Η τρίτη έκδοση του πρώτου μακροσκελούς ποιήματός του, "The Princess - Η Πριγκίπισσα", περιλάμβανε και ποιήματα που αγαπήθηκαν ως ανεξάρτητα.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το ποίημα που θα μας απασχολήσει σήμερα, με τίτλο: "The Splendour Falls - Το μεγαλείο πέφτει".
"Στου κάστρου τα τοιχώματα το μεγαλείο πέφτει
Από τη συλλογή "Η πριγκίπισσα"
(Άλφρεντ Τέννυσον: "12 Ποιήματα", εκδ. Διώνη, απόδοση: Παντ. Ανδρικόπουλος, σελ.7)
Το ποίημα περιγράφει ένα μαγευτικό φυσικό τοπίο και τον τρόπο με τον οποίο το φως κινείται μέσα σε αυτό. Κεντρική θέση κατέχει ο ήχος της σάλπιγγας: άλλοτε άγριος, άλλοτε τρυφερός ή με πνευματική χροιά. Ο ποιητής απευθύνεται στον ακροατή, καλώντας τον να αφουγκραστεί την αντήχηση. Στη δεύτερη στροφή, η σκηνή επεκτείνεται στον μυστηριώδη κόσμο των ξωτικών (Elfland), ενώ η τελευταία στροφή αφήνει έναν διακριτικό υπαινιγμό για την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής.
Ο συγκερασμός ρομαντικού οίστρου και τρυφερότητας με φιλοσοφική ενδοσκόπηση της ανθρώπινης ύπαρξης είναι εξαιρετικά επιτυχημένος. Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το ποίημα συγκίνησε πλήθος καλλιτεχνών:
Η μελοποίηση αποτελεί κομψοτέχνημα. Διακρίνεται για την εκλεπτυσμένη απλότητα, τη διακριτική μουσικότητα, την υποβλητική, λυρική γλώσσα, προσφέροντας μια μοναδική φωνητική ερμηνεία της ποίησης του Tέννυσον. Ο Χολστ καταφέρνει να γεφυρώσει τον ποιητικό λόγο με τη μουσική σε μια σύνθεση σπάνιας ομορφιάς, που παραμένει ένα πολύτιμο στολίδι της αγγλικής λυρικής παράδοσης.
Το έργο είναι ουσιαστικά μια μουσική "σκηνή της νύχτας", που περιλαμβάνει μια εισαγωγή και έναν επίλογο, παιγμένους από σόλο κόρνο, ενώ μεταξύ τους παρεμβάλλονται έξι μελοποιημένα ποιήματα Άγγλων ποιητών, από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα. Τα ποιήματα επιλέχθηκαν με κοινό θεματικό άξονα τη νύχτα, ως φυσικό φαινόμενο, αλλά και ως υπαρξιακή κατάσταση...ηρεμία, γαλήνη, μαγεία, αλλά και τρόμος, σκοτεινές σκέψεις, υπαινιγμοί θανάτου. Το κόρνο παίζει καθοριστικό ρόλο, άλλοτε ηχεί σαν σάλπισμα από απόσταση, άλλοτε σαν εσωτερική φωνή ή απόηχος της ανθρώπινης ψυχής.
Το τρίτο μέρος του έργου φέρει τον τίτλο "Nocturne" και βασίζεται στο παραπάνω ποίημα του Τέννυσον. Πρόκειται για μια συγκινητική μουσική αναπαράσταση της απόκοσμης, σχεδόν μυθικής εικόνας που περιγράφει ο Τέννυσον. Ο ήχος γίνεται φορέας συναισθήματος, μνήμης και στοχασμού, ενώ η "αντήχηση" στο ποίημα αντανακλάται και μουσικά με επαναλήψεις και απόηχους μέσα στην ορχήστρα και τη φωνή.
Η μελοποίηση του είναι βαθιά εκφραστική, με σαφώς αναγνωρίσιμη αγγλική εθνική χροιά. Ο συνθέτης χρησιμοποιεί ευφάνταστα μοτίβα εμπνευσμένα από βρετανικά λαϊκά τραγούδια, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει μια λεπτοδουλεμένη ιμπρεσιονιστική ατμόσφαιρα, που παραπέμπει στον Κλωντ Ντεμπισί, συνθέτη τον οποίο ο Gibbs θαύμαζε βαθύτατα και συχνά επικαλούνταν για τις πρωτοποριακές του συνθετικές ιδέες.
Το κείμενο γράφτηκε στη μνήμη του Alfred Tennyson, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 6 Οκτωβρίου 1892, σε ηλικία 83 ετών, ύστερα από σύντομη ασθένεια με συμπτώματα γρίπης, που πιθανόν εξελίχθηκε σε πνευμονία. Μέχρι την τελευταία στιγμή διατήρησε διαύγεια πνεύματος.
Ο θάνατός του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στη βρετανική κοινωνία, καθώς ο Τέννυσον δεν ήταν απλώς ο "δαφνοστεφής ποιητής" της Βικτωριανής εποχής, αλλά και μια συμβολική μορφή εθνικής ενότητας και πολιτιστικής ταυτότητας. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε με τιμές εθνικού ήρωα, στο Αβαείο του Γουέστμινστερ, όπου ετάφη στο περίφημο "Poets’ Corner", δίπλα σε άλλους σπουδαίους ποιητές.
Στο μπλογκ υπάρχουν κι άλλα κείμενα για τον Τέννυσον. Περιηγηθείτε!













.jpg)


