Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωσόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωσόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Jean Richepin: "Μιάρκα, το κορίτσι με την αρκούδα"...



Σαν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου 1849, γεννιέται στην Αλγερία, τότε γαλλική αποικία, ο Jean Richepin. Ο κορυφαίος ποιητής, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας συνδέθηκε με τον παρνασσισμό, αλλά ξεχώρισε για τον έντονα λυρικό και συχνά προκλητικό λόγο του, καθώς και για τη συμπάθειά του προς τους περιθωριακούς και τους καταπιεσμένους. Το έργο του χαρακτηρίζεται από πάθος, κοινωνική ευαισθησία και γλωσσική ζωντάνια.

Τέλη του 19ου αιώνα γράφει το μυθιστόρημά του "Miarka, la fille à l’ours - Μιάρκα: το κορίτσι με την αρκούδα", ένα έργο που δείχνει το έντονο ενδιαφέρον του συγγραφέα για τους περιθωριακούς, τους νομάδες και τη ζωή έξω από τα κοινωνικά συμβατικά πλαίσια. Μέσα από τη μορφή της Μιάρκα, ο Ρισπέν υμνεί την ελευθερία, τη φύση και το πάθος, ενώ παράλληλα καταγγέλλει την προκατάληψη και την κοινωνική αδικία.

abebooks
Πρωταγωνιστικό ρόλο στην πλοκή παίζει η Μιάρκα, μια νεαρή τσιγγάνα, που ζει με τη γιαγιά της σε ένα ερειπωμένο κάστρο που τους έχει παραχωρηθεί από τον πλούσιο ιδιοκτήτη του, ο οποίος ενδιαφέρεται να μελετήσει τη ζωή των τσιγγάνων. Η κοπέλα αγαπιέται με τον ανιψιό του ιδιοκτήτη, όμως γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης και από τον φύλακα του κάστρου, ο οποίος, όταν απορρίπτεται, βάζει φωτιά στην έπαυλη, πράξη για την οποια κατηγορούνται οι τσιγγάνες. Αργότερα προσπαθεί να παρασύρει και να ναρκώσει τη Μιάρκα, αλλά σκοτώνεται από την αρκούδα της, προλαβαίνοντας να ομολογήσει τα εγκλήματά του. Έτσι η αλήθεια αποκαθίσταται και η Μιάρκα ενώνεται με τον αγαπημένο της, ο οποίος γίνεται ο νέος αρχηγός της νομαδικής φυλής.


Το έργο γνώρισε μεγάλη απήχηση και ενέπνευσε θεατρικές και μουσικές διασκευές.

1. Το 1887, ο Alexandre Georges γράφει τον κύκλο τραγουδιών "Les chansons de Miarka - Τα Τραγούδια της Μιάρκα". Ο κύκλος περιλαμβάνει συνολικά 14 ποιήματα του Ζαν Ρισπέν, μικρές λυρικές στιγμές εμπνευσμένες από τον κόσμο της Μιάρκα και τη νομαδική ζωή των τσιγγάνων.

Λίγο αργότερα, ο συνθέτης αφηγείται ολόκληρη την υπόθεση του βιβλίου στη λυρική του όπερα "Miarka, la fille à l’ourse - Μιάρκα, το παιδί της αρκούδας", που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Όπερα Κομίκ του Παρισιού το 1905, αποσπώντας το ενδιαφέρον του κοινού της εποχής. Η μουσική της όπερας στηρίζεται στον προηγούμενο κύκλο τραγουδιών, αλλά εμπλουτίζεται με χορωδιακά μέρη, λυρικά ρετσιτατίβι και δραματικές σκηνές, που αναδεικνύουν την ένταση και την ατμόσφαιρα της ιστορίας. Η όπερα ξεχωρίζει για την αναπλαστική χρήση του μουσικού υλικού, όπου η μουσική γίνεται μέσο αφήγησης και έκφρασης των συναισθημάτων των χαρακτήρων, ενώ τα χορωδιακά και οι άριες δίνουν πνοή στο πνεύμα της νομαδικής ζωής και της τσιγγάνικης παράδοσης.

Θα ακούσουμε τον "Ύμνο στον Ήλιο", ένα τραγούδι που ψάλλει η τσιγγάνα γιαγιά της Μιάρκα. Στην παρτιτούρα του Georges, η εισαγωγή περιγράφεται ως εξής:
"Η τσιγγάνα σηκώνει τη μικρή Μιάρκα πάνω από το κεφάλι της και, σαν ιέρεια που τελεί ιερή τελετή, ψάλλει τον ύμνο με δυνατή φωνή και επίσημο ύφος, παρουσιάζοντας το παιδί στον Ήλιο."


"Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από κόκκινο χρυσάφι,
Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από διαμάντι,
Ήλιε, που φλέγεσαι, ήλιε από αίμα!

Ήλιε, σου προσφέρω αυτό το ζωντανό χρυσάφι
Ήλιε, σου δίνω αυτό το διαμάντι από σάρκα
Ήλιε, σου αφιερώνω αυτό το αίμα από το αίμα μου!

Ήλιε, βάλε το χρυσάφι σου στο δέρμα της!
Ήλιε, βάλε το διαμάντι σου στα μάτια της!
Ήλιε, βάλε το αίμα σου στην καρδιά της!"



2. Από το ίδιο μυθιστόρημα του Ζαν Ρισπέν "Miarka, la fille à l’ourse", εμπνέεται το 1888 ο σπουδαίος Γάλλος συνθέτης Ernest Chausson τον κύκλο "Chansons de Miarka, Op.17", που περιλαμβάνει δύο τραγούδια: Les morts - Οι νεκροί" και "La pluie - Η βροχή. Οι στίχοι τους γράφτηκαν από τον ίδιο τον Ρισπέν και αποτυπώνουν την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα του κόσμου της Μιάρκα, εστιάζοντας στην ποιητική διάσταση της νομαδικής ζωής των τσιγγάνων.

Η μουσική του Σωσόν χαρακτηρίζεται από λεπτή εκφραστικότητα και εσωτερικότητα, με φωνητική γραμμή που ακολουθεί τη ροή του ποιητικού λόγου και συνοδευτικό πιάνο που δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα.


Τα δύο μελοποιημένα ποιήματα ακούγονται διαδοχικά και συνδέονται με τη σκηνή του θανάτου της γιαγιάς. Ενώ η βροχή συνέχιζε να πέφτει, η Μιάρκα, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της τη γριά γιαγιά της, δέχτηκε το ζεστό φιλί της και αμέσως μετά την τελευταία της πνοή. Καθώς οι τσιγγάνοι έσκαβαν τον τάφο, η Μιάρκα έντυνε τη γιαγιά της και μέσα στα αναφιλητά της και με το ρυθμό της βροχής, μουρμούριζε το θλιμμένο τραγούδι της φυλής της.

Ernest Chausson: "Chansons de Miarka, Op.17"
Ι. Les morts - ΙΙ. La pluie



Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Ο Τουργκένιεφ, η Πολίν Βιαρντό και ο θριαμβευτής έρωτας...


Ivan Turgenev's portrait, Ilya Repin
Από τους σημαντικότερους Ρώσους λογοτέχνες του 19ου αιώνα, γνωστός για τη βαθιά ανθρωποκεντρική γραφή του, τη λεπτή ψυχογραφία των χαρακτήρων του και τη ρεαλιστική απεικόνιση της ρωσικής κοινωνίας της εποχής του υπήρξε ο Ιβάν Τουργκένιεφ.

Γεννήθηκε στο Οριόλ της Ρωσίας στις 9 Νοεμβρίου του 1818 και μεγάλωσε σε μια αριστοκρατική, αλλά αυταρχική οικογένεια, γεγονός που επηρέασε έντονα το έργο και την κοσμοθεωρία του. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στη Μόσχα, στην Αγία Πετρούπολη και στη Γερμανία, όπου επηρεάστηκε από τη δυτικοευρωπαϊκή σκέψη.

Υπήρξε φίλος και συνομιλητής μεγάλων Ευρωπαίων διανοουμένων και καλλιτεχνών, ενώ έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Γαλλία. 
Η πλατωνική και μακρόχρονη σχέση του με την διάσημη σοπράνο, Πολίν Βιαρντό επηρέασε βαθιά την προσωπική και καλλιτεχνική του πορεία.

Ανάμεσα στα έργα του, τα γεμάτα ευαισθησία, λεπτότητα και διαχρονική δύναμη ξεχωρίζουμε σήμερα "Το τραγούδι του έρωτα θριαμβευτή", όπου εξερευνά τα ιδανικά της αγάπης και τις αναπόφευκτες απώλειες που τη συνοδεύουν. Μέσα από τη συγκινητική του αφήγηση, το έργο εξετάζει την αλληλεπίδραση μεταξύ πάθους και απελπισίας, καταδεικνύοντας πώς η αγάπη μπορεί τόσο να ανυψώσει όσο και να βασανίσει το ανθρώπινο πνεύμα. Ο Τουργκένιεφ που έγραψε τη νουβέλα γύρω στα 1882 τοποθετεί την ιστορία του στην αναγεννησιακή Φεράρα. Δύο φίλοι, ο ζωγράφος Φάμπιο και ο μουσικός, Μούτσιο, είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα, την εκθαμβωτική Βαλέρια. Εκείνη, παρότι και οι δύο της είναι αρεστοί, τελικά επιλέγει να παντρευτεί τον Φάμπιο.

Πηγή: fnac.com
Ο Μούτσιο, πληγωμένος αλλά φαινομενικά ψύχραιμος, φεύγει για ταξίδι στην Ανατολή.Οταν επιστρέφει μετά από 4 χρόνια, είναι βαθιά αλλαγμένος. Φέρνει μαζί του έναν αέρα εξωτικό, μαζί με μυστικιστικά αντικείμενα, παράξενες ιστορίες και μια αινιγματική, σχεδόν απόκοσμη αύρα.Αρχίζουν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα:
Ο Φάμπιο νιώθει σκιές να βαραίνουν το σπίτι του, ανησυχία να διαποτίζει τις νύχτες του, και, πάνω απ’ όλα, ένα μυστηριώδες τραγούδι -μελωδία αλλόκοτη και υπνωτιστική- να τον ξυπνά τις νύχτες. Το τραγούδι είναι γεμάτο ένταση, πάθος και σκοτεινή δύναμη, σαν επίκληση ή παλιό ξόρκι. Μοιάζει να αναδύεται από τα βάθη της ψυχής… ή της ζήλιας;

Η Βαλέρια φαίνεται διχασμένη. Δεν μιλάει γι’ αυτό, αλλά κάτι μέσα της αλλάζει. Νιώθει ν' απομακρύνεται. Ο Φάμπιο αρχίζει να υποψιάζεται πως η επιστροφή του Μούτσιο έχει φέρει πίσω το παλιό πάθος, αλλά και μια δύναμη ανεξήγητη, που λειτουργεί υπόγεια.

Τελικά, το τραγούδι που ακούγεται κάθε νύχτα -το τραγούδι του θριαμβευτή έρωτα- είναι η μουσική έκφραση ενός έρωτα που δεν λησμονήθηκε ποτέ, που δεν χάθηκε, αλλά επέμεινε στο σκοτάδι, μεταμορφώθηκε σε εμμονή και επιστρέφει σαν φάντασμα για να διεκδικήσει τα πάντα.

Ο Φάμπιο νιώθει ότι ο Μούτσιο ασκεί μυστηριώδη δύναμη πάνω στη Βαλέρια. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί ώστε να ολοκληρώσει το πορτρέτο της Βαλέριας που του ποζάρει ως Αγία Καικιλία, προστάτιδας της Μουσικής... Η αόρατη παρουσία του άλλοτε φίλου του γίνεται ολοένα και πιο απειλητική, σχεδόν μαγική ή σατανική, ιδιαίτερα τη νύχτα, όταν αντηχεί το υπνωτιστικό τραγούδι.

Στη δραματική κορύφωση της ιστορίας, ο Φάμπιο εισβάλλει στο δωμάτιο του Μούτσιο και τυφλωμένος από πάθος, φόβο και ζήλια, τον μαχαιρώνει.

Ο Φάμπιο είναι πεπεισμένος ότι σκότωσε τον Μούτσιο. Ωστόσο, ο Μαυριτανός υπηρέτης του τελευταίου φαίνεται να τον επαναφέρει στη ζωή, και μαζί φεύγουν από το σπίτι.

Την επόμενη μέρα, ο Φάμπιο συνεχίζει να ζωγραφίζει τη Βαλέρια ως Αγία Καικιλία, κρατώντας βιολί. Κι εκεί, μέσα στην ησυχία του δωματίου, το υπνωτιστικό, μυστηριώδες τραγούδι αντηχεί ξανά, σαν ψίθυρος από έναν κόσμο αόρατο.
Η Βαλέρια, αγγίζοντας τις χορδές νιώθει μέσα της κάτι να ζωντανεύει. Σαν να ξυπνά αναγεννημένη από έναν βαθύ λήθαργο.

Ο συγγραφέας αφήνει το τέλος ανοιχτό, δίχως ξεκάθαρες απαντήσεις. Ο αναγνώστης καλείται να στραφεί μέσα του, να αναζητήσει τα δικά του "γιατί" και "πώς", να ανακαλύψει αν είναι τελικά η αγάπη -μέσω της μουσικής εδώ- που, μετά από ζήλια, πάθη και εσωτερικό χάος, βρίσκει ξανά σχήμα και ουσία.

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη νίκη της αγάπης να μην είναι η κατοχή, αλλά η παρουσία. Μια παρουσία διακριτική, μα αιώνια, μέσα στην ψυχή.

***

Η σχέση του Ιβάν Τουργκένιεφ με την Πολίν Βιαρντό
υπήρξε μία από τις πιο βαθιές και καθοριστικές προσωπικές συνδέσεις της ζωής του. Η Πολίν, πολυτάλαντη σοπράνο, πιανίστα και συνθέτρια, δεν ήταν μόνο πηγή έμπνευσης για τον Τουργκένιεφ, αλλά και πνευματική συνοδοιπόρος, μια παρουσία που τροφοδοτούσε τη σκέψη, τη δημιουργία και το συναίσθημά του.

Ο έρωτάς του για εκείνη, αν και πλατωνικός, ανέφικτος, σημάδεψε τόσο την προσωπική του πορεία όσο και το λογοτεχνικό του έργο, μετουσιώνοντας την αγάπη, τον πόθο και την αφοσίωση σε μια υπέρβαση της συμβατικής ερωτικής σχέσης. Η σύνδεσή τους ήταν ένα μίγμα θαυμασμού, τρυφερότητας και βαθέος ψυχικού δεσμού, που άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην τέχνη της εποχής.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως στη νουβέλα Το τραγούδι του έρωτα θριαμβευτή, ο Τουργκένιεφ αποτυπώνει στοιχεία αυτής της ανεκπλήρωτης αγάπης. Ο μουσικός που μένει στο περιθώριο του έρωτα, η γυναικεία μορφή που εμπνέει και διχάζει, η μεταμόρφωση του πόνου σε δημιουργία, όλα αυτά μοιάζουν να αντηχούν την εσωτερική του εμπειρία.

Ίσως, τελικά, στο πρόσωπο της Βαλέριας, ο Τουργκένιεφ είδε αντανακλάσεις της Πολίν Βιαρντό, της μούσας που δεν έγινε ποτέ ερωμένη, αλλά έμεινε για πάντα παρουσία καθοριστική, μια αθόρυβη συμφωνία ανάμεσα στην καρδιά και στην τέχνη του.

***

Από τη νουβέλα του Ιβάν Τουργκένιεφ "Το Τραγούδι του Έρωτα Θριαμβευτή", που διαδραματίζεται στη Φεράρα του 16ου αιώνα και στην οποία μια μυστηριώδης μελωδία που παίζεται στο βιολί μοιάζει με μαγικό ξόρκι, εμπνεύστηκε ο Ερνέστ Σωσσόν τη σύνθεση "Poème, op. 25".

Πρόκειται για ένα έργο για βιολί και ορχήστρα, που ο Σωσσόν συνέθεσε στην Ιταλία το 1896, κατόπιν παραγγελίας του σπουδαίου βιρτουόζου βιολονίστα Eugène Ysaÿe, στον οποίο και το αφιέρωσε. Ο Ysaÿe ήταν και εκείνος που το ερμήνευσε στην πρεμιέρα του, απογειώνοντας τη δημοτικότητά του.

Η σύνθεση εκτυλίσσεται σε τρία μέρη (Lento e misterioso – Animato – Finale), τα οποία εκτελούνται χωρίς διακοπή, διαμορφώνοντας μια ελεύθερη, φανταστική μορφή. 

Η ατμόσφαιρα του έργου, βαθιά λυρική και εμποτισμένη με εσωτερική ένταση και συγκρατημένο πάθος, αντανακλά τη μελαγχολία, τον πόθο και την αινιγματική αύρα της νουβέλας του Τουργκένιεφ. Λέγεται, μάλιστα, πως ο μελωδικός πλούτος και οι αρμονικές αναλογίες του έργου συνάρπασαν τον Κλωντ Ντεμπυσσύ, που είδε σ’ αυτό μια νέα ποιητικότητα στη γαλλική μουσική.

Το "Poème" δεν διαβάζεται μόνο ως φόρος τιμής στη νουβέλα, αλλά και ως αντήχηση της συναισθηματικής πολυπλοκότητας της εποχής, όπως, για παράδειγμα, της σχέσης του ίδιου του Τουργκένιεφ με την Πολίν Βιαρντό. Μια σχέση βαθιά και σύνθετη, στην οποία, τουλάχιστον από τη μεριά του Ρώσου συγγραφέα, υπήρχε ερωτική χροιά και προσδοκία.

Όπως ο ίδιος έγραψε:

"Μόνο ο έρωτας, περισσότερο από κάθε τι άλλο, κάνει την ύπαρξή μας ν' ανθίσει…"

Και στη μουσική του Σωσσόν, ο έρωτας -ανεκπλήρωτος, μυστηριώδης, αθόρυβα παντοτινός- ανθίζει σαν υπόγεια μελωδία που δεν παύει να πάλλεται, σαν ένας λυγμός μεταμορφωμένος σε τέχνη, που διατρέχει σιωπές και συγκινήσεις...

Ernest Chausson : "Poème, Op 25", David Oistrakh












Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Θεόφιλος Γκωτιέ: η λουστραρισμένη ομορφιά της γλώσσας του...

 

Πορτραίτο του νεαρού Θεόφιλου Γκωτιέ,
(Auguste de Châtillon)

30 Αυγούστου του 1811 γεννήθηκε σε μια κωμόπολη της νοτιοδυτικής Γαλλίας ο ρομαντικός ποιητής, Θεόφιλος Γκωτιέ.

Υπήρξε μέγας χειριστής της γλώσσας και ασχολήθηκε -εκτός από την ποίηση-, με τη συγγραφή θεατρικών έργων, μυθιστορημάτων, όπως επίσης με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνική κριτική. Πέθανε εντελώς ξαφνικά στις 23 Οκτωβρίου του 1872 σε ηλικία 61 ετών μετά από μακροχρόνια καρδιακή νόσο. Ενταφιάστηκε με τιμές στο Κοιμητήριο της Μονμάρτης.

Εκτιμήθηκε ευρέως από ανθρώπους του πνεύματος(Μπωντλέρ, Μαλλαρμέ, Μ
παλζάκ, Φλωμπέρ, Όσκαρ Ουάιλντ, Έλιοτ κ.α) οι οποίοι υπογράμμισαν τη τελειότητα της μορφής των έργων του, κάνοντας λόγο για "λουστραρισμένη ομορφιά της γλώσσας".


"Πεταλούδες στο χρώμα του χιονιού
σε σμήνη πετάξτε πάνω από τη θάλασσα. 
Όμορφες, λευκές πεταλούδες,
πότε θα μπορέσω να διαβώ παρόμοιο γαλάζιο μονοπάτι;

Ξέρεις, ωραία των ωραίων,
μπαγιαδέρα μου με τα μαύρα μάτια,
αν μπορούσες να μου δανείσεις τα φτερά σου
πες, ξέρεις πού θα πήγαινα;

Χωρίς να φιλήσω ούτε ένα ρόδο
μέσα από δάση και κοιλάδες,
στα μισόκλειστα -θα πετούσα- χείλη σου, 
λουλούδι της ψυχής μου, και θα πέθαινα εκεί"

(Théophile Gautier: "Les Papillons", μτφ. δική μου)


 Ο Γκωτιέ στο παραπάνω ποίημα της νεότητάς του μεταφράζει την αγάπη σε μια συναρπαστική, σχεδόν μεθυστικά ηδονική εμπειρία που τον εκτρέπει από τη πραγματικότητα και του δίνει φτερά να πετάξει...Το ποίημα αποτελεί μικρό δείγμα της άρνησής του να συμβαδίσει με τους σύγχρονους υλιστικούς καιρούς του.

Το ποίημα ξεχειλίζει από συναίσθημα και διακρίνεται για τη μουσικότητα και το λεκτικό του ρυθμό, στοιχείο που δικαιολογεί τον αυξημένο αριθμό μελοποιήσεων... 


O Ντεμπισί την εποχή μελοποίησης του ποιήματος
1. To 1881 ο δεκαεννιάχρονος Kλωντ Ντεμπισί εμπνέεται από την τρυφερή ποίηση του Γκωτιέ, κοινωνεί και μεταλαμπαδεύει πληθώρα συναισθημάτων αναδεικνύοντας τον τρυφερό και ρομαντικό χαρακτήρα της ποιητικής δημιουργίας. Στον τύπο ενός νυχτερινού με ιμπρεσιονιστικές πινελιές, ο νεαρός γάλλος συνθέτης καταφέρνει με τις νότες και τις αρμονίες του να μεταφέρει τον πλούσιο σε συναισθηματικές εικόνες ποιητικό λόγο του Γκωτιέ ο οποίος ξεχειλίζει τρυφερότητα και συναισθηματική ευγένεια... 

Ένα κομψοτέχνημα η δημιουργία του, μαρτυρά την έμφυτη ικανότητά του να συνθέτει σε μουσικές εικόνες σπάνιας γλαφυρότητας και λεπταίσθητης αμεσότητας, περιφέροντας τον ακροατή ως σιωπηλό μέτοχο στη συγκίνηση και τη σκέψη του ποιητή.

Το μελοποιημένο ποίημα ηχογραφήθηκε oκτώ δεκαετίες μετά την εποχή σύνθεσής του. Συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ "Mélodies De Jeunesse" σε ερμηνεία της Sandrine Piau. Eύρωστη η φωνή της γαλλίδας υψιφώνου, με εκλεπτυσμένη έκφραση και εκφραστική γλυκύτητα:

"Les Papillons", Claude Debussy - Sandrine Piau:





Ο Σωσόν την εποχή μελοποίησης του ποιήματος
2.
Το 1883 ο Ernest Chausson δημοσιεύει τον κύκλο τραγουδιών "Sept mélodies, op. 2", ανάμεσά τους και το αριστοτεχνικό "Les Papillons", στο οποίο ξεχωρίζει η έντονη χρήση της αντίθεσης της δυναμικής προκειμένου να εκφραστεί το δυνατό συναίσθημα.

Το πιάνο συνεισφέρει σε υπερθετικό βαθμό στη δημιουργία της ατμόσφαιρας του ποιητικού κειμένου, με τον γοργό ρυθμό να αποτυπώνει το φτερούγισμα των πεταλούδων.
Το ακούμε από την σπουδαία Τζέσυ Νόρμαν. 
Υπέροχο ηχόχρωμα και ευαίσθητη ερμηνεία. Μέσω της υποδειγματικής μουσικής αφήγησής της υπογραμμίζει το νόημα των λέξεων, νιώθοντας βαθιά την κάθε μουσική φράση και την εσωτερικότητα της γραφής του τιμώμενου σήμερα, Θεόφιλου Γκωτιέ.


"Les Papillons", Ernest Chausson - Jessye Norman:



Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

Maurice Bouchor, ο "Ποιητής των συμβόλων"...



Ένας από τους διασημότερους γάλλους ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς στο δεύτερο μισό του 19ου αι. ήταν ο Maurice Bouchor, γνωστός ως "Ποιητής των συμβόλων".
Γεννήθηκε σαν σήμερα, 18 Νοεμβρίου 1855 στο Παρίσι και διακρίθηκε για την αγάπη του στην γαλλική λαϊκή παράδοση και τα παραμύθια.

Τα παραμύθια του ήταν τα πρώτα βιβλία που διάβασε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο οποίος με καμάρι δήλωνε:

"Δεν ήξερα ακόμη να διαβάζω αλλά ήμουν αρκετά ματαιόδοξος ώστε να απαιτώ να έχω δικά μου βιβλία. Ο παππούς μου πήγε στον κατεργάρη τον εκδότη του και πήρε "Τα παραμύθια του Maurice Bouchor", ιστορίες εμπνευσμένες από τη λαϊκή παράδοση και προσαρμοσμένες στις προτιμήσεις των παιδιών από έναν άνδρα που είχε διατηρήσει, όπως ισχυριζόταν ο ίδιος, το βλέμμα ενός παιδιού".



"Ένας άνδρας που είχε διατηρήσει το βλέμμα ενός παιδιού". Μπορούμε να καταλάβουμε τί εννοούσε, αν αναλογιστούμε πως ο ίδιος ο Μωρίς Μπουσόρ σχεδίαζε και κατασκεύαζε τους ήρωές του για το κουκλοθέατρο, γράφοντας συγχρόνως τους διαλόγους και τα τραγούδια που ερμηνεύονταν με τη δική του φωνή ή τη φωνή των φίλων του.

Καρδιακός φίλος του Μπουσόρ υπήρξε ο γάλλος μεταρομαντικός συνθέτης, Ernest Chausson.

Σε ποιήματα του γάλλου ποιητή βασίστηκε ο κύκλος τραγουδιών του: "Poème de l'amour et de la mer Οp. 19 - Ποίημα της Αγάπης και της θάλασσας", μια σύνθεση που γράφτηκε τη δεκαετία 1882-1892. 
Ένα ορχηστρικό ιντερμέδιο χωρίζει τον κύκλο σε δυο ενότητες:

Η πρώτη περιλαμβάνει το ποίημα του Μωρίς  Μπουσόρ: "Το νερολούλουδο" και η δεύτερη εκείνο με τίτλο: "Θάνατος του έρωτα":

1. "Το νερολούλουδο":

Οσμή βαθιά κι ουράνια τον άνεμο γεμίζει,
καθώς στον φράχτη η πασχαλιά σκαρφαλωμένη ανθίζει,
των γυναικών μυρώνοντας την πλούσια κόμη.
Ήλιος καυτός τη θάλασσα τώρα θα πυρπολήσει,
ενώ την άμμο τη λεπτή έχει καταφιλήσει
κύμα γλυκό κι ολόχρυσο που σπάζει ακόμη.

Ω, ουρανέ, απ'τα μάτια της θα ' χεις βαφτεί, τραγούδια
θα πεις, ω αύρα ανάλαφρη, μες στα μαβιά λουλούδια
κι από αρώματα θα βγεις πλημμυρισμένη.
Ρυάκια, που νοτίσατε τη φορεσιά της, ω πράσινα δρομάκια,
όπου ριγούν στο βήμα της τερπνά τα χορταράκια,
φέρτε μπροστά μου εδώ την πολυαγαπημένη.

Καλοκαιριάτικο πρωί, και μ'έχει αναστατώσει
μικρό κορίτσι 'όμορφο στην άκρη της θαλάσσης,
κι είχε δυο μάτια καθαρά επάνω μου καρφώσει
γλυκά γελώντας κι άγρια, τόσο, που να τα χάσεις.

Εσύ, που σ'είχε ο Έρωτας, η Νιότη αναπλάσει,"
μπροστά μου φανερώθηκες, ψυχή βαθιά του κόσμου,
κοντά σου είχε πετάξει η καρδιά μου,
την άρπαξες για πάντα από την πλάση,
και ρόδα βρέχουν οι ουρανοί,
και θάμπωσε το φως μου.

***

Φριχτή καμπάνα και βαριά,
η ώρα του αντίο!
Το κύμα πάει στην αμμουδιά
μ'έναν ρυθμό αστείο,
έστω κι αν λέμε αντίο.

Περνούν χαρούμενα πουλιά
κι η άβυσσος γελάει,
και τα νερά πρασινωπά,
και η καρδιά μου σπάει
μπρος στα γαλάζια χάη.

Κι έτσι σπαράζω, τη ζωή
βλέποντας να μακραίνει,
μέσα στο πέλαγο η ψυχή
που μου' φυγε, χαμένη
κι οι θρήνοι μου σβησμένοι.

Αυτό το κύμα το σκληρό
πίσω θα μου τη φέρει;
Μένα τραγούδι ειρωνικό
με σκίζουν σα μαχαίρι
η θάλασσα, τ'αγέρι"

ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ

2."Ο Θάνατος του έρωτα"
Οξιές ασημοκάπνιστες φιλούσε η σελήνη,
θεόρατα φαντάσματα. Και μέσα στην καρδιά
το αίμα μου επάγωνε καθώς έβλεπα Εκείνη,
παράξενα κοιτώντας με, να μου χαμογελά.

Η όψη μας κατάχλωμη τον Χάρο λες κι εντύθη,
και προς εκείνην γέρνοντας εδιάβασα βουβά
στα δυο μεγάλα μάτια της φριχτά να γράφει: ΛΗΘΗ.

Έαρ του χρόνου ήμερο, φαιδρό, γαληνεμένο,
που ΄ρθες πέρσι κι είχαμε στο φως σου ζεσταθεί,
το άνθος της αγάπης ας για πάντα μαραμένο,
απ'το φιλί σου ας ήτανε να νεκραναστηθεί.

Λοιπόν, τι κάνει; Πέταλο κανένα δεν ανοίγει
μήτε λιακάδα ολόχαρη μήτε ίσκιος δροσερός!
Των ρόδων και της πασχαλιάς οι μέρες έχουν φύγει,
μαζί κι ο έρωτάς μας για πάντα είναι είναι νεκρός!



("Toυ έρωτα και της αγάπης -Ποιήματα από τη Σαπφώ μέχρι το Ρεμπώ", εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 107-110, επιλογή-επιμέλεια: Στρ. Πασχάλης)


Τον έρωτα στην πιο πλατιά του μορφή συναντάμε σε αυτά τα ποιήματα του Μπουσόρ. Την αγάπη στην πιο βαθιά εκδοχή της. Έρωτας μοναχικός, απελπισμένος, αγάπη ανολοκλήρωτη, ανικανοποίητη, που τυραννά. Αγάπη εξιδανικευμένη σαν όνειρο, μέσα σε οσμές πασχαλιάς που ερεθίζουν και γεννούν πόθους κι ηδονές αλλά και θλίψες και οδύνες βαθιές. Αντικείμενα, όπως η πασχαλιά συσχετίζονται με συναισθήματα, γίνονται σύμβολά τους, εκφράζοντας τις ψυχικές καταστάσεις. 

Ο Ερνέστ Σωσόν εμπνέεται από την τρυφερή ποίηση του καρδιακού φίλου του, κοινωνεί και μεταλαμπαδεύει πληθώρα συναισθημάτων αναδεικνύοντας τον εσωστρεφή, δραματικό χαρακτήρα της ποιητικής δημιουργίας.
Καταφέρνει με τις νότες και τις αρμονίες του να μεταφέρει τον πλούσιο σε συναισθηματικές εικόνες ποιητικό λόγο του Μπουσόρ, ο οποίος ξεχειλίζει μουσικότητα, μεταφυσική ανησυχία και μυστικιστική υποβολή... 
Στη σύνθεση του Σωσόν υπάρχει διάχυτη η επιρροή του δασκάλου του, Ζυλ Μασνέ με έντονο δραματικό ύφος, που απορρέει κι από τις επαφές του συνθέτη με το καλλιτεχνικό περιβάλλον του, που εκτός του ποιητή Μπουσόρ περιελάμβανε και τους Μαλαρμέ, Τουργκένιεφ, Κλωντ Μονέ, όπως και συναδέλφους του μουσικούς, Ντεμπισί, Φορέ, Ντυπάρκ.
Μάλιστα, στον τελευταίο Ανρί Ντυπάρκ αφιέρωσε και τη σύνθεση: "Ποίημα της Αγάπης και της θάλασσας".

Ernest Chausson: "Poème de l'amour et de la mer Οp. 19"
Ερμηνεύει η
Janet Baker