Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αχμάτοβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αχμάτοβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Αχμάτοβα - Μοντιλιάνι: Σύντομος έρωτας, αιώνια έμπνευση...

 


Amedeo Modigliani: Anna Akhmatova



Συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο Παρίσι, στο καφέ Ροτόντα, το 1906. Ο Aμεντέο Μοντιλιάνι, ένας 24χρονος Ιταλός εβραϊκής καταγωγής, είχε μόλις φτάσει στη γαλλική πρωτεύουσα για να δοκιμάσει την τύχη και το ταλέντο του σε έναν κόσμο που ακόμη αγνοούσε την ύπαρξή του. Φτωχός, άγνωστος και ανήσυχος, διέθετε ωστόσο μια παράξενη γοητεία που μαγνήτιζε όσους τον συναντούσαν. Η Άννα Αχμάτοβα θυμόταν αργότερα τη φωτεινή, σχεδόν αλλόκοτη εμφάνισή του: "Ντυμένος φωτεινά και κραυγαλέα, με κίτρινο παντελόνι και σακάκι του ίδιου χρώματος… φαινόταν γελοίος, όμως η χάρη με την οποία κινούνταν σε έκανε να φαντάζεσαι έναν κομψό, όμορφο άντρα της παριζιάνικης πρωτοπορίας".

Η νεαρή Ρωσίδα ποιήτρια ήταν τότε μόλις είκοσι ετών και είχε φτάσει στο Παρίσι για τον μήνα του μέλιτος με τον σύζυγό της, τον ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. Ο Μοντιλιάνι γοητεύτηκε αμέσως από την θεωρία και την πνευματικότητα της Αχμάτοβα και της ζήτησε να τη ζωγραφίσει. Έτσι άρχισε μια σύντομη αλλά έντονη ιστορία, μια σχέση που κράτησε μόλις λίγους μήνες, αλλά έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη και των δύο. Η ίδια θυμόταν πως από την πρώτη στιγμή την εντυπωσίασε η "εσωτερική του λάμψη"... "Δεν ήταν μόνο όμορφος, αλλά έμοιαζε να φωτίζεται από μέσα, σαν να κουβαλούσε ένα μυστικό φως", σκεφτόταν...

Akhmatova - Modigliani
(ksada.org)
Οι δυο τους έκαναν ατέλειωτους περιπάτους στους δρόμους του νυχτερινού Παρισιού. Ο Μοντιλιάνι δεν είχε χρήματα για πολυτέλειες. Ετσι, στους Κήπους του Λουξεμβούργου κάθονταν πάντα σε παγκάκι και ποτέ σε κάποιο καφέ. Ένα βροχερό βράδυ άνοιξε τη μεγάλη μαύρη ομπρέλα του και κάθισαν δίπλα-δίπλα, προστατευμένοι από τη βροχή. Διάβαζαν δυνατά ποίηση, αγαπούσαν τον Βερλαίν και αντιπαθούσαν τον Aνατόλ Φρανς. Μέσα σε αυτές τις μικρές στιγμές γεννήθηκε ένα δικό τους σύμπαν, μια σιωπηλή συνάντηση ποίησης και ζωγραφικής μέσα στη μεγάλη πόλη.

Η γυναίκα που τον ενέπνευσε εκείνα τα βράδια ήταν ήδη μια ανερχόμενη ποιητική φωνή. Η Άννα Αχμάτοβα, που σαν σήμερα, πριν εξήντα χρόνια(5 Μαρτίου 1966) πέρασε στην αιωνιότητα, υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές και βαθιά ανθρώπινες μορφές της ρωσικής ποίησης του 20ού αιώνα. Το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα Αντρέγεβνα Γκορένκο. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου τα βιβλία δεν ήταν πολλά, όμως η πνευματική κληρονομιά υπήρχε. Στο οικογενειακό της παρελθόν βρισκόταν μια λόγια προγιαγιά ταταρικής καταγωγής. Όταν άρχισε να γράφει ποίηση, ο πατέρας της φοβούμενος μήπως το οικογενειακό όνομα συνδεθεί με μια "αβέβαιη" καλλιτεχνική πορεία, της ζήτησε να μη δημοσιεύει με το επώνυμό του. Έτσι υιοθέτησε το ψευδώνυμο Αχμάτοβα, το όνομα εκείνης της προγιαγιάς, που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Την ποίηση τη γνώρισε βαθύτερα και μέσα από τον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον Γκουμιλιόφ. Μαζί του εντάχθηκε στον κύκλο των νέων ποιητών της Αγίας Πετρούπολης και συνδέθηκε με το ρεύμα του Ακμεϊσμού, που αναζητούσε καθαρότητα, ακρίβεια και λιτότητα στον ποιητικό λόγο. Από την πρώτη κιόλας συλλογή της, Evening, η φωνή της ξεχώρισε για τη λεπτότητα των συναισθημάτων και την εκπληκτική οικονομία των λέξεων. Η εξέλιξή της ξεπέρασε κάθε προσδοκία και η Αχμάτοβα σύντομα καθιερώθηκε σαν μια ποιήτρια που μπορούσε να μετατρέπει τις πιο μύχιες ανθρώπινες εμπειρίες σε καθολικό ποιητικό λόγο.

Όταν αργότερα έφυγε από το Παρίσι, η σύντομη συνάντησή της με τον Μοντιλιάνι παρέμεινε μια φωτεινή σκιά στη μνήμη της. Μετά τον θάνατό του, τον θυμήθηκε σε ένα ποίημά της, το μόνο όπου τον κατονομάζει:

"Το Παρίσι μέσα σε μαβιά αχλή
και πάλι ίσως ο Μοντιλιάνι
να με ακολουθεί απαρατήρητος.
Είναι αυτός που έχει τη δυσάρεστη ικανότητα
να ταράζει ακόμα και τον ύπνο μου…"

Έτσι, μέσα στη μνήμη της ποιήτριας, ο νεαρός ζωγράφος του Παρισιού έμεινε για πάντα σαν μια σκιά φωτός...

Από τα πιο γνωστά ποιήματά της είναι "Ο γκριζομάτης βασιλιάς", που συμπεριλήφθηκε στην πρώτη της συλλογή Evening:


"Δόξα σοι, πόνο μου χωρίς διέξοδο και διαφυγή!
Ο γκριζομάτης χθες ο βασιλιάς έχει αποκοιμηθεί.
Μια φθινοπώρου βραδιά ήταν κόκκινη και πνικτική,
Ήρθε ο άνδρας μου και με αδιάφορη είπε φωνή:
"Ξέρεις, από το κυνήγι τον έχουνε φέρει νεκρό,
Βρήκαν το πτώμα δίπλα στης δρυός ένα δέντρο παλιό.
Κρίμα όμως τη βασίλισσα. Ήτανε νέος πολύ!
Σε μία νύχτα της έγινε άσπρο όλο το μαλλί".
Πάνω στο τζάκι την πίπα του βρήκε αυτός και μετά
Βγήκε και πήγε στη νυχτερινή του δουλειά.
Τώρα θα πάω εγώ να ξυπνήσω την κόρη μου και τρυφερά
Θα κοιταχτώ στα ματάκια της γκρίζα γι’ άλλη μια φορά.
Έξω στο δρόμο θροΐζουν οι μέλαινες λεύκες μέσα στη σιγή
Και λένε: "Πια ο βασιλιάς σου σ’ ετούτο τον κόσμο δεν ζει"

(μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου)


Amedeo Modigliani: Akhmatova as Caryatid
i.pinimg
Πολλοί μελετητές έχουν συνδέσει το ποίημα αυτό με τα βιώματα της νεαρής Αχμάτοβα στο Παρίσι και με τη γνωριμία της με τον Μοντιλιάνι. Παρότι δεν αναφέρεται άμεσα σε κείνον, αρκετοί ερμηνευτές θεωρούν πως η μορφή του "γκριζομάτη βασιλιά" αντανακλά τη μνήμη ενός μυστηριώδους άνδρα-καλλιτέχνη που σημάδεψε τη νεανική της εμπειρία.

Το ποίημα αφηγείται μια σκηνή φαινομενικά απλή αλλά βαθιά δραματική. Μια γυναίκα μαθαίνει από τον σύζυγό της ότι ο "γκριζομάτης βασιλιάς" σκοτώθηκε στο κυνήγι. Η αφήγηση διατηρεί έναν ήρεμο τόνο, όμως πίσω από αυτή τη φαινομενική γαλήνη κρύβεται μια μεγάλη προσωπική απώλεια. Η γυναίκα συγκρατεί τα συναισθήματά της και συνεχίζει τις καθημερινές της πράξεις, ενώ η φύση γύρω της, με τις λεύκες που ψιθυρίζουν μέσα στη σιωπή, μοιάζει να αποκαλύπτει το αληθινό βάθος του πένθους.

Η κεντρική ιδέα του ποιήματος είναι η μυστική και ανεκπλήρωτη αγάπη. Η Αχμάτοβα δείχνει πώς ένα μεγάλο συναίσθημα, ίσως ένας απαγορευμένος ή χαμένος έρωτας, μπορεί να συνυπάρχει σιωπηλά με μια εξωτερικά συνηθισμένη ζωή. Με τη χαρακτηριστική της λιτότητα και δύναμη, δημιουργεί ένα μικρό ποιητικό δράμα όπου οι υπαινιγμοί λένε περισσότερα από τις λέξεις.

Το ποίημα αυτό συγκίνησε βαθιά αρκετούς συνθέτες του 20ού αιώνα.

Πιο γνωστή θεωρείται η μελοποίηση του Σεργκέι Προκόφιεφ, ο οποίος ενέταξε το ποίημα στον κύκλο τραγουδιών "Five Poems by Anna Akhmatova, Op. 27". Όταν τα τραγούδια παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο κοινό, προκάλεσαν έντονη εντύπωση, με τον ίδιο τον Προκόφιεφ να συνοδεύει στο πιάνο.

Ο κύκλος, γραμμένος για υψίφωνο και πιάνο, διακρίνεται από μια ιδιαίτερα λυρική ατμόσφαιρα, γεμάτη ευαισθησία, τρυφερότητα και θερμή εκφραστικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο συνθέτης παραδέχθηκε με κάποια έκπληξη: "Ύστερα από αυτά τα τραγούδια, πολλοί ίσως πιστέψουν πως γράφω για πρώτη φορά πραγματικά λυρική μουσική".

Στα τραγούδια αυτά ο Προκόφιεφ διεισδύει με προσοχή και λεπτότητα στον ποιητικό κόσμο της Aχμάτοβα, αναδεικνύοντας τις εικόνες και τα συναισθήματα των στίχων μέσα από την εκφραστική δύναμη της μουσικής του και τη γοητεία της μελωδικής του γραμμής. 

Prokofiev: "5 Poems by Anna Akhmatova, Op. 27, The grey-eyed King"


Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι μια ιδιαίτερα όμορφη μελοποίηση του ίδιου ποιητικού κόσμου δημιούργησε και ο Alexander Vertinsky, ο οποίος με τη δική του χαρακτηριστική ευαισθησία έδωσε μια εξίσου συγκινητική μουσική διάσταση στους στίχους της Αχμάτοβα.

Alexander Vertinsky: Anna Akhmatova/The grey-eyed King"



Τελικά, όπως φαίνεται, μια σύντομη αλλά έντονη συνάντηση στο Παρίσι του 1906 ένωσε δύο μεγάλες καλλιτεχνικές ψυχές, τη νεαρή Άννα, ανερχόμενη ποιήτρια, και το φτωχό, ελκυστικό Aμεντέο. Μερικοί μήνες μαζί αρκούσαν για να γεννηθεί ένα μικρό, προσωπικό σύμπαν ποίησης και ζωγραφικής, μια στιγμή πάθους και έμπνευσης που η Αχμάτοβα θα κρατούσε για πάντα στη μνήμη της και θα αιχμαλώτιζε την ποιητική τέχνη της...



Για την Αχμάτοβα υπάρχουν και άλλα κείμενα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!



Σάββατο 23 Ιουνίου 2018

Άννα Αχμάτοβα: η συνάντηση με τον Σοστακόβιτς...


"Σοστακόβιτς-Αχμάτοβα", Gabriel Glikman
(από: DschShostakovichJournal
)

"Γεννήθηκες στο 1889, στις 23 Ιουνίου, στο Μπολσόι Φοντάν, στην Οδησσό κοντά, και σ' έλεγαν Άννα Γκορένκο. Είκοσι δύο χρόνια μετά γνώρισες τον Μοντιλιάνι που ζούσε στο Παρίσι μες στην ένδεια, το αψέντι και το πελώριο ταλέντο του. Κι άλλαξες το όνομά σου, κυριευμένη από τον δαίμονα της ποίησης, το έκανες Αχμάτοβα, γιατί σκιαζόταν ο πατέρας σου μην τυχόν και σπιλώσεις το οικογενειακό σας όνομα με τα ποιητικά πετάγματά σου..."



Η ίδια γράφει για τον εαυτό της:

"...Γεννήθηκα την ίδια χρονιά με τον Τσάρλι Τσάπλιν, τη Σονάτα του Κρόιτσερ του Τολστόι, τον πύργο του Άιφελ [...] Παγανιστικά παιδικά χρόνια. Στη γειτονιά αυτής της ντάτσας πήρα το παρατσούκλι "αγρίμι", επειδή περπατούσα ξυπόλυτη, τριγύριζα χωρίς καπέλο, ριχνόμουν από τη βάρκα στην ανοιχτή θάλασσα, κολυμπούσα με τις καταιγίδες και καθόμουν στον ήλιο μέχρι που το δέρμα μου ξεφλούδιζε. Και με όλα αυτά σκανδάλιζα τις επαρχιώτισσες νεαρές κυρίες ..."

(Άννα Αχμάτοβα, Το φως του προβολέα, Μτφρ: Ασπασία Λαμπρινίδου, Εκδ. Το Ροδακιό)



ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:

"Μουσική(στον Ντμίτρι Ντμίτριεβιτς Σοστακόβιτς)"

Μέσα της κάτι θαυματοποιό ζει
στα μάτια της λαξεύονται οι τόποι.
Αυτή μόνο μ’ εμένα μιλάει
όταν να πλησιάσουν φοβούνται οι άλλοι.

Όταν ο τελευταίος φίλος απέστρεψε το βλέμμα,
μαζί μου ήτανε μέσα στο μνήμα,
και τραγουδούσε θαρρείς σαν να ‘τανε η πρώτη μπόρα
λες κι άρχισαν τα όλα μαζί τα λουλούδια να μιλούν.

(Μτφ:Δ.Τριανταφυλλίδης / samizdatproject2)


Το παραπάνω ποίημα της Άννας Αχμάτοβα είναι αφιερωμένο στον Σοστακόβιτς.

Μεταξύ τους συνδέονταν με ειλικρινέστατο θαυμασμό. Εκείνη είχε παρευρεθεί στις περισσότερες πρεμιέρες των έργων του.
Όταν τελικά συναντήθηκαν το 1961, η Αχμάτοβα έγραψε στο ημερολόγιό της:
"Καθίσαμε σε απόλυτη σιωπή επί είκοσι λεπτά. Ήταν υπέροχα".

Μάλιστα, μετά την πρώτη παράσταση της 11ης Συμφωνίας του Σοστακόβιτς το 1957 συνέκρινε τα ελπιδοφόρα επαναστατικά τραγούδια, που οι κριτικοί είχαν κατακεραυνώσει γράφοντας τις φράσεις:
 "...λευκά πουλιά που πετούσαν ενάντια ενός τρομερού μαύρου ουρανού".

Την επόμενη χρονιά αφιέρωσε τη σοβιετική έκδοση των "ποιημάτων" της:
"Για τον Ντμίτρι Ντμιτριέιτ Σοστακόβιτς, στην εποχή της οποίας έζησα στη γη", που διαβάσαμε παραπάνω.


i.pinimg

Στο διπλανό εικαστικό, απεικονίζεται η  "Αχμάτοβα ως Καρυάτιδα".


Είναι σκίτσο του Αμεντέο Μοντιλιάνι, με τον οποίο η ποιήτρια έζησε ένα σύντομο, πλην εκρηκτικό ειδύλλιο.


Ο ιταλός καλλιτέχνης έκανε αρκετά σκίτσα ( γυμνά κυρίως) της Αχμάτοβα τα οποία αποκαλύπτουν μια φοβερή ευαισθησία, ενώ οι λιτές γραμμές που σχηματίζουν το περίγραμμα της είναι φορτισμένες με τρομερή ενέργεια και δυναμισμό.




Η ρωσίδα της ίδιας γενιάς, Μαρίνα Τσβετάγιεβα γράφει ένα ποίημα-αφιέρωμα στην φίλη και συνοδοιπόρισσα Αχμάτοβα κι είναι το έκτο στη σειρά που θα μελοποιήσει ο Σοστακόβιτς στο έργο του: "Poems of Marina Tsvetayeva, για άλτο και πιάνο, Op. 143".
Ο Σοστακόβιτς εμβαθύνει στο κείμενο, ενισχύει τις ιδέες και τα μηνύματά του με τα εκφραστικά μέσα του και την εμβληματική γοητεία της μελωδικής γραμμής του...
Απόκοσμη η αίσθηση που αναδύουν οι ήχοι του, αντικατοπτρίζουν τη νοσηρότητα της ρωσικής κοινωνίας, που η Αχμάτοβα ανέδειξε μέσα από το ποιητικό της έργο.
Ενα έργο πρωτοποριακό, με πυκνότητα έκφρασης και ψυχικού βάθους.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:

"Άννα Αχμάτοβα
Ω, ομορφότερη των μουσών
Έπιασα το κεφάλι μου και στέκομαι
Ένα ακόμη πελώριο φτεροκόπημα
Λέων του μωρού το όνομα
Τόσοι φίλοι και συνοδοιπόροι!
Μη μείνω πίσω από εσέ
Εσύ που τις σκέπες χαλάς
Στο παζάρι ούρλιαζε ο λαός
Της Άννας της χρυσόστομης πασών των Ρωσιών
Στο λεπτό συρματόπλεγμα πάνω από την ελεύθερη βρώμη
Ήλιε έλα και σκέπασέ με στην κορυφή
Τα χέρια μου τα δώσανε
Κι αν τους βοστρύχους κάτω από το μαντίλι"
("Στην Άννα Αχμάτοβα", Μαρίνα Τσβετάγιεβα)

Το ακούμε στην ορχηστρική εκδοχή του από την Royal Concertgebouw Orchestra και στο πόντιουμ τον Bernard Haitink.

Shostakovich: "6 Poems of Marina Tsvetaeva, 6. To Anna Akhmatova"




Παλαιότερα κείμενα για την Αχμάτοβα, μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.




(onassis.org, lifo.gr, samizdatproject2, athensvoice.gr, classicfm, "The Shostakovich Wars, Feofanov-ebook)

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Αχμάτοβα: "Ποίημα δίχως ήρωα"...


Anna Akhmatova, Olga Della-Vos-Kardovskaya, Tretyakov Gallery

"Ασέλγεια και προσευχή" μπλέκονται στο ποιητικό έργο της σπουδαίας Άννας Αχμάτοβα, γι' αυτό και χαρακτηρίστηκε: "Αγία και Πόρνη".
Απότομη, αιχμηρή η γλώσσα της, σχεδόν καταγγελτική, μια δημιουργός μοναδικής ευφυίας...

Το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα Αντρέγεβνα Γκορένκο.
Όταν άρχισε να γράφει ποίηση ο πατέρας της που φοβόταν μήπως σπιλωθεί το όνομα της οικογένειας, την ανάγκασε να υιοθετήσει ένα ψευδώνυμο. Η Άννα επέλεξε το Αχμάτοβα, επώνυμο μιας προγιαγιάς της  από τη φυλή των Τατάρων.




Ένα από τα σπουδαιότερα έργα της "Άννας Πασών των Ρωσιών", που χαρακτηρίζεται από την πυκνή γραφή και το βαθύ του φιλοσοφικό περιεχόμενο είναι το μακροσκελέστατο: "Ποίημα δίχως ήρωα".
Η ίδια η ποιήτρια το θεωρούσε την κορωνίδα των δημιουργιών της.

Η Αχμάτοβα το ξεκίνησε παραμονές Χριστουγέννων του 1940 και το ολοκλήρωσε μετά από δυο δεκαετίες λίγο πριν τον θάνατό της, σαν σήμερα, 5 Μαρτίου 1965.

Η σύλληψη της ποιητικής ιδέας ήρθε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Λένιγκραντ διαβάζοντας -όπως η ίδια εκμυστηρεύτηκε-  το ποίημα: "Είμαι μάρτυρας των πάντων στον κόσμο τούτο".

Πρόκειται για ένα τριών επιπέδων ποίημα(συνάντηση με γεγονότα και πρόσωπα από το παρελθόν, παρόν και μέλλον), γι' αυτό η ίδια η Αχμάτοβα, το χαρακτήρισε: "κοσμηματοθήκη με τριπλό πάτο".


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:

Αφιέρωση
27 Δεκεμβρίου 1940
Βσ. Κ.

… κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τʼ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κιʼ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά ….
Marche funebre …
Σοπέν…

(Αχμάτοβα: "
Ποίημα Δίχως Ήρωα, μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης¨, από: vakxikon)



Το "Marche funèbre", με την αναφορά του οποίου κλείνει το ποίημά της η Άννα Αχμάτοβα, είναι το τρίτο μέρος της Σονάτας Ν.2 που συνέθεσε ο Φρειδερίκος Σοπέν το 1839 στο Παρίσι.
Με εμφανείς επιρροές από Μπαχ και Μπετόβεν, η σονάτα αυτή ανήκει στα ώριμα έργα του συνθέτη και θεωρείται από τις σπουδαιότερες σονάτες για πιάνο του παγκοσμίου ρεπερτορίου.

Το Marche funèbre είναι ένα ελεγειακού ύφους, αργό ρυθμικά μέρος, αντίστοιχο των χτύπων της καρδιάς κάθε μουσικόφιλου, όταν αναλογίζεται τη νεότητα του πολωνού συνθέτη, που ζήλεψε ο θάνατος και τον πήρε στα μόλις τριανταεννιά του χρόνια…
Κατόπιν επιθυμίας του Σοπέν εκτελέστηκε μαζί με το ρέκβιεμ του Μότσαρτ στην κηδεία του, που γι’ αυτό το λόγο ονομάστηκε: "Επικήδειο εμβατήριο".


Ένα επικήδειο εμβατήριο γραμμένο με το αίμα της ψυχής είναι και το "Ποίημα δίχως ήρωα"  της Άννας Αχμάτοβα, που το αφιέρωσε στη μνήμη όσων χάθηκαν στο Λένινγκραντ κατά τη διάρκεια της πολιορκίας...



Chopin: Piano Sonata No.2, Op.35 - iii.Marche funèbre / Arturo B. Michelangeli:


Τελικά, ....

"όταν πεθαίνει ο άνθρωπος τα πορτρέτα του αλλάζουν.
Αλλιώτικα κοιτούν τα μάτια
και τα χείλη χαμογελούν με χαμόγελο αλλιώτικο
το σκεφτόμουν καθώς επέστρεφα από την κηδεία ενός ποιητή..."



Άλλα κείμενα για την Αχμάτοβα μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.





Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Η Άννα Πασών των Ρωσιών κι ο γκριζομάτης βασιλιάς της...

 

«Portrait of Anna Akhmatova», Nathan Altman/The Russian Museum, St. Petersburg


H  ρωσίδα ποιήτρια, η Άννα Αχμάτοβα, μια προσωπικότητα απαστράπτουσα, χαρισματική!
Έχει υμνηθεί από καλλιτέχνες της εποχής της, κυρίως ζωγράφους και ποιητές, που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στον ερωτισμό, τον αινιγματισμό της και την γοητεία της μυστικιστικής αύρας που εξέπεμπε.. .

Από εικαστικής πλευράς, ίσως πιο δημοφιλή είναι τα σκίτσα που τής είχε κάνει ο Μοντιλιάνι, που ως γνωστόν είχε ζήσει μαζί του ένα θυελλώδη έρωτα.
Κι ενώ ο καταραμένος Αμεντέο τη σκιτσάρει σαν ακροβάτισσα ή σαν Αιγύπτια θεά με δυο ασύμμετρα μάτια, θολά και κενά, το' να λες, να κοιτάζει τον έξω κόσμο και τ'άλλο την ψυχή,...στο παραπάνω πορτρέτο της, του Άλτμαν, που είχα την τύχη να θαυμάσω πέρυσι στην Αγία Πετρούπολη, η ποιήτρια γίνεται η άυλη και συγχρόνως γήινη μούσα του καλλιτέχνη και παρουσιάζεται ως «λακαρισμένη κούκλα».
Μαζί με τη θηλυκότητα του μοντέλου του, με τα γεμάτα ηδονή οστά να ξεχωρίζουν στο στέρνο της, ο ζωγράφος στοχεύει να μεταφέρει την πνευματική κοινωνία της, τονίζοντας τα ακονισμένα χαρακτηριστικά της.
Τα σταυρωμένα πόδια και χέρια της, υπογραμμίζουν την πρόκληση της ερωτικής διάθεσης και η χρυσοκίτρινη εσάρπα ριγμένη αθώα και πονηρά, άδολη ανάταση και ύπουλο βύθισμα στους ώμους που προεξέχουν...στη σχισμή του στήθους που παίζει κρυφτό με το άσπρο πέτο...

Στη μνήμη, φίλοι μου, της «Άννας Πασών των Ρωσιών», όπως έχουν αποκαλέσει την Άννα Αχμάτοβα, σας καλησπερίζω με μια παρέα αγαπημένων ρώσων...

Η Αχμάτοβα, που πέρασε στην αιωνιότητα σαν σήμερα 5 Μαρτίου 1966 μπορεί να μην είχε, παρά ελάχιστα βιβλία στο σπίτι που μεγάλωσε, όμως το γονίδιο υπήρχε στο DNA της από την λόγια προγιαγιά της...
Την ποίηση  την αγάπησε και μέσα από τα μάτια του πρώτου έρωτά της, μετέπειτα ενός εκ των συζύγων της, που ήταν ποιητής...
Φυσικά, ξεπέρασε κάθε προσδοκία η εξέλιξή της...

Θυμάμαι με είχε συγκινήσει η εκτός ελέγχου σχέση της με το νεαρό τότε ζωγράφο Μοντιλιάνι και την είχα ψάξει με αφετηρία αυτό...



Μέσα σε τέσσερις μέρες και για να χαλαρώσει λίγο από τους εξαντλητικούς ρυθμούς σύνθεσης εκείνο το φθινόπωρο του 1916, ο Σεργκέι Προκόφιεφ αποφάσισε να μελοποιήσει κάποια ποιήματα.
Σε προηγούμενους κύκλους τραγουδιών του είχε προσεγγίσει μουσικά κλασικούς και ρομαντικούς ρώσους ποιητές (Πούσκιν, Λέρμοντοφ…)
Επιθυμούσε όμως να προσεγγίσει και σύγχρονους δημιουργούς.

Εκείνη την εποχή, η Αχμάτοβα με το λόγο της μετέδιδε την αίσθηση της νοσηρής ρωσικής κοινωνίας κι αποτελούσε μια πολλά υποσχόμενη νεαρή ελπίδα της ρωσικής ποιητικής τέχνης.
Επιλέγει λοιπόν 5 ποιήματά της, που όταν παρουσιάστηκαν μελοποιημένα προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση με τον ίδιο τον Προκόφιεφ να συνοδεύει στο πιάνο.

Ο κύκλος τραγουδιών για υψίφωνο και πιάνο χαρακτηρίζονται από έντονη λυρική αύρα, τρυφερότητα και ζεστασιά.
Ακόμα και ο ίδιος ο Προκόφιεφ παραδέχθηκε ότι «μετά από αυτά τα τραγούδια, πολλοί θα πιστέψουν πως γράφω για πρώτη φορά λυρική μουσική».

Ο συνθέτης εμβαθύνει στο κείμενο της Αχμάτοβα και ενισχύει τις ιδέες και τα μηνύματά της με τα εκφραστικά μέσα του και τη λυρική γοητεία της μελωδικής γραμμής του...
Κι ενώ πολλοί μέχρι τότε είχαν ορίσει το έργο του τέτοιο, που δύσκολα βρίσκει κανείς θάλπος, τρυφερότητα, ή ρομαντισμό και συναίσθημα, ακούγοντας τα «Πέντε Ποιήματα της Akhmatova, Op. 27» φυσικά, αλλάζουν γνώμη…

Τα πέντε ποιήματα που συνιστούν τον κύκλο είναι:

1.The Room Was Filled With Sunlight 
2.Real Tenderness 
3.Memory of the Sun 
4.Good Day και
5.Grey-Eyed King

Για σήμερα προτείνω να ακούσουμε το τελευταίο ποίημα του κύκλου με τίτλο:

«Ο γκριζομάτης βασιλιάς»

Δόξα σοι, πόνο μου χωρίς διέξοδο και διαφυγή!
Ο γκριζομάτης χθες ο βασιλιάς έχει αποκοιμηθεί.
Μια φθινοπώρου βραδιά ήταν κόκκινη και πνικτική,
Ήρθε ο άνδρας μου και με αδιάφορη είπε φωνή:
“Ξέρεις, από το κυνήγι τον έχουνε φέρει νεκρό,
Βρήκαν το πτώμα δίπλα στης δρυός ένα δέντρο παλιό.
Κρίμα όμως τη βασίλισσα. Ήτανε νέος πολύ!
Σε μία νύχτα της έγινε άσπρο όλο το μαλλί”.
Πάνω στο τζάκι την πίπα του βρήκε αυτός και μετά
Βγήκε και πήγε στη νυχτερινή του δουλειά.
Τώρα θα πάω εγώ να ξυπνήσω την κόρη μου και τρυφερά
Θα κοιταχτώ στα ματάκια της γκρίζα γι’ άλλη μια φορά.
Έξω στο δρόμο θροΐζουν οι μέλαινες λεύκες μέσα στη σιγή
Και λένε: “Πια ο βασιλιάς σου σ’ ετούτο τον κόσμο δεν ζει”.

(μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου)

Σε μια ιδιαίτερη ηχογράφηση…
Ερμηνεύει η υψίφωνος Γκαλίνα Βισνέφσκαγια, ενώ ο σύζυγός της, τσελίστας Μτσισλάβ Ροστροπόβιτς τη συνοδεύει στο πιάνο.




5 του Μάρτη, έφυγαν κι οι δυο...
Η Αχμάτοβα το '66 και δεκατρία χρόνια νωρίτερα ο φίλος της, Προκόφιεφ...


Άλλα κείμενα για την Αχμάτοβα μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.