Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπετόβεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπετόβεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Μπετόβεν: Η Καβατίνα, η τελευταία σύνθεση, γεννημένη μέσα σε δάκρυα μελαγχολίας ...

 

"Η Κηδεία του Μπετόβεν", Franz Stοber


26 Μαρτίου 1827 έσβησε, ύστερα από επιπλοκές πνευμονίας, ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ο άνθρωπος, που άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος ακούει, αισθάνεται και νοηματοδοτεί τη μουσική.

Στο εικαστικό "Η Κηδεία του Μπετόβεν" του Franz Stοber, η πολυπληθής πομπή προχωρά αργά, τελετουργικά. Τριάντα έξι λαμπαδηδρόμοι ανοίγουν τον δρόμο -ανάμεσά τους και ο Φραντς Σούμπερτ. Δεν συνοδεύουν το φέρετρο, αλλά το πέρασμα μιας ολόκληρης εποχής στο άγνωστο.
Στο κέντρο, το σώμα σιωπά. Μα γύρω του, όλα μιλούν. Οι μορφές σκεπτικές, θλιμμένες, κουβαλούν τη δραματικότητα και τη βαθιά ευγένεια της μουσικής του. Ο ουρανός, βαριά συννεφιασμένος, σκύβει πάνω από τη σκηνή συμμετέχοντας στο πένθος.

Ο Μπετόβεν στην επιθανάτια κλίνη

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινότητα, υπάρχει κάτι φωτεινό, λαμπρό, που ανυψώνεται...μια αίσθηση ότι το τέλος δεν είναι σιωπή, αλλά μετάβαση σε μια ανώτερη αρμονία.

Κι αυτή η σιωπή είναι η πιο τραγική ειρωνεία. Γιατί ο άνθρωπος που αποχαιρετάται εδώ, είχε ήδη χρόνια πριν αποκοπεί από τον κόσμο των ήχων. Από το 1796 η ακοή του άρχισε να σβήνει, και το 1802, σε μια στιγμή βαθιάς απόγνωσης, συνέγραψε τη σπαρακτική του εξομολόγηση, τη γνωστή "Διαθήκη του Χάιλιγκενσταντ". Δεν ήταν μια απλή επιστολη...ήταν μια κραυγή προς την ανθρωπότητα:

"Ώ, άνθρωποι… πόσο με αδικείτε… Δεν ξέρετε την μυστική αιτία… Ηταν αδύνατο σε μένα να πω: “φωνάξτε, γιατί είμαι κουφός”… Τέτοια συμβάντα με οδήγησαν στην απελπισία… ήταν μόνο η τέχνη μου που με συγκράτησε…"

Κι έτσι, ανάμεσα στη σιωπή και στην εσωτερική του άβυσσο, γεννήθηκε ένα σύμπαν ήχων που δεν ανήκει πια στον κόσμο των αισθήσεων, αλλά σε κείνον του πνεύματος. Η πομπή που βλέπουμε στο έργο δεν θρηνεί ένα νεκρό. Συνοδεύει έναν άνθρωπο που έζησε στο σκοτάδι της σιωπής, αλλά χάρισε στην ανθρωπότητα άπλετο φως.
Γιατί ο Μπετόβεν βρίσκεται εκεί όπου ο ήχος γίνεται ιδέα, όπου η οδύνη μεταμορφώνεται σε κάθαρση, όπου ο άνθρωπος αγγίζει το αιώνιο.
Γι’ αυτό η κηδεία του δεν ήταν το τέλος, αλλά η αρχή μιας άλλης, άφθαρτης ακρόασης.


Το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του Μπετόβεν ήταν το "Κουαρτέτο Εγχόρδων αρ. 13" σε Σι ύφεση μείζονα, το οποίο πήρε την τελική του μορφή τον Νοέμβριο του 1826.
Εκανε πρεμιέρα τον Μάρτιο του 1826 και εκδόθηκε το 1827, λίγο πριν το θάνατο του τιτάνα.

Το έργο είναι ιδιαίτερο γιατί αποτελείται από έξι κινήσεις, κάτι ασυνήθιστο για κουαρτέτο. Η δομή του εναλλάσσει διαφορετικούς χαρακτήρες -δυναμικούς, χορευτικούς και λυρικούς- δημιουργώντας μια μεγάλη, πολυδιάστατη μουσική πορεία.

Τα μέρη:

Adagio, ma non troppo – Allegro
Presto
Andante con moto, ma non troppo
Alla danza tedesca (γερμανικός χορός)
Cavatina (ένα λυρικό, εκφραστικό τραγούδι)
Grobe Fuge ("Μεγάλη Φούγκα")

Ανάμεσα σε αυτά, η Καβατίνα του 5ου μέρους ξεχωρίζει ως η πιο συγκινητική στιγμή του έργου.
Θεωρείται από τα πιο εσωτερικά και βαθιά αποσπάσματα που έγραψε ποτέ ο Μπετόβεν. Ο ίδιος είχε πει ότι τη συνέθεσε "μέσα σε δάκρυα μελαγχολίας και ότι καμία άλλη μουσική του δεν τον είχε αγγίξει τόσο".

Γι’ αυτό και η Καβατίνα συχνά προτείνεται ως το πιο κατάλληλο απόσπασμα για να τιμήσει κανείς τη μνήμη του, μια στιγμή καθαρής, ανθρώπινης συγκίνησης, όπου η μουσική του Μπετόβεν μιλά απευθείας στην ψυχή...Η Καβατίνα βιώνεται σαν εσωτερική μετάβαση, ένα πέρασμα από το εφήμερο στο αιώνιο...

Beethoven: "String Quartet No. 13", Μοv.5 Cavatina:


Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ο ζωγράφος, ο Μπετόβεν και η εσωτερική εμπειρία της ακρόασης...


Eugène Louis Lami: "Andanté de la Symphonie en La"
(musee.philharmoniedeparis)



Ο Eugène Louis Lami γεννήθηκε στο Παρίσι στις 12 Ιανουαρίου 1800 και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ζωγράφους και σχεδιαστές του 19ου αιώνα. Καλλιτεχνικά διαμορφώθηκε μέσα στο ρομαντικό πνεύμα της εποχής του, το οποίο αποτυπώνεται τόσο στη θεματολογία όσο και στην εκφραστική ευαισθησία των έργων του.
Eugène Louis Lami
Έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τις εικονογραφήσεις του, τις σκηνές της παρισινής κοινωνικής ζωής, αλλά και για ιστορικά και μουσικά θέματα, στα οποία το ενδιαφέρον του στρεφόταν συχνά στον άνθρωπο και στην εσωτερική του κατάσταση.

Η καλλιτεχνική του πορεία αναπτύχθηκε σε μια περίοδο έντονων πνευματικών και αισθητικών αναζητήσεων, όταν η τέχνη άρχισε να απομακρύνεται από την απλή αναπαράσταση των γεγονότων και να εστιάζει ολοένα και περισσότερο στην υποκειμενική εμπειρία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το εικαστικό έργο που φιλοτεχνεί το 1840, εμπνευσμένο από τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Σε αυτό, ο Λαμί δεν περιορίζεται στην απεικόνιση ενός μουσικού γεγονότος, αλλά διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη της μουσικής βιώνεται εσωτερικά από κάθε ακροατή.

Το έργο, γνωστό ως "Andanté de la Symphonie en La", δεν αποτυπώνει απλώς μια συναυλιακή στιγμή. Λειτουργεί ως ψυχογράφημα της εμπειρίας της μουσικής ακρόασης, καθώς ο καλλιτέχνης μετατοπίζει συνειδητά το βλέμμα από τη σκηνή προς το ακροατήριο. Το ενδιαφέρον δεν εστιάζεται στα μουσικά όργανα, αλλά στα πρόσωπα εκείνων που ακούν. Επτά μορφές, παρούσες στον ίδιο χώρο, βιώνουν τη μουσική με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Βλέπουμε έναν που σκύβει ελαφρά το κεφάλι, βυθισμένο σε σκέψεις, σαν να στοχάζεται πάνω στη μουσική. Έναν άλλο με τα μάτια μισόκλειστα, παραδομένο στο συναίσθημα, ενώ κάποιος τρίτος κοιτάζει προς το κενό, με βλέμμα σχεδόν αποστασιοποιημένο. Υπάρχει κι εκείνος που δείχνει αβέβαιος ή προβληματισμένος, προσπαθώντας να συλλάβει το νόημα της μουσικής κι ένας ακόμη παρασυρμένος σε σκεπτικό αναστοχασμό, αφήνοντας τον ήχο να λειτουργήσει ως αφορμή για ενδοσκόπηση. Δεν υπάρχουν υπερβολικές χειρονομίες, η ένταση είναι εσωτερική, υπογραμμισμένη από μικρές, διακριτικές κινήσεις και λεπτές διαφοροποιήσεις στο βλέμμα και στη στάση.
Η Συμφωνία με τον εσωτερικά παλλόμενο ρυθμό της, γίνεται αφορμή για μια σιωπηλή συμφωνία αντιδράσεων.
Η εικαστική γλώσσα του Λαμί υπηρετεί αυτή τη διαφοροποίηση. Οι λεπτές και υπαινικτικές εκφράσεις των προσώπων υποδηλώνουν ότι η μουσική του Μπετόβεν δεν επιβάλλει ένα ενιαίο και καθολικό νόημα, αλλά ανοίγει πολλαπλές εσωτερικές διαδρομές. Το έργο επιβεβαιώνει μουσικολογικές απόψεις σύμφωνα με τις οποίες ο Μπετόβεν εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τη μουσική, αντιμετωπίζοντάς τη ως έκφραση και αντανάκλαση της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου, πέρα από την απλή αναπαράσταση του εξωτερικού κόσμου. Έτσι, κάθε ακροατής μετατρέπεται σε συνδημιουργό του νοήματος, ερμηνεύοντας τους ήχους μέσα από τη δική του ψυχική εμπειρία.

Ο ίδιος ο Μπετόβεν, αποστασιοποιημένος από τις συμβάσεις της "μουσικής κατά παραγγελία" συνέθετε με γνώμονα την προσωπική του καλλιτεχνική αναγκαιότητα. Αυτή η δημιουργική ελευθερία αποτυπώνεται έμμεσα στον πίνακα του Λαμί. Η μουσική, αν και βιώνεται συλλογικά, απευθύνεται στον καθένα ξεχωριστά. Ακόμη και μέσα σε μια κατάμεστη παρισινή αίθουσα, η εμπειρία της ακρόασης παραμένει βαθιά προσωπική και μοναχική.
Λέγεται ότι ο Eugène Lami πιθανότατα φιλοτέχνησε το σχέδιο μετά από μια παρουσίαση της Έβδομης Συμφωνίας στις 12 Ιανουαρίου 1840, στο Ωδείο του Παρισιού. Το συγκεκριμένο εικαστικό εντάσσεται σε μια ευρύτερη σειρά δημιουργιών του καλλιτέχνη με τίτλο "Histoire de mon temps - Ιστορία της Εποχής μου", μέσα από την οποία ο Λαμί αποτυπώνει χαρακτηριστικές στιγμές της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής της εποχής του.


Ο Μπετόβεν θεωρούσε την Έβδομη Συμφωνία την "τελειότερη" από τις συμφωνίες του, κυρίως λόγω της εσωτερικής της συνοχής και της έντονης ρυθμικής της δύναμης. Σε αντίθεση με άλλα δραματικά έργα του, η Έβδομη ξεχωρίζει για τη ζωτικότητα, την κίνηση και την ενέργεια που τη διαπερνούν.

Η σύνθεση του έργου ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1811, κατά την παραμονή του Μπετόβεν στη λουτρόπολη του Τέπλιτς, όπου είχε καταφύγει προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την επιδείνωση της κώφωσής του. Παρότι ορισμένοι σύγχρονοί του θεώρησαν αρχικά το έργο υπερβολικό ή ακόμη και ένδειξη "παραφροσύνης", σύντομα αναγνωρίστηκε ως βαθιά αισιόδοξο. Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ τη χαρακτήρισε χαρακτηριστικά "αποθέωση του χορού", υπογραμμίζοντας τον κυρίαρχο ρόλο του ρυθμού.
  • Xειρόγραφο της παρτιτούρας της 7ης
    Το πρώτο μέρος (Poco sostenuto – Vivace)
    συνδυάζει μια επιβλητική, σχεδόν τελετουργική αργή εισαγωγή με ένα εκρηκτικό Vivace, το οποίο στηρίζεται σε επίμονα επαναλαμβανόμενα ρυθμικά και μελωδικά μοτίβα. Η σταδιακή συσσώρευση ενέργειας δημιουργεί την αίσθηση μιας αδιάκοπης κίνησης, όπου ο ρυθμός λειτουργεί ως βασικός φορέας έκφρασης.
  • Το περίφημο δεύτερο μέρος (Allegretto), με τον στοχαστικό και εσωστρεφή χαρακτήρα του, ξεχωρίζει για τη λιτή αλλά υποβλητική του γραφή. Η εναλλαγή των ορχηστρικών χρωμάτων δημιουργεί ατμόσφαιρα συλλογικού στοχασμού και εσωτερικότητας, γεγονός που εξηγεί την ιδιαίτερη απήχησή του ήδη από την πρώτη εκτέλεση.
  • Το τρίτο μέρος (Presto – Assai meno presto) επαναφέρει τη ζωηρότητα και τον σχεδόν διονυσιακό χαρακτήρα του έργου, με έντονες δυναμικές αντιθέσεις και ρυθμική ορμή. Το τμήμα του τρίο, πιο ήρεμο και εκτεταμένο, λειτουργεί ως στιγμιαία ανάπαυλα μέσα στη γενική έξαρση.
  • Στο τέταρτο μέρος (Allegro con brio) κορυφώνεται η αίσθηση της κίνησης και της έντασης. Η μουσική εξελίσσεται με καταιγιστικό ρυθμό και αδιάκοπη ενέργεια, οδηγώντας τον ακροατή σε μια εμπειρία εκστατική. Η Συμφωνία ολοκληρώνεται με αίσθηση θριαμβευτικής ζωτικότητας, αφήνοντας την εντύπωση ότι η μουσική δεν σταματά, αλλά συνεχίζει να πάλλεται ακόμη και μετά την τελευταία συγχορδία...

Η πρώτη παρουσίαση της συμφωνίας πραγματοποιήθηκε το 1813 στη Βιέννη, σε φιλανθρωπική συναυλία για τα θύματα των Ναπολεόντειων Πολέμων, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία.

Πριν απολαύσουμε την Έβδομη Συμφωνία του Μπετόβεν υπό τη μπαγκέτα του Wilhelm Furtwängler, στη θρυλική ηχογράφηση του 1943, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι το εικαστικό έργο του Eugène Louis Lami -του οποίου η γενέθλια επέτειος αποτέλεσε την αφορμή για την ακρόαση της σπουδαίας μπετοβενικής συμφωνίας- συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνάντησης των τεχνών στον 19ο αιώνα. Σε αυτή τη συνάντηση, η ζωγραφική δεν περιορίζεται στην απλή οπτική αναπαράσταση, αλλά συνομιλεί ουσιαστικά με τη μουσική και τη βαθύτερη ανθρώπινη εμπειρία. Μέσα από την απεικόνιση της ακρόασης της μουσικής του Μπετόβεν, ο Λαμί αποκαλύπτει τη δύναμη της τέχνης να λειτουργεί ως καθρέφτης της ψυχής, καταγράφοντας ό,τι βλέπουμε ή ακούμε, αλλά κυρίως ό,τι αισθανόμαστε.


Beethoven Symphony No. 7 in A Major, op.92 / Wilhelm Furtwängler:



Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Ο Μπετόβεν, η ντο ελάσσονα και ο Τόμας Μαν...



Ο Μπετόβεν την εποχή σύνθεσης της Σονάτας 32 σε ντο ελ.
Κατά την Κλασική εποχή, η ντο ελάσσονα ήταν μια σπάνια επιλογή, προορισμένη κυρίως για έργα με έντονο, ταραχώδη χαρακτήρα. Ο Μότσαρτ, για παράδειγμα, χρησιμοποίησε αυτήν την τονικότητα σε ελάχιστα έργα του, τα οποία όμως ξεχωρίζουν για τη δραματική ένταση και τη συγκινησιακή τους πυκνότητα. Για τον Μπετόβεν ωστόσο, η ντο ελάσσονα δεν αποτελεί απλώς μια σπάνια αναλαμπή, αντιθέτως, γίνεται ένα σταθερό πεδίο πειραματισμού και εκφραστικής εμβάθυνσης. Σε σονάτες, τρίο και άλλα είδη, όπου η μουσική συνήθως διακρίνεται για την κομψότητα και την ευχάριστη απλότητά της, εκείνος εισάγει το "δύσκολο", απορρίπτοντας την επιφανειακή ευχαρίστηση υπέρ της βαθιάς, δραματικής έντασης. Η ντο ελάσσονα μετατρέπεται για τον Μπετόβεν σε κλίμακα του πάθους, της πάλης και της ανάγκης για εκφραστική αλήθεια.

Η κλίμακα αυτή έχει χαρακτηριστεί ως "θυελλώδης, ηρωική τονικότητα", ένας τόπος όπου η μουσική φτάνει σε ασυνήθιστη ένταση και συγκλονιστική δραματικότητα. Οι μουσικολόγοι επισημαίνουν ότι μέσα απ' αυτήν την κλίμακα ο Μπετόβεν δεν εμφανίζεται αφηρημένος ή λογοτεχνικός ήρωας, αλλά ως ο ίδιος ο συνθέτης στην πιο εξωστρεφή μορφή του, αδιαπραγμάτευτος και αναγκασμένος να αντιμετωπίσει τη μουσική ως μάχη και υπέρβαση. Τα έργα σε ντο ελάσσονα ξεχωρίζουν για την ομορφιά και τη σημασία τους, αντανακλώντας την εκτίμηση της ρομαντικής εποχής προς τη συναισθηματική δύναμη της μουσικής του Μπετόβεν.


Στα πολυμερή έργα του Μπετόβεν σε ντο ελάσσονα, το αργό τμήμα συχνά αντιπαραβάλλεται με στιγμές έντονης φωτεινότητας, συνήθως μέσω της σχετικής Μι♭ μείζονας ή της ομώνυμης Ντο μείζονας, προσφέροντας αίσθηση ελπίδας και προοπτικής υπέρβασης. Η συνεχής μετάβαση από τη σκοτεινή ντο μινόρε στη λαμπερή Ντο μαντζόρε δημιουργεί δραματικές κορυφώσεις και θριαμβευτικά φινάλε, θέτοντας πρότυπα που επηρέασαν βαθύτατα μεταγενέστερους συνθέτες, όπως ο Μπραμς, ο Γκριγκ και ο Ραχμάνινοφ.

Για τον Μπετόβεν, η ντο ελάσσονα δεν είναι απλώς μια τονική επιλογή. Αποτελεί φιλοσοφική στάση, μια διαρκή σύγκρουση μεταξύ φωτός και σκότους, πάθους και θριάμβου, περιορισμού και ελευθερίας. 

Πρότυπο του Beethoven's C mood αποτελεί η Πέμπτη Συμφωνία. Σήμερα, όμως, θα επικεντρωθούμε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του συνθέτη σε αυτήν την τονικότητα, τη Σονάτα για Πιάνο αρ. 32, Op. 111.

Η σονάτα γράφτηκε μεταξύ 1821 και 1822 και αφιερώθηκε στον φίλο και προστάτη του, Αρχιδούκα Ροδόλφο. Πρόκειται για έργο με στοιχεία φούγκας και έντονο φιλοσοφικό, δομικά πρωτοποριακό χαρακτήρα.

Η σονάτα αναπτύσσεται σε δύο αντιθετικές κινήσεις:

Το πρώτο μέρος, "Maestoso και Allegro con brio ed appassionato", είναι θυελλώδες και παθιασμένο, εκφράζοντας τη δραματική ένταση της ντο ελάσσονας, με μια αίσθηση πάλης και υπέρβασης.

Το δεύτερο μέρος, "Arietta: Adagio molto semplice e cantabile" συγκροτείται από πέντε παραλλαγές σε Ντο μείζονα, με τεχνικά και ρυθμικά καινοτόμα στοιχεία. Όπως η τρίτη παραλλαγή -ξεχωριστή για τον χορευτικό χαρακτήρα της- που έχει παραλληλιστεί με σύγχρονα boogie-woogie και ραγκτάιμ μοτίβα, προαναγγέλλοντας μουσικά ρεύματα των επόμενων δεκαετιών.

Η σονάτα άσκησε σημαντική επίδραση σε μεταγενέστερους συνθέτες, όπως ο Σοπέν, ο Προκόφιεφ και ο Σιμανόφσκι.

Το έργο θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά του τιτάνα με έντονη δραματική και υπαρξιακή διάσταση. Το πρώτο μέρος απαιτεί σωματική και τεχνική υπεράσπιση από τον πιανίστα, ενώ το δεύτερο φέρει μυστικιστική, στοχαστική ποιότητα, προσφέροντας εμπειρία εσωτερικής υπέρβασης.
Ο ίδιος ο Μπετόβεν φέρεται να απέκλεισε την ανάγκη για τρίτη κίνηση, δημιουργώντας ένα απόλυτο δίπολο Allegro-Adagio, όπου η αντίθεση γίνεται το ίδιο το μήνυμα της μορφής.
Μάλιστα, πάνω σε αυτή τη διάσταση βασίστηκε ο Τόμας Μαν. Στο κεφάλαιο 8 του μυθιστορήματός του "Δόκτωρ Φάουστους", παρουσιάζει τη Σονάτα αρ. 32 ως σύμβολο ολοκλήρωσης και αποχαιρετισμού της παραδοσιακής μορφής της σονάτας:


"Ο Wendell Kretschmar, οργανίστας της πόλης και καθηγητής μουσικής, δίνει μια διάλεξη για τη σονάτα, παίζοντας το κομμάτι σε ένα παλιό πιάνο ενώ τα λόγια του αντηχούν πάνω από τη μουσική.
Κάθισε στο περιστρεφόμενο σκαμπό του και, με λίγα λόγια, ολοκλήρωσε τη διάλεξή του για το γιατί ο Μπετόβεν δεν έγραψε τρίτη κίνηση στο έργο 111.
"Δεν χρειαζόμασταν τίποτα περισσότερο", είπε. "Μια τρίτη κίνηση; Μια νέα προσέγγιση; Μια επιστροφή μετά από αυτήν την αποχώρηση;... αδύνατο!"
Η σονάτα, στο δεύτερο τεράστιο μέρος της, έφτανε ήδη σε ένα τέλος χωρίς επιστροφή. Και όταν μιλούσε για "τη σονάτα", δεν εννοούσε μόνο αυτή σε ντο ελάσσονα, αλλά τη σονάτα ως μορφή, ως παραδοσιακή τέχνη. Εδώ, η σονάτα είχε ολοκληρωθεί, είχε εκπληρώσει το πεπρωμένο της, είχε επιλύσει τον εαυτό της, και τώρα αποχωρούσε..."

Η μουσική του Μπετόβεν, όπως την αντιλαμβάνεται ο Μαν, αντιπροσωπεύει τη γενναιότητα του πνεύματος, μια πράξη θάρρους και δημιουργικότητας που μετατρέπει την ανθρώπινη εμπειρία σε υψηλή τέχνη. Ο συνθέτης εμφανίζεται ως συνθέτης-ήρωας, που μέσα από τον ήχο αντιμετωπίζει τις αντιφάσεις, τις δυσκολίες και τα πάθη της ύπαρξης, καθιστώντας τη μουσική του καλλιτεχνική, αλλά και υπαρξιακά σημαντική...

Beethoven: "Piano Sonata no.32 in C minor Op.111"
Στο πιάνο ο András Schiff



Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Ο Μπετόβεν ως σύμβολο δύναμης του πνεύματος στο έργο του Antoine Bourdelle...


"Beethoven aux grands cheveux",  Antoine Bourdell




Ο Γάλλος γλύπτης Antoine Bourdelle, από τους πρωτοπόρους της γλυπτικής των αρχών του 20ού αιώνα, γεννήθηκε σαν σήμερα, 30 Οκτωβρίου 1861.

Antoine Bourdelle, αυτοπροσωπογραφία
Υπήρξε μαθητής του Auguste Rodin, ο οποίος επηρέασε καθοριστικά τα πρώτα του βήματα. Ωστόσο, η ανάγκη για προσωπική έκφραση και το ανήσυχο πνεύμα του τον οδήγησαν να απομακρυνθεί σταδιακά από τον δάσκαλό του και να στραφεί προς την ελληνική αρχαιότητα και τον κλασικό ιδεαλισμό, που έκτοτε αποτέλεσαν σταθερή πηγή έμπνευσης.

Τα έργα του όπως ο Ηρακλής τοξότης, ο Μαχητής Απόλλων, η Παλλάς Αθηνά και ο Θνήσκων Κένταυρος εκφράζουν αυτή την αναζήτηση του ηρωικού, του αρμονικού και του αιώνιου μέσα από την ύλη.

Η μουσική υπήρξε επίσης θεμέλιο της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Η μορφή του Λούντιβιχ Βαν Μπετόβεν έγινε για τον Bourdelle σύμβολο της δύναμης του ανθρώπινου πνεύματος και της δημιουργικής υπέρβασης.

Ως ενσάρκωση της ρομαντικής ιδιοφυΐας, ο Μπετόβεν υπήρξε για κείνον ό,τι και η αρχαιότητα, ένας φάρος εσωτερικής δύναμης και πνευματικής αντοχής.

Λέγεται πως, ο νεαρός Μπουρντέλ, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο για τον συνθέτη, εντυπωσιάστηκε από τη φυσική τους ομοιότητα. Από τότε άρχισε να ακούει τη μουσική του με πάθος και βαθιά συγκινημένος, σημείωσε:

"Κάθε κραυγή αυτού του κωφού άνδρα που άκουγε τον Θεό δονούσε κατευθείαν στην ψυχή μου. Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπο του Μπετόβεν στην πληγωμένη μου καρδιά".

Ταυτιζόμενος με τον συνθέτη, ο Μπουρντέλ φιλοτέχνησε πάνω από ογδόντα γλυπτά εμπνευσμένα από τον Μπετόβεν, χωρίς να υπολογιστούν τα πολυάριθμα σχέδια και παστέλ. Κάθε έργο αποτελεί μια μετάφραση της μουσικής σε ύλη, μια προσπάθεια να αποδοθεί η εσωτερική πάλη και ο ρυθμός της δημιουργίας μέσα από την πέτρα και το μπρούτζο.

Η περίφημη "Βασανισμένη Προτομή του Μπετόβεν" εκφράζει αυτή τη σύζευξη πάθους και μορφής. Η ένταση συγκεντρώνεται στο μέτωπο και στη φλογερή τούφα των μαλλιών, ενώ διατηρούνται ίχνη της επίδρασης του Ροντέν. Ωστόσο, η μορφή έχει αποκτήσει τη λιτότητα και την καθαρότητα του κλασικού ιδεώδους, όπως φαίνεται και στο Κεφάλι του Απόλλωνα, που επίσης εκτίθεται στο Μουσείο Ορσέ.

Το 1929, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Μπουρντέλ δημιούργησε το τελευταίο του έργο αφιερωμένο στον Μπετόβεν, με τίτλο "Le Pathétique". Ο ίδιος σημείωσε:

"Είμαστε δύο αγωνιστές που δεν χωριστήκαμε ποτέ. Μπορούμε να σφίξουμε τα χέρια".

Η επιλογή του τίτλου -αναφορά στην περίφημη "Παθητική Σονάτα" του Μπετόβεν- δεν ήταν τυχαία. Όπως και στη μουσική της Σονάτας το πάθος, η οδύνη και η λύτρωση συνυπάρχουν, έτσι και στο γλυπτό του Μπουρντέλ, η ύλη δοκιμάζεται, υπομένει και τελικά μεταμορφώνεται σε φως.
Για τον καλλιτέχνη, ο Μπετόβεν υπήρξε ο καθρέφτης της ψυχής του, το πρόσωπο μέσα από το οποίο αναγνώρισε τη δική του καλλιτεχνική μοίρα, τη μοίρα του δημιουργού που όπως και στην Παθητική, μετατρέπει τον πόνο σε φως και τη σιωπή σε αιώνια αρμονία...




Η "Παθητική" είναι η Σονάτα για πιάνο αρ. 8 σε Ντο ελάσσονα, που ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν συνέθεσε το 1798, αφιερώνοντάς την στον φίλο και προστάτη του, πρίγκιπα Καρλ φον Λιχνόβσκι.
Τον τίτλο δεν τον επέλεξε ο ίδιος ο συνθέτης, αλλά ο εκδότης του, ο οποίος συγκλονίστηκε από τη δραματική ένταση και τον τραγικό λυρισμό του έργου.
Η σονάτα αποτελεί ορόσημο του πρώιμου ρομαντισμού, όπου η αυστηρή κλασική φόρμα μεταμορφώνεται μέσα από τη φλόγα της προσωπικής έκφρασης, προαναγγέλλοντας τον συναισθηματικό κόσμο που θα χαρακτηρίσει το ώριμο έργο του Μπετόβεν.
Η "Παθητική" είναι ένας εσωτερικός διάλογος ανάμεσα στο πάθος και τη γαλήνη, στην οδύνη και τη λύτρωση.
Με τον επιβλητικό πρόλογο, το τρυφερό, λυρικό δεύτερο μέρος και το θυελλώδες φινάλε, το έργο αυτό συνοψίζει τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου απέναντι στη μοίρα, έναν αγώνα που ο Μπετόβεν μετουσιώνει σε μουσική καθαρτήριας δύναμης.

Όπως ο συνθέτης μεταμορφώνει τον πόνο και το πάθος σε μουσική, έτσι και ο Μπουρντέλ πλάθει την ίδια ένταση στα γλυπτά του, χαράσσοντας στην πέτρα και το μπρούντζο την αθέατη φλόγα της ανθρώπινης ψυχής.

Beethoven: "Piano Sonata No.8, op.13 - Pathetique":



Για τον Μπουρντέλ μπορείτε να διαβάσετε κι εδώ.





Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Emil Gilels: Το πορτρέτο ενός Μεγάλου Πιανίστα...

 

melody.su
Ο Emil Gilels γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1916, στην Οδησσό της Ουκρανίας, τότε τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Μεγάλωσε σε ένα αστικό εβραϊκό περιβάλλον, σε μια πόλη που υπήρξε καλλιτεχνικό σταυροδρόμι. Η Οδησσός εκείνης της εποχής έσφυζε από πολιτιστική ζωή, ένας ιδανικός τόπος για να γεννηθεί ένα μουσικό ταλέντο τέτοιου βεληνεκούς.


Η μουσική του πορεία ξεκίνησε πολύ νωρίς. Σε ηλικία 5 ετών άρχισε μαθήματα πιάνου με έναν τοπικό δάσκαλο, και μέχρι τα 12 του είχε ήδη δείξει εξαιρετικά χαρίσματα. Το 1929, σε ηλικία μόλις 13 ετών, έδωσε την πρώτη του δημόσια συναυλία. Λίγο αργότερα έγινε δεκτός στο Ωδείο της Οδησσού, και αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στο Ωδείο της Μόσχας, με δάσκαλο τον σπουδαίο Heinrich Neuhaus.
Από τα πρώτα του βήματα, οι δάσκαλοί του εντόπισαν στον Gilels όχι μόνο εξαιρετική τεχνική, αλλά και μουσική ωριμότητα πέρα από την ηλικία του.

Ο Emil Gilels εξελίχθηκε σε μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες του πιάνου στον 20ό αιώνα. Η καλλιτεχνική του προσέγγιση συνδύαζε τη λάμψη της δεξιοτεχνίας με έναν βαθύ στοχασμό πάνω στη μουσική ουσία. Ήταν ένας πιανίστας που δεν αρκούνταν στην τεχνική αρτιότητα, επεδίωκε τη συναισθηματική αλήθεια και το πνευματικό βάθος. Έπαιζε με φυσικότητα και άνεση, με δύναμη αλλά και σεμνότητα. Σε κάθε έργο, η ερμηνεία του ακτινοβολούσε καθαρότητα, ακρίβεια και ουσία. 

melody.su
Όπως σημείωσε ένας κριτικός:

"Συγκέντρωνε τη δύναμή του και το σπάνιο του ταλέντο στην τέχνη της ερμηνείας, διεισδύοντας με ευαισθησία στην ουσία της σύνθεσης. Έτσι, κατάφερε να φέρει την καλλιτεχνική του προσέγγιση στο ίδιο υψηλό επίπεδο με την τεχνική του αρτιότητα".

Ο σπουδαίος μουσικοκριτικός, Harold C. Schonberg, στο βιβλίο του "The Great Pianists", γράφει:

"Ο Gilels έπαιζε με ευκολία και φυσικότητα, με δύναμη αλλά και ταπεινή μουσικότητα. Η τεχνική του ήταν εκπληκτική. Χρόνια αργότερα, ο δάσκαλός του, Heinrich Neuhaus, εξακολουθούσε να μένει άναυδος από τις οκτάβες του στην "Ισπανική Ραψωδία" του Liszt. Κι όμως, ουδέποτε αντιμετωπίστηκε ως απλός βιρτουόζος".

Ο Γκίλελς συνήθιζε να λέει πως, για κείνον "κάθε νότα έπρεπε να "μιλάει", να έχει προσωπικότητα, έκφραση, να λέει κάτι ουσιαστικό στο ακροατήριο", πεποίθηση που επηρέαζε άμεσα και τις καλλιτεχνικές του επιλογές, ακόμα και την ταχύτητα με την οποία έπαιζε ένα κομμάτι. Καθοριζόταν από το πόσο καθαρά μπορούσε να αναδειχθεί το "νόημα" κάθε νότας. Γι' αυτό και ως παράδειγμα αναφέρονται συχνά οι εκτελέσεις του σε έργα του Λιστ. Γιατί υπάρχει μια τέλεια ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη και τη λάμψη, ακόμη και στα πιο γρήγορα περάσματα, κάθε νότα ακούγεται καθαρά, με νόημα...


Emil Gilels / Liszt: "Spanish Rhapsody":



Ο Gilels δεν υπήρξε αγαπητός μόνο στο κοινό, αλλά και βαθιά σεβαστός από τους μεγαλύτερους μαέστρους της εποχής του:

"Είναι ένα φαινόμενο, πολλαπλασιασμένο άπειρα από την ευαισθησία της ψυχής, την εκφραστικότητα, την τέλεια αίσθηση του μέτρου και αίσθηση της μουσικής", 

θα πει ο εμβληματικός δ/ντής ορχήστρας, Karl Böhm ενώ ο  Herbert von Karajan θα δηλώσει:

"Στη ζωή μου, είχα την τύχη να ακούσω πολλούς μεγάλους πιανίστες… αλλά ο Emil ήταν πάντα για μένα το Νο 1".


Στη μουσική, οι νότες είναι η "φωνή", το μέσο με το οποίο εκφράζεται ο ήχος. Όμως, εξίσου ουσιαστική είναι και η παύση, η σιωπή ανάμεσα στους ήχους, που λειτουργεί σαν ανάσα. Είναι εκείνη η αόρατη στιγμή που δεν ακούγεται τίποτα, αλλά λέγονται πολλά. Εκεί όπου γεννιούνται η ένταση, η προσδοκία, η λύτρωση. Η σιωπή δεν είναι απουσία. Είναι μια ενεργή, εκφραστική παρουσία, ένας ζωντανός χώρος μέσα στη μουσική.

Ευαίσθητος και στοχαστικός πιανίστας ο Emil Gilels είχε συνειδητοποιήσει αυτό το βάθος της σιωπής. Είχε πει χαρακτηριστικά:

"Λέω συχνά πως η σιωπή είναι το θεμέλιο της μουσικής. Ακόμα και μέσα σε μια τρίλια, όσο γρήγορη κι αν είναι, μπορεί κανείς να νιώσει την παρουσία της σιωπής, ήρεμη και ατόφια. Όταν όμως η τρίλια γίνεται φλύαρη, χάνει τη μαγεία της και κουράζει".

classicalmusicnews
Στο παίξιμό του, η σιωπή δεν ήταν ένα απλό τεχνικό διάλειμμα. Ήταν ποιητική παύση, μια στιγμή νοήματος, βάθους και ακρίβειας. Ήταν ανάμεσα στις νότες όπου γεννιόταν η αληθινή μουσική, εκεί που η τέχνη ξεπερνούσε τον ήχο και γινόταν καθαρή έκφραση.

Ένα από τα πιο ξεχωριστά γεγονότα στην καριέρα του Γκίλελς ήταν η συνεργασία του με τον Κάραγιαν, σε μια μοναδική ερμηνεία του "Κοντσέρτου για Πιάνο αρ. 3" του Μπετόβεν. Η συναυλία δόθηκε τον Αύγουστο του 1976, στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, και αποτελεί τη μοναδική γνωστή συνεργασία των δύο μεγάλων καλλιτεχνών σε αυτό το έργο.
Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε πολλά χρόνια αργότερα από το Ίδρυμα Gilels.
Παρότι οι πολιτικές συνθήκες της εποχής περιόριζαν τέτοιες συνεργασίες, το καλλιτεχνικό τους αποτέλεσμα απέδειξε τη δύναμη της μουσικής να ξεπερνά σύνορα και ιδεολογίες.


Ο Emil Gilels δεν ήταν απλώς ένας βιρτουόζος πιανίστας, ήταν ένας ποιητής του ήχου, ένας μουσικός στοχαστής. Η επιρροή του εκτείνεται πολύ πέρα από τη σκηνή. Οι ερμηνείες του συνεχίζουν να εμπνέουν πιανίστες, δασκάλους και ακροατές σε όλο τον κόσμο. Η κληρονομιά του δεν περιορίζεται στο τεχνικό του επίτευγμα, αλλά διατηρείται ζωντανή στη μουσική αλήθεια που κατέθεσε με κάθε νότα...

Beethoven: "Piano Concerto No. 3"
(Emil Gilels - Herbert Von Karajan)



Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2025

Αγκάθα Κρίστι: Μελωδίες Μυστηρίου στο Σπίτι των Ονείρων ...



Η Αγκάθα Κρίστι, η αγαπημένη βρετανίδα συγγραφέας "αρχόντισσα του μυστηρίου και συνθέτρια δαιμόνιων ιστοριών" γεννήθηκε σαν σήμερα,15 Σεπτεμβρίου 1890, και κατάφερε με τη μοναδική της πένα να χαρίσει στον κόσμο μυθιστορήματα γεμάτα σασπένς και ανατροπές. Μέσα από τους ήρωές της, συνέθεσε έναν λογοτεχνικό κόσμο που έχει μεταφραστεί σε πάνω από 100 γλώσσες και έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.

Λιγότερο γνωστή, όμως, είναι η μουσική πλευρά της Κρίστι. Από μικρή, η Αγκάθα έδειξε το χάρισμά της στη μουσική, που κατείχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Σπούδασε πιάνο και μαντολίνο και ονειρευόταν μια καριέρα ως οπερατική τραγουδίστρια ή βιρτουόζος πιανίστρια. Η φωνή της ήταν όμορφη, αλλά η ντροπαλή της φύση και η δυσφορία της απέναντι στα πλήθη την κράτησαν μακριά από τη σκηνή.
Παρόλα αυτά, η μουσική δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Πάντα έπαιζε πιάνο συνθέτοντας μικρά βαλς και τραγουδώντας για την ευχαρίστησή της και των κοντινών της ανθρώπων. Το πιάνο ήταν για εκείνη ένα καταφύγιο ηρεμίας και δημιουργικότητας, μια διέξοδος όπου μπορούσε να ονειρεύεται και να ηρεμεί.

Η αγάπη της Κρίστι για την κλασική μουσική διαφαίνεται στα γραπτά της είτε μέσα από τους χαρακτήρες, είτε μέσω σκηνών που σχετίζονται με την όπερα και τη μουσική, την οποία εύστοχα δεν χρησιμοποιεί σαν διακοσμητικό στοιχείο, αλλά σαν αφηγηματικό εργαλείο, στοιχείο ψυχολογίας και σαν ατμόσφαιρα, ενισχύοντας τη δραματικότητα και το σασπένς. Η μουσική είχε για την Κρίστι μια ιδιαίτερη δύναμη. Μπορούσε να υπνωτίζει, να αποπροσανατολίζει και να αποκαλύπτει.


Σήμερα ξεφυλλίζουμε το διήγημα "The House of Dreams", μια σκοτεινά ρομαντική ιστορία με έντονα υπερφυσικά και ψυχολογικά στοιχεία. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1926 σε περιοδικό, όμως πρόκειται για διασκευή μιας αδημοσίευτης ιστορίας που η Αγκάθα Κρίστι είχε γράψει στην εφηβεία της.

Το διήγημα εξετάζει θέματα όπως η μοίρα, τα προαισθήματα και η αγάπη που υπερβαίνει τον χρόνο συνθέτοντας έναν κόσμο μεταφυσικό, ονειρικό, σε αντίθεση με τη ρεαλιστική λογική των περισσότερων έργων της.

Κεντρικός ήρωας είναι ο Τζον Σεγκρέιβ, ένας νεαρός υπάλληλος που στοιχειώνεται από ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο, ένα πανέμορφο σπίτι, που δεν έχει δει ποτέ στην πραγματική ζωή. Ερωτεύεται κεραυνοβόλα τη μυστηριώδη Αλλέγκρα, μια χαρισματική γυναίκα με καλλιτεχνική φύση και ευαίσθητη ψυχή, η οποία παίζει πιάνο. Η κοπέλα αρνείται να τον παντρευτεί εξαιτίας μιας κληρονομικής ψυχικής ασθένειας.
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Τζον πληροφορείται τον θάνατό της και ο ίδιος είναι πια άρρωστος, το όνειρο επιστρέφει. Αυτή τη φορά, η Αλλέγκρα βρίσκεται εκεί και τον καλεί μέσα στο σπίτι των ονείρων του. Σπίτι που μετατρέπεται σε σύμβολο αιώνιας επανένωσης και αγάπης πέρα από τα όρια της ζωής και του θανάτου.

Η Κρίστι επιλέγει για την ηρωίδα το όνομα Αλλέγκρα, που στα ιταλικά σημαίνει "χαρούμενη-εύθυμη", (με δόση ειρωνίας), ένδειξη της καλλιτεχνικής, ευαίσθητης φύσης της. Βλέπουμε πως είναι εσωστρεφής, ζει στον κόσμο της μουσικής, και δυσκολεύεται να χωρέσει στον ρεαλισμό της καθημερινότητας.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η σκηνή του πρώτου δείπνου στο σπίτι του εργοδότη του Τζον, όπου εκείνος γνωρίζει την Αλλέγκρα. Καθώς παίζει πιάνο, η συγγραφέας σημειώνει:

"Η Αλλέγκρα έπαιζε καλά, αν και χωρίς το σταθερό άγγιγμα ενός επαγγελματία. Έπαιξε μοντέρνα μουσική: Ντεμπισύ, Στράους, λίγο Σκριάμπιν..."

Η Κρίστι δεν επιλέγει τυχαία τους συνθέτες...
Ο Κλωντ Ντεμπισύ δημιουργεί μια ρευστή, ασαφή πραγματικότητα, σχεδόν υπερβατική, ακριβώς όπως ονειρεύεται ο Τζον.
Ο Ρίχαρντ Στράους, με τις όπερές του γεμάτες δράμα, ειρωνεία και αισθησιασμό, δίνει βάθος και ένταση, λειτουργώντας ως προανάκρουσμα της συναισθηματικής σύγκρουσης που θα ακολουθήσει.
Τέλος, η αναφορά σε "λίγο Σκριάμπιν" ενισχύει την αίσθηση πως η Αλλέγκρα δεν είναι απλώς μια γυναίκα, αλλά φορέας ενός μυστηριώδους, σχεδόν προφητικού στοιχείου, όπως και η μουσική του Σκριάμπιν.Υπεραισθητική, μυστικιστική, απόκοσμη.

Η ατμόσφαιρα φορτίζεται ακόμη περισσότερο, καθώς η μουσική γίνεται αρωγός της αφήγησης. Η Κρίστι γράφει:

"Ύστερα πέρασε στο πρώτο μέρος της "Παθητικής" του Μπετόβεν, εκείνης της έκφρασης ενός πένθους απέραντου, ενός θρήνου ατελείωτου και αρχαίου σαν τους αιώνες.
Όμως μέσα του ανασαίνει ένα πνεύμα, που αρνείται να παραδοθεί. Μέσα στη βαριά σιωπή του αιώνιου πόνου, κινείται με το βήμα του κατακτητή προς το πεπρωμένο του..."

Η έφηβη Αγκάθα παίζει μαντολίνο
Πρόκειται ίσως για το πιο συγκινητικά φορτισμένο μουσικό απόσπασμα του διηγήματος. Η μουσική δεν λειτουργεί απλώς ως υπόκρουση, είναι δραματουργικό εργαλείο, που βαθαίνει την ατμόσφαιρα και αντικατοπτρίζει την ψυχολογική κατάσταση των χαρακτήρων. Η "Παθητική" του Μπετόβεν επιλέγεται για να εκφράσει έναν βαθύ, σιωπηλό πόνο, μια εσωτερική άρνηση της ήττας και μια τραγική αποφασιστικότητα.
Η Αλλέγκρα δεν παίζει απλώς μουσική, εκφράζει ένα ανομολόγητο δράμα, ένα προαίσθημα, μια προφητική μελωδία που προοικονομεί το σκοτεινό τέλος.

Βλέπουμε πως, παρότι πρόκειται για μια δημιουργία της εφηβείας της, στο "The House of Dream"s η Αγκάθα Κρίστι αποκαλύπτει ήδη τη δεξιοτεχνία της στη λεπτοφυή ψυχογραφία. Η μουσική δεν είναι απλώς φόντο, αλλά λειτουργεί ως καθρέφτης της εσωτερικής ζωής των χαρακτήρων. Φέρνει στην επιφάνεια το άρρητο, προοικονομεί την τραγωδία και αποκαλύπτει τα ανείπωτα. Μέσα από τις μουσικές επιλογές, η συγγραφέας υφαίνει συναισθήματα, υπόγειες εντάσεις και μεταφυσικές αποχρώσεις, μετατρέποντας τον ήχο σε έναν αφηγηματικό ψίθυρο της ψυχής, μια σιωπηλή, αλλά πανίσχυρη φωνή του πεπρωμένου.

Θα ακούσουμε το 1ο μέρος της Παθητικής από τα μαγικά δάκτυλα του Rudolf Serkin, η ερμηνεία του οποίου έχει χαρακτηριστεί ως η "καλύτερη με κριτήριο τη δραματικότητα και την ακρίβεια". Συχνά αναφέρεται πως "παγώνει το αίμα"  του ακροατή, μεταφέροντας την τραγικότητα που υπονοεί ο Μπετόβεν με τις βαριές, αρχαϊκές, σαν μοιρολόι, συγχορδίες της εισαγωγής...


 Beethoven: Sonata No. 8, Op. 13 "Pathétique": mov. I.
(Στο πιάνο ο Rudolf Serkin)



To διήγημα της Αγκάθα Κρίστι, "The House of Dreams" μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.


Παλαιότερα κείμενά μου για τη συγγραφέα μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.






Τρίτη 28 Μαΐου 2024

Ο ποιητής Τόμας Μουρ και το μεθυστικών αρωμάτων "ύστατο ρόδο του θέρους"...

Rose "Old Blush", έμπνευση για το ποίημα του Τόμας Μουρ

 

O Ιρλανδός ποιητής, Thomas Moore γεννήθηκε στο Δουβλίνο σαν σήμερα, 28 Μαΐου του 1779 και θεωρείται ο εθνικός ποιητής της χώρας του.  


Εκτός από ποιητής υπήρξε συγγραφέας, χρονικογράφος, αλλά και συνθέτης. Συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Λόρδο Βύρωνα και τον Πέρσυ Σέλλευ, ενώ υπήρξε υποστηρικτής της Ελλάδος και των αγώνων της για ανεξαρτησία, από τα πρώτα μέλη της Φιλελληνικής Εταιρείας του Λονδίνου. 
Μικρός έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις τέχνες, σπούδασε μουσική και μελέτησε θέατρο, με αξιοσημείωτο το ταλέντο του στην υποκριτική.Ως νεαρός δε, συχνά ανέβαζε με τους φίλους του θεατρικές παραστάσεις επενδεδυμένες με δική του μουσική.

Το σημαντικότερο ποιητικό έργο του είναι οι "Irish Melodies-Ιρλανδικές Μελωδίες", ποιητική συλλογή έντονης μουσικότητας με την οποία συνέβαλλε στην ανάπτυξη μιας διακριτής αγγλόφωνης παράδοσης στην πατρίδα του, η οποία εκφραζόταν μέχρι τότε στα Γαελικά. Πρόκειται για ένα σύνολο 130 ποιημάτων στον τύπο της μπαλάντας, που απεικονίζουν την Ιρλανδία μακριά από τη βία και τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής κάτω από ένα πέπλο αρμονίας και ρομαντισμού. Τα ποιήματα μελοποιήθηκαν από τον ίδιο τον Μουρ και τον Τζον Στίβενσον και συχνά ο ποιητής περιόδευε εκτελώντας  και συνοδεύοντάς τα με πιάνο, κάνοντας τις μπαλάντες εξαιρετικά αγαπητές σε Άγγλους και Ιρλανδούς. Δημοφιλέστερο από τα ποιήματα της συλλογής η οποία απέφερε στον Τόμας Μουρ εισόδημα 500 λιρών ετησίως για περίπου 25 χρόνια είναι το "The Last Rose of Summer-Το ύστατο ρόδο του θέρους" σε μουσική εναρμόνιση του Στήβενσον.

Ο ποιητής με την έξοχη πένα του αποτυπώνει την αίσθηση της θλίψης του να μένεις μόνος προς το τέλος της ζωής ...

"Να, το ύστατο ρόδο του θέρους
Έμεινε ν΄ανθίζει μόνο·
Όλοι οι αγαπημένοι του σύντροφοι
Ξεθώριασαν και χάθηκαν·
Κανένα λουλούδι του κύκλου του
Κανένα μπουμπούκι δεν παραστέκει



Ν΄ αντιλαμπίσει τις κοκκινάδες
Ν΄ αναστενάξει βαθιά!

Δεν θα σ΄αφήσω μόνο σου
Καρφωμένο στο μίσχο·
Αφού οι μοναχικοί κοιμούνται,
Πήγαινε να ησυχάσεις μαζί τους.

Γι΄ αυτό θα σκορπίσω απαλά
Τα πέταλά σου πάνω στο κρεβάτι
Όπου οι φίλοι του κήπου
Αναπαύονται χωρίς άρωμα και ψυχή.


Ίσως ν΄ ακολουθήσω σύντομα κι εγώ
Όταν οι φιλίες σβήσουν
Και από το λαμπρό κύκλο της Αγάπης
Τα κοσμήματα πέσουν!

Όταν οι αληθινές καρδιές κείτονται μαραμένες
Και οι φιλόστοργες έχουν πετάξει,
Ω! Ποιος θα άντεχε να κατοικεί
Τον ψυχρό τούτο κόσμο κατάμονος;"

(Μτφ: Τάκης Π. Πιερράκος, booksitting)



Stevenson / Moor: The Last Rose of Summer"
Eρμηνεύει η Τζόαν Σάδερλαντ



Πιστεύεται ότι το ποίημα  ενέπνευσε η πρώτη ποικιλία τριαντάφυλλου της Ανατολής, που έφτασε στην Ευρώπη το 1750, η κινεζική "Old Blush", που φημίζεται για το μεθυστικό άρωμά της και τα ιδιαίτερου χρωματικού κάλλους πέταλα σε αποχρώσεις του απαλού ροζ.


Πολλοί είναι οι συνθέτες που εμπνεύστηκαν από το μοτίβο της μπαλάντας:

  • Ας ξεκινήσουμε με τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ο οποίος λάτρευε τις Ιρλανδικές Μελωδίες και το "'Υστατο ρόδο του θέρους" το αξιοποίησε στην ομώνυμη μουσική συλλογή τoυ που συνέθεσε το 1814. 
    Μελωδίες ολισθαίνουν σε μορφή παραλλαγών, άλλοτε παιχνιδιάρες, άλλοτε κοφτές και σκερτσόζες κι άλλοτε πάλι ν' αντηχούν ένα βαθύ συλλογισμό ...

Beethoven: "Irish Songs WoO 153, No 6, Sad and Luckless Was the Season":

  • Πέντε χρόνια αργότερα ο Μπετόβεν θα εκδώσει τις "Six National Airs with Variations, Op. 105" για φλάουτο και πιάνο.
    Η τέταρτη air στον τύπο θέματος-παραλλαγής είναι το "Last Rose of Summer" σε ένα διάλογο ανάμεσα στο πληκτροφόρο και το πιάνο, που αναδύει ευγένεια και κομψότητα, όπως και λεπταίσθητα  μελωδικά αρώματα.  Ο Μπετόβεν με αφετηρία το ρομαντικό ποίημα και μελωδία αναθέτει μια μοναδική σύμπραξη στο φλάουτο και το πιάνο, διευρύνοντας τα ηχοχρώματα και τις δυνατότητες κάθε οργάνου με τη χρήση εκτεταμένων τεχνικών...

Beethoven, "Six Themes and Variations, Op 105, No 4∶ Last Rose of Summer" 


  • Το 1827 ο ταλαντούχος Φέλιξ Μέντελσον γράφει τη "Fantasia on 'The Last Rose of Summer' , Op. 15", για σόλο πιάνο.
    Η σύνθεση ξεκινά με ένα αργό, παρατεταμένο αρπέζ, μια σύντομη εισαγωγή πριν την εμφάνιση της πλήρους μελωδίας. Ακολουθεί το κύριο μέρος της  Φαντασίας αρχικά με διακριτική εμφάνιση και στη συνέχεια σε φρενήρη, ταραγμένο τέμπο(presto agitato). Αργότερα διακόπτεται από μια συντομευμένη ανάκληση της μελωδίας που θυμίζει αναπόληση μεθυστικών ευωδιών ενός ροδώνα...

Mendelssohn: "Fantasia in "The Last Rose Of Summer", Op. 15"


  • Το 1847 ο γερμανός Friedrich von Flotow παρουσιάζει την ρομαντική του όπερα "Martha" στην οποία σε άρια της πρωταγωνίστριας στη 2η Πράξη ενσωματώνεται η ιρλανδική μελωδία .
    Η άρια που τιτλοφορείται "Letzte Rose-Ύστατο ρόδο", γνωστή και ως "Ρομάντσα του ρόδου", χαρακτηρίζεται για την ιδιαίτερα νοσταλγική χροιά της.

Flotow: "Martha, Letzte Rose"

Eρμηνεύει η Ρενέ Φλέμινγκ



Τρίτη 26 Μαρτίου 2024

"Μια Σονάτα του Μπετόβεν" εις μνήμην του...

 

"A Sonata of Beethoven", Alfred Edward Emslie




"Μια Σονάτα του Μπετόβεν" τιτλοφορείται ένας πίνακας του Βρετανού καλλιτέχνη Alfred Edward Emslie, που φιλοτεχνήθηκε 75 χρόνια μετά το θάνατο του μεγαλοφυούς συνθέτη Λ.Β.Μπετόβεν στη Βιέννη στις 26 Μαρτίου 1827.

Ο ζωγράφος χρησιμοποιεί παστέλ χρώματα, τα οποία δημιουργούν μια αίσθηση γαλήνης, αλλά και μυστηρίου.

Μια γυναίκα παίζει στο πιάνο αφοσιωμένη στην ερμηνεία της, προσηλωμένη στον τρόπο που θα εκφραστεί και βυθισμένη πλήρως στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί το άκουσμα.
Για το θεατή, έντονη είναι η αίσθηση ότι οι ήχοι της μουσικής ξεπηδούν από τον πίνακα. Εκτός από το μυστήριο και την ευδαιμονία που μεταφέρει η εικαστική δημιουργία, εμφανείς είναι επίσης ο λυρισμός και η ποιητική ατμόσφαιρα, που υπηρετούνται από απαλά χρώματα σχεδόν διάφανα, που ιριδίζουν, όπως το στιλπνού υφάσματος κομψότατο φόρεμα της πιανίστριας.

Ο Έμσλι που ανήκε σε οικογένεια σπουδαίων καλλιτεχνών, υπήρξε κυρίως ζωγράφος πορτρέτων και λάτρευε τη μουσική, ιδιαίτερα του Μπετόβεν.

Το εικαστικό δωρήθηκε μετά το θάνατό του στο Guildhall School of Music, από την σύζυγό του σε αναγνώριση της βαθειάς αγάπης του για την Μπετοβενική τέχνη.

Αναλυτές έργων υποστηρίζουν πως η αντρική φιγούρα που κρατά σημειώσεις στο βάθος, είναι το πνεύμα του τιτάνα Μπετόβεν που εμφανίστηκε ακούγοντας την ερμηνεία της σύνθεσής του.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό εικαστικό, που απο τον τίτλο και μόνο προσφέρει την ελευθερία στο θεατή να στοχαστεί γύρω από τη μουσική του Μπετόβεν, η συνολική δημιουργική πορεία του οποίου αποκαλύπτει μια θαυμαστή, ουσιαστική διαδικασία με την οποία προκύπτει το αισθητικά νέο στη μουσική και συνολικότερα στην τέχνη...


***

Ο Μπετόβεν έγραψε 32 σονάτες για πιάνο(επιπλέον 3 νεανικές και μία ημιτελή σονάτα) που αποτελούν μια από τις σπουδαιότερες συλλογές έργων στην ιστορία της μουσικής .

Ο συνθέτης και μαέστρος Hans von Bulow τις ονόμασε "η Καινή Διαθήκη του πιανιστικού ρεπερτορίου" έναντι της "Παλαιάς Διαθήκης" του "Καλώς Συγκερασμένου Κλειδοκύμβαλου" του Μπαχ.

Ο Μπύλοβ ήταν ο πρώτος που ερμήνευσε τις Σονάτες ως ενιαίο πιανιστικό κύκλο, καθώς από πολλούς μουσικολόγους οι 32 συνθέσεις αποτελούν "γέφυρα ανάμεσα στα έργα για μουσικό σαλόνι και κείνα για αίθουσα συναυλιών".

Beethoven: "Complete Piano Sonatas":

Ερμηνεύει ο Artur Schnabel, ένας μοναδικός δεξιοτέχνης στο πιάνο, ανυπέρβλητης εκφραστικότητας ερμηνευτής, ένας "σοφός διερμηνέας του συνθέτη με άφθαστες προσεγγίσεις πιστές στην παρτιτούρα", όπως λέγεται...



Ο Μπετόβεν υπήρξε η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυία της Παγκόσμιας Μουσικής! Πέρασε στην ουράνια αιωνιότητα, αφού σφράγισε με το απαράμιλλης ομορφιάς έργο του αυτή τη γη. Η μουσική του αποτελεί δώρο σε όλους μας, η αξία του έργου του θεωρείται αξεπέραστη, όπως και ο τεράστιος ρόλος του στην πνευματική ζωή της ανθρωπότητας. Επαναστατικός , καινοτόμος, πρωτοπόρος, με πάθος ορμητικότατο, επαναπροσδιόρισε τις μουσικές φόρμες αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα με τους "αιώνιους, αρχετυπικούς" ήχους του να δονούν τις ψυχές όλων των ανθρώπων, να ενώνουν τα αισθήματα όλων των λαών του κόσμου!





Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

Γκαίτε: "...Αχ, το τριαντάφυλλο, το τριανταφυλλάκι..."

"Heidenröslein(Το Τριανταφυλλάκι) - Goethe", εικονογράφηση του  Josef Kränzle 


Σαν σήμερα, 22 Μαρτίου 1832 ένας από τους γίγαντες του  παγκόσμιου πνεύματος, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, πέρασε στην αιωνιότητα.

"Πορτρέτο του νεαρού Γκαίτε", Angelica Kauffman
Ο Γκαίτε διακρίθηκε ως ποιητής, συγγραφέας, δραματουργός, ζωγράφος, μουσικοκριτικός και πολιτικός. Υπήρξε επίσης φιλόσοφος, ενώ έγραψε και για τη θεολογία και τον ανθρωπισμό.
H μητέρα του Γκαίτε ήταν πιανίστα, είχε ωραία φωνή κι ο πατέρας του έπαιζε φλάουτο. Έτσι, ο Γκαίτε μεγάλωσε σ' ένα σπίτι όπου κυριαρχούσε η απόλαυση της μουσικής ακρόασης και εκτέλεσης. Ως παιδί διέκρινε και αναπαρήγαγε τους ρυθμούς, όπως επίσης απομνημόνευε τις μελωδίες με ευκολία.


Ξεκίνησε νωρίς μαθήματα τσέλου, πιάνου και τραγουδιού, μελετώντας άριες από ιταλικές και γαλλικές όπερες.
Προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι παρόλες τις μουσικές σπουδές του, η μουσική αρχικά δεν ενδιέφερε συστηματικά τον Γκαίτε. Την αντιμετώπιζε κυρίως ως επιστήμη..."επιστήμη των ήχων", όπως έλεγε...

Θαύμαζε τη μουσική ιδιοφυία του Μπετόβεν παρόλες τις πολιτικές αντιπαραθέσεις τους -όπως είδαμε- ενώ επίσης είχε εντυπωσιαστεί με τη δεινότητα του Φέλιξ και της Φάννυ Μέντελσον...


πηγή: goethezeitportal
"Τριαντάφυλλο κλειστὸ εἶδ’ ἕνα παιδάκι.
Ἦταν τόσο γελαστό,
χαρωπὸ καὶ μυριστό,
τὸ τριανταφυλλάκι!
νέο τριαντάφυλλο, τριανταφυλλάκι!
Ἄχ! λουλούδι προφαντό! εἶπε τὸ παιδάκι.
Θὰ σὲ κόψω, δὲν βαστῶ!
- Ἄν μὲ κόψῃς, σοῦ κεντῶ
τὸ μικρὸ χεράκι!
εἶπε τὸ τριαντάφυλλο, τὸ τριανταφυλλάκι.
Ξεκαρδίζεται, γελᾷ τὸ τρελὸ παιδάκι,
τὸ τραβᾶ, τὸ ξεκολλᾶ...
Τί ἀγκάθια! τί πολλὰ
στὸ μικρὸ χεράκι!
Ἄχ! κακὸ τριαντάφυλλο, ἄχ, τριανταφυλλάκι!"


(Ποίηση Γκαίτε, Μτφ: Αγγελου Βλάχου-Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963 issuu.com)



Το ποίημα έγραψε ο νεαρός εικοσάχρονος Γκαίτε κατά τη διάρκεια της παραμονής στο Στρασβούργο. Εκεί, σ'ένα κοντινό χωριό και με τη δροσιά της νιότης γνώρισε τη Friederike, κόρη του εφημέριου και μεταξύ τους αναπτύχθηκε μια τρυφερή σχέση... Η κοπέλα δόθηκε ολόψυχα στον φλογερό έρωτα, που της ενέπνεσε ο ευαίσθητος ποιητής.. Ετσι, όταν εκείνος την επισκέφτηκε για να την αποχαιρετίσει, καθώς θα επέστρεφε στη Φραγκφούρτη, το κορίτσι σπάραξε από βαθύ πόνο και απογοήτεση... Οδύνη όμως αποχωρισμού ένιωσε και ο Γκαίτε που με λεκτική απλότητα αποτύπωσε στο παραπάνω πασίγνωστο ποίημα...
Το "Heidenröslein" λέει για έναν νεαρό άνδρα που βλέπει ένα μικρό τριαντάφυλλο στο λιβάδι και αποφασίζει να το μαδήσει, παρά την προειδοποίηση του τριαντάφυλλου πως αν την πονέσει, θα ανταποδώσει και κείνο παρόμοιο πόνο...


Το ποίημα εχει μελοποιηθεί πάμπολλες φορές... Θα ακούσουμε τις εκδοχές των Μπετόβεν, Σούμπερτ, Σούμαν και Μπραμς.

  • Η απλότητα και η αθωότητα της μουσικής του Σούμπερτ δεν γεννιέται από απειρία, αλλά από βαθιά εξοικείωση με τις ιδέες και τα ιδανικά του Γκαίτε. Ο Σούμπερτ έστειλε την παρτιτούρα στον ποιητή τον Απρίλιο του 1816, αλλά ο Γκαίτε το αγνόησε εντελώς.
    Ο ρομαντικός συνθέτης γράφει μια μελωδία, με την οποία μεταφέρει τον ακροατή ευθύς στην ύπαιθρο.
    Ανάλαφρη η αίσθηση που αποδίδεται, με τα μοτίβα να  "υποδηλώνουν την ανεμελιά του νεαρού που περιφέρεται στους αγρούς. Ωστόσο, η φύση των συγχορδιών υπογραμμίζει την ταπεινή αθωότητα του τριαντάφυλλου και η καμπυλωτή μελωδία την ευγενική, σαγηνευτική ομορφιά του". 
Schubert: Heidenröslein, Op. 3, No. 3, D. 257 :



  • Eίχε προηγηθεί το 1796 η μελοποίηση του ποιήματος από τον Λ.B.Μπετόβεν. Aν και τα λήντερ του τιτάνα είναι σχετικά παραμελημένα (καθώς αγνοούνται από εκτελεστές, όταν βρίσκονται ανάμεσα στις μεγαλοπρεπείς συμφωνίες, τα ορχηστρικά και χορωδιακά του έργα), θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μπετόβεν είχε μελετήσει τη φόρμα του ληντ διεξοδικά κι ήταν ο Κερουμπίνι που όταν δυσαρεστημένος με την πρώτη εκδοχή του "Φιντέλιο", του είχε στείλει ένα γαλλικό εγχειρίδιο φωνητικής σύνθεσης για να το μελετήσει και να διδαχθεί τον χειρισμό της ανθρώπινης φωνής.
    Η ποίηση του Γκαίτε με το συναίσθημα, τη φωτισμένη σκέψη και την ευαισθησία αναδεικνύονται στη μελωδία του Μπετόβεν, όπου ο ακροατής με τα μάτια του μυαλού και της ψυχής του παρακολουθεί ένα πανόραμα εικόνων που ζωντανεύει τον κλασικό και πρώιμο-ρομαντικό κόσμο των ιδεών που υπηρέτησε ο συνθέτης.

    Beethoven: "Heidenröslein Lied":




  • Ο Ρόμπερτ Σούμαν δίνει μια εξαιρετική χορωδιακή δημιουργία για μικτή χορωδία πάνω στο νεανικό ποίημα του Γκαίτε, μέρος των "Romanzen und Balladen".

    Παρότι δεν αποτελεί έκπληξη η στροφική φύση της σύνθεσης, ωστόσο εντυπωσιακός είναι ο χρωματισμός της μελωδίας.
    Ο σπουδαίος ρομαντικός συνθέτης όχι μόνο τονίζει την ανησυχία και θλίψη του νεαρού άνδρα, αλλά αναδύει μέσω των μοτίβων του με ενσυναίσθηση τη θλιβερή μοίρα του ίδιου του τριαντάφυλλου.

Schumann: "Romanzen und Balladen, op 67 no 3, Heidenröslein":



  • Το ποίημα μελοποιήθηκε από τον Γιοχάνες Μπραμς και συμπεριλήφθηκε στον κύκλο τραγουδιών του
    : "14 Volks-Kinderlieder, WoO31".
    Καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο Mπραμς καλλιέργησε τη φόρμα του λ
    ηντ σαν έναν ιδιωτικό κήπο που άνθιζε γύρω από τα μεγάλα συμφωνικά του έργα. Τα ποιητικά κείμενα τού δίνουν την ευκαιρία της ταύτισης, να εκφράσει τα προσωπικά του συναισθήματα. Ετσι, το "Τριανταφυλλάκι" του Γκαίτε είναι η δίοδος να εξωτερικευθούν ο πόνος της ανεκπλήρωτης αγάπης, η μοναξιά της ανθρώπινης ψυχής, η θλίψη του αποχωρισμού.
    Ο συνθέτης με μια σχεδόν
    οδυνηρά ευαίσθητη δημιουργία στήνει ένα σκηνικό όπου παιδικότητα αυθεντικών συναισθημάτων και ο αγνός ρομαντικός έρωτας πρωτοστατούν στη φύση της έμπνευσης. 

Brahms: "14 Volks-Kinderlieder,  6. Heidenröslein":



  • Τέλος, από το ερωτικό επεισόδιο του Γκαίτε με την Φρεντερίκα εμπνεύστηκε την ομώνυμη οπερέτα του "
    Friederike" ο Φραντς Λέχαρ. Είναι δημιουργία του 1928, ένα παράδειγμα της λεγόμενης βιογραφικής οπερέτας, ενός είδους δημοφιλούς στις αρχές του 20ού αιώνα, στο οποίο μια ιστορική προσωπικότητα πρωταγωνιστούσε σε μια γλυκόπικρη ερωτική σχέση. Η επιλογή του Γκαίτε ως θέματος για μια οπερέτα ήταν μια τολμηρή κίνηση και προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Στην πλοκή η Φρεντερίκα αφηγείται την ιστορία της σχέσης της με τον νεαρό Γερμανό ποιητή και της καταδικασμένης αγάπης τους. Η κοπέλα αγωνιώντας να μην σταθεί εμπόδιο στην καριέρα του θυσιάζει τον έρωτά τους πριν καλά καλά ανθίσει και τον αποχωρίζεται.
    Ακουμε το ληντ από τη σκηνή αποχωρισμού τους:
Lehár: "Friederike"


Κείμενα για τον Γκαίτε υπάρχουν πολλά στο ιστολόγιο. Περιηγηθείτε!




Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

3 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ακοής...






Πάνω από 300 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο είναι κωφοί ή αντιμετωπίζουν προβλήματα ακοής. Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας έχει καθιερώσει την "Ημέρα Ακοής" προκειμένου ο πληθυσμός να ευαισθητοποιηθεί σχετικά με την υγιεινή του αυτιού. Ως ημέρα επελέγη η 3η Μαρτίου ( 3/3 ), καθώς το σχήμα των συγκεκριμένων αριθμών προσομοιάζουν με κείνο των ανθρωπίνων αυτιών.

Κανείς δεν αμφισβητεί το πόσο οδυνηρό είναι για κάθε άνθρωπο να χάνει την ακοή του, πόσο μάλλον για έναν μουσικό δημιουργό, που η ακοή αποτελεί πολύτιμο εργαλείο της τέχνης του. Είναι η αίσθηση που τον κατευθύνει, ο οδηγός που τον βοηθά να ακολουθεί και να συντονίζεται αρμονικά με το σύνολο. Πόσο τρομερό για τον καλλιτέχνη -αλήθεια- που απαιτείται να νοιώθει τον ήχο σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, να έχει πλήρη αίσθηση του ύψους και του ηχοχρώματος...Ή μήπως...δεν απαιτείται;... και η αίσθηση της εσωτερικής ακοής είναι αρκετή για να δημιουργήσει;



pinterest
Ι.
Χωρίς αμφιβολία, ο πιο διάσημος συνθέτης κλασικής μουσικής, που έμεινε κωφός ήταν ο Λ.Β.Μπετόβεν.
Τα πρώτα σημάδια απώλειας εμφανίστηκαν γύρω στα 20 χρόνια του. 'Ηταν περίπου στα 30 όταν η κατάσταση είχε επιδεινωθεί τόσο, που έφτασε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Σε μια επιστολή που έγραψε στα αδέρφια του, την περίφημη Διαθήκη του Χάιλιγκενσταντ, σημειώνει:

"Ω εσείς άνθρωποι, που με θεωρείτε εχθρικό, ισχυρογνώμονα ή μισάνθρωπο, πόσο πολύ με αδικείτε. Δεν γνωρίζετε τον κρυφό λόγο που με κάνει να δείχνω έτσι[...]
Σκεφθείτε όμως, ότι εδώ και έξι χρόνια, ταλαιπωρούμαι χωρίς ελπίδα[...] Μου ήταν αδύνατον να λέω στους ανθρώπους "Μιλήστε πιο δυνατά, φωνάξτε, γιατί είμαι κουφός".
Πώς θα μπορούσα να παραδεχτώ μια αναπηρία σε εκείνη την αίσθηση, που σε εμένα έπρεπε να είναι πιο τέλεια απ’ότι στους άλλους, μια αίσθηση που κάποτε διέθετα στο τελειότερο επίπεδο, μια τελειότητα που λίγοι στο επάγγελμά μου απολαμβάνουν ή απόλαυσαν ποτέ!"


Κι όμως κωφός ο Μπετόβεν συνέθεσε πολλά από τα αριστουργήματά του, μερικά από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρωπίνου πνεύματος. Και πόσο άδικη και ειρωνική στάθηκε η μοίρα απέναντί του, καθώς στέρησε από τον συνθέτη την δυνατότητα να ακούσει ο ίδιος αυτά τα αθάνατα έργα του...


Theater am Kärntnertor, Βιέννη
Ήταν εντελώς κωφός, όταν ο Μπετόβεν συνέθεσε τη μεγαλειώδη "Ενάτη Συμφωνία - της Χαράς", γνωστή και ως "Χορωδιακή".

Έκανε πρεμιέρα την άνοιξη του 1824, στο Theater am Kärntnertor της Βιέννης με το συνθέτη να αναλαμβάνει -τυπικά- τη δ/νση της ορχήστρας και χορωδίας γιατί λόγω της κώφωσής του πρακτικά οι εκτελεστές καθοδηγούνταν από τον Κάπελμάϊστερ, Μίχαελ Ούμλαουφ.

Κάποιοι είπαν πως ακόμα και μετά το πέρας της Συμφωνίας που το κοινό χειροκροτούσε ενθουσιασμένο, ο Μπετόβεν συνέχισε να διευθύνει...Ετσι, μία από τις σολίστ πήγε προς το μέρος του, και τον έστρεψε προς τους θεατές. 
Beethoven conducting the 9th Symphony
Ο τιτάνας βλέποντάς τους σηκωμένους να χειροκροτούν, ενώ στον αέρα πετούσαν τα καπέλα ή τα μαντήλια τους, υποκλίθηκε με δάκρυα στα μάτια. Δεν μπορούσε να ακούσει, όμως μπορούσε να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τον ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει η δημιουργία του.

Ο Μπετόβεν κλήθηκε πέντε φορές με μπιζαρίσματα, γεγονός που θεωρήθηκε απρεπές για ένα κοινό θνητό, καθώς οι ανάλογες τιμές προς τον βασιλιά δεν ξεπερνούσαν τα τρία μπιζαρίσματα.

Παρακολουθούμε τη συγκλονιαστική σκηνή από την ταινία "Αθάνατη Αγαπημένη" σε σκηνοθεσία και σενάριο του Μπέρναρντ Ρόουζ. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μπετόβεν υποδύεται ο Γκάρι Όλντμαν:



ΙΙ. Αν και η αιτία αμφισβητείται, η κώφωση του Μπέντριχ Σμέτανα ήταν πιθανότατα αποτέλεσμα σύφιλης. Ο σπουδαίος τσέχος συνθέτης έχασε αρχικά την ακοή από το αριστερό του αυτί τον Σεπτέμβριο του 1874. Για μήνες τυρρανιόταν από έντονα βουητά. Ο ίδιος περιγράφει σε μια επιστολή του:

Ακουστικά βαρηκοΐας 18ου-19ου αι.
"Αυτό που ηχεί στο κεφάλι μου! Αυτός ο θόρυβος είναι το χειρότερο απ' όλα. Η κώφωση θα ήταν σχετικά υποφερτή, αν όλα ήταν ήσυχα μέσα στο κεφάλι μου. Όμως, το μεγαλύτερο μαρτύριό μου προκαλείται από το συνεχόμενο κουδούνισμα στο εσωτερικό, που συχνά καταλήγει σε βροντερά χτυπήματα. Νοιώθω ενοχλητικά σφυρίγματα, σαν κάποιος να ουρλιάζει δυνατά ή να κραυγάζει με φρίκη και μου δημιουργείται εσωτερική αναταραχή. Είναι σαν να πλήττομαι από μανιώδεις, εξοργισμένους δαίμονες".

Ένα μήνα αργότερα ακολούθησε απώλεια και απ' το δεξί αυτί του συνθέτη. Εντελώς ξαφνικά και απροσδόκητα, μετά από παρακολούθηση μιας όπερας το προηγούμενο βράδυ. Ήταν πενήντα χρονών και στο απόγειο της δημοτικότητάς του. Η απώλεια ακοής τον ανάγκασε να παραιτηθεί από διευθυντής του Θεάτρου της Πράγας, θέση την οποία αποχωρίστηκε με πόνο καρδιάς γιατί είχε αγωνιστεί σκληρά για να την αποκτήσει.
Μετά το πρώτο σοκ, αντιμετώπιζοντας με ψυχραιμία το γεγονός και αντιδρώντας με ωριμότητα αποδέχτηκε την κατάσταση και αποφάσισε πως η κώφωσή του δεν θα τον εμπόδιζε σε όποια δημιουργία του. Ετσι ο Σμέτανα συνέχισε να συνθέτει.

Αν και το πιο διάσημο έργο του, είναι ο "Μολδάβας" από τον κύκλο "Πατρίδα μου", σήμερα θα προτείνω να ακούσουμε το φινάλε από το "Κουαρτέτο Εγχόρδων του Ν.1", καθώς εδώ ευρηματικά ο συνθέτης αποτυπώνει το βούισμα στ'αυτιά του σε υψηλό τόνο που τον βασάνιζε... 

Το "String Quartet No. 1" είναι ένα ημιαυτοβιογραφικό έργο με εθνικιστικά στοιχεία, καθώς αποτελείται από σκίτσα περιόδων από τη ζωή του Σμέτανα, όπως υποδηλώνει ο υπότιτλός του "Από τη ζωή μου"

Το αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του βουίσματος το εντοπίζουμε να ηχεί ως υψηλό Μι στο πρώτο βιολί στο τέταρτο μέρος του Κουαρτέτου(Vivace), που το απολαμβάνουμε από το διάσημο Guarneri Quartet...

Παρατηρείστε τη συνεχή ήχηση του υψηλού Μι, που συμβολίζει το βούισμα στ' αυτιά, στο 3:22.

Smetana: "String Quartet No. 1":


Στους δημοφιλείς συνθέτες που είχαν την ατυχία να απωλέσουν την ακοή τους συγκαταλέγονται οι Γκαμπριέλ Φωρέ και Ραλφ Βον Ουίλιαμς.

  • Ο Φωρέ για χρόνια κρατούσε μυστικό από τους πάντες πως έχανε σταδιακά την ακοή του, όντας επικεφαλής του Ωδείου του Παρισιού και ένας από τους πιο σεβαστούς συνθέτες της Γαλλίας. Για αρκετά χρόνια άκουγε τις ψηλές και χαμηλές νότες μπερδεμένες, ενώ η μεσαία ηχητική περιοχή σταδιακά εξασθένιζε επίσης. Ήταν το 1920 που αποσύρθηκε πιθανότατα εντελώς κωφός και έστρεψε την προσοχή του στη σύνθεση.
  • Η απώλεια της ακοής του Βον Ουίλιαμς οφείλεται στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς ο συνθέτης πολέμησε ως υπολοχαγός στο Πυροβολικό και ήταν υπεύθυνος για τις οβίδες των πυροβόλων όπλων. Η παρατεταμένη έκθεσή του στις βοές αυτών των όπλων τραυμάτισε το σύστημα ακοής και τελικά προκάλεσε την ολοκληρωτική απώλεια. Παρά την κατάστασή του, ο Βον Ουίλιαμς συνέχισε να συνθέτει.




Για τη σύνταξη του άρθρου πάρθηκαν στοιχεία κι από classicalwcrb.