Ο Γάλλος ζωγράφος Εντουάρ Μανέ συνδέθηκε με τον ιμπρεσιονισμό και θεωρείται θεμελιωτής της μοντέρνας ζωγραφικής. Γνωστός για την πρωτοποριακή του ματιά και τη τολμηρή χρήση του φωτός και του χρώματος, απεικόνισε σκηνές της σύγχρονης ζωής στο Παρίσι, από κοσμικά σαλόνια μέχρι καθημερινές στιγμές της πόλης, συχνά προκαλώντας τις ακαδημαϊκές παραδόσεις. Το έργο του συνδυάζει στενά την κοινωνική παρατήρηση με την καλλιτεχνική καινοτομία, καθιστώντας τον σημείο αναφοράς στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης.
Eduard Manet, selfportrait
Σήμερα, στην επέτειο των γενεθλίων του (23 Ιανουαρίου 1832), τιμούμε τη συμβολή του στην κατανόηση της αστικής ζωής του 19ου αιώνα μέσα από την οπτική του και την εικονογραφική του ευαισθησία.
Στο Παρίσι του 19ου αιώνα, η Opéra de Paris δεν ήταν μόνο μουσικό θέατρο, αλλά και κέντρο κοινωνικής ζωής. Την περίοδο της Αποκριάς διοργανώνονταν Χοροί Μεταμφιεσμένων, όπου συναντιούνταν άτομα από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Η μεταμφίεση, τους έδινε την ανωνυμία που τους επέτρεπε να αλληλεπιδρούν πιο ελεύθερα. Η Οπερα με αυτους τους χορούς μετατρεπόταν σε χώρο κοινωνικής επίδειξης και γνωριμιών, αλλά και σε χώρο αμφιλεγόμενης φήμης, συνδεδεμένο με φλερτ και κοινωνικά "παιχνίδια". Ο Εντουάρ Μανέ, ωστόσο, δεν παρουσιάζει τους χορούς σαν λαμπερό θέαμα, αλλά σαν σκηνή μαζικότητας και αποξένωσης, μετατρέποντας το κοινωνικό γεγονός σε κριτικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη αστική διασκέδαση.
Manet: "Le Bal masqué à l’Opéra", λεπτομέρεια
Ο πίνακας του "Χορός Μεταμφιεσμένων στην Όπερα - Le Bal masqué à l’Opéra", που φιλοτέχνησε το 1873, απεικονίζει έναν αποκριάτικο χορό στην Όπερα του Παρισιού, με κυρίαρχη μια ομάδα μαυροφορεμένων ανδρών. Εικοσιτρείς κύριοι φορούν ψηλά καπέλα, σχεδόν όλοι ντυμένοι όμοια με μαύρα κοστούμια, ενώ οι γυναίκες είναι λιγοστές και λιγότερο τονισμένες . Πέντε από αυτές φορούν μάσκες, δύο εμφανίζονται με ακάλυπτο το πρόσωπο(προφανώς εταίρες) και υπάρχει ακόμη ένας κλόουν ντυμένος με την πολύχρωμη φορεσιά του. Οι μορφές δεν ξεχωρίζουν σαν άτομα, αλλά χάνονται μέσα στο πλήθος, γεγονός που έχει ερμηνευτεί ως σχόλιο στη μαζικότητα και την απρόσωπη κοινωνική ζωή, καθώς και στις τυπικές και αποστασιοποιημένες σχέσεις ανάμεσα στα φύλα της εποχής. Παρότι πρόκειται για σκηνή γιορτής, η ατμόσφαιρα παραμένει ψυχρή.
Manet: "Le Bal masqué à l’Opéra", λεπτομέρεια
Οι μορφές δεν εκφράζουν συναισθήματα και ο θεατής δεν αισθάνεται συμμέτοχος, αλλά παρατηρητής. Ο Μανέ δεν ενδιαφέρεται για την αφήγηση ή τις λεπτομέρειες, αλλά για την εντύπωση της στιγμής και την καταγραφή της σύγχρονης ζωής, χρησιμοποιώντας ελεύθερο πινέλο, επίπεδες χρωματικές επιφάνειες και περιορισμένη προοπτική. Με δυο λόγια, ο πίνακας δεν ζωγραφίζει τη χαρά του χορού, αλλά τη μοναξιά μέσα στο πλήθος, αποκαλύπτοντας την αστική πραγματικότητα πίσω από την επιφανειακή κοσμική διασκέδαση.
Αυτή η οπτική προσέγγιση βρίσκει ενδιαφέρουσα αντιστοιχία και στη μουσική. Ο "Χορός Μεταμφιεσμένων στην Όπερα" του Μανέ μπορεί να συσχετιστεί με το δεύτερο μέρος της "Φανταστικής Συμφωνίας" του Εκτόρ Μπερλιόζ: "Un bal".
Εικονογράφηση του "Un bal" από τη "Φανταστική Συμφωνία" του Μπερλιόζ
Και τα δύο έργα παρουσιάζουν τον κοσμικό χορό σαν θέαμα, πίσω από την επιφάνεια του οποίου αποκαλύπτεται η αποξένωση και η ψυχολογική ένταση της σύγχρονης αστικής ζωής. Στο Παρίσι του 19ου αιώνα, τόσο η ζωγραφική όσο και η μουσική δεν χρησιμοποιούν το Χορό σαν γιορτή, αλλά σαν σκηνικό ψυχολογικής απόστασης.
Στην εισαγωγή του Un bal, ακούγεται ένα μυστηριώδες βαλς που δημιουργεί αίσθηση αναμονής. Δύο άρπες κυριαρχούν σε ένα ήσυχο, σχεδόν ονειρικό πέρασμα, πριν εμφανιστεί το κύριο θέμα, το οποίο προέρχεται από την idée fixe και έχει μεταμορφωθεί ώστε να αποτυπώνει την ένταση της στιγμής. Η μελωδία επαναλαμβάνεται σε κύκλους, δίνοντας την αίσθηση αδιάκοπης κίνησης χωρίς σαφή προορισμό. Οι εναλλαγές στην αρμονία, οι ξαφνικές μεταπτώσεις στη δυναμική και τα ασυνήθιστα ηχοχρώματα δημιουργούν έντονη αίσθηση πίεσης και ψυχολογικής έντασης. Η ορχήστρα, με τα έγχορδα και πνευστά να μπλέκονται ματαξύ τους, λειτουργεί σαν κοινωνικό σκηνικό. Οπως τα πλήθη στον πίνακα του Μανέ, η μουσική δείχνει τη μοναξιά του ατόμου μέσα στο πλήθος, μετατρέποντας τη λαμπερή επιφάνεια του χορού σε έκφραση εσωτερικής αναταραχής και αποξένωσης...
Έτσι, ζωγραφική και μουσική μετατρέπουν τη γιορτή σε καθρέφτη της αποξενωμένης κοινωνίας...
Berlioz: "Symphony Fantastique, ΙΙ. Un Bal" (Διευθύνει ο Leonard Bernstein")
Για τον Εντουάρ Μανέ υπάρχουν πολλά κείμενα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!
O Εντουάρ Μανέ άρχισε να εμπνέεται και να δημιουργεί πίνακες από τα μπαρ και τα καφέ του Παρισιού την δεκαετία του 1870. Ο τελευταίος μεγάλος πίνακας του Μανέ ανήκει θεματικά σε αυτή την κατηγορία απεικόνισης του εσωτερικού ενός Παρισινού καμπαρέ. Πρόκειται για το "Μπαρ στο Φολί Μπερζέρ - Le Bar aux Folies-Bergere". Το καμπαρέ άνοιξε τις πόρτες του το 1869 και η ατμόσφαιρα που επικρατούσε χαρακτηρίστηκε ως "απόλυτης χαράς και ευθυμίας".
Με το τελευταίο αριστούργημά του ο Μανέ υμνεί τη σύγχρονη ζωή στο Παρίσι. Ο καλλιτέχνης αναδεικνύει την αίσθηση ανάμεσα σε ψευδαίσθηση και πραγματικότητα αξιοποιώντας τον κόσμο της νύχτας, που τού προσφέρει τη δυνατότητα αποτύπωσης "μοντέρνων" εικόνων από την καθημερινότητα.
Ο πίνακας σήμερα εκτίθεται στην γκαλερί Courtauld στο Λονδίνο, όμως αρχικά ανήκε στον συνθέτη Emmanuel Chabrier, στενό φίλο του Manet, που τον είχε κρεμασμένο πάνω από το πιάνο του.
Στο εικαστικό δεσπόζει η γυναικεία φιγούρα στο κέντρο της σύνθεσης. Διαπνέεται από μελαγχολία που ξεχωρίζει μέσα στην ευθυμία του χώρου.
Στέκεται μπροστά σ' έναν καθρέφτη, με έκφραση αινιγματική και απροσδιόριστη. Μεταξύ μελαγχολίας, ονειροπόλησης, ανησυχίας για κάτι και απορίας, το κορίτσι με το σκούρο βελούδινο μεσάτο σακάκι και τον λευκό δαντελωτό γιακά συνομιλεί με έναν άντρα που ο θεατής βλέπει στα δεξιά, το είδωλό του.
Ο πίνακας είναι πλούσιος σε λεπτομέρειες που παρέχουν ενδείξεις για την κοινωνική τάξη και το περιβάλλον. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η γυναίκα στο μπαρ είναι πραγματικό πρόσωπο, γνωστή ως Σουζόν, εργαζόμενη στα Folies-Bergère. Η κοπέλα πόζαρε για το ζωγράφο ο οποίος είχε δημιουργήσει στο ατελιέ του μια μικρογραφία του χώρου...
Πάνω στον πάγκο και πίσω από την κοπέλα στα ράφια είναι τοποθετημένα μπουκάλια με ποτά. Στο προσκήνιο ο θεατής εντοπίζει μια φρουτιέρα με εσπεριδοειδή που πολλοί υποστηρίζουν πως ο Μανέ με την ένταξή τους στη σύνθεση προσδιορίζει τη σερβιτόρα ως πόρνη, καθώς ο ζωγράφος συνήθιζε να συνδέει τα πορτοκάλια με την πορνεία...Υπάρχει και άλλη εκδοχή , όπου τα πορτοκάλια υποδηλώνουν πλούτο και γαλαντομία, που παραπέμπει στην ανώτερη οικονομικά τάξη όσων σύχναζαν στο Folies-Bergère. Δίπλα ο Μανέ τοποθετεί ένα μικροσκοπικό κρυστάλλινο ανθοδοχείο με τριαντάφυλλα που συμβολίζουν την αγάπη και την αγνότητα, λειτουργώντας ειρωνικά καθώς η σερβιτόρα υπονοείται ως γυναίκα του περιθωρίου. Η αντανάκλαση του χώρου στον καθρέφτη μαρτυρά επίσης την πολυτέλειά του, με τους κρυστάλλινους πολυελαίους, αλλά και τη δημοφιλία του με την κατάμεστη από καλοντυμένους θαμώνες αίθουσα, που έχουν έρθει για να διασκεδάσουν.
Κοφτές και γρήγορες -υποδηλώνουν κίνηση- οι πινελιές του Μανέ συνθέτουν μια έξοχη δημιουργία και μ' άλλες αξιοσημείωτες λεπτομέρειες, όπως το ζευγάρι ποδιών με τις πράσινες πουέντ στην επάνω αριστερή γωνία. Προφανώς ανήκουν σε καλλιτέχνιδα ακροβάτισσα, που ίπταται και χορεύει πάνω από τα κεφάλια των παρευρισκομένων που ενθουσιάζονται από το μοναδικά εντυπωσιακό θέαμα.
ΜΟΥΣΙΚΗ:
Πορτραίτο του Emmanuel Chabrier , φιλοτεχνημένο από τον Eduard Manet την εποχή σύνθεσης του μουσικού έργου
Την ιδέα για ένα μπαλέτο με τον ίδιο τίτλο, δίνει το περίφημο εικαστικό στην εταιρεία μπαλέτου της Dame Marie Rambert, όταν το 1934 ο συγγραφέας και φιλότεχνος σύζυγός της παρατήρησε την εκπληκτική ομοιότητα μιας χορεύτριας του θιάσου με την σερβιτόρα στον πίνακα του Εντουάρ Μανέ.
Πρότεινε λοιπόν στη σύζυγο του να παρουσιάσει κάτι σχετικό χορευτικά, μια ιδέα που εφαρμόστηκε άμεσα. Το λιμπρέτο ανατέθηκε στην "νονά" του αγγλικού μπαλέτου, την κορυφαία βρετανίδα ιρλανδικής καταγωγής χορεύτρια και χορογράφο, Ninette de Valois.
Ο συνθέτης που επιλέχτηκε πάνω στη μουσική του οποίου να βασιστεί η μπαλετική ιστορία ήταν ο Emmanuel Chabrier , στενός φίλος του Manet, και πρώτος ιδιοκτήτης του εικαστικού έργου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω...
Πρόκειται για ένα σύνολο συνθέσεων για πιάνο με τίτλο: "Pièces pittoresques".
Δέκα σύντομης διάρκειας συνθέσεις που εντυπωσίασαν τους Alfred Cortot και Francis Poulenc που πάντα αναφέρονταν με ενθουσιασμό σ' αυτά, ενώ μετά την πρεμιέρα το 1881 οι César Franck και Claude Debussy έκαναν λόγο για "εξαιρετική σύνθεση, μεταφέρει μοτίβα από την εποχή των Ραμώ και Κουπερέν, που γοήτευσε τους παρευρισκόμενους ..."
Οι τίτλοι στις δέκα συνθέσεις που απαρτίζουν το έργο δεν δόθηκαν από τον Σαμπριέ, αλλά από τους εκδότες του:
"Τοπίο...Μελαγχολία... Ανεμοστρόβιλος...Κάτω από τα δέντρα... Μαυριτανικό...Ειδύλλιο... Χωριάτικος χορός...Αυτοσχεδιασμός... Επίσημο Μινουέτο... Σκερτσόζικο βαλς..."
Όταν ανοίγει η αυλαία οι θεατές μεταφέρονται στα Folies Bergère γύρω στο 1870. Πίσω από τη μπάρα και μπροστά από τον καθρέφτη η σερβιτόρα σκουπίζει μπουκάλια με ποτά ενώ εισέρχονται δυο πελάτες. Λίγο αργότερα, ένα γκαρσόνι ερωτευμένο με την κοπέλα, την παίρνει και χορεύουν μέχρι να εμφανιστούν οι χορεύτριες καν-καν, που σκορπούν κέφι και ενθουσιασμό. Οι θαμώνες ιδιαίτερα γοητεύονται με την εμφάνιση της Louise Weber, διάσημης με το ψευδώνυμο "La Goulue=η λαίμαργη", για την ακόρεστη όρεξή της τόσο για ζωή όσο και για φαγητό. Hταν η "βασίλισσα της Μονμάρτης"!
Χορεύει φορώντας προκλητικό κοστούμι από διάφανες μουσελίνες με τολμηρά ντεκολτέ. Το δαντελωτό μεσοφόρι της τραβά τα βλέμματα των αντρών, που στις φλογερές πόζες της νοιώθουν σπιρτάδα και λάβρα να παρασύρουν και να εκτινάσσουν τα σωθικά τους ! Ο αγαπημένος της σερβιτόρας είναι αποσβολωμένος από τη λάγνα ζουμερή κίνηση της χορεύτριας, προκαλώντας αφόρητη ζήλια στην κοπέλα ...
Το μπαλέτο μεταφέρει το ανέμελο και ξέγνοιαστης ατμόσφαιρας περιβάλλον του Παρισινού καμπαρέ, στο οποίο κυριαρχούν μεν οι χορευτικοί ρυθμοί της μπελ επόκ, προκαλώντας όμως αντιθετικά συναισθήματα όταν η σερβιτόρα με ραγισμένη την καρδιά ξαναπηγαίνοντας πίσω από την μπάρα παίρνει την μελαγχολική πόζα που τής έδωσε ο Μανέ στο εμβληματικό εικαστικό του...
𝐄𝐦𝐦𝐚𝐧𝐮𝐞𝐥 𝐂𝐡𝐚𝐛𝐫𝐢𝐞𝐫: "𝐏𝐢𝐞𝐜𝐞𝐬 𝐏𝐢𝐭𝐭𝐨𝐫𝐞𝐬𝐪𝐮𝐞𝐬":
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη γενέθλια επέτειο(23 Ιανουαρίου 1832) του Γάλλου μοντερνιστή ζωγράφου, Εντουάρ Μανέ, ενός από τους πρώτους καλλιτέχνες του 19ου αι. που ζωγράφισε τη σύγχρονη ζωή. Διεισδυτικός και οξύνους μελετά την εξέλιξη της εποχής του. Ιδιαίτερα οι σκηνές από καφέ αποτελούν παρατηρήσεις της κοινωνικής ζωής στο Παρίσι που ζει. Οι άνθρωποι απεικονίζονται να πίνουν, να ακούνε μουσική, να χορεύουν, να φλερτάρουν, να διασκεδάζουν. Όλα ζωγραφισμένα σε ένα χαλαρό στυλ, αποτυπώνοντας τη διάθεση και την αίσθηση της νυχτερινής ζωής της γαλλικής πρωτεύουσας...
Για τον Εντουάρ Μανέ μπορείτε να διαβάσετε παλαιότερα κείμενα εδώ και εδώ.
O ζωγράφος βρίσκεται στο ατελιέ του. Περιμένει τον ποιητή από στιγμή σε στιγμή.. Ακούει τα βήματα στη σκάλα και σε λίγο το χτύπημα στην πόρτα...
Eduard Manet self portrait
-"Μπονζούρ, μεσιέ Στεφάν!", λέει ο Εντουάρ Μανέ μ' ένα αμυδρό χαμόγελο να εμφανίζεται στα χείλη, που η καμπύλη τους σχηματίστηκε φευγαλέα. Τα μάτια ωστόσο, καθόλου απαθή, σπινθηροβολούσαν!
-"Μπονζούρ, Εντουάρ! Άργησα;" -"Όχι!...Κάθισε!"
Ο Μανέ πρόταξε το χέρι και τού έδειξε το χαμηλό καναπέ... Έστρωσε κάπως καλύτερα το ριχτάρι και ανασήκωσε τα μαξιλάρια στην πλάτη για να καθίσει ο Στεφάν Μαλαρμέ αναπαυτικά, που εν τω μεταξύ είχε ανάψει το πούρο του...
Ο ζωγράφος πήρε έναν σχετικά μικρό καμβά και τον έβαλε στο καβαλέτο. Είπε στο μοντέλο του να ποζάρει με όσο το δυνατόν χαλαρότερη διάθεση. Εκείνος έγειρε στο πλάι κι ακούμπησε στα μαξιλάρια. Φορούσε το σκούρο πανωφόρι του και στην τσέπη του είχε χώσει το αριστερό του χέρι. Το δεξί, κρατούσε το πούρο. Νέφη καπνού σωρεύονταν πάνω του... Μια κομψή χειρονομία, τα ακουμπισμένα δάχτυλα στα απλωμένα χαρτιά με τις άσχετες σημειώσεις... Και το βλέμμα βυθισμένο σ' έναν άγνωστο-γνωστό κόσμο ... Ο Μανέ κυνήγησε εκείνα τα μάτια...Μάτια που τρέχανε ...σκέψεις που κάλπαζαν σαν ατίθασα άλογα ... Το συνοφρυωμένο, αυστηρό στην όψη πρόσωπο αντανακλούσε την πνευματική του λαχτάρα να "ξεπεράσει" την πραγματικότητα, να βρει καταφύγιο στον τόπο του ιδεατού...
Ο Μανέ με απαράμιλλη δεξιοτεχνία "βούρτσιζε" την επιφάνεια του καμβά. Σκιαγραφούσε τον ποιητή με γρήγορες, ατημέλητες κινήσεις. Τον έκανε να μοιάζει ολοζώντανος...Οι καλλιτεχνικές πινελιές του τον αιχμαλώτισαν στο στιγμιαίο όραμά του...
[Ε.Ν]
Ο Edouard Manet γνώρισε τον γάλλο συμβολιστή ποιητή και κριτικό, Stephan Mallarme το 1873 στο σαλόνι της πιανίστριας, ποιήτριας και γνωστής για το καλλιτεχνικό σαλόνι της, Νίνα ντε Καλιάς. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε η χημεία μεταξύ τους. Πολλά τα κοινά ενδιαφέροντά τους. Οι συζητήσεις τους ατελείωτες ενθουσίασαν και τους δυο άντρες, που δεν άργησαν να γίνουν στενοί φίλοι. Κι έτσι παρέμειναν μέχρι το θάνατο του Manet.
"Kοράκι του Πόε", εικονογράφηση Μανέ
Ο ζωγράφος εντάχθηκε στη μεγάλη καλλιτεχνική παρέα του Μαλαρμέ, τους Mardistes... Κάθε Τρίτη (από τη γαλλική λέξη Mardi=Τρίτη) λογοτέχνες, ποιητές, ζωγράφοι, μουσικοί συναντιούνταν στο διαμέρισμα του ποιητή, με τη συντροφιά να "ποιεί λογής τέχνη"..
Σήμερα, τρία χρόνια μετά την πρώτη τους συνάντηση τον είχε καλέσει στο ατελιέ να ποζάρει ώστε να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του. Ήταν ο προσωπικός του τρόπος να τού εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για το κολακευτικό άρθρο που ο Μαλαρμέ είχε δημοσιεύσει σε ένα αγγλικό περιοδικό. Σε αυτό το άρθρο ο ποιητής εγκωμίαζε τη ζωγραφική του Μανέ, χρίζοντάς τον "ηγέτη" του ιμπρεσιονιστικού κινήματος.
"Kοράκι του Πόε", εικονογράφηση Μανέ
Η φιλία τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, σπάνια. Οι δύο άντρες συναντιόντουσαν καθημερινά και συζητούσαν περί ζωγραφικής ή λογοτεχνίας, ανέλυαν τις νέες τάσεις αισθητικής... Οι διάλογοί τους πνευματώδεις ακόμα κι όταν η θεματική τους άγγιζε την ελαφρότητα, όπως απόψεις για τις γάτες ή τη γυναικεία μόδα. Δεν έμενε τίποτε ασχολίαστο από τους δυο ανήσυχους καλλιτέχνες που για όλα είχαν να διατυπώσουν και αναπτύξουν ενδιαφέρουσες θέσεις.
Ένα χρόνο πριν, το 1875 συνεργάστηκαν στο αφηγηματικό ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, "Το Κοράκι". Ο Μαλαρμέ είχε μεταφράσει το έργο στη γαλλική γλώσσα και ο Μανέ το εικονογράφησε.
Ο Μαλαρμέ σηκώθηκε από τον καναπέ, παρότι είχε βολευτεί....Είχε όμως ολοκληρωθεί η εικαστική σύνθεση του φίλου του κι ανυπομονούσε να δει το αποτέλεσμα. Ενθουσιάστηκε με το πορτρέτο! Δεν ήταν στυλιζαρισμένο κι αυτό του άρεσε περισσότερο. Ήταν -θα'λεγε κανείς- απεικόνιση των σκέψεων του μοντέλου, με μια διαδικασία, σχεδόν αφαιρετική. Γι' αυτό θαύμαζε την τέχνη του Μανέ. Αποτύπωνε τη στιγμή της αντανάκλασης του εικονιζόμενου, της καθαρής παρουσίας του, της παρούσας καθαρότητάς του...
Eduard Manet: "L'après-midi d'un Faune- Malarme"
Δεν πέρασε πολύ διάστημα και ο Mαλαρμέ ζήτησε από τον γάλλο ζωγράφο και φίλο του να συνδράμει στην εικονογράφηση του μακροσκελούς ποιήματός του: "Το απόγευμα ενός φαύνου"...
"Σε μύθο ανοίγουν οι ωραίες πόθο σου τρανό!
...Φαύνε, ξεφεύγει η φαντασία το χρώμα το κυανό
Των κρύων ματιών τής πιο σεμνής σαν μια πηγή δακρύων.
Μα η άλλη, στεναγμός ποιών αισθημάτων ανομοίων,
Σαν άνεμος θερμός στα στήθη σου τα τριχωτά!
Τί αντίθεση! όταν μες στο καύμα που λιποθυμά
Αδιάσειστο και πνιγερό, η αυγή δροσοπαλεύει,
Άλλο νερό δεν ψιθυρίζει απ’ ό,τι πια κυριεύει
Ο αυλός μου τ’ άλσος που ποτίζει αρμονικά..."
("Το απόγευμα ενός φαύνου", Στ. Μαλαρμέ, μτφ.Γ. Σ. Πατριαρχέας)
Ο Μανέ δέχτηκε με χαρά...Διάβασε το ποίημα που περιέγραφε τη ζέστη ενός καλοκαιρινού μεσημεριού, όταν ο τραγοπόδαρος Φαύνος της μυθολογίας αποκοιμιέται και παραδίνεται στο μεθύσι των ονείρων. Ονειρεύεται τις αέρινες νύμφες των λαγκαδιών τη Αρκαδίας, την έκπαγλη Σύριγγα...
Η εκτύπωση του βιβλίου, που κυκλοφόρησε σε λιγοστά αντίτυπα υπήρξε ξεχωριστή. Γράφτηκε με ειδικά σχεδιασμένη γραμματοσειρά Ελζεβίρ και ο Μανέ για την εικονογράφησή του σχεδίασε τέσσερεις ξυλογραφίες - στολίδια, που τυπώθηκαν σε μαύρο χρώμα και επιχρωματίστηκαν σε αποχρώσεις του ροζ με το χέρι από τον ίδιο τον ζωγράφο για περιορισμό των εξόδων έκδοσης.
Eduard Manet: "L'après-midi d'un Faune- Malarme"
Δεν πέρασε πολύ διάστημα κι από το ποίημα εμπνεύστηκε ένας άλλος Mardiste μια εξαίσια ιμπρεσιονιστική σύνθεση, που θεωρείται απαρχή της σύγχρονης μουσικής περιόδου.
Ο Κλωντ Ντεμπισί παρουσιάζει το 1894 το ομότιτλο συμφωνικό του ποίημα με το αρχικό μοτίβο που εκτελεί το φλάουτο, ν'αποτελεί ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα του μουσικού ρεπερτορίου. Όπως χαρακτηριστικά παρατήρησε ο Πιερ Μπουλέζ: "το φλάουτο του φαύνου έφερε νέα πνοή στην μουσική τέχνη". Η σύνθεση ευτύχησε να χορογραφηθεί από τον Βάσλαβ Νιζίνσκι το 1912 στο Παρίσι με τα ρωσικά μπαλέτα του Ντιαγκίλεφ.
"Αυτές τις νύμφες, θα τις διαιωνίσω
Τόσο φως, Μες στην ατμόσφαιρα, ελαφρό αναφτέρωμα σαρκός
Απ’ του ύπνου την πυκνότητα.
Όνειρο έχω εγώ αγαπήσει;.."
("Το απόγευμα ενός φαύνου", Στ. Μαλαρμέ, μτφ.Γ. Σ. Πατριαρχέας)
Eπειδή το έργο σάς το έχω παρουσιάσει στην πρωτότυπη γραφή του και σε κλασικές μεταγραφές σε παλαιότερα άρθρα, σήμερα προτείνω να το ακούσουμε σε μια σύγχρονη εκδοχή του από το άλμπουμ "Prelude" του Βραζιλιάνου, Eumir Deodato.
Ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της βραζιλιάνικης σκηνής, ο Ντεοντάτο έχει χαρακτηριστεί "Πατέρας της jazz bossanova". Με τη μεταγραφή του οδηγεί τον ακροατή στον ονειρικό κόσμο της ποιητικής που κάποτε σκάρωσε ο συμβολιστής Μαλαρμέ και εικονογράφησε ο ιμπρεσιονιστής Μανέ, που έδωσε και την αφορμή -με τη γενέθλια επέτειό του- να το απολαύσουμε...
"H νέγρα υπηρέτρια", Μanet (λεπτομέρεια από την "Olympia" του)
Η επιλογή του βραζιλιάνου καλλιτέχνη έγινε και για έναν άλλο λόγο.
Ο Εντουάρ Μανέ πριν την τελική απόφαση να ασχοληθεί με τη ζωγραφική θέλησε να γίνει ναυτικός. Μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις για την εισαγωγή στη Ναυτική Ακαδημία και έφηβος μπαρκάρει για το Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας. Οι εμπειρίες που αποκομίζει κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, όπως κι από την πολύμηνη παραμονή του στο Ρίο είναι έντονες και καταγράφονται σε αρκετά από τα μεταγενέστερα έργα του (ας θυμηθούμε φιγούρες έγχρωμων στους πίνακές του με δημοφιλέστερη την νέγρα υπηρέτρια που προσφέρει ένα μπουκέτο λουλούδια στην ξαπλωμένη περίφημη "Ολυμπία" του).
Ο Μανέ επιστρέφοντας από τη Λατινική Αμερική ανακοινώνει στην οικογένειά του πως θα ασχοληθεί με τη ζωγραφική.
Η μεταγραφή του Ντεοντάτο είναι ξεχωριστή, ποικιλόμορφη εμπειρία, που αναδεικνύει και τη μοναδική ικανότητά του -χωρίς να αλλοιώνει την αρχική έμπνευση- να παντρεύει τζαζ ηχοχρώματα με ψυχεδελικό ροκ και κλασική. Το φλάουτο φυσικά, αλλά και η τρομπέτα όπως και διάφορα ιδιαίτερα κρουστά διαμορφώνουν ένα ηχητικό τοπίο ονείρου...
Eumir Deodato: "Prelude to an Afternoon of a Faun":
Ο Εντουάρ Μανέ γεννήθηκε στο Παρίσι, 23 Ιανουαρίου 1832.
Παλαιότερα κείμενα σχετικά με τον Μανέ μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ και εδώ
Με τη δύναμη και τη σαγήνη που άσκησε και ασκεί η τέχνη του χορού, σας καλησπερίζω. 29 Απριλίου γιορτάζεται η "Παγκόσμια Ημέρα Χορού", με αφορμή την ημερομηνία γέννησης του δημιουργού του σύγχρονου μπαλέτου, Ζαν-Ζορζ Νοβέρ.
Η φήμη του Νοβέρ συνδέεται με το λεγόμενο: "μπαλέτο δράσης", προάγγελο των σύγχρονων θεωριών περί χορού. Οι βάσεις της αισθητικής του γάλλου χορογράφου και χορευτή αντιπροσωπεύουν μια καινοτόμα, ενθαρρυντική αντίδραση στον ηδονισμό των βιρτουόζων που κυριαρχούσε στην εποχή του και μια ανακατάταξη των εκφραστικών αξιών του χορού, όπου η παντομίμα ταυτίζεται με τη δραματική αναπαράσταση.
Πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν πως στον χορό, τα όρια ανάμεσα σε σώμα και ψυχή γίνονται δυσδιάκριτα, ξεθωριάζουν, καθώς υποστηρίζουν ότι το σώμα κινείται πνευματικά και συγχρόνως το πνεύμα σωματικά.
O Σαρλ Μπωντλαίρ διατύπωσε την άποψη πως:
"ο χορός έχει τη δύναμη να αποκαλύπτει όλα τα μυστήρια που κρύβονται στη μουσική και χαρακτήρισε την τέχνη του χορού "ποίηση σε κίνηση, με χέρια και πόδια".
Στην ποιητική συλλογή του "Τα Άνθη του κακού" ο αγαπημένος Μπωντλαίρ συμπεριλαμβάνει το ποίημά του: "Λόλα της Βαλένθιας":
"Εν μέσω τόσων καλλονών που παντού δύνασαι να δεις,
καλώς κατανοώ, φίλοι, ότι αιωρείται ο πόθος.
Βλέπεις, ωστόσο, να σπινθηροβολεί στην Λόλα της Βαλένθιας
η απροσδόκητη σαγήνη ενός ρόδινου και μελανού κοσμήματος"
Η Λόλα στην οποία αναφέρεται ήταν μια σπανιόλα χορεύτρια, με πολλούς θαυμαστές στην εποχή της! Το πραγματικό της όνομα άκουγε στο Lola Melea, κι ήταν πρίμα μπαλαρίνα του Βασιλικού θεάτρου της Μαδρίτης. Στο πλαίσιο ευρωπαϊκής περιοδείας το καλοκαίρι του 1862 έφτασε και στο Παρίσι για παραστάσεις. Εκεί με τη χάρη, το ταμπεραμέντο και την υψηλή τεχνική της σαγήνευσε άπαντες Παριζιάνους, φίλους της τέχνης του χορού. Αναμεσά τους και ο Κάρολος Μπωντλαίρ, που τής αφιέρωσε το παραπάνω τετράστιχο, εμπνεόμενος από το εικαστικό έργο που τής φιλοτέχνησε ο άλλος θαυμαστής της Λόλα, Εντουάρ Μανέ, που βλέπετε παραπάνω.
Ο ζωγράφος την απεικόνισε ολόσωμη με την παραδοσιακή ισπανική της φορεσιά, (με αρκετές επιρροές από Γκόγια).
H Λόλα της Βαλένθια ξεσήκωνε τα πλήθη καθώς λικνιζόταν όλο χάρη, στο πλευρό του αρχιχορευτή, Mariano Camprubi, πλημμυρίζοντας με τις κινήσεις τους ηφαιστειακή λάβα, που "τσουρούφλιζε" κι έκανε να σπαρταρά την καρδιά καθένα που τούς παρακολουθούσε.
"Spanish Ballet", Eduard Manet
Ο Μανέ στο εικαστικό του: "Ισπανικό μπαλέτο" έχει απεικονίσει τους δυο τους να χορεύουν με χαρακτηριστικές, αιθέριες κινήσεις, μαρτυρώντας για μια ακόμη φορά το θαυμασμό στο ταλέντο τους κι εν γένει στη χορευτική τέχνη.
Eίναι έργο του 1862 και αντικατοπτρίζει το πόσο εκστασιασμένος ήταν ο Μανέ με την ισπανική τέχνη, που αντανακλούσε τον εξωτισμό και τη γοητεία των εκρηκτικών Ισπανών. Το "Ισπανικό μπαλέτο" αναδύει ενέργεια, κίνηση, δυναμισμό και μια αίσθηση ρυθμού. Η χρωματική παλέτα του ζωγράφου αποτελεί συνονθύλευμα φλογερού κόκκινου, εκτυφλωτικού κιτρινόχρυσου, διαυγούς λευκού με ελάχιστες κυανές πινελιές, όπου οι φιγούρες σκιαγραφώνται φωτεινές στο σκούρο, μυστηριώδες φόντο τραβώντας την προσοχή μας. Ο δημιουργός τοποθετεί μια τραγουδίστρια καθιστή επί τω έργω, δυο κιθαριστές να πλαισιώνουν το τραγούδι της και στο κέντρο το χορευτικό ζευγάρι, Λόλα και Μαριάνο, να κλέβει την παράσταση αφήνοντας έκθαμβους τους παρευρισκόμενους με τον πλούτο της ομορφιάς, της συγκίνησης, της απόλαυσης.
Ο Μανέ λάτρευε την Ισπανία, τόσο που στο ατελιέ του διατηρούσε ισπανικά κοστούμια και ήταν δημιουργίες του ισπανικής θεματικής που χάρισαν στο ζωγράφο την πρώτη αναγνώριση, όπως επίσης με αυτά τα έργα ο Μανέ πήρε και την πρώτη άριστη κριτική του από τον Γκωτιέ. Σε επίπεδα εμμονής, το πάθος του ζωγράφου για τη χώρα και τον πολιτισμό των Ιβήρων, που ταξίδεψε ως εκεί σε ένα πολύμηνο ταξίδι γνώσης, αισθητικής, τέρψης και συγκινήσεων.
Ο Mariano Camprubi καταχειροκροτήθηκε και στο ρόλο του ταυρομάχου. Ο Μανέ δεν έχασε την ευκαιρία της απεικόνισης του αρχιχορευτή και ως ματαντόρ:
Eduard Manet: "Mariano Camprubi as Matador"
Aς απολαύσουμε για χάρη τους ένα εκρηκτικό απόσπασμα από το ισπανικού θέματος, μπαλέτο "Δον Κιχώτης" σε μουσική του Ludwig Minkus, που χόρεψε και η Λόλα με τεράστια επιτυχία...
Πρόκειται για μπαλέτο σε 3 πράξεις, βασισμένο σε επεισόδια από το δημοφιλές και περίφημο ομώνυμο μυθιστόρημα του Θερβάντες.
Ρεμβάζει η ψυχή απόψε με ανάλαφρες, γεμάτες ζωή κινήσεις, που εκστασιάζουν, εκλεκτοί φίλοι!
Έφυγε σαν σήμερα 8 Μαρτίου του 1906 στο Παρίσι, η Ολλανδή Συζάν Λίνχοφ υπήρξε άριστη πιανίστα στην εποχή της, όμως τη γνωρίζουμε περισσότερο με την ιδιότητά της ως γυναίκα του διάσημου ζωγράφου Εντουάρ Μανέ, του οποίου υπήρξε και μοντέλο.
Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν η Συζάν προσλήφθηκε από τον πατέρα του Μανέ(του οποίου οι κακές γλώσσες έλεγαν πως υπήρξε ερωμένη)προκειμένου να διδάξει πιάνο στον Εντουάρ και τα αδέρφια του. Παντρεύτηκαν όταν πέθανε ο πατέρας του ζωγράφου, μετά από μυστική, πολύχρονη σχέση. Ανάμεσα στους πίνακες που φιλοτέχνησε ο Μανέ , πολλοί απεικονίζουν την Συζάν, όπως κι αυτός που συνοδεύω σήμερα την ανάρτησή μου.
Η Συζάν Λίνχοφ-Μανέ, καθισμένη στο πιάνο, απορροφημένη και δοσμένη ολοκληρωτικά στην ερμηνεία της … -Τι να παίζει άραγε;...Τι να παίζει άραγε;
Mε δεδομένα: Πρώτον, πως το εικαστικό φιλοτεχνήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1860 με σκοπό ο ζωγράφος να αναδείξει το άφθαστο ταλέντο της γυναίκας του στο πιάνο...και δεύτερον πως η Συζάν εκείνη την περίοδο έπαιζε ώρες ατέλειωτες αποσπάσματα από έργα Βάγκνερ κυρίως, προκειμένου να γλυκάνει με τη μουσική του τις στιγμές μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο του φίλου τους ποιητή, Μπωντλέρ... [Είναι γνωστή η αδυναμία του ποιητή στο γερμανό δημιουργό].
Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις σκέψεις , υποθέτω πως η Συζάν εκτελεί Βάγκνερ..
Ωστόσο, θα σκεφτείτε, ο Βάγκνερ μεγαλούργησε στο μελόδραμα. Έγραψε έργα και για πιάνο;...
Ίσως μάλιστα κάποιοι γνωρίζετε πως ο πρώτος δάσκαλός του είχε δηλώσει για τον έφηβο μαθητή του, Ρίχαρντ πως δεν θα κατάφερνε ποτέ τίποτε ως πιανίστας...Κάτι, που εξόργισε τον νεαρό... Όμως πολύ αργότερα παραδέχτηκε και ο ίδιος ως δίκαιη την εκτίμηση του δασκάλου του, αφού βαριόταν να μελετά με τις ώρες κλίμακες, δακτυλισμούς και αρπέζ...
Υπάρχουν όμως κάποιες πιανιστικές συνθέσεις του, που ξεχωρίζουν. Είναι άδικο που αποδυναμώθηκε και ατόνησε η διάκριση του Βάγκνερ σε οποιοδήποτε άλλο τομέα πλην του μελοδράματος ... Τα έργα του για πιάνο είναι εξίσου σημαντικά στην κατανόηση της εξέλιξης του ύφους και της μουσικής σκέψης του...
Ισως η κυρία Συζάν Μανέ, να έπαιξε κάποια απ'αυτά... Ας πούμε τη Σονάτα για πιάνο σε Λα μείζονα, γνωστή ως "Mεγάλη Σονάτα". Σύνθεση, από τις ωριμότερες της νεανικής περίοδου του, που ο Βάγκνερ φαίνεται να κινείται στη σκιά του θεού του, Μπετόβεν! Ακούστε προσεκτικά το θέμα του πρώτου μέρους... Δεν υπάρχει εμφανής επιρροή από το αρχικό μοτίβο της 5ης Συμφωνίας του Μπετόβεν;
R.WAGNER: "Piano Sonata in A Major, Op.4 , "Grosse Sonate":
I. Allegro con moto
Ed. Degas: "M. and Mme Édouard Manet
Την ίδια εποχή, τέλη της δεκαετίας του 1860, και ο Ντεγκά -φίλος του ζεύγους Μανέ- φιλοτεχνεί επίσης ένα εικαστικό με τη Συζάν στο πιάνο και τον συνάδελφο σύζυγό της ξαπλωμένο στον καναπέ να απολαμβάνει την ομορφιά της πιανιστικής ερμηνείας της!
Ωστόσο, τον πίνακα περιβάλλει μυστήριο, καθώς όπως βλέπετε είναι κομμένος καθ' ύψος ακριβώς στο σημείο απεικόνισης της Συζάν.
Λέγεται πως ο Μανέ έκοψε τον πίνακα, οργισμένος για άγνωστο λόγο με τη Συζάν ή τον Ντεγκά.
Η ζημιά δεν αποκαταστάθηκε ποτέ και μέχρι σήμερα εκτίθεται σ'αυτή την κατάσταση.
II. Adagio molto, e assai espressivo
III. Maestoso – Allegro molto
Παλαιότερο άρθρο για τη Συζάν Μανέ μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Ταξίδι στο σαγηνευτικό Παρίσι κάνουμε αυτό το πρωινό και στους υπέροχους Κήπους του Κεραμεικού, ένα απέραντο πάρκο δημιουργημένο από την Αικατερίνη των Μεδίκων, στον οποίο οι Παριζιάνοι έκαναν τον περίπατό τους χαλαρά και ήρεμα. Στεγασμένοι διάδρομοι κατά μήκος του Σηκουάνα, καλυμμένοι με αναρριχητικά φυτά και φιδίσια μονοπάτια που στις άκρες τους υψώνονται λογής καλλωπιστικά κι εξωτικά δέντρα, ενώ οι βάσεις των παρτεριών κρύβονται κάτω από την πολυχρωμία των εποχιακών ανθέων, που μεθούν με το άρωμά τους όχι μόνο τους επισκέπτες, μα και τα πέτρινα, άψυχα καλλίγραμμα αγάλματα που διακοσμούν γωνιές των Κήπων!
Το 19ο αι. ήταν το μέρος, που συνήθως τις Κυριακές συγκεντρώνονταν οι Παριζιάνοι να ψυχαγωγηθούν και να διασκεδάσουν κάτω από τους ήχους της μπάντας που παιάνιζε καθόλη τη διάρκεια της μέρας.
Αυτοπροσωπογραφία
Αιτία γι'αυτό τον περίπατο στο χώρο και το χρόνο δίνει η σημερινή γενέθλια επέτειος του ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Εντουάρ Μανέ (23 Ιανουαρίου 1832), όπου η όμορφη συνήθεια της παρακολούθησης της Κυριακάτικης, μουσικής φιέστας απεικονίζεται στον πίνακά του:
"Music in the Tuileries Gardens-Μουσική στους Κήπους του Κεραμεικού",
που κοσμεί τις αίθουσες της Πινακοθήκης του Λονδίνου.
Πλήθος κομψά ενδεδυμένων ανδρών και γυναικών έχουν συρρεύσει στο πάρκο... Kάποιοι όρθιοι ...κι άλλοι καθισμένοι στα καμωμένα με επιδεξιότητα, μεταλλικά καθίσματα ... Αστοί της Παρισινής κοινωνίας, ανάμεσά τους κι επώνυμοι της Τέχνης, φίλοι του Μανέ, που εύκολα μπορεί να διακρίνει κάποιος αν παρατηρήσει προσεκτικά τις φιγούρες.
Ο κύριος με το ημίψηλο καπέλο και το λευκό παντελόνι είναι ο αδερφός του ζωγράφου, Ευγένιος, πίσω του και προς τα αριστερά ο Θεόφιλος Γκωτιέ, ενώ δίπλα του και προφίλ βλέπουμε και τον ποιητή Μπωντλαίρ, που εκτιμούσε δεόντως την τέχνη του Μανέ.
Ο ζωγράφος αυτοπροσωπογραφείται αφαιρετικά στην άκρη της αριστερής μεριάς του έργου... Στη δεύτερη σειρά, κάτω από το θεόρατο δέντρο δίπλα στην κυρία με το καλαίσθητο καπελίνο, ένας κύριος με γυαλιά και κοντό μουστάκι. Πρόκειται για τον Ζακ Όφενμπαχ, δημοφιλή για τις οπερέτες του εκείνη την εποχή στη Γαλλία.
Σε πρώτο πλάνο δυο κυρίες της καλής κοινωνίας (η μια, η σύζυγος του συνθέτη) συνομιλούν, βαστώντας με περισσή χάρη τις βεντάλιες τους και δυο μικρά παιδιά παιχνιδίζουν ανέμελα χωρίς έννοια μη τυχόν λεκιάσουν τη γιορτινή, Κυριακάτικη φορεσιά τους.
Χαιρετούρες, φιλοφρονήσεις, υποκλίσεις... Όλα, με διάθεση ευθυμίας και ιλαρότητας! Μια αστείρευτη τέρψη, ένα μεθύσι της καρδιάς!
Ο ταλαντούχος δημιουργός πειραματίζεται, διερευνά, καινοτομεί και τέλος καταφέρνει να αποδώσει τη φαιδρή ατμόσφαιρα του στιγμιοτύπου με άμεσο και ποιητικό τρόπο αξιοποιώντας τα πλούσια χρώματα και τις δυνατότητες που του προσφέρονται από μια πολυπρόσωπη σύνθεση.
Και μπορεί η καθημερινότητα να είναι από δύσκολη κι απεχθής ως σκληρή και αδιάφορη, όμως ο Μανέ κατορθώνει να τής δώσει μια διάσταση ονειρική με τη μουσική να βροντοφωνάζει διαρκώς την παρουσία της παρότι κανένας από τους εκτελεστές δεν εμφανίζεται στον πίνακα. Η χαρά και η ευδαιμονία, που προσφέρει η ακρόασή της αντικατοπτρίζεται διάχυτα στα πρόσωπα των παρευρισκομένων κι είναι ο Μανέ εκείνος που αποτυπώνει αυτό το συναίσθημα με άφθαστη μαεστρία καθώς οι γρήγορες, ελεύθερες πινελιές του κι οι χρωματικές κηλίδες μεταφέρουν στ'αυτιά μας τους εύθυμους, ρυθμικούς ήχους της ορχήστρας, τις χαρούμενες φωνές του κόσμου, την κίνηση των σωμάτων που αν και συνωστισμένα υπονοούν ένα διακριτικό λίκνισμα κάτω από τα καλοραμμένα, κομψά ενδύματά τους...
Μια υπαίθρια σκηνή, που τον παλμό της μεταφέρει με την άψογη τεχνική του ο Εντουάρ Μανέ σε αυτό το εικαστικό του 1862!
Λάτρεις της καλοπέρασης οι Γάλλοι, η ευζωία τους αποτυπώνεται μουσικά λίγα χρόνια αργότερα από έναν καλλιτέχνη της παρέας του ζωγράφου και μέρος του πίνακα, τον Ζακ Όφενμπαχ.
"La vie parisienne-Παριζιάνικη ζωή" είναι ο τίτλος μιας οπερέτας του 1866, την πρώτη του Όφενμπαχ που απεικονίζει τη σύγχρονη ζωή, (μιας και όλες οι προηγούμενες αντλούσαν τα θέματά τους από τη μυθολογία), από την οποία θα απολαύσουμε την υπέροχη ουβερτούρα της...
Με ζωηρό και εύθυμο χαρακτήρα, η Ουβερτούρα δομείται δεξιοτεχνικά, απαιτώντας από τους εκτελεστές να ξεδιπλώσουν τις ικανότητες και τα προσόντα τους. Εντυπωσιακοί οι μελωδικοί ακροβατισμοί χρωματίζουν με ενθουσιασμό τον γρήγορο και αισιόδοξο ρυθμό της!
Γεννημένη σαν σήμερα 30 Οκτώβρη του 1829, η Ολλανδή Συζάν Λίνχοφ υπήρξε άριστη πιανίστα στην εποχή της, όμως τη γνωρίζουμε περισσότερο με την ιδιότητά της ως γυναίκα του διάσημου ζωγράφου Εντουάρ Μανέ, του οποίου υπήρξε και μοντέλο. Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν η Συζάν προσλήφθηκε από τον πατέρα του Μανέ(του οποίου οι κακές γλώσσες έλεγαν πως υπήρξε ερωμένη)προκειμένου να διδάξει πιάνο στον Εντουάρ και τα αδέρφια του. Παντρεύτηκαν όταν πέθανε ο πατέρας του ζωγράφου, μετά από μυστική, πολύχρονη σχέση. Ανάμεσα στους πίνακες που φιλοτέχνησε ο Μανέ , πολλοί απεικονίζουν την Συζάν, όπως κι αυτός που συνοδεύω σήμερα την ανάρτησή μου.
Η Συζάν Λίνχοφ-Μανέ, καθισμένη στο πιάνο, απορροφημένη και δοσμένη ολοκληρωτικά στην ερμηνεία της …
-Τι να παίζει άραγε;
-Θα ρισκάρω και θα πω πως παίζει Σαμπριέ…
Ναι, θα ρισκάρω, παρότι το εικαστικό φιλοτεχνήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1860 με σκοπό ο ζωγράφος να αναδείξει το άφθαστο ταλέντο της γυναίκας του στο πιάνο, που την περίοδο εκείνη έπαιζε ώρες ατέλειωτες αποσπάσματα από έργα Βάγκνερ κυρίως, προκειμένου να γλυκάνει με τη μουσική του τις στιγμές στο νοσοκομείο μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο του φίλου τους ποιητή, Μπωντλέρ.
[Είναι γνωστή η αδυναμία του ποιητή στο γερμανό δημιουργό, κάτι που φαίνεται και σε σχετικό δοκίμιό του, όπου ο Μπωντλέρ σκιαγραφεί λεπτομερώς την αισθητική του έργου του Βάγκνερ και τη συμβολή του στο Γερμανικό Ρομαντισμό].
Tο επιχείρημά μου για το...ρίσκο της επιλογής:
Πορτραίτο του Σαμπριέ φιλοτεχνημένο από τον φίλο του, Εντουάρ Μανέ
Ο Εμμανυέλ Σαμπριέ, λάτρης της εικαστικής τέχνης και συλλέκτης μεγάλου αριθμού ζωγραφικών πινάκων υπήρξε καρδιακός φίλος του ζευγαριού (μάλιστα ο συνθέτης άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια του ζωγράφου) και οι συζητήσεις του με τη Συζάν ήταν πολύωρες καθώς τους ένωνε η κοινή τους αγάπη, το πιάνο.
Ας υποθέσουμε λοιπόν πως η Συζάν Μανέ εκτελεί την ολόγλυκη «impromptu», μιας και ο Σαμπριέ, όταν την συνέθεσε έσπευσε να τής την αφιερώσει!
To έργο, που δημοσιεύθηκε το 1873, ήταν το πρώτο σημαντικό έργο του γάλλου συνθέτη και σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του, των οποίων τα πρώιμα έργα προδίδουν απολύτως δικαιολογημένες επιρροές άλλων, ο Σαμπριέ αφήνει στην πρώτη απόπειρα σύνθεσης την προσωπική του μουσική σφραγίδα.
Η Impromptu αναπτύσσεται σε τρία μέρη, και καταλήγει με μια coda, με χαρακτηριστικό τον ιδιότυπο ρυθμό του, όμοιος με κείνον της εισαγωγής. Το πρώτο θέμα, ένα χαριτωμένο βαλς που σε κάποια σημεία εκπλήσσει ευχάριστα με τις τυπικές Σαμπριεκικές «ιδιαιτερότητες», που φανερώνουν τις άφθαστες δεξιότητες και την πλούσια φαντασία του συνθέτη… Το δεύτερο μέρος γοητευτικό και νωχελικό, όχι όμως φορτωμένο με συναισθηματική υπερβολή. Το φινάλε λυρικό, σχεδόν ποιητικό, απαιτεί ενισχυμένη εκφραστικότητα, καθώς ο συνθέτης υποδεικνύει τον τρόπο εκτέλεσης: «με περισσή γλυκύτητα». Ένα λεπτοφυές άρπισμα, που θυμίζει κωμική πιρουέτα μιας χορευτικής ύπαρξης, κλείνει την αυτοσχέδια μουσική ιδέα με τα εκθαμβωτικά αρμονικά χρώματα, που ενώνουν σχεδόν σαρκαστικά τον αντιρομαντισμό με την αισθητική ελαφρότητα.
H νεανική συνθετική σκέψη του Σαμπριέ αποκαλύπτεται άκρως ενδιαφέρουσα, με τον αυτοσχέδιο χαρακτήρα που υποδηλώνεται με τον τίτλο «impromptu», να εκδηλώνεται από τους καλλωπιστικούς αυτούς αρπισμούς σε ένα εμφαντικό κλείσιμο.
Το έργο, που ήταν από τα αγαπημένα της Συζάν Μανέ (γι’αυτό το εκτελούσε συχνά στις παρέες τους), πρωτοπαρουσιάστηκε το 1877 από τον Καμίλ Σαιν Σανς.
Το ακούμε σε εκτέλεση της αγαπημένης πιανίστα της «Ομάδας των Έξι», Marcelle Meyer, η οποία ως λεπτολόγος και δεινή δεξιοτέχνης, ανιχνεύει τα διάφανα χρώματα της πρωτότυπης σύνθεσης και αναδεικνύει όλες τις λεπτές αποχρώσεις της. Μια μελωδία αυτοσχέδια, πλήρης από μυρωδιές φθινοπώρου παράλογα μελαγχολικού...