Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζόυς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζόυς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

James Joyce: "Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή..."




Γεννημένος στην Ιρλανδία στις 2 Φλεβάρη 1882, ο Τζέιμς Τζόυς έμελλε να χαράξει ανεξίτηλα τον χάρτη της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ού αιώνα. Πριν ακόμη γίνει ο συγγραφέας που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που διαβάζουμε και γράφουμε, υπήρξε παιδί της μουσικής.
Μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου οι νότες ήταν σχεδόν καθημερινή γλώσσα. Ο πατέρας του τραγουδούσε σε χορωδία, η μητέρα του καθόταν συχνά στο πιάνο, και οι οικογενειακές συγκεντρώσεις έμοιαζαν περισσότερο με μικρές μουσικές τελετές.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Τζόυς ανέπτυξε μια σπάνια μουσική ευαισθησία. Διέθετε όμορφη φωνή τενόρου, έπαιζε πιάνο και κιθάρα, είχε εξαιρετικό αυτί και δεν δίσταζε να συνθέτει ο ίδιος. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως, αν η λογοτεχνία δεν τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά, θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει επαγγελματικά τον δρόμο της μουσικής.
Η μεγάλη του αγάπη ήταν η όπερα. Δεν είναι τυχαίο ότι στήριξε και προώθησε τον Ιρλανδό τενόρο Τζον Ο’ Σάλιβαν, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του μια συγγενική καλλιτεχνική φλόγα.

Αυτή η βαθιά, οργανική σχέση με τη μουσική πέρασε αναπόφευκτα και στα γραπτά του.

Ο Τζέιμς Τζόυς συγκαταλέγεται στους πλέον επιδραστικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, κυρίως χάρη στα πρωτοποριακά του μυθιστορήματα, όπως ο "Οδυσσέας".

Λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου αποκαλυπτική, είναι η ποίησή του, όπου αναδύεται ένας λεπτός λυρισμός και μια σπάνια ικανότητα συμπύκνωσης σύνθετων συναισθημάτων σε μικρές, υπαινικτικές φόρμες. Η ποίησή του είναι διαποτισμένη από ρυθμό, εσωτερική μελωδία και λεπτές ηχητικές αποχρώσεις· πολλά ποιήματα μοιάζουν σχεδόν έτοιμα τραγούδια, μικρά λυρικά κομμάτια που ζητούν από μόνα τους να ντυθούν με νότες. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι μελοποιήθηκαν επανειλημμένα από συνθέτες διαφορετικών αισθητικών, από τον Καρόλ Σιμανόφσκι και τον Σάμιουελ Μπάρμπερ έως τον Λουτσιάνο Μπέριο.

Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της πλευράς του έργου του αποτελεί το ποίημα "Rain has fallen all the day - Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή", από τη συλλογή "Chamber Music-Μουσική Δωματίου", το οποίο φέρει έντονα το αποτύπωμα της προσωπικής του εμπειρίας.
Γραμμένο σε περίοδο αυτοεξορίας από την Ιρλανδία, αντηχεί θέματα απομάκρυνσης, νοσταλγίας και επιθυμίας για συναισθηματική εγγύτητα.
Η βροχή, γνώριμο μοτίβο της ιρλανδικής γραμματείας, λειτουργεί σαν σύμβολο μελαγχολίας αλλά και ανανέωσης, καθρεφτίζοντας τη σύνθετη σχέση του Τζόυς με την πατρίδα και τη μνήμη:

"Όλη τη μέρα έπεφτε η βροχή.
Ω, έλα μαζί μου κάτω απ’ τα φορτωμένα δέντρα
τα φύλλα, πυκνά, σκεπάζουν το μονοπάτι
των αναμνήσεων.

Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό το δρόμο,
πριν φύγουμε απ’ τη χώρα της μνήμης.
Έλα, αγαπημένη μου, εκεί όπου μπορώ
να μιλήσω κατευθείαν στην καρδιά σου."


Το ποίημα ενέπνευσε σημαντικούς συνθέτες να το μεταφέρουν στον μουσικό χώρο, αποδεικνύοντας πόσο φυσική ήταν η σύνδεση της γραφής του Τζόις με τον ήχο και τον ρυθμό: 


Ι. Ο Κάρoλ Σιμανόφσκι ήταν ένας από τους πρώτους που μελοποίησαν το "Rain has fallen all the day," το 1926. Η προσέγγισή του συνδυάζει λυρική φωνητική γραμμή με πλούσιο, χρωματικό πιάνο, αποδίδοντας την ευαισθησία και την εσωτερική μουσικότητα του ποιήματος. Το αποτέλεσμα μοιάζει να αποτυπώνει την ατμόσφαιρα της βροχής και τη λεπτή, μελαγχολική διάθεση των στίχων.

Karol Szymanowski: "Joyce Songs, Op. 54, Rain Has Fallen"



ΙΙ. Λίγα χρόνια αργότερα, αρχές δεκαετίας του '30, ο Ernest John Moeran προσέγγισε το ίδιο ποίημα με πιο αγγλική, λιτή γραφή, διατηρώντας έναν παραδοσιακό λυρισμό. Οι μελωδικές γραμμές του και η προσεγμένη χρήση της αρμονίας τονίζουν την εσωτερική νοσταλγία και την αίσθηση της παύσης που φέρνει η βροχή, ενώ η απλότητα της μουσικής αφήνει χώρο να αναδειχθεί η ποιητική φωνή.

Ernest John Moeran: "Joyce Songs, Rain Has Fallen"



ΙΙΙ. Ο Σάμιουελ Μπάρμπερ, το 1939 μελοποίησε το ποίημα με έναν τρόπο πιο δραματικό και εκφραστικό, διατηρώντας όμως τον ρυθμικό χαρακτήρα του Τζόις. Η φωνή και το πιάνο αλληλοσυμπληρώνονται, δημιουργώντας μια μουσική εμπειρία που μοιάζει να "ακούει" τον ποιητή, αποκαλύπτοντας την ένταση ανάμεσα στη μελαγχολία και την τρυφερότητα των στίχων.

Samuel Barber: "Joyce Songs, Rain Has Fallen"


Στο μπλογκ υπάρχουν και άλλα κείμενα για τιν Τζέημς Τζόυς. Περιηγηθείτε!



Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

"Τζέιμς και Νόρα...Bloomsday και Μadama Butterfly..."





Η 16η Ιουνίου είναι η "Bloomsday" των Ιρλανδών. Μια μέρα γιορτής και μνήμης της ζωής του συμπατριώτη τους συγγραφέα, Τζέιμς Τζόυς. Στο Δουβλίνο και άλλες περιοχές της χώρας ξαναζωντανεύουν στιγμιότυπα από το δημοφιλές μυθιστόρημά του: "Οδυσσέας", τα οποία εκτυλίσσονται στις 16 Ιουνίου 1904. 
Ο Τζόυς επέλεξε τη συγκεκριμένη ημερομηνία, καθώς ήταν η ημερομηνία του πρώτου ραντεβού του με την αγαπημένη και μετέπειτα σύζυγό του, Νόρα Μπάρνακλ. Εκείνη ήταν η μέρα που συνευρέθηκαν ερωτικά, στη βόλτα τους στο  Ρίνγκσεντ.
Το όνομα "Bloomsday" προήλθε από τον ήρωα στον "Οδυσσέα", Leopold Bloom.

Ο Τζόυς γνώρισε τη Νόρα στις 10 Ιουνίου 1904. Εκείνος ήταν 22 κι εκείνη μόλις 19. Δούλευε ως καμαριέρα σε ξενοδοχείο απέναντι από το Τρίνιτι Κόλετζ. Τον γοήτευσε με το νωχελικό της βήμα, τα κοκκινόξανθα μαλλιά της και την περήφανη κορμοστασιά της. Την πλησίασε και της μίλησε. Συμφώνησαν να συναντηθούν στι 15 του ίδιου μήνα στην πλατεία. Όμως η Νόρα δεν κατάφερε να έρθει στο ραντεβού τους.

"Γύρισα σπίτι εντελώς αποκαρδιωμένος...Ελπίζω στη μεγαλοψυχία σου...Ας ορίσουμε μια νέα συνάντηση, αν δεν με έχεις ξεχάσει..", θα τής γράψει.

Τελικά συναντήθηκαν την επομένη, 16 Ιουνίου και η μέρα θα αποκτήσει τέτοια σημασία για τον Τζόυς, ώστε θα τοποθετήσει τη δράση του δημοφιλούς "Οδυσσέα"  του μέσα στις 24 ώρες της, καθαγιάζοντάς την και εγκαθιστώντας τη στο εορτολόγιο των μεγάλων λογοτεχνικών επετείων, ως "Bloomsday".

Η Νόρα υπήρξε ο πρώτος και μεγάλος έρωτας της ζωής του, η ισόβια σύντροφός του, η ιέρεια, η απλή καρδιά που τον σαγήνευσε με την άδολη χάρη της και τον φυσικό αισθησιασμό της, ένα "αγράμματο κι ανεπιτήδευτο κορίτσι, ένα γαλάζιο αγριολούλουδο που φυτρώνει ανάμεσα στα βάτα, φαινομενικά εύθραυστο, αλλά προικισμένο με τεράστια δύναμη επιβίωσης".

"Υπήρξες για τη νεαρή ανδρική μου ηλικία, ό,τι και η ιδέα της Παρθένου Μαρίας για τα παιδικά μου χρόνια", τής γράφει. Η μοναξιά της, η προθυμία της να του χαρίσει απόλαυση εκείνη την πρώτη νύχτα σφραγίζουν ένα απόσπασμα από τον "Οδυσσέα".


Στο βιβλίο "Γράμματα στη Νόρα" διαβάζουμε:


"25 Οκτωβρίου 1909
Αγαπημένο εσύ παράξενο κοριτσάκι, ποτέ δεν θα κουραστώ από σένα[...]
Είσαι η μόνη μου αγάπη. Βρίσκομαι ολοκληρωτικά  υπό την εξουσία σου[...]
Και τώρα, μικρό μου κακοδιάθετο, κακότροπο υπέροχο κοριτσάκι, υποσχέσου μου ότι δεν θα κλαις αλλά θα μου δίνεις κουράγιο να συνεχίσω τη δουλειά μου εδώ.
Θα ήθελα να πας να δεις τη "Μαντάμ Μπατερφλάι" και να με σκέφτεσαι όταν ακούσεις τις λέξεις
"Un bel di". Κράτα τα γράμματά μου μόνο για σένα, ακριβή μου. Είναι γραμμένα μόνο για σένα"
Jim



Να θυμίσουμε πως ο Τζόυς προερχόταν  από μια οικογένεια, που αγαπούσε τη μουσική. Η μητέρα του έπαιζε πιάνο κι ο πατέρας του  υπήρξε χορωδός. Ο ίδιος δε, είχε ωραία φωνή τενόρου, έπαιζε πιάνο και κιθάρα, ήταν προικισμένος με εξαίρετο αυτί και συνέθετε ερασιτεχνικά. Ήταν λάτρης  κυρίως της όπερας...

Δύο μέρες αργότερα ξαναγράφει στη Νόρα, πάλι αναφερόμενος στην ίδια όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι...

"27 Οκτωβρίου 1909
Λατρεμένη μου, απόψε ο παλιός πυρετός του έρωτά μου άρχισε να ξαναξυπνάει μέσα μου.
Είμαι ένα ζηλιάρης, μοναχικός, ανικανοποίητος άντρας.
Το βράδυ που πήγαμε στην "Μαντάμα Μπατερφλάι" μου φέρθηκες με χοντροκοπιά.
Το μόνο που ήθελα ήταν ν’ ακούσω αυτήν την όμορφη, ευαίσθητη μουσική συντροφιά μ’ εσένα.
Ήθελα να νιώσω την ψυχή σου να σκιρτά από πόθο και λαχτάρα όπως η δική μου, όταν η ηρωίδα τραγουδάει τη ρομάντζα της ελπίδας της  Un bel di στη δεύτερη πράξη:
"Μια μέρα, μια μέρα θα δούμε μια στήλη καπνού να ανεβαίνει στον ορίζοντα από τη θάλασσα, μακριά: τότε το πλοίο θα φανεί..[...]
Σ' αγαπάω βαθιά και ειλικρινά, Νόρα. Δεν υπάρχει ούτε ένα μόριο της αγάπης μου,
που να μη σου ανήκει..."


GiacomoPuccini.jpgΝα θυμίσουμε πως η "Μαντάμα Μπατερφλάι "είναι η όπερα που περισσότερο αγάπησε ο Πουτσίνι. Για να την γράψει μελέτησε τις μεταφράσεις ιαπωνικών μελωδιών γραμμένες στη Δυτική σημειογραφία, τις οποίες ενέταξε στην μουσική σύνθεση.
Πολλές από τις πληροφορίες σχετικά με την ιαπωνικά έθιμα και τη μουσική της Ανατολής πήρε από τη γυναίκα του ιάπωνα πρέσβη στην Ιταλία, η οποία του τραγούδησε παραδοσιακά τραγούδια της πατρίδας της.
Η ιστορία είναι βασισμένη στη "Madame Chrysantheme" του Γάλλου Πιερ Λοτί, που η θεατρική μεταφορά της από τον Ντέηβιντ Μπελάσκο, (παράσταση που είδε στο Λονδίνο ο Πουτσίνι), εντυπωσίασε το συνθέτη με τα εξωτικά σκηνικά της, μα και συγκίνησε με το στόρυ της νεαρής γκέισσας που αποφασίζει να αυτοκτονήσει όταν εγκαταλείπεται από τον αμερικανό αξιωματικό.

Η Geraldine Farrar στο ρόλο της Μπατερφλάι
Μοναδικά σπαρακτική η φημισμένη άρια "Un bel di, vedremo-Μια Όμορφη Μέρα, θα δούμε".

Μια Όμορφη Μέρα.. θα δούμε στον ορίζοντα
να υψώνεται μια στήλη καπνού
και τότε θα εμφανιστεί το καράβι…
Το κάτασπρο πλοίο θα μπεί στο λιμάνι
σαλπίζοντας τον χαιρετισμό του!
Βλέπεις; Βλέπεις που φτάνει;
Δεν θα κατέβω.. να τον προϋπαντήσω..
Όχι .. θα μείνω εδώ ψηλά στο λόφο
και θα περιμένω.. Θα περιμένω καιρό πολύ
η μακρά αναμονή δεν με στενοχωρεί...
Να, ξεπρόβαλε από το πλήθος
ένας άντρας, σα μια κουκίδα
φαίνεται από δω
να βαδίζει προς το λόφο
Μα ποιός να είναι, ποιός;
Κι όταν φτάσει
τάχα τι να πρωτοπεί;
Από μακριά θα με φωνάξει:
-Πεταλούδα!"



Θα ακούσουμε την άρια από μια Μπατερφλάι της εποχής του ερωτευμένου ζευγαριού, Τζέιμς και Νόρας, την πρώτη Μπατερφλάι της Μητροπολιτικής Όπερας της Ν.Υόρκης, το 1907, Geraldine Farrar, που συμπτωματικά ήταν γεννημένη την ίδια χρονιά με τον Τζέιμς Τζόυς:

Madame Butterfly- Un bel di, vedremo" / Geraldine Farrar:




(Οι αναφορές στις επιστολές του Τζόυς είναι από το βιβλίο "Τζέημς Τζόυς-Γράμματα στη Νόρα", εκδ. Πατάκη, μτφ.Κατ. Σχινά, σελ. 10, 11, 22, 73, 75)


Παλαιότερο κείμενο για τον James Joyce μπορείτε να διαβάσετε εδώ.




Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

"James Joyce: όταν ο Οδυσσέας του συνάντησε τον Ντον Τζοβάννι"

 

O Tζόυς παίζει κιθάρα(1915)

Γεννήθηκε σαν σήμερα, 2 Φλεβάρη 1882 στην Ιρλανδία κι έμελλε να γίνει ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ού αιώνα.


Ο Τζαίιμς Τζόυς προερχόταν  από μια οικογένεια, που αν μη τι άλλο αγαπούσε τη μουσική.


Ο  πατέρας του υπήρξε χορωδός, η μητέρα του πιανίστα, και η μουσική πάντα έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στις οικογενειακές συγκεντρώσεις.


Ο ίδιος είχε ωραία φωνή τενόρου, έπαιζε πολλά μουσικά όργανα, μεταξύ των οποίων πιάνο και κιθάρα, ήταν προικισμένος με εξαίρετο αυτί...συνέθετε κιόλας...

Αν δεν είχε γίνει συγγραφέας, θα μπορούσε να ήταν ένας επαγγελματίας μουσικός.
Ήταν λάτρης  κυρίως της όπερας, εξάλλου είναι γνωστό πως ο Τζόυς προώθησε τον ιρλανδικής καταγωγής τενόρο Τζον Ο’ Σάλιβαν.

Η μουσική είναι παρούσα και στα έργα του φυσικά, με την τέχνη των ήχων να ενσωματώνεται μαεστρικά στις λογοτεχνικές αράδες του...

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα απ΄το 4ο κεφ. του "Οδυσσέα" του, ένα μυθιστόρημα όπου αφηγείται τις περιπλανητικές συναντήσεις του ήρωά του στο Δουβλίνο κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης ημέρας, με ευφυείς παραλληλισμούς με τα πρόσωπα της Ομηρικής Οδύσσειας.
Ο Τζόυς άρχισε να συγγράφει τον "Οδυσσέα" του το 1914. Το μυθιστόρημα ολοκληρώθηκε μετά από επτά χρόνια και εκδόθηκε την ημέρα των γενεθλίων του Τζόυς,  
Φεβρουαρίου 1922.

Ο Τζόυς σε αυτό το αριστουργηματικό του πόνημα για να υπογραμμίσει την αφήγηση και να προσθέσει βάρος στους χαρακτήρες του παρεμβάλλει επεισόδια και θέματα από την τέχνη της μουσικής, που γνώριζε καλά.


Ο ήρωας Λέοπολντ Μπλουμ είναι παντρεμένος με την πριμαντόνα Μόλλυ:

"Έκανε τα ελατήρια να κουδουνίσουν καθώς σηκώθηκε απότομα με τον
ένα αγκώνα ακουμπισμένο στο μαξιλάρι...Η ζέστα του κορνιασμένου σώματός της διαχύθηκε στον αέρα σμίγοντας με την ευωδιά του τσαγιού που σερβίρισε.
Μια λωρίδα σκισμένου φακέλου ξεπρόβαλε από το ζαρωμένο μαξιλάρι.
[...]
-"Από ποιον ήταν το γράμμα;", ρώτησε.
(Έντονη γραφή, Μάριον)
-Ω!Από τον Μπόυλαν, είπε. Θα φέρει το πρόγραμμα.
-Τι θα τραγουδήσεις;
-"La ci Darem" με τον J.C Doyle, είπε, και της "Αγάπης το παλιό, γλυκό τραγούδι"
Τα σαρκώδη χείλη της χαμογελούσαν...
[...]
-Τι ώρα είναι η κηδεία;, ρώτησε
-Στις έντεκα, νομίζω.Δεν είδα την εφημερίδα.
[...]
Ο Λέοπολντ αισθανόταν να διχάζεται."Voglio e non vorrei"...
Aναρωτήθηκε αν εκείνη  θα το προφέρει σωστά.Voglio..."

***

James Joyce(Dublin)
Ο λογοτέχνης, φίλοι της μουσικοπαρέας, θα καταλάβατε πως αναφέρεται (σκόπιμα παραφράζοντας τη λέξη) , στη φράση: "vorrei e mi vorrei, Mi trema un poco il cor...Θέλω μα δεν τολμώ" από το διάσημο ντουετίνο του "Ντον Τζοβάννι" του Μότσαρτ.

Αρκετές σελίδες πιο κάτω ο Τζόυς εμφανίζει τον ήρωα με καρφωμένη τη Μοτσάρτια μελωδία στο μυαλό του:

"Πέρασε το μπαρ "το καταφύγιο του αμαξηλάτη".
-Παράξενη ζωή, σκέφτηκε, κάνουν όσοι οδηγούν άμαξες. 
Με κάθε καιρό και σε κάθε τόπο, πληρωμένοι πότε με την ώρα και πότε με την απόσταση, 
χωρίς η δική τους θέληση να παίζει κανένα ρόλο.Voglio e non....
Μου αρέσει να τους δίνω πότε πότε κανένα τσιγάρο, σκέφτηκε σιγομουρμουρίζοντας:
"La ci darem la mano.La la lala la..."...
[...]
Κοίταξε το ρολόι του.Έντεκα και είκοσι.Θα έχει σηκωθεί η Μόλλυ τώρα.
Θα χτενίζεται μουρμουρίζοντας  voglio e  non vorrei...
Θα ψάχνει τις άκρες των μαλλιών της να δει αν έχουν ψαλίδα. 

Mi trema un poco il...Η φωνή της είναι όμορφη στο tre.
Ένας τόνος κλάματος.Μια εκτίναξη...

***

Το ντουετίνο ακούγεται στην πρώτη πράξη της πολυαγαπημένης όπερας , όπου ο διάσημος καρδιοκατακτητής προσπαθεί να αποπλανήσει τη νεαρή και χαριτωμένη Zerlina…, με κείνη να διχάζεται ανάμεσα στην πίστη στον αρραβωνιαστικό της και τη φλόγα του έρωτα, που σιγοκαίει μπρος της!...Βρίσκεται "εδώ κι εκεί"..."θέλει, μα δεν τολμά-vorrei e mi vorrei".

Πάνω στο μουσικό μοτίβο του ντουέτου, που ενθουσιάζει κάθε ακροατή, γράφτηκαν  πλήθος παραλλαγών. Όμως γι'αυτές έχω αναφερθεί και παλαιότερα εδώ.

Προτείνω να  το ακούσουμε με τον ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΕΡΟ (κατά ομολογία μουσικοκριτικών) "Δον Ζουάν": Eberhard Wachter! 
Έναν από τα σπουδαιότερους βαρύτονους, που τραγούδησε το ρόλο σε 50 σχεδόν παραστάσεις περισσότερο από κάθε άλλο τραγουδιστή στη σύγχρονη εποχή!


La ci darem la mano:  Σάλτσμπουργκ 1960

Herbert von Karajan / Eberhard Wächter / Graziella Sciutti