Eduard Manet:  "Le Bar aux Folies-Bergere"


Eduard Manet selfportrait
O Εντουάρ Μανέ άρχισε να εμπνέεται και να δημιουργεί πίνακες από τα μπαρ και τα καφέ του Παρισιού την δεκαετία του 1870. Ο τελευταίος μεγάλος πίνακας του Μανέ ανήκει θεματικά σε αυτή την κατηγορία απεικόνισης του εσωτερικού ενός Παρισινού καμπαρέ. Πρόκειται για το "Μπαρ στο Φολί Μπερζέρ - Le Bar aux Folies-Bergere".
Το καμπαρέ άνοιξε τις πόρτες του το 1869 και η ατμόσφαιρα που επικρατούσε χαρακτηρίστηκε ως "απόλυτης χαράς και ευθυμίας". 

Με το τελευταίο αριστούργημά του ο Μανέ υμνεί τη σύγχρονη ζωή στο Παρίσι. Ο καλλιτέχνης αναδεικνύει την αίσθηση ανάμεσα σε ψευδαίσθηση και πραγματικότητα αξιοποιώντας τον κόσμο της νύχτας, που τού προσφέρει τη δυνατότητα αποτύπωσης "μοντέρνων" εικόνων από την καθημερινότητα.

Ο πίνακας σήμερα εκτίθεται στην γκαλερί Courtauld στο Λονδίνο, όμως αρχικά ανήκε στον συνθέτη Emmanuel Chabrier, στενό φίλο του Manet, που τον είχε κρεμασμένο πάνω από το πιάνο του. 

Στο εικαστικό δεσπόζει η γυναικεία φιγούρα στο κέντρο της σύνθεσης. Διαπνέεται από μελαγχολία που ξεχωρίζει μέσα στην ευθυμία του χώρου.

Στέκεται μπροστά σ' έναν καθρέφτη, με έκφραση αινιγματική και απροσδιόριστη. Μεταξύ μελαγχολίας, ονειροπόλησης, ανησυχίας για κάτι και απορίας,  το κορίτσι με το σκούρο  βελούδινο μεσάτο σακάκι και τον λευκό δαντελωτό γιακά συνομιλεί με έναν άντρα που ο θεατής βλέπει στα δεξιά, το είδωλό του.

Ο πίνακας είναι πλούσιος σε λεπτομέρειες που παρέχουν ενδείξεις για την κοινωνική τάξη και το περιβάλλον. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η γυναίκα στο μπαρ είναι πραγματικό πρόσωπο, γνωστή ως Σουζόν, εργαζόμενη στα Folies-Bergère. Η κοπέλα πόζαρε για το ζωγράφο ο οποίος είχε δημιουργήσει στο ατελιέ του μια μικρογραφία του χώρου...

Πάνω στον πάγκο και πίσω από την κοπέλα στα ράφια είναι τοποθετημένα μπουκάλια με ποτά. Στο προσκήνιο ο θεατής εντοπίζει μια φρουτιέρα με εσπεριδοειδή  που πολλοί υποστηρίζουν πως ο Μανέ με την ένταξή τους στη σύνθεση προσδιορίζει τη σερβιτόρα ως πόρνη, καθώς ο ζωγράφος συνήθιζε να συνδέει τα πορτοκάλια με την πορνεία...Υπάρχει και άλλη εκδοχή , όπου τα πορτοκάλια υποδηλώνουν πλούτο και γαλαντομία, που παραπέμπει στην ανώτερη οικονομικά τάξη όσων σύχναζαν στο Folies-Bergère. Δίπλα ο Μανέ τοποθετεί ένα μικροσκοπικό κρυστάλλινο ανθοδοχείο με τριαντάφυλλα που συμβολίζουν την αγάπη και την αγνότητα, λειτουργώντας ειρωνικά καθώς η σερβιτόρα υπονοείται ως γυναίκα του περιθωρίου.
Η αντανάκλαση του χώρου στον καθρέφτη μαρτυρά επίσης την πολυτέλειά του, με τους κρυστάλλινους πολυελαίους, αλλά και τη δημοφιλία του με την κατάμεστη από καλοντυμένους θαμώνες αίθουσα, που έχουν έρθει για να διασκεδάσουν. 

Κοφτές και γρήγορες -υποδηλώνουν κίνηση- οι πινελιές του Μανέ συνθέτουν μια έξοχη δημιουργία και μ' άλλες αξιοσημείωτες λεπτομέρειες, όπως το ζευγάρι ποδιών με τις πράσινες πουέντ στην επάνω αριστερή γωνία. Προφανώς ανήκουν σε καλλιτέχνιδα ακροβάτισσα, που ίπταται και χορεύει πάνω από τα κεφάλια των παρευρισκομένων που ενθουσιάζονται από το μοναδικά εντυπωσιακό θέαμα.


ΜΟΥΣΙΚΗ:

Πορτραίτο του Emmanuel Chabrier ,
φιλοτεχνημένο από τον Eduard Manet
την εποχή σύνθεσης του μουσικού έργου
Την ιδέα για ένα μπαλέτο με τον ίδιο τίτλο, δίνει το περίφημο εικαστικό στην εταιρεία μπαλέτου της Dame Marie Rambert, όταν το 1934 ο συγγραφέας και φιλότεχνος σύζυγός της παρατήρησε την εκπληκτική ομοιότητα μιας χορεύτριας του θιάσου με την σερβιτόρα στον πίνακα του Εντουάρ Μανέ. 

Πρότεινε λοιπόν στη σύζυγο του να παρουσιάσει κάτι σχετικό χορευτικά, μια ιδέα που εφαρμόστηκε άμεσα. Το λιμπρέτο ανατέθηκε στην "νονά" του αγγλικού  μπαλέτου, την κορυφαία βρετανίδα ιρλανδικής καταγωγής χορεύτρια και χορογράφο, Ninette de Valois. 

Ο συνθέτης που επιλέχτηκε πάνω στη μουσική του οποίου να βασιστεί η μπαλετική ιστορία ήταν ο  Emmanuel Chabrier , στενός φίλος του Manet, και πρώτος ιδιοκτήτης του εικαστικού έργου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω...

Πρόκειται για ένα σύνολο συνθέσεων για πιάνο με τίτλο: "Pièces pittoresques"

Δέκα σύντομης διάρκειας συνθέσεις που εντυπωσίασαν τους  Alfred Cortot και  Francis Poulenc που πάντα αναφέρονταν με ενθουσιασμό σ' αυτά, ενώ μετά την πρεμιέρα το 1881 οι César Franck και Claude Debussy έκαναν λόγο για "εξαιρετική σύνθεση, μεταφέρει μοτίβα από την εποχή των Ραμώ και Κουπερέν, που γοήτευσε τους παρευρισκόμενους ..."

Οι τίτλοι στις δέκα συνθέσεις που απαρτίζουν το έργο δεν δόθηκαν από τον Σαμπριέ, αλλά από τους εκδότες του:

"Τοπίο...Μελαγχολία... Ανεμοστρόβιλος...Κάτω από τα δέντρα... Μαυριτανικό...Ειδύλλιο... Χωριάτικος χορός...Αυτοσχεδιασμός... Επίσημο Μινουέτο... Σκερτσόζικο βαλς..."


Όταν ανοίγει η αυλαία οι θεατές μεταφέρονται στα Folies Bergère γύρω στο 1870. Πίσω από τη μπάρα και μπροστά από τον καθρέφτη η σερβιτόρα σκουπίζει μπουκάλια με ποτά ενώ εισέρχονται δυο πελάτες.
Λίγο αργότερα, ένα γκαρσόνι ερωτευμένο με την κοπέλα, την παίρνει και χορεύουν μέχρι να εμφανιστούν οι χορεύτριες καν-καν, που σκορπούν κέφι και ενθουσιασμό. Οι θαμώνες ιδιαίτερα γοητεύονται με την εμφάνιση της Louise Weber, διάσημης με το ψευδώνυμο "La Goulue=η λαίμαργη", για την ακόρεστη όρεξή της τόσο για ζωή όσο και για φαγητό. Hταν η "βασίλισσα της Μονμάρτης"! 

Χορεύει φορώντας προκλητικό κοστούμι από διάφανες μουσελίνες με τολμηρά ντεκολτέ. Το δαντελωτό μεσοφόρι της τραβά τα βλέμματα των αντρών, που στις φλογερές πόζες της νοιώθουν σπιρτάδα και λάβρα να παρασύρουν και να εκτινάσσουν τα σωθικά τους !
Ο αγαπημένος της σερβιτόρας είναι αποσβολωμένος από τη λάγνα ζουμερή κίνηση της χορεύτριας, προκαλώντας αφόρητη ζήλια στην κοπέλα ...

Το μπαλέτο μεταφέρει το ανέμελο και ξέγνοιαστης ατμόσφαιρας περιβάλλον του Παρισινού καμπαρέ, στο οποίο κυριαρχούν μεν οι χορευτικοί ρυθμοί της μπελ επόκ, προκαλώντας όμως αντιθετικά συναισθήματα όταν η σερβιτόρα  με ραγισμένη την καρδιά ξαναπηγαίνοντας πίσω από την μπάρα παίρνει την μελαγχολική πόζα που τής έδωσε ο Μανέ στο εμβληματικό εικαστικό του...

𝐄𝐦𝐦𝐚𝐧𝐮𝐞𝐥 𝐂𝐡𝐚𝐛𝐫𝐢𝐞𝐫: "𝐏𝐢𝐞𝐜𝐞𝐬 𝐏𝐢𝐭𝐭𝐨𝐫𝐞𝐬𝐪𝐮𝐞𝐬":


Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη γενέθλια επέτειο(23 Ιανουαρίου 1832) του Γάλλου μοντερνιστή ζωγράφου, Εντουάρ Μανέ, ενός από τους πρώτους καλλιτέχνες του 19ου αι. που ζωγράφισε τη σύγχρονη ζωή. Διεισδυτικός και οξύνους μελετά την εξέλιξη της εποχής του. Ιδιαίτερα οι σκηνές από καφέ αποτελούν παρατηρήσεις της κοινωνικής ζωής στο Παρίσι που ζει. Οι άνθρωποι απεικονίζονται να πίνουν, να ακούνε μουσική, να χορεύουν, να φλερτάρουν, να διασκεδάζουν. Όλα ζωγραφισμένα σε ένα χαλαρό στυλ, αποτυπώνοντας τη διάθεση και την αίσθηση της νυχτερινής ζωής της γαλλικής πρωτεύουσας...

Για τον Εντουάρ Μανέ μπορείτε να διαβάσετε παλαιότερα κείμενα εδώ και εδώ.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

"Συζάν Μανέ:Σήμερα αυτοσχεδιάζει με ...Σαμπριέ"

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Ε.Manet: Suzanne Manet à piano
Ε.Μanet: "Suzanne Manet à piano"


Γεννημένη σαν σήμερα 30 Οκτώβρη του 1829, η Ολλανδή Συζάν Λίνχοφ υπήρξε άριστη πιανίστα στην εποχή της, όμως τη γνωρίζουμε περισσότερο με την ιδιότητά της ως γυναίκα του διάσημου ζωγράφου Εντουάρ Μανέ, του οποίου υπήρξε και μοντέλο.
Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν η Συζάν προσλήφθηκε από τον πατέρα του Μανέ(του οποίου οι κακές γλώσσες έλεγαν πως υπήρξε ερωμένη)προκειμένου να διδάξει πιάνο στον Εντουάρ και τα αδέρφια του.
Παντρεύτηκαν όταν πέθανε ο πατέρας του ζωγράφου, μετά από μυστική, πολύχρονη σχέση.
Ανάμεσα στους πίνακες που φιλοτέχνησε ο Μανέ , πολλοί απεικονίζουν την Συζάν, όπως κι αυτός που συνοδεύω σήμερα την ανάρτησή μου.

Η Συζάν Λίνχοφ-Μανέ, καθισμένη στο πιάνο,  απορροφημένη και δοσμένη ολοκληρωτικά στην ερμηνεία της …

-Τι να παίζει άραγε;

-Θα ρισκάρω και θα πω πως παίζει Σαμπριέ…

Ναι, θα ρισκάρω, παρότι το εικαστικό φιλοτεχνήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1860 με σκοπό ο ζωγράφος να αναδείξει το άφθαστο ταλέντο της γυναίκας του στο πιάνο, που την περίοδο εκείνη έπαιζε ώρες ατέλειωτες αποσπάσματα από έργα Βάγκνερ κυρίως, προκειμένου να γλυκάνει με τη μουσική του τις στιγμές στο νοσοκομείο μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο του φίλου τους ποιητή, Μπωντλέρ.

[Είναι γνωστή η αδυναμία του ποιητή στο γερμανό δημιουργό, κάτι που φαίνεται και σε σχετικό δοκίμιό του, όπου ο   Μπωντλέρ σκιαγραφεί λεπτομερώς την αισθητική του έργου του Βάγκνερ και τη συμβολή του στο Γερμανικό Ρομαντισμό].

Tο επιχείρημά μου για το...ρίσκο της επιλογής:


Πορτραίτο του Σαμπριέ
φιλοτεχνημένο από τον φίλο του, Εντουάρ Μανέ
Ο Εμμανυέλ Σαμπριέ, λάτρης της εικαστικής τέχνης και συλλέκτης μεγάλου αριθμού ζωγραφικών πινάκων υπήρξε καρδιακός φίλος του ζευγαριού (μάλιστα ο συνθέτης άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια του ζωγράφου) και οι συζητήσεις του με τη Συζάν ήταν πολύωρες καθώς τους ένωνε η κοινή τους αγάπη, το πιάνο.


Ας υποθέσουμε λοιπόν πως η Συζάν Μανέ εκτελεί την ολόγλυκη  «impromptu», μιας και ο Σαμπριέ, όταν την συνέθεσε έσπευσε να τής την αφιερώσει!

To έργο, που δημοσιεύθηκε το 1873, ήταν το πρώτο σημαντικό έργο του γάλλου συνθέτη και σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του, των οποίων τα πρώιμα έργα προδίδουν απολύτως δικαιολογημένες επιρροές άλλων, ο Σαμπριέ αφήνει στην πρώτη απόπειρα σύνθεσης την προσωπική του μουσική σφραγίδα.

Η Impromptu αναπτύσσεται σε τρία μέρη, και καταλήγει με μια coda, με χαρακτηριστικό τον ιδιότυπο ρυθμό του, όμοιος με κείνον της εισαγωγής.
Το πρώτο θέμα, ένα χαριτωμένο βαλς που σε κάποια σημεία εκπλήσσει ευχάριστα με τις τυπικές Σαμπριεκικές «ιδιαιτερότητες», που φανερώνουν τις άφθαστες δεξιότητες και την πλούσια φαντασία του συνθέτη…
Το δεύτερο μέρος  γοητευτικό και νωχελικό, όχι όμως φορτωμένο με συναισθηματική υπερβολή.
Το φινάλε λυρικό, σχεδόν ποιητικό, απαιτεί ενισχυμένη εκφραστικότητα, καθώς ο συνθέτης υποδεικνύει τον τρόπο εκτέλεσης: «με περισσή γλυκύτητα».
Ένα λεπτοφυές άρπισμα, που θυμίζει κωμική πιρουέτα μιας χορευτικής ύπαρξης, κλείνει την αυτοσχέδια μουσική ιδέα με τα εκθαμβωτικά αρμονικά χρώματα, που ενώνουν σχεδόν σαρκαστικά τον αντιρομαντισμό με την αισθητική ελαφρότητα.

H νεανική συνθετική σκέψη του Σαμπριέ αποκαλύπτεται άκρως ενδιαφέρουσα, με τον αυτοσχέδιο χαρακτήρα που υποδηλώνεται με τον τίτλο «impromptu», να εκδηλώνεται από τους καλλωπιστικούς αυτούς αρπισμούς σε ένα εμφαντικό κλείσιμο.

Το έργο, που ήταν από τα αγαπημένα της Συζάν Μανέ (γι’αυτό το εκτελούσε συχνά στις παρέες τους), πρωτοπαρουσιάστηκε το 1877 από τον Καμίλ Σαιν Σανς.

Το ακούμε σε εκτέλεση της αγαπημένης πιανίστα της «Ομάδας των Έξι»,  Marcelle Meyer, η οποία ως λεπτολόγος και δεινή δεξιοτέχνης, ανιχνεύει τα διάφανα χρώματα της πρωτότυπης σύνθεσης και αναδεικνύει όλες τις λεπτές αποχρώσεις της.
Μια μελωδία αυτοσχέδια, πλήρης από μυρωδιές φθινοπώρου παράλογα μελαγχολικού...