Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίλσεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίλσεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Carl Nielsen: "Παν και Σύριγξ"

 

O Carl Nielsen το 1917, εποχή σύνθεσης του: "Pan og Syrinx"

"Ήταν 9 Ιουνίου 1865.
Σίγουρα, δύσκολη μέρα για τη μητέρα μου, αλλά ταυτόχρονα και πολύ ευτυχισμένη.
Οι γονείς μου ζούσαν σε ένα απομακρυσμένο, μικρό σπίτι στην εξοχή του Funen...
Εκείνη τη μέρα, η μητέρα ήταν μόνη στο σπίτι με τα έξι μεγαλύτερα αδέρφια μου, όταν ένιωσε τον πρώτο πόνο τοκετού. Θα πρέπει να τρόμαξε πολύ...
Βγήκε έξω στον κήπο κι έφτασε στο μεγάλο δέντρο του. Άπλωσε τα χέρια, αγκάλιασε τον κορμό του κι άρχισε να χτυπά το κεφάλι της πάνω του.
Απερίγραπτη χαρά αλλά και ανακούφιση -θαρρώ- θα'νιωσε η καημένη,
όταν επιτέλους έκανα την είσοδό μου σ' αυτόν τον κόσμο".
(carlnielsen)

Ο Καρλ(πρώτος αριστερά)
με κάποια από τα αδέρφια του στο Funen
(carlnielsen)
Με αυτά τα λόγια ξεκινά τις παιδικές του αναμνήσεις, ο Δανός συνθέτης Καρλ Νίλσεν στο βιβλίο του με τίτλο: "Η παιδική μου ηλικία στο Funen", που εκδόθηκε το 1927. Πρόκειται για αυτοβιογραφία και την κύρια πηγή πληροφοριών μας σχετικά με την παιδική και νεανική περίοδο τη ζωής του συνθέτη, που  στη χώρα του θεωρείται "εθνικό, μουσικό σύμβολο". 

Ο Νίλσεν αγάπησε τη μουσική απ' όταν ήταν παιδί και άκουγε τα νανουρίσματα της μητέρας του, ή τον πατέρα του που μελετούσε κορνέτα και βιολί.

Όταν ήταν έξι χρονών και αρρώστησε από ιλαρά, για να σπάει την ανία της μοναξιάς του, καθώς δεν πήγαινε σχολείο, η μητέρα του  τού κατέβασε από τον τοίχο που ήταν κρεμασμένο ένα βιολί τριών τετάρτων και του το έδωσε.

Έτσι, άρχισε να παίζει συστηματικά και όταν ο ερασιτέχνης βιολιστής πατέρας του δεν έλειπε σε γιορτές και μουσικές εκδηλώσεις όπου συμμετείχε, τού έδειχνε τα μυστικά του οργάνου.
Λίγο αργότερα άρχισε και μαθήματα πιάνου. Τις πρώτες συνθετικές προσπάθειες τις έκανε  σε ηλικία οκτώ - εννέα ετών, ενώ στη συνέχεια έγινε μέλος της στρατιωτικής μπάντας.



Στο σχολείο ο Καρλ ήταν μέτριος μαθητής, όμως αγαπούσε την Ιστορία και τη Μυθολογία.
Την Ελληνική μυθολογία λάτρεψε ακόμη περισσότερο με το γάμο του. Η σύζυγός του Άννα Μαρία ήταν ταλαντούχα γλύπτρια και συχνά έκανε ταξίδια στην Ελλάδα προκειμένου να μελετήσει ελληνικές αρχαιότητες. 

Μαζί ήταν που διάβασαν το 1917 τις "Μεταμορφώσεις" του Οβίδιου με το μύθο του Πάνα και της Σύριγγας να τον εντυπωσιάζουν, καθώς με έναν παραμυθικό τρόπο ερμήνευε την πρώτη κατασκευή του πολυκάλαμου αυλού...


"Κάποτε στα βουνά της Αρκαδίας,
στη Νώνακρη με τα πολλά νερά, μια ναϊάδα ζούσε, απ' τις νύμφες
των ρουμανιών η πλέον ζηλευτή. Σύριγγα τη φωνάζανε οι άλλες.
Που λες, λοιπόν, η Σύριγγα αυτή ξεγλίστραγε απ' όλους τους μνηστήρες -
γιατί τη λαχταρήσανε πολλοί, σάτυροι που την παίρναν στο κατόπι
κι άλλα δαιμονικά που σεργιανάν στων ρουμανιών τα σκιερά λημέρια
και μέσα στους πολύκαρπους αγρούς. Αυτή την Άρτεμη είχε μονάχη έγνοια,
κόρη παρθένα, και στη φορεσιά την πέρναγες για της Λητώς την κόρη.
[...]
 Μια μέρα που γυρνούσε απ' του Λυκαίου
το διάσελο, ο Πάνας τη θωρεί, στεφανωμένος με πευκοβελόνες,
και τέτοιο λόγο λέει της κοπελιάς… 
[...]
αψήφησε η νύφη το θεό και τρέχοντας στ' απόμερα του δάσους
φτάνει σε ποταμιά αμμουδερή, στου Λάδωνα το κρουσταλλένιο ρέμα.
Τότε η βαθιά νεροσυρμή εμπόδιζε το δρόμο της, κι εκείνη
τις αδελφές της, νύμφες του νερού, ικέτεψε ν' αλλάξουν τη μορφή της.
είπε πώς την επήρε ο Πάνας αγκαλιά κι ενώ θαρρούσε πως κρατεί την κόρη
αντίς για κείνη βρέθηκε ο θεός με καλαμιά του βάλτου αγκαλιασμένος,
κι όταν βαθύς του βγήκε στεναγμός κινήθηκε ο αέρας στο καλάμι
κι έβγαλε εκείνο ήχο λιγυρό, ήχο λεπτό και παραπονεμένο.
πώς, τέλος, ο θεός με τη γλυκιά πρωτάκουστη φωνή συγκινημένος
"αλλιώς σε θέλησα", είπε, "δε βολεί· μα έστω κι έτσι θα 'μαστε αντάμα".
Κι απ' τον καιρό εκείνο στη σειρά καλάμια άνισα και με κερί δεμένα
φκιάσανε τ' όργανο που σύριγγα το λεν και κράτησαν το όνομα της νύμφης.

(Οβίδιος, "Μεταμορφώσεις" 1. 689-712, μετ. Θ.Δ. Παπαγγελή)



Ο συνθέτης άρχισε να κρατά μουσικές σημειώσεις για ένα συμφωνικό ποίημα βασισμένο στον αρχαιοελληνικό μύθο με σκοπό να εκτελεστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του στην Κοπεγχάγη το Φεβρουάριο του επόμενου χρόνου. 

Η σύνθεση ολοκληρώθηκε σχεδόν σε δυο εβδομάδες, αν λάβουμε υπόψιν μας μια επιστολή του Νίλσεν με ημερομηνία 23 Ιανουαρίου 1918 προ τον Σουηδό φίλο του, συνθέτη Βίλχελμ Στενχάμαρ, που τού αποκάλυπτε: "ακόμη δεν έχω γράψει ούτε μια νότα!"... 

Κατάφερε ωστόσο να ολοκληρώσει την παρτιτούρα μέχρι την ημέρα της εκδήλωσης.
Το συμφωνικό ποίημα ήταν και το δώρο του Νίλσεν στους γάμους της κόρης του, Αν-Μαρί με τον Ούγγρο βιολονίστα Emil Telmányi στις 6 Φλεβάρη του 1918.  


O Νίλσεν, λάτρης της Ελλάδας και του πολιτισμού της, αποδίδει με νότες τον αρχαιοελληνικό μύθο, με φόντο τα δάση της Αρκαδίας και πρωταγωνιστές τον τραγοπόδαρο ερωτύλο θεό και την όμορφη Νύμφη. 

Καθώς η σύνθεση αναφέρεται στην κατασκευή του πνευστού οργάνου, εύστοχα ο Νίλσεν έχει αξιοποιήσει τις δυνατότητες των ξύλινων πνευστών στα μοτίβα της. 

Το έργο γράφτηκε μια περίοδο που ο Νίλσεν βρισκόταν στο απόγειο της συνθετικής του δύναμης. Πρόκειται για δημιουργία που σφύζει ποιητικότητα, με τολμηρές αρμονίες, εκλεπτυσμένες γεμάτες μυστήριο μελωδίες που σκιαγραφούν λεπτομερώς τις σκηνές του μύθου που ο Οβίδιος περιγράφει με τόση γλαφυρότητα στις "Μεταμορφώσεις" του.  

Το φλάουτο αναλαμβάνει το εναρκτήριο θέμα που πατά πάνω σε μουσικό χαλί από συνεχόμενες δοξαριές στα τοξοτά. Η αφήγηση αρχινά μέσα σ' ένα μυστήριο με ηχητικά νέφη πλασμένα από κλαρινέτα, όμποε και φαγκότα..

Κοινό και κριτικοί υποδέχτηκαν θερμότατα το "Pan and Syrinx" κάνοντας λόγο για επιρροές από τον Γαλλικό ιμπρεσιονισμό χαρακτηρίζοντας τη σύνθεση :  "Ντεμπισιανής ποιότητας με μελωδικές ιδέες ευφάνταστης ανάπτυξης, μυστηριώδεις χειρονομίες ηδυπαθών μελισμάτων και δεξιοτεχνικές ρυθμικές φιγούρες που υπαινίσσονται χορευτική διάθεση...".

Λεπτεπίλεπτοι και σαγηνευτικοί, πρωτότυποι και εντυπωσιακοί οι ορχηστρικοί ηχοχρωματικοί συνδυασμοί, μαρτυρούν την ανήσυχη, καινοτόμα φύση και μουσική ευρηματικότητα του συνθέτη.

Το σύντομο έργο του Nίλσεν περιγράφει αριστουργηματικά εκτός από την αιθέρια ελληνική φύση, τη σύγκρουση μεταξύ ανδρικών και γυναικείων δυνάμεων, την αγωνία του κυνηγητού και της μεταμόρφωσης, καθώς και το άδοξο τέλος της ιστορίας με μόνο θετικό την επινόηση και κατασκευή ενός πνευστού με "ήχο λιγυρό, λεπτό και παραπονεμένο"
Αλλεπάλληλες εναλλαγές διαθέσεων οδηγούν σε μιαν αναστοχαστική κατάληξη μ' έναν συνεχόμενο "συριγμό" από βιολιά και βιόλες, ενώ το πιτσικάτο του τσέλου ολοκληρώνει σε πνευματικό-μεταφυσικό επίπεδο...

Είναι σύνθεση που ο Καρλ Νίλσεν επέλεγε συχνά για τις συναυλίες του και πάντα έπαιρνε ειλικρινές παρατεταμένο χειροκρότημα, αφού οι ακροατές αφουγκράζονταν τη μυστική διαίσθηση της μουσικής του, την κληρονομημένη από τα βάθη των αιώνων...
Την ώρα της υπόκλισης έκανε πάντα την ίδια αφελή σκέψη: Η μητέρα που παρακολουθούσε απ' τους ουρανούς θα' ταν άραγε περήφανη που τότε κατάμονη 
και πονώντας φρικτά στον κήπο έφερε στον κόσμο το έβδομο παιδί της;
Το ημερολόγιο έγραφε 9 Ιουνίου 1865, το αγόρι θα έπαιρνε το όνομα Καρλ και μελλοντικά στη χώρα του θα θεωρείτο "εθνικό, μουσικό σύμβολο"...


Carl Nielsen: "Pan og Syrinx, Op. 49"







Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Καρλ Νίλσεν: μια καντάτα - εγκώμιο στην Αγάπη...

 


Στη χώρα του θεωρείται εθνικό, μουσικό σύμβολο. Υπήρξε δε, ένας από τους σημαντικότερους συμφωνιστές της μεταρομαντικής εποχής.  Ο Δανός συνθέτης, βιολονίστας και μαέστρος, Καρλ Νίλσεν γεννήθηκε σαν σήμερα, 9 Ιουνίου 1865.

Ο ίδιος θεωρούσε την αγάπη και την κλίση του για τη μουσική, οικογενειακή κληρονομιά. Ένας θείος του υπήρξε ταλαντούχος μουσικός, ενώ θυμόταν τη μητέρα του να τού σιγοτραγουδάει με τη γλυκιά φωνή της νανουρίσματα και λαϊκά τραγούδια, απ' όταν ήταν παιδί...

Ο Νίλσεν έφηβος
ως μέλος της μπάντας
Ο πατέρας του επίσης έπαιζε βιολί και κορνέτα κι έτσι η μουσική ήταν κάτι συνηθισμένο κι απαραίτητο στην καθημερινότητά του.
Όταν ήταν έξι χρονών η μητέρα του τού αγόρασε δικό του βιολί κι άρχισε να παίζει συστηματικά, όταν αρρώστησε από ιλαρά και δεν πήγαινε σχολείο. Έτσι, ασχολήθηκε με το όργανο για να τού περνά η ώρα.
Λίγο αργότερα άρχισε και μαθήματα πιάνου, ενώ τις πρώτες συνθετικές προσπάθειες τις κάνει  σε ηλικία οκτώ - εννέα ετών. Στη συνέχεια έγινε μέλος της στρατιωτικής μπάντας.


Οι μουσικολόγοι υποστηρίζουν πως το έργο του χαρακτηρίζεται από μελωδική ευρηματικότητα κι αρμονική ζωτικότητα, είναι πλούσιο ενορχηστρωτικά και μάλιστα συγκρίνοντάς το με το έργο του επίσης σκανδιναβού Σιμπέλιους κρίνουν πως και οι δυο παρουσιάζουν την ίδια "σαρωτική ικανότητα", όμως οι συνθέσεις του Νίλσεν ηχούν περισσότερο δυναμικές και ταυτόχρονα χαριτωμένες, αναδύοντας οικουμενικό, αισιόδοξο και θετικό μήνυμα για τη ζωή.


Ο Νίλσεν συνάντησε τη μετέπειτα γυναίκα του, Άννα Μαρία Μπρόντερσεν, στο Παρίσι το 1891. Τούς έφερε κοντά το κοινό ενδιαφέρον και η αγάπη τους για την τέχνη. Ηταν και κείνη ανερχόμενη, ταλαντούχα γλύπτρια, μια γυναίκα αποφασιστική, δυναμική και σύγχρονων αντιλήψεων, όπως και ο Νίλσεν. Και οι δυο τους διακατέχονταν από µια ανώτερη ευαισθησία. Ήσαν καλλιτέχνες, που κινούνταν γύρω από δύο άξονες: την καλλιτεχνική καινοτοµία και την κοινωνική πράξη. 

Παντρεύτηκαν στην Φλωρεντία ελάχιστους μήνες μετά την πρώτη γνωριμία τους.  

Τιτσιάνο: "Το θαύμα του ζηλότυπου συζύγου",
Scuola di Sant'Antonio, Πάδοβα

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μέλιτος περιπλανήθηκαν σε διάφορες ιταλικές πόλεις, ανάμεσά τους και η Πάδοβα. Εκεί, θαύμασαν και εντυπωσιάστηκαν από το εικαστικό έργο του Τιτσιάνο: "Το θαύμα του ζηλότυπου συζύγου", μέρος των τοιχογραφιών του μεγάλου αναγεννησιακού καλλιτέχνη για τα θαύματα του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας στην Scuola di Sant'Antonio.

Σ'αυτό το εικαστικό, ο Τιτσιάνο μεταφέρει το σχετικό θρύλο για ένα από τα θαύματα του Αγίου. Με φόντο ένα ειδυλλιακό τοπίο απεικονίζει έναν άνδρα που μαχαιρώνει τη γυναίκα του, πιστεύοντας πως εκείνη τον έχει απατήσει. Όταν ανακαλύπτει την αλήθεια, ζητά συγχώρεση από τον Άγιο Αντώνιο, τον οποίο εκλιπαρεί να την αναστήσει(ο Τιτσιάνο τοποθετεί το επεισόδιο δεξιά πίσω από το βράχο), όπως και πράττει αναγνωρίζοντας την ειλικρινή μεταμέλειά του.


Ο Νίλσεν εστιάζοντας στην εικόνα του ζηλιάρη συζύγου, συγκλονίστηκε. Σκέψεις για το πού μπορεί να οδηγήσει η νοσηρή μορφή αγάπης, η απώλειά της ή η προδοσία, έδωσαν την ιδέα για  το πρώτο χορωδιακό του έργο. Μια  καντάτα που τιτλοφόρησε: "Hymnus amoris - Ύμνος στην Αγάπη", κι έκανε πρεμιέρα το 1897 στην Κοπεγχάγη με το συνθέτη στο πόντιουμ.
Η καντάτα είναι το Op.12 του συνθέτη και αναπτύσσεται σε 4 κινήσεις, ενώ πραγματεύεται το θέμα της αγάπης σε όλες τις πτυχές του.

O συνθέτης με τη σύζυγο και τις δυο κόρες τους

Σε αντίγραφο της παρτιτούρας ο Νίλσεν σημείωσε:

"Έγραψα την καντάτα για τη Μαρία μου! Αυτοί οι τονισμοί στο εγκώμιο της αγάπης δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με την πραγματικότητα. Όσο θα μ' αγαπάς, τόσο θα πασχίζω να φτάσω στην απόλυτη έκφραση του Υψηλού και μαζί θ' ανεβαίνουμε όλο και ψηλότερα στοχεύοντας στην αγάπη. Αγάπη για τη ζωή και την τέχνη!"

Η αγάπη για τον Νίλσεν είναι το ύψιστο πανανθρώπινο συναίσθημα γι' αυτό και επιλέγει για το κείμενο της καντάτας τη "μνημειακή" Λατινική Γλώσσα.
Το λατινικό κείμενο πυροδοτεί τη φαντασία του και τον ωθεί να εφεύρει εκπληκτικές, ζωντανές μουσικές εικόνες.  Η σύνθεση διέπεται από μιαν απέριττη θρησκευτική μελωδικότητα και έναν ελεγειακό ή άλλοτε ευφρόσυνο λυρισμό.


1. To πρώτο μέρος "Παιδική ηλικία" αποτυπώνει έναν τρυφερό διάλογο αγάπης ανάμεσα σε παιδιά και μητέρες.

"Η αγάπη μού δίνει ζωή, με γεμίζει χαρά.
Ανθίζω με τη στοργή και την τρυφερότητα"

2. Στο δεύτερο μέρος "Νεότητα", οι δυο σολίστες, τενόρος και σοπράνο διατυπώνουν εναλλάξ με τη χορωδία τις απόψεις τους για το πρώτο ερωτικό σκίρτημα.

"Η αγάπη είναι η βαθιά επιθυμία μου.
Λάμπει σαν αστέρι.
Η παρουσία της στη ζωή μου με ολοκληρώνει"


3. Στο τρίτο μέρος "Ενήλικη ζωή" η συνομιλία γίνεται ανάμεσα στην χορωδία ανδρών και τη σοπράνο που εκπροσωπεί μια προδομένη από τον αγαπημένο της, γυναίκα.

(Άνδρες): 
Η αγάπη είναι η πηγή της δύναμής μου.
 
 (Η δυστυχισμένη γυναίκα):
Η αγάπη είναι η πηγή των δεινών μου.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πληγή από αγάπης λαβωματιά"



4. Η αγάπη όπως βιώνεται στα "Γηρατειά" αποτυπώνεται στο τέταρτο μέρος της καντάτας, όπου οι 4 σολίστες, άνδρες και γυναίκες διαλογίζονται στοχαστικά με τη χορωδία. 

Η αγάπη είναι η γαλήνη μου, στη δύση της ζωής.
μου' δωσε πλούτη αρκετά για να μοιράσω...
Λατρεύω την ειρήνη!
Έκρηξη ουράνιας μουσικής
φως αναδύεται και ήχοι
που εγκωμιάζουν την αγάπη!
Τ' όνομα της αγάπης είναι ειρήνη!


Carl Nielsen: "Hymnus amoris, Op. 12":