Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο ποιητής, που αντιλήφθηκε την αξία της δημοτικής γλώσσας και με το έργο του ανέδειξε τα πλούτη και τις ομορφιές της.
Πρωτόλειο ποίημα, από τη ζακυθινή νιότη του είναι και το έντονου λυρισμού: "Το όνειρο":
"Άκου έν’ όνειρο, ψυχή μου, και της ομορφιάς θεά·
μου εφαινότουν οπώς ήμουν μετ’ εσένα μία νυχτιά.
Σ’ ένα ωραίο περιβολάκι περπατούσαμε μαζί·
όλα ελάμπανε τ’ αστέρια και τα κοίταζες εσύ.
Εγώ τσο'λεα: Πέστε, αστέρια, είν’ κανέν’ από τ’ εσάς,
που να λάμπει απόκει απάνου σαν τα μάτια της κυράς;
Πέστε αν είδετε ποτέ σας σ’ άλλη τέτοια ωραία μαλλιά,
τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι, τέτοια αγγελική θωριά;
Τέτοιο σώμα ωραίον οπ’ όποιος το κοιτάζει ευθύς ρωτά:
Αν είν’ άγγελος εκείνος, πώς δεν έχει τα φτερά;
Ότι είπα αυτά τα λόγια, μου εφανήκανε ομπρός
άλλες κόρες στολισμένες με του φεγγαριού το φως.
Εχορεύανε πιασμένες απ’ τα χέρια τα λευκά,
κι όλες τους επολεμούσαν να μου πάρουν την καρδιά.
Τότε άκουσα το χείλι το δικό σου να μου πει:
Πώς σου φαίνονται; Και σου ’πα: Είναι άσχημες πολύ.
Εσύ έκαμες ετότες γέλιο τόσο αγγελικό,
που μου φάνηκε πως είδα ανοιχτό τον ουρανό.
Και παράμερα σ’ επήρα εισέ μία τρανταφυλλιά
κι έπεσά σου αγάλι αγάλι στην ολόλευκη αγκαλιά.
Κάθε φίλημα, ψυχή μου, οπού μου'δινες γλυκά,
εξεφύτρωνε άλλο ρόδο από την τρανταφυλλιά.
Όλη νύχτα εξεφυτρώσαν, ώς οπού ’λαμψεν η αυγή,
που μας ηύρε και τους δυο μας με την όψη μας χλωμή.
Τούτο είν’ τ’ όνειρο, ψυχή μου· τώρα στέκεται εις εσέ να το κάμεις ν’ αληθέψει και να θυμηθείς για με".
Ευρηματικός, τρυφερός και γεμάτος λυρισμό ο ποιητής μας, σκιαγραφεί με άφθαστη μουσικότητα, οδηγώντας τον αναγνώστη να ενεργοποιήσει κάθε του αίσθηση, όταν στη γυναικεία μορφή βλέπει το συνταίριασμα του ψυχικού με το αισθητικό κάλλος.
Το ποίημα μελοποιήθηκε από τους:
1. Μάνο Χατζιδάκι, που το συμπεριέλαβε στον "Μεγάλο Ερωτικό" του κι ερμηνεύει ο Δημήτρης Ψαριανός:
Μελοποιήθηκε όμως και από άλλους συνθέτες, όπως :
2. ο ζακυνθινός Τιμόθεος Αρβανιτάκης :
ή
3. ο Κερκυραίος Κίμωνας Χυτήρης:
4. Σήμερα προτείνω και μια σύνθεση της Κατερίνας Φωτεινάκη βασισμένη στο παραπάνω ποίημα του Σολωμού, για απαγγελία, κιθάρα και άρπα, που βραβεύτηκε το 2011 με το Α΄ Βραβείο στους "Αγώνες Δημιουργίας Ελληνικού Τραγουδιού" που τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί από τη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση.
Σαν σήμερα 9 Φεβρουαρίου 1857 αφήνει την τελευταία του πνοή μια από τις κορυφαίες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας, ο ποιητής μας, Διονύσιος Σολωμός.
Το άγαλμα του Σολωμού στην κεντρική πλατεία της Ζακύνθου που φέρει το όνομά του. Στη βάση του αναγράφονται στίχοι από τον "Υμνο εις την Ελευθερία"
Είχε γεννηθεί το 1798 στη Ζάκυνθο. Καταγόταν από οικογένεια Κρητών προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο νησί μετά την κατάληψή του από τους Οθωμανούς.
Κληρονομικά ζητήματα και προστριβές οικονομικής φύσεως αναγκάζουν το Σολωμό να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα το 1828, καθώς το νησί εκείνη την εποχή είναι σπουδαίο πνευματικό κέντρο τω Επτανήσων. Εκεί ο Σολωμός βρέθηκε στο επίκεντρο ενός κύκλου θαυμαστών και ποιητών, ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση και με αυστηρές αξιώσεις για την τέχνη. Ανάμεσά τους και ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος-Μάντζαρος.
Ο Σολωμός νεκρός (σχέδιο του Διονυσίου Βέγκια)
Πέθανε μετά από απανωτά εγκεφαλικά επεισόδια που τα δυο τελευταία χρόνια τον είχαν καθηλώσει στο κρεβάτι. Ενταφιάστηκε στον νεκροταφείο της Κέρκυρας και τα οστά του μεταφέρθηκαν πέντε χρόνια αργότερα στη Ζάκυνθο και θάφτηκαν στην πλατεία Αγίου Μάρκου, η οποία τιμητικά πήρε το όνομα του ποιητή, "Πλατεία Σολωμού".
Ο Σολωμός αποτελεί μια από τις εξέχουσες λογοτεχνικές μορφές του ευρωπαϊκού ρομαντικού κινήματος, κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής Σχολής και είναι ο εθνικός ποιητής μας καθώς έγραψε τον "Ύμνο προς την Ελευθερία", που μελοποίησε ο Νικόλαος Μάντζαρος.
Συνδέθηκαν φιλικά, καθώς επτανήσιοι κι οι δυο, από τα χρόνια διαμονής τους στην Ιταλία. Λέγεται πως ποιητής και συνθέτης έκαναν περιπάτους συζητώντας για φιλοσοφία και τέχνη. Ο Σολωμός αγαπούσε τη μουσική, έπαιζε κιθάρα και συνήθιζε -προκειμένου να βρίσκει το μέτρο- να τραγουδά στα ποιήματά του. Εκτός από τον "Υμνο προς την Ελευθερία" συνεργάστηκαν και σε άλλα ποιήματα, ανάμεσά τους κι ένα που αγαπώ πάρα πολύ για το λυρικό περιεχόμενό του κι έχει για θέμα του την περιγραφή των συναισθημάτων που δημιουργούνται από την αναχώρηση ενός αγαπημένου προσώπου, που φεύγει για την ξενιτιά.
"Την είδα την Ξανθούλα, την είδα ψες αργά
που εμπήκε στη βαρκούλα να πάει στην ξενιτειά.
Εφούσκωνε τ' αγέρι λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι π' απλώνει τα φτερά.
Εστέκονταν οι φίλοι με λύπη, με χαρά
κι αυτή με το μαντήλι τους αποχαιρετά..."
Είναι ποίημα της νεότητας του ποιητή και μάλλον το πρώτο γραμμένο στην ελληνική γλώσσα καθώς ο Σολωμός δοκιμαζόταν στους ρυθμούς και στη χρήση της, αφού μέχρι τότε έγραφε στα ιταλικά.
Λέγεται πως η "Ξανθούλα" ήταν μια δεσποσύνη που είχε ερωτευτεί ο ποιητής, αλλά οι γονείς της ήθελαν να την παντρέψουν με κάποιον άλλο.
Φαίνεται λοιπόν, πως πίσω από την έμπνευση του Σολωμού κρύβεται μια ερωτική απογοήτευση ...
Έντονες και φορτισμένες συναισθηματικά οι διαδοχικές εικόνες που περιγράφουν ο ποιητής με το λόγο κι ο μουσικός με τις νότες.
Κάθε φορά ακούγοντας το τραγούδι με κυριεύουν πλήθος αντιφατικών συναισθημάτων.
Μπερδεμένες η λύπη κι η χαρά...η θλίψη κι η μελαγχολία για τον αποχωρισμό, με την ελπίδα, την προσδοκία και την αισιοδοξία για μια καλύτερη τύχη και ζωή...
Μάστορας ο Μάντζαρος μετατρέπει την σπουδαία ποίηση σε εξίσου σπουδαία μουσική!
Σαν περίτεχνα κεντήματα οι φωνές των χορωδών στολίζουν ηχητικά τη μέρα μας!