Είναι από τους σπουδαιότερους λογοτέχνες της Γενιάς του '30. Ο Άγγελος Τερζάκης γεννήθηκε σαν σήμερα, 16 Φεβρουαρίου 1907 στο Ναύπλιο, καθως ο πατέρας του υπηρετούσε εκεί ως νομάρχης. Σπούδασε στη Νομική Σχολή, όμως άσκησε ελάχιστα τη δικηγορία αφού τον κέρδισαν τα Γράμματα. Ασχολήθηκεμε την πεζογραφία και το Θέατρο, όπως και με την αρθρογρφία σε εφημερίδες και περιοδικά. Τιμήθηκε πολλές φορές με Βραβεία Θεάτρου και Λογοτεχνίας καθώς και με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας.
Το 1937 εκδόθηκε ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα μυθιστορήματά του, η "Μενεξεδένια Πολιτεία", όπου ο Τερζάκης με την απαράμιλλη πένα του περιγράφει τη ζωή μιας αστικής οικογένειας. Είναι ο ύμνος και το δράμα μιας Αθήνας που χάνει την ειδυλλιακή της όψη. Ενόσω τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου αρχίζουν να συνθέτουν το νέο τοπίο από την παλαιότερη εκείνη εποχή η "Μενεξεδένια Πολιτεία" διατήρησε τη γοητεία, την αρχοντιά και την αισθητική των περασμένων καιρών...
"Η Αθήνα! Ποτέ του δεν την είχε φανταστεί τόσο πλατιά, τόσο μεγάλη. [...] εκεί, μέσα στο πέλαγος των άσπρων σπιτιών που τόσο απρόσμενα φούσκωσε κι απλώθηκε ξεχειλίζοντας τον κάμπο, μια ορμητική ζωή, χίλιες ζωές, χιλιάδες χιλιάδων υπάρξεις, ζούνε και συγχρωτίζονται, δουλεύουν, αγωνίζονται, χαίρονται, υποφέρουν. Η σύναξη εδώ των ψυχών, μέσα στο ίδιο χωνευτήρι, έχει προικίσει την πολιτεία με μια δική της, ανεξάρτητη ζωή, κάποιαν υπερφυσική ύπαρξη που χτυπάει μέσαθε, σα μεγάλη υποχθόνια καρδιά. Το γέννημα τούτο του πλήθους απαρνήθηκε τη φύτρα του και τώρα, θεριεμένο σε τέρας συμβολικό, κυβερνάει την ανθρωπομάζα. Το δουλεύουν οι άνθρωποι νυχτοήμερα, το ποτίζουν με τον ιδρώτα του, του προσφέρνουν τροφή την καρδιά τους. Φευγαλέα, μυστικά, το χνότο του γλιστράει στο αίμα τους και το δαιμονίζει. Κυβερνάει η πολιτεία τους ανθρώπους σα θεότητα απόκρυφη, δυναστική, με το αόρατο γνέψιμο της Μοίρας..."
("Η Μενεξεδένια Πολιτεία". Άγγελος Τερζάκης)
Η αφίσα της ταινίας
Ο Άγγελος Τερζάκης, εκτός από λογοτέχνης, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, είχε παρακολουθήσει μαθήματα κινηματογράφου στην Ιταλία. Η μοναδική κινηματογραφική ταινία που σκηνοθετεί ο Τερζάκης και συγχρόνως υπογράφει και το σενάριο τιτλοφορείται "Νυχτερινή περιπέτεια" και η πλοκή της βασίζεται στο περίφημο μυθιστόρημά του "Μενεξεδένια πολιτεία".
Ενα μυθιστόρημα αστικού ρεαλισμού, όπως προείπαμε, που καταγράφει τις καθοριστικές εξελίξεις της μεσοπολεμικής Αθήνας και της κοινωνίας της και το οποίο καταξίωσε τον Τερζάκη, βασικό εκπρόσωπο της γενιάς του '30.... Σύμφωνα με τους αναλυτές η "Νυχτερινή περιπέτεια" δεν είναι μια απλή και συγκυριακή ενασχόληση του Τερζάκη με την κινηματογραφική πραγματικότητα της Ελλάδας, αλλά μια φυσική κατάληξη του εντονότατου ενδιαφέροντος αυτού του ανήσυχου πνευματικού ανθρώπου για την έβδομη τέχνη.
Ο Άγγελος Τερζάκης με την πρωταγωνίστρια, Νταίζη Μαυράκη στα γυρίσματα της ταινίας
Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις. Ακούγεται το τραγούδι "Η λατέρνα", τους στίχους του οποίου έγραψε ο αγαπημένος λογοτέχνης μας.
[Με αφορμή τη γενέθλια ημέρα (5 Μαΐου 1889) του σπουδαίου συγγραφέα, κριτικού και μεταφραστή]
Ο Βασίλης Ρώτας λάτρευε το δημοτικό τραγούδι και την βυζαντινή μουσική! Ήταν καλλικέλαδος κι έψαλλε θαυμάσια! Αγαπούσε τα τσάμικα και τα συρτά που έμαθε να χορεύει λεβέντικα στα πανηγύρια, που μικρός πήγαινε με την οικογένειά του στο Χιλιομόδι απ' όπου καταγόταν. Ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης συχνά έλεγε πως ο "Ρώτας χορεύει σαν τον αϊτό!"
Ομως ο Βασίλης Ρώτας αγαπούσε και την κλασική μουσική. Οι φίλοι του τον απολάμβαναν σε ερμηνείες από άριες των Μότσαρτ και Βάγκνερ.
Την αγάπη του για τη μουσική κληρονόμησε ο γιος του, συνθέτης και μουσικοπαιδαγωγός, Νικηφόρος...
Επίσης τεράστια επίδραση στην διαμόρφωση της καλλιτεχνικής προσωπικότητάς του έπαιξε το Σαιξπηρικό έργο, το οποίο μετέφρασε στο σύνολό του, αλλά και οι αρχαίοι ποιητές.
Ιστορική έμεινε η μετάφρασή του της κωμωδίας του Αριστοφάνη "Όρνιθες" για τη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν το 1959, γνωστή με τον υπότιτλο: "Πετούμενα".
Επεισοδιακή ήταν η παράσταση, γιατί προκάλεσε αναταραχή και αγανάκτηση σε μεγάλη μερίδα του κοινού, για τις "ασεβείς" καινοτομίες λεκτικά, σκηνοθετικά, μουσικά, ενδυματολογικά κλπ...
Ένθερμος υποστηρικτής της λαϊκής μας γλώσσας, και φανατικά αντισυμβατικός, ο Βασίλης Ρώτας, δεν διστάζει να ονοματίζει τα πράγματα με το πραγματικό όνομά τους. Κάθε λέξη που χρησιμοποιεί χτίζει -καθώς πιστεύει- το πνευματικό οικοδόμημα και εξέλιξη του λαού. Στον εκφραστικό λόγο του θωρακίζει την παράδοση, την οποία φυλά ως πολύτιμο θησαυρό αξιών. Θησαυρό, που βγάζει απ'το σεντούκι του όταν η περίσταση απαιτεί τα καυστικά, αιχμηρά του σχόλια.
δε θα τα κάνει απάνω του, παρά πετάει, πετάει ψηλά
τσερλοπορδίζει κι αλαφρύς ξαναπετάει στη θέση του.
Κι αν τύχει κάποιος μ’ αλλουνού γυναίκα να τραβιέται
και βλέπει στο βουλευτικό τον άντρα της στο βήμα να μιλεί
κάνει φτερά, στα πεταχτά τηνε σφιχταγκαλιάζει
και πάλι ελαφροφτέρουγος ξανάρχεται στη θέση του.
Ε, δεν αξίζει απάνω απ’ όλα να `σαι φτερωτός;
(μτφ: Β. Ρώτας)
Χατζιδάκις - Ρώτας: " Όρνιθες-Να' χεις φτερά":
Ο Άγγελος Τερζάκης έγραψε στο Βήμα για τη μετάφραση του Ρώτα:
"Ο κ. Ρώτας στη μετάφρασή του, τη συχνά ρωμαλέα, πέφτει και πάλι στο λάθος να συγχέει τη γλώσσα του πεζοδρομίου με τον κρουστό δημοτικό λόγο. Αυτό δεν αφορά βέβαια τις βωμολοχίες, που είναι - για το αίσθημα του καιρού μας - κακό αναπόφευκτο. Άκουγα τις χυδαιολογίες, έβλεπα τα επιθεωρησιακά καμώματα, και αναρωτιόμουν: Πως θα εξηγήσουμε στο μέσο θεατή, δηλαδή στη συντριπτική πλειοψηφία, πως αυτά - εδώ είναι θεμιτά, ωραία, αξιοσύστατα, καλλιτεχνικώς δικαιωμένα, ενώ, όταν γίνονται αλλού, είναι βρωμερά, φτηνά, αθέμιτα; Η σύγχυση είναι κρίσιμη".
Η τολμηρή μουσική στην παράσταση ήταν του Μάνου Χατζιδάκι, μια διονυσιακού χαρακτήρα φιέστα ρυθμών και χρωμάτων!
"Ω, μακάρια πετεινά
με τα ωραία φτερά ντυμένα
το χειμώνα ξένοιαστα για παπούτσια και για χλαίνα.
Ούτε θέρος απ`αχτίνα
του ήλιου ξερολαχανιάζω
μες στα ρόδα και στα κρίνα
και στις φυλλωσιές φωλιάζω
άμα ο τζίτζικας ο λάλος χαίρεται που ο ήλιος καίει
κι απ`την κάψα μεθυσμένος με ψιλή φωνή το λέει
κι έχω χειμαδιό σπηλιές
όπου παίζω με ξωθιές
και την άνοιξη βοσκάω μύρτα τρυφερά παρθένα
που τα καλλιεργούν οι Χάρες σε βουνόπλαγα ανθισμένα"
(Με αφορμή τη γενέθλια επέτειο του μεγάλου ζωγράφου και σκηνογράφου Γιάννη Τσαρούχη, σαν σήμερα 13 Ιανουαρίου 1910)
Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Γιάννης Τσαρούχης φιλοτέχνησε και εξώφυλλα δίσκων, που αποτελούν εικαστικά αριστουργήματα!
Στην εικόνα βλέπουμε το σχέδιο του Τσαρούχη για το δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι: "Λειτουργικά".
Το ροζ φόντο έρχεται σε αντίθεση με το μαύρο χρώμα του πιάνου, ενώ σε πρώτο πλάνο ένας γυμνός από τη μέση και πάνω άντρας με μυώδες, καλλίγραμμο κορμί πατά τα πλήκτρα του μουσικού οργάνου. Χωρίς ίχνος επιτήδευσης, μέσα από τις γραμμές και τα χρώματα αφήνει να αναδυθεί η γνησιότητα και η αλήθεια.
Το αντρικό σώμα ήταν αγαπημένο θέμα του γιατί όπως έγραψε ο ίδιος στο κείμενό του: "Για το ζεϊμπέκικο": "...πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς το σώμα σαν έργο του αγαθού πατρός Θεού και όχι του σατανά..."
Τα "Λειτουργικά" ηχογραφήθηκαν το 1971, στο σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι, με τον ίδιο στο πιάνο και την Φλέρυ Νταντωνάκη να ερμηνεύει. Είναι η εποχή που ο συνθέτης μόλις έχει ανακαλύψει την τραγουδίστρια κι είναι τρομερά ενθουσιασμένος.
Ο Μάνος ζητά από τον φίλο του τον Τσαρούχη να φιλοτεχνήσει το εξώφυλλο του δίσκου που περιλαμβάνει επιλογές από επιτυχίες μεγάλων λαϊκών συνθετών σε μεταγραφή για φωνή και πιάνο.
Ο Τσαρούχης ανταποκρίθηκε με χαρά, άλλο αν το σχέδιο της ηχογράφησης εγκαταλείφθηκε, μάλλον γιατί ο Χατζιδάκις βρισκόταν στην Αμερική.
Από τα λαϊκά τραγούδια του δίσκου επιλέγω να ακούσουμε ένα του Βασίλη Τσιτσάνη, τον οποίο θαύμαζε ο μέγας Τσαρούχης για την αυθεντικότητά του.
Είναι ένα ζεϊμπέκικο που συχνά χόρευε ο ζωγράφος μας όταν διασκέδαζε στα κέντρα που εμφανιζόταν ο Τσιτσάνης, "ρίχνοντας" τις θρυλικές στροφές του και κάνοντας τα γνώριμα τσακίσματά του πάνω στον ρυθμό των 9/8...
Το "Αντιλαλούνε τα βουνά" που έγραψε ο Τσιτσάνης αρχές της δεκαετίας του '50 είναι φαινομενικά ένα ερωτικού περιεχομένου τραγούδι, όμως -όπως συνήθιζε ο λαϊκός μας συνθέτης και στιχουργός- είχε και συμβολιστικό χαρακτήρα, καθώς αντανακλούσε το κλίμα δυσφορίας της εποχής, όπου φτώχεια, πόνος, βάσανα και μια γενική ανέχεια ταλαιπωρούσαν τα λαϊκά στρώματα την περίοδο εκείνη...
Θα το ακούσουμε στην εκδοχή των "Λειτουργικών" με τη φωνή της Φλέρυ και στο πιάνο τον Μάνο...
"Αντιλαλούνε τα βουνά, σαν κλαίω εγώ τα δειλινά.
Περνούν οι ώρες θλιβερές σ’ ένα παλιό ρολόι
κι εγώ τους αναστεναγμούς τούς παίζω κομπολόι.
Εμπάφιασα απ’ τα ντέρτια μου κι απ’ τα πολλά σεκλέτια μου.
Κουράγιο είχα στη ζωή, μα τώρα που σε χάνω
θα ήταν προτιμότερο για μένα να πεθάνω.
Μουγκρίζω απ’ τις λαβωματιές κι απ’ τις δικές σου μαχαιριές.
Λαβωματιές με γέμισες και μ’ έφαγαν οι πόνοι
και στη φωτιά που μ’ έριξες τίποτα δε με σώνει"
Για τον Τσαρούχη υπάρχουν κι άλλα κείμενα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!
«Το τάνγκο είναι ο κόσμος που φεύγει έτσι όπως ήρθε. Με πάθος...[...] Κι όλα σε 4/4. Στον ρυθμό του τάνγκο»
Αυτά γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για τον αργεντίνικο χορό που τόσο λάτρευε!
«Για να βρούμε το γνήσιο αίσθημα που περιέχει το μοναδικό αυτό είδος μουσικής έκφρασης της Αργεντινής, πρέπει να δούμε έναν νεαρό σπουδαστή της φιλοσοφίας να σιγοψιθυρίζει ή να κινείται ρυθμικά στους ήχους ενός τραγουδιού του Κάρλος Γκαρντέλ. Μόνο τότε αντιλαμβάνεται κανείς τη μοναδικότητα ερωτισμού και αντρισμού που εκπέμπει το τάνγκο!»
Ο Κάρλος Γκαρντέλ στον οποίο αναφέρεται ο Μάνος είναι ο «Βασιλιάς του τάνγκο», ο άνθρωπος που σφράγισε με τη γοητευτική φωνή του το μουσικό είδος που γεννήθηκε στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο... Οι θαυμαστές του τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά «Καρλίτος», υποκοριστικό του βαφτιστικού ονόματός του, αλλά κι «El Mago- ο Μάγος». Τα τάνγκο του Γκαρντέλ σκιαγραφούν ένα τοπίο όπου η πραγματικότητα αποκτά ονειρική διάσταση, νοηματοδοτώντας τη μαγεία της στιγμής.
Ήταν 24 του Ιούνη 1935, όταν το αεροπλάνο στο οποίο επέβαινε συνετρίβη στο Μεντεγίν της Κολομβίας... Συνεπιβάτης του Γκαρντέλ στη μοιραία πτήση ήταν και ο πατέρας του Χατζιδάκι. Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά που άκουγε ένα τραγούδι του, θυμόταν με νοσταλγία τον πατέρα του... Ο Γκαρντέλ είχε εκφράσει την επιθυμία να πάρει μαζί του το νεαρότατο τότε, Άστορ Πιατσόλα, που μαθήτευε δίπλα του. Όμως ευτυχώς, δεν τον άφησε ο πατέρας του να ακολουθήσει...
Ο Γκαρντέλ υπήρξε αλάνθαστης μουσικότητας καλλιτέχνης! Είχε μεταλλική φωνή βαρύτονου και άφθαστη δραματική έκφραση...Τα τάνγκο του αποτελούν μικρές, τρίλεπτες αριστουργηματικές δημιουργίες.
Γνωστότερο όλων το «Por una Cabeza», σύνθεση του 1935 σε στίχους του μόνιμου συνεργάτη του Γκαρντέλ, Alfredo Le Pera.
Ο τίτλος του τραγουδιού προέρχεται από μια ισπανική φράση που ακούγεται στις ιπποδρομίες. Μεταφράζεται: «με ένα κεφάλι», και αναφέρεται σε ένα άλογο των ιπποδρομιών που κερδίζει στην κούρσα πάνω στο νήμα. Οι στίχοι μιλούν για κάποιον άνδρα εθισμένο στον ιππόδρομο και τις κούρσες αλόγων. Εξάρτηση, που ο στιχουργός συγκρίνει με την ερωτική έλξη προς το γυναικείο φύλο και με τη μυστηριακή, γεμάτη πάθος μελωδία του ο Γκαρντέλ δηλώνει την καταστροφικότητά της. Η ήττα στον ιππόδρομο παραλληλίζεται με την πίκρα του εραστή για την ήττα του από τον ερωτικό αντίπαλό του.
Οι αναλυτές επισημαίνουν την ομοιότητα της εισαγωγικής φράσης στο δεύτερο μέρος του διάσημου τάνγκο με το «Ρόντο για βιολί και ορχήστρα Κ373» του Μότσαρτ.(Aκούστε στο 3:24)
Στη μνήμη του «Μάγου» Γκαρντέλ, που το νήμα της ζωής του κόπηκε τόσο απότομα θα ακούσουμε αυτό το αργεντίνικο τάνγκο, που ως είδος στην πατρίδα του είχε δεινοπαθήσει, καθώς η αστική τάξη το είχε απορρίψει ως μιαρό. Η στενοκεφαλιά τους ήθελε το τάνγκο συνδεδεμένο με τον υπόκοσμο, τους περιθωριακούς και τους οίκους ανοχής...
Ο Γκαρντέλ υπήρξε ένα κόσμημα εκτυφλωτικής λάμψης της μουσικής εποχής του μεσοπολέμου, ένας πραγματικός σταρ!
Δεν είναι τυχαίο που την κηδεία του παρακολούθησε πλήθος κόσμου, σχεδόν πάνω από 1.500.000 θαυμαστές, αφού πρώτα η σωρός του πέρασε από Κολομβία, ΗΠΑ και Βραζιλία για λαϊκό προσκύνημα!
Είναι θαμμένος στο νεκροταφείο Τσακαρίτα του Μπουένος Άιρες, όπου κάθε μέρα εκατοντάδες θαυμαστές του έρχονται να αποθέσουν ένα τρυφερό άνθος στον τάφο του. Εκεί έχει στηθεί κι ένα άγαλμά του. Οι φύλακες του κοιμητηρίου μεριμνούν ώστε πάντα στο χέρι του να υπάρχει αναμμένο ένα τσιγάρο.
«Por una Cabeza», Carlos Gardel:
Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο ηλεκτρονικό περιοδικό iporta.gr
"Δεν πρέπει να ερμηνεύουμε τα πράγματα, γιατί τα στενεύουμε"..."Θέλω τα έργα μου να είναι όπως και εγώ, ελεύθερα", έλεγε...
Γεννήθηκε σαν σήμερα 23 του Απριλιού του 1916 στην όμορφη Άρτα.
Ο Γιάννης Μόραλης ασχολήθηκε και με το θέατρο. Υποστήριζε ότι ο σκηνογράφος οφείλει να σχεδιάζει και τα σκηνικά και τα κοστούμια για να έχουν ένα ενιαίο ύφος και να μη φέρνουν σύγχυση στο θεατή. Με λιτότητα, λειτουργικότητα, καθαρά χρώματα, αίσθηση του μέτρου, ελευθερία των εκφραστικών μέσων.
Το 1951 συνεργάστηκε με το Μάνο Χατζιδάκι στο χορόδραμα: "Έξι λαϊκές ζωγραφιές", μια χορευτική παράσταση από τη Ραλλού Μάνου σε μουσική μεταγραφή 6 ρεμπέτικων τραγουδιών για πιάνο.
Κάνει τα κοστούμια, τα σκηνικά και επιμελείται και το εξώφυλλο του δίσκου. Στη σκηνογραφία του συνδύασε παραδοσιακά με σύγχρονα στοιχεία, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην εικαστική και σκηνική δημιουργία. Χρησιμοποίησε απλά πανό με εικόνες από νεοκλασικά αρχοντικά από τη μια και τη θάλασσα από την άλλη.
Για τα κοστούμια ο Μόραλης δημιούργησε δύο τύπους, το λαϊκό άνδρα και τη λαϊκή γυναίκα, απλοποιώντας και τυποποιώντας τις φιγούρες του.
"Ο Μόραλης ήταν αποκαλυπτικός ως προς το περιεχόμενο του έργου μου, έτσι που κι εγώ ο ίδιος να το ανακαλύπτω μέσ’ από τη ζωγραφική του",
θα πει ο Μάνος Χατζιδάκις...
Και συνεχίζει σχετικά με το "Εξι λαϊκές ζωγραφιές":
"Ζεϊμπέκικα, χασάπικα, συννεφιασμένες Κυριακές, παλικάρια και κοπέλες[...] Όλοι οι άντρες και οι γυναίκες φοράνε περούκες κι ο Μόραλης ενθουσιασμένος μας εξηγεί την σημασία της εκφραστικής τυποποίησης των χορευτών. Προς το κόκκινο οι άντρες, κάτασπρες οι γυναίκες με χρωματιστές φορεσιές σ΄ ένα σκηνικό που μόνο του δημιουργεί μια ολοκληρωμένη ποιητική ατμόσφαιρα, κινούνται αυστηρά πάνω στους δοσμένους ρυθμούς. Οι άντρες μαθαίνουν να χορεύουν ακίνητοι, οι γυναίκες μαθαίνουν να μην είναι ελκυστικές κι όλοι μαζί συνθέτουν πίνακες με βαθιές ιδέες και χορευτική αλήθεια. (manoshadjidakis.gr/)
Πραγματικά, "ολοκληρωμένοι" δημιουργοί! Καλλιτέχνες που έβλεπαν και αντιμετώπιζαν την Τέχνη ως ολότητα...Δημιουργούσαν αισθητικά πρότυπα προωθώντας τη σύμπραξη εικαστικών, μουσικής, λόγου και κίνησης, όπου υπήρχε ως μονάδα αναπόσπαστη. Τόσο δυσεύρετοι, σήμερα...
Το Μπαλέτο είναι βασισμένο στα παρακάτω 6 ρεμπέτικα τραγούδια:
1. Συννεφιασμένη Κυριακή
2. Κουράστηκα να σ' αποκτήσω
3. Ψιλή βροχούλα έπιασε
4. Τράβα την άμαξα
5. Πάμε στο μπαξέ τσιφλίκι
6. Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο ηλεκτρονικό περιοδικό iporta.gr
Ο Νατ Κινγκ Κόουλ εμφανίστηκε ως πιανίστας της τζαζ και του σουίνγκ και μάλιστα εκπληκτικά βιρτουόζος. Είχε όμως και μια ιδιαίτερη φωνή. Βελούδινη, ζεστή και απαλή φωνή βαρύτονου, που τόσο ταίριαζε στις τζαζ μελωδίες... Παρόλα αυτά, γνώρισε τεράστια επιτυχία με τα ελαφρά τραγούδια, που επισκίαζαν τις αυθεντικές τζαζ ρίζες της μουσικής του. Γι' αυτό για πολλούς μαύρους μουσικούς ο Νατ Κινγκ Κόουλ ήταν ο "συμβιβασμένος με τα λευκά αφεντικά"...
Γεννήθηκε σαν σήμερα, 17 Μαρτίου 1919 στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, την γενέτειρα της ακτιβίστριας, Ρόζα Παρκς.
Tα πρώτα μαθήματα πιάνου τα διδάχτηκε από τη μητέρα του που ήταν οργανίστα στην εκκλησία της πόλης. Ανάμεσα στα γκόσπελ έμαθε να εκτελεί και κλασικούς συνθέτες από τη μπαρόκ και τον Μπαχ ως τη σύγχρονη εποχή και τον Ραχμάνινοφ.
Οι μεγάλες του αγάπες στο Λύκειο ήταν η μουσική και το μπέιζμπολ. Είδωλά του οι Αρμστρονγκ και Ντιουκ Έλινγκτον, στο ύφος των οποίων δημιούργησε δικές του μπάντες απ' όταν μαθητής, ακόμη. Έκανε συγκρότημα με άλλους τρεις... Ο Κόουλ στο πιάνο, κι οι υπόλοιποι έπαιζαν μπάσο, κιθάρα και ντραμς. Όμως ο ντράμερ δεν εμφανίστηκε ποτέ στην πρόβα κι έτσι η μπάντα παρουσιάστηκε ως "τρίο", με τον πιανίστα Κόουλ να έχει μεγαλύτερη ρυθμική ελευθερία και αρμονική ευελιξία κατά την εκτέλεση... Τελικά, τον κέρδισε το τραγούδι και με τη μεταξωτή φωνή του κέρδισε ευρύτατη δημοτικότητα.
King Cole Trio
Ήταν το 1956, που λόγω του χρώματός του γρονθοκοπήθηκε. Τότε, ήταν ακόμη δύσκολα τα πράγματα για τους έγχρωμους. Χωρισμένη η κοινωνία σε λευκούς και μαύρους, μια κοινωνία άνιση, με διακρίσεις και πρακτική που βασιζόταν στο δόγμα της ανωτερότητας μιας φυλής....
Έτσι, είχε κανονιστεί ο Κόουλ να δώσει μια συναυλία για λευκούς ακροατές και μια για νέγρους. Ο τραγουδιστής για να ισορροπήσει κάπως την κατάσταση είχε επιλέξει για την ορχήστρα του μόνο λευκούς εκτελεστές. Κατά τη διάρκεια της πρώτης συναυλίας για τους λευκούς, απρόσμενα ανέβηκαν στη σκηνή κάποιοι άντρες και άρχισαν να χτυπούν τον Νατ Κινγκ Κόουλ με γκλομπς... Ένας απ' αυτούς τον έπιασε από το πέτο του σακακιού του και τον έσπρωξε με δύναμη με αποτέλεσμα να πέσει από το σκαμπό του πιάνου στο πάτωμα. Επικρατούσε κομφούζιο με τους θαμώνες να ουρλιάζουν: "Νέγρε δεν έχεις δουλειά εδώ! Σήκω και γύρνα σπίτι σου!", όταν με το μικρόφωνο τον χτύπησαν στο κεφάλι... Το μόνο που θυμόταν μετά ο τραγουδιστής ήταν πως κατάφερε να φυγαδευτεί με τη βοήθεια αστυνομικών που κατέφθασαν στο χώρο...Τού προσφέρθηκαν οι πρώτες βοήθειες κι επέστρεψε μόνο για να τραγουδήσει για το ακροατήριο των μαύρων...
Από τα πολύ αγαπημένα μου τραγούδια του το "Mona Lisa", μια μελωδικότατη μπαλάντα, που γράφτηκε για την ταινία "Captain Carey" και αναφέρεται, όπως μαρτυρά ο τίτλος, στο εικαστικό αριστούργημα του Ντα Βίντσι. Το τραγούδι κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού και η διασκευή του Κόουλ έκανε πάταγο. Ο ίδιος ο ερμηνευτής πάντα έλεγε πως η "Μόνα Λίζα" είχε για πάντα αιχμαλωτίσει την καρδιά του και η ηχογράφησή της ήταν η πλέον αγαπημένη του".
Μια άλλη αιθέρια μελωδία του είναι το "Answer Me, My Love", για το οποίο άγγλοι μουσικοαναλυτές υποστήριξαν πως πάνω του βασίστηκε το πασίγνωστο "Yesterday" των Μπητλς, χωρίς φυσικά να υπονοούν πως ο Μακ Κάρτνευ το "έκλεψε", αλλά πως η μελωδία του Κόουλ ήταν στο υποσυνείδητο του δημιουργού "σκαθαριού".
Πολλοί μουσικοκριτικοί τον θεωρούν ισάξιο του Φρανκ Σινάτρα, που όμως λόγω φυλετικών διακρίσεων δεν κατάφερε να κάνει μια ολοκληρωμένη καριέρα στο χώρο του θεάματος και ακροάματος.
Όταν κάποτε ζητήθηκε από τον Κόουλ να τοποθετηθεί σχετικά, δεν δίστασε να πει:
"Αλήθεια είναι. Ήμουν καλύτερος από τον Φράνκι. Απλώς είχαμε μια διαφορά: Εγώ ήμουν ο μαύρος κι εκείνος ο λευκός"...
Το 1963 γυρίστηκε στην Ελλάδα η ρομαντική ταινία "In the cool of the day-Διακοπές στην Ελλάδα", της οποίας τη μουσική και τα τραγούδια συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις. Ένα απ'αυτά ήταν το "Κάνε το δάκρυ σου χαρά", σε στίχους Ν. Γκάτσου, που ο χαρισματικός Nat King Cole ερμήνευσε στην αγγλική βερσιόν.(Στην ελληνική του εκδοχή το τραγούδι είχε αποδώσει η Μαίρη Λίντα).
"In the Cool of the day
when love is warm
we better be wise
for jealous eyes
are all around us
But the cool of the night
is right for 2
no fool in the night
can keep our dream from coming true"
O Nat King Cole είναι από τους αγαπημένους αφροαμερικανούς ερμηνευτές του ιάπωνα συγγραφέα, Χαρούκι Μουρακάμι.
Στο βιβλίο του"Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου" γράφει:
"...η Σιμαμότο και γω καθόμασταν στον καναπέ ακούγοντας δίσκους.[...] Ήταν ένα συννεφιασμένο, σκοτεινό απόγευμα. Οι ακτίνες του ήλιου διάστικτες από λεπτή σκόνη ίσα που έλαμπαν μέσα από τα πυκνά σύννεφα. Όλα έμοιαζαν θαμπά κι ακίνητα. Ήταν σχεδόν η ώρα του λυκόφωτος και το δωματιο ήταν σκοτεινό σαν την νύχτα. Μια θερμάστρα παραφίνης το έλουζε με μια μουντή ανταύγεια. Ο Νατ Κινγκ Κόουλ τραγουδούσε το "Pretend". Φυσικά δεν είχαμε ιδέα τότε τί σήμαιναν οι αγγλικοί στίχοι. Για μας ήταν απλώς μουσική. Αγαπούσα όμως το τραγούδι και από τις τόσες φορές που το είχα ακούσει μπορούσα να παπαγαλίσω τους πρώτους στίχους του: "Κάνε πως είσαι ευτυχισμένος όταν έχεις τις μαύρες σου δεν είναι και τόσο δύσκολο...[...] Οι στίχοι έμοιαζαν να εκφράζουν μια ορισμένη στάση ζωής..."
(Χαρούκι Μουρακάμι: "Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου", εκδ. Ωκεανίδα, σελ.19-20)
Το "Pretend" είναι σύνθεση του Lew Douglas, που με τη μεταξωτή φωνή του πρωτοερμήνευσε ο Νατ Κινγκ Κόουλ το 1952 κι έφερε το τραγούδι στο Top1 του Billboard, όπου κρατήθηκε για 20 εβδομάδες!
Γιατί δεν είναι ο σταυραητός ένα κλεισμένο συρτάρι
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Ούτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο Σουλτάνου
Ούτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.
Είναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους ..."
("Αμοργός", Ν. Γκάτσος)
(Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε σαν σήμερα, 8 Δεκεμβρίου 1911)
Ισχνό το ποιητικό έργο του Γκάτσου. Η "Αμοργός" είναι η μοναδική ποιητική σύνθεσή του και την έγραψε κατά την διάρκεια της Κατοχής. Ένα πνευματικό έργο γραμμένο σε μια γκρίζα εποχή, γι΄αυτό μεταφέρει ανεξήγητα μυστήρια της ψυχής, όπου εναλλάσσεται το σκοτάδι με το φως...
"Είναι ο πύργος ενός ελληνικού αλλά και παγκόσμιου οράματος ζωής - έρωτα, πόνου, θανάτου, ελπίδας, ανάστασης", θα πει ο Σταύρος Ξαρχάκος.
Δραπετεύουμε, σήμερα φίλοι μου...Νοσταλγούμε ταξιδεύοντας με το νου και βουλιάζουμε στα καθάρια ποιητικά νερά της Αμοργού με την μουσική εισαγωγή της ομώνυμης Καντάτας του Χατζιδάκι, έργο ανολοκλήρωτο, βασισμένο στην ομώνυμη συλλογή του ποιητή.
Εργο για συμφωνική ορχήστρα, μικτή χορωδία και σολίστες: μέτζο-σοπράνο, τενόρο, βαρύτονο και ηθοποιό, την ενορχήστρωση του οποίου έκανε ο Νίκος Κυπουργός.
Μπορεί να είναι μικρής έκτασης -μόλις είκοσι σελίδες- η "Αμοργός", όμως όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Χατζιδάκις είναι από ατόφιο χρυσάφι. Σελίδες ικανές να συντηρήσουν στην αιωνιότητα τη δύναμη του δημιουργού τους...
Η "Αμοργός", ήταν έργο -σύμφωνα με τον ίδιο τον Γκάτσο- που ανήκε στον Χατζιδάκι για αυτό δεν την έδωσε σε κανέναν άλλο να τη μελοποιήσει. Κι ο Χατζιδάκις απ' τη μεριά του τη χαρακτήρισε ως "ένα ελληνικό ποίημα, με χρήση κάποιων υπερρεαλιστικών στοιχείων, τα οποία όμως υπάρχουν στην ίδια την ελληνική παράδοση. Γι αυτό και ο Γκάτσος δεν δυσκολεύτηκε να τα μεταφέρει στο νεοελληνικό τραγούδι, δίνοντας μια καινούργια αίσθηση, αλλά στην ουσία επαναφέροντας τα διαχρονικά στοιχεία που περιείχε η ελληνική παράδοση".
Θα απολαύσουμε το προοίμιο της καντάτας με τα τοξοτά να δίνουν έναν ελεγειακό χαρακτήρα και νομίζω ταιριάζει με το παραπάνω ποιητικό απόσπασμα, όπου ο ποιητής εκφράζεται με λόγο αιμάτινο, σπαρακτικό...
Ο Γιώργος Χρονάς χαρακτήρισε την καντάτα ως την "ελληνική απάντηση στη λατινική λειτουργία, του Ρέκβιεμ...Μια καντάτα, μια λειτουργία, στο αίνιγμα Νίκος Γκάτσος..Αν έγραφε ο Σοφοκλής στους καιρούς μας, έτσι θα έγραφε. Ενα κορυφαίο χορικό στο κέντρο μιας τραγωδίας του"...
Ο Γκάτσος υπήρξε ένας προικισμένος δημιουργός, που ενώ κινήθηκε αθόρυβα στο χώρο, το έργο του προξενούσε πάντα κρότο και δυναμίτιζε με τους φιλοσοφικούς στοχασμούς και κυρίως την προτροπή για δράση.
Ενας σπουδαίος τεχνίτης της γλώσσας, που τη χειρίστηκε με ήθος και τρόπο ξεχωριστό. Με απλότητα, σαφήνεια, ακρίβεια και λυρική αλήθεια, θυμίζοντάς μας πως η τέχνη είναι από τις τελευταίες παραμυθίες και παρηγοριές μας... Βαριά κι ευλογημένη η σκιά του...
"ΑΜΟΡΓΟΣ", Γκάτσος-Χατζιδάκις, Καντάτα Έργο 46, Εισαγωγή"
"Και μη γελάς και μην κλαις και μη χαίρεσαι,
Μη σφίγγεις άδικα τα παπούτσια σου σα να φυτεύεις πλατάνια,
Μη γίνεσαι ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΝ.
Γιατί δεν είναι ο σταυραϊτός ένα κλεισμένο συρτάρι
Ούτε φανέλα περιστεριού και μαντολίνο σουλτάνου
Δεν είναι δάκρυ κορομηλιάς ούτε χαμόγελο νούφαρου
Ούτε μεταξωτή φορεσιά για το κεφάλι της φάλαινας.
Είναι πριόνι θαλασσινό που πετσοκόβει τους γλάρους
Είναι προσκέφαλο μαραγκού είναι ρολόι ζητιάνου
Είναι φωτιά σ' ένα γύφτικο που κοροϊδεύει τις παπαδιές
και νανουρίζει τα κρίνα.
Είναι των Τούρκων συμπεθεριό των Αυστραλών πανηγύρι
Είναι λημέρι των Ούγγρων.."
Το παραπάνω ποίημα αντιπαραθέτει το ψεύτικο, κατασκευασμένο "πεπρωμένο" με τη σκληρή, αληθινή ουσία της ζωής. Ο Γκάτσος απορρίπτει τις ρομαντικές, εξιδανικευμένες εικόνες και δείχνει ότι ο "σταυραϊτός", σύμβολο δύναμης και ελευθερίας δεν είναι κάτι ποιητικά κομψό, αλλά μια άγρια, γήινη, λαϊκή δύναμη...πριόνι, φωτιά, εργαλείο, πανηγύρι, περιπλάνηση. Ο ποιητής θυμίζει ότι το αληθινό μεγαλείο δεν βρίσκεται στο στολίδι ή στο όμορφο σύμβολο, αλλά στη ζωντανή, συχνά σκληρή πραγματικότητα των ανθρώπων που αγωνίζονται...
Οι ηχητικές γραμμές που επιλέγει για το συγκεκριμένο ποίημα ο Χατζιδάκις, άλλοτε διάφανες και άλλοτε πιο σκοτεινές, αναδεικνύουν την ποιητική τραχύτητα του Γκάτσου χωρίς να την εξομαλύνουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι που δεν "καλλωπίζει" το ποίημα, αλλά το συνοδεύει στην ουσία του. Μια μουσική διαδρομή ανάμεσα στο λαϊκό και στο λόγιο, στο άγριο και στο τρυφερό, ακριβώς όπως ο σταυραϊτός που περιγράφει ο ποιητής.
(Στη μνήμη του Νίκου Καζαντζάκη που έφυγε σαν σήμερα πριν 61 χρόνια)
Ήταν 26 Οκτωβρίου του 1957, όταν ο Νίκος Καζαντζάκης άφηνε την τελευταία του πνοή...Παράτησε την πένα κι έκανε ένα αιώνιο συμβόλαιο με τις ψυχές των ανθρώπων. Οι δείχτες του ρολογιού στο Νοσοκομείο του Φράιμπουργκ σταμάτησαν στις 10:20' το βράδυ...
"Όρθιος, όπως έζησε, παρέδωσε την ψυχή του, σαν τον βασιλιά που αφού γλέντησε στο μεγάλο τραπέζι, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα και χωρίς να στραφεί πίσω διάβηκε το κατώφλι", θα περιγράψει το θάνατό του η γυναίκα του Γαλάτεια.
"ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ"
Θα πει ο Καζαντζάκης: "Όταν άρχισα τώρα στα γεράματα να γράφω τον Καπετάν Μιχάλη, ο κρυφός μου σκοπός ήταν τούτος: να σώσω, ντύνοντας το με λέξεις, τ' όραμα του κόσμου...Ελευθερία ή Θάνατος!" Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η Κρήτη αγωνιζόταν με την επανάσταση του 1889 για την ελευθερία. Ο καπετάνιος είναι ο άγριος, ανυπότακτος πολεμιστής, αυτός που ορκιζόταν να παραμένει άπλυτος, αξύριστος και μαυροφορεμένος μέχρι να φύγει και ο τελευταίος εχθρός. Όταν όμως συναντά την Εμινέ, τον κυριεύει ένας δαίμονας, που παρά τις προσπάθειές του δεν καταφέρνει να τον βγάλει από το μυαλό του.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το βιβλίο, όπου διαγράφεται ο χαρακτήρας της ΕΜΙΝΕ:
"- Καλώς την Εμινέ χανούμη, είπε τρυφερά, καλώς τη… καλώς τη… Στο περβάζι της πόρτας, στα μεσοσκότεινα, μια κοπέλα φεγγοβόλησε, φεγγαροπρόσωπη κι αυτή σαν το Νουρή, κρυφοπαχιά, αφράτη, με μεγάλα λοξά μάτια, με βαμμένα μάγουλα, χείλια, φρύδια, τσίνουρα· τα νύχια της κι οι απαλάμες βαμμένα με κινά, και κρατούσε, σα μωρό στην αγκάλη της, ένα μικρό γυαλιστερό μπουζούκι. […] Κακάρισε η χανούμη σαν πέρδικα. Ακούμπησε το μπουζούκι στα γόνατά της, βάρεσε μερικές άγριες κοντυλιές, ανασήκωσε το λαιμό. -Τί θα μας τραγουδήσεις, κυρά μου; ρώτησε ευτυχισμένος ο μπέης. -Ό,τι θέλω, αποκρίθηκε αυτή. Ζωντάνεψε το μπουζούκι, κουνήθηκε μέσα στο μεσόφωτο σα θεριό, αναχούμισε τον αγέρα. Κι ολομεμιάς, από τον ανάγερτο λαιμό, τινάχτηκε συντριβάνι από το σπλάχνο της γης, η φωνή της γυναίκας. Κουνήθηκε το σπίτι, βούλιαξε, έτριξαν τα μελίγγια του καπετάν Μιχάλη. Τί πόλεμος ήταν ετούτος, τί γιουρούσι, τί αναγάλλιαση στις φούχτες του μέσα, στο λαιμό, στα νεφρά του! Χαμήλωσαν τα βουνά, κοκκίνησε ο κάμπος από τούρκικα ασκέρια, χίμηξε απάνω τους ο καπετάν Μιχάλης καβάλα στο μαύρο άτι του[...] Κοίταζε γύρα του· δεν ήταν ετούτη Κρήτη· δεν ήταν ετούτα τα μουράγια του Μεγαλόκαστρου κι η θάλασσά του και τα σπίτια· δεν ήταν ετούτο τζαμί· είχε μπει, καβάλα στο άτι του Νουρή, μέσα στην Αγια-Σοφιά! ..." ("Καπετάν Μιχάλης", Ν.Καζαντζάκης)
Το βιβλίο του Καζαντζάκη διασκευάστηκε για το θέατρο αρκετές φορές. Αρχικά το 1959 από τους Κοτζιά - Σταύρου για το θίασο Χατζίσκου σε μουσική του Αλέκου Ξένου. Αμέσως μετά το 1966 η ίδια διασκευή από το θίασο Κατράκη σε μουσική Μ.Χατζιδάκι.
Ο Κατράκης είχε δηλώσει πως "ήταν βαθύ του όνειρο να ζωντανέψει στη σκηνή τον Καπετάν Μιχάλη γιατί -όπως έλεγε- μέσα σ’ αυτόν τον ήρωα, το μεγάλο τέκνο της Κρήτης και της Ελλάδος, ο Καζαντζάκης, έκλεισε όλη την αδάμαστη κρητική ψυχή -πάει να πει όλη την ελληνική και την παγκόσμια ψυχή- το πάθος για την ανθρώπινη ελευθερία(…) Η φωνή του Καζαντζάκη έπρεπε ν’ ακουστεί γιατί τη χρειαζόμαστε τη φωνή του κάθε στιγμή και περισσότερο σήμερα που πρέπει να μιλήσουμε πάνω από όλα για τα ελληνικά πάθη..."
Η ΜΟΥΣΙΚΗ:
Στην παράσταση αυτή ο συνθέτης Χατζιδάκις έγραψε δύο ορχηστρικά και τραγούδια, οι στίχοι των οποίων σχηματίστηκαν από αυτούσιες φράσεις του Καζαντζάκη που περιέχονται στο βιβλίο.
Η μουσική συμπεριλήφθηκε στο δίσκο: "4 θεατρικοί μύθοι", Σείριος
Ακούμε το "Κερκέζικο Τραγούδι -Το Μοτίβο της Εμινέ" σε μια εξαιρετική διασκευή για τσέμπαλο, κιθάρα, βιολί και κοντραμπάσο, που επιμελήθηκε ο Νίκος Κυπουργός:
Τα λόγια ανήκουν στον Νίκο Εγγονόπουλο, τον καλλιτέχνη που μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα σε δυο τέχνες: τη Ζωγραφική και την Ποίηση... Υπήρξε βαθύτατα πνευματικός άνθρωπος! Όχι μόνο ζωγράφος και ποιητής, αλλά και ένας αληθινός στοχαστής, που το πάθος του για έκφραση μάς κληρονόμησε έργο μίας αποκλειστικά προσωπικής ατμόσφαιρας.
Η ζωγραφική του φέρει στοιχεία των Κόντογλου και Παρθένη, τούς οποίους θαύμαζε και δίπλα τους μαθήτευσε... Έντονα και τα βυζαντινά στοιχεία στις απεικονίσεις του, καθώς -όπως έλεγε- από αυτά αποπνέουν η λεβεντιά κι η ελευθερία!Η βυζαντινή ζωγραφιά αναπνέει ελεύθερη!
Με έντονο το στοιχείο του υπερρεαλισμού στα έργα του, σάς καλημερίζω αυτή την όμορφη φθινοπωρινή Κυριακή με τον "ΜΠΟΛΙΒΑΡ" του, εικαστικό και ποιητικό...
Νίκος Εγγονόπουλος (21 Οκτωβρίου 1910 - 31 Οκτωβρίου 1975)
"Μπολιβάρ"
Ενα υπερρεαλιστικό ποίημα με αναφορές σε εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες με κεντρικό πρόσωπο τον ηγέτη των λαών της Νότιας Αμερικής ενάντια στους Ισπανούς κατακτητές: Σίμωνα Μπολιβάρ!
"Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,
...
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια...
[...]
Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βαθιά του μυαλού μου
όλο συγκίνηση.
Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο,
ήσουνα ένα λουλούδι μεσ’ στους μπαχτσέδες
της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μεσ’ στην καρδιά σου,
μεσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου..."
Ν.ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ : "ΜΠΟΛΙΒΑΡ"
"Μπολιβάρ δεν είσαι όνειρο
Είσαι η αλήθεια
Μπολιβάρ είσαι ωραίος,
ωραίος σαν Έλληνας!!!"
Ν.ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ : "ΜΠΟΛΙΒΑΡ"
H βαθιά ελληνικότητα των στίχων του Εγγονόπουλου εμπνέει κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας στον Νίκο Μαμαγκάκη τη σύνθεσή του "Μπολιβάρ" σε φόρμα λαϊκής καντάτας για μεγάλη ορχήστρα και χορωδία, σολίστες και αφηγητές.
Αν στα νησιά των κοραλλιών φυσούνε ανέμοι,
κι’ αναποδογυρίζουνε τα έρημα καΐκια...
Στο μπλογκ θα βρείτε κι άλλα κείμενα για τον Ν. Εγγονόπουλο. Περιηγηθείτε!
Ο Γάλλος συμβολιστής ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ που γεννήθηκε σαν σήμερα 20 Οκτωβρίου 1854 ολοκλήρωσε το ποιητικό του έργο μέχρι την ηλικία των 20 ετών και εξαιτίας του πολυτάραχου βίου και της χειμαρρώδους ιδιοσυγκρασίας του εντάχθηκε στον κύκλο των "Καταραμένων Ποιητών". Στην ποίηση του Ρεμπώ συχνά φανερώνεται το ατίθασο και απείθαρχο του χαρακτήρα του γι'αυτό ίσως ο Αλμπέρ Καμύ τον χαρακτήρισε "στασιαστή ποιητή-ποιητή της εξέγερσης"!
"Μεθυσμένο καράβι" του Ρεμπώ σε τοίχο κτιρίου στο Παρίσι.
Όπως έλεγε χαρακτηριστικά και εύστοχα ο Πωλ Βαλερύ: "Όλη η γνωστή λογοτεχνία είναι γραμμένη στη γλώσσα της κοινής λογικής - εκτός από εκείνη που έχει γράψει ο Ρεμπώ"...
Ο Ρεμπώ στα δεκαεπτά του γράφει το "Μεθυσμένο καράβι". Ένα ποίημα διονυσιακού, οργιαστικού ύφους, καθώς οι εφηβικές ταξιδιωτικές φαντασιώσεις σε εξωτικούς τόπους μετουσιώνονται σε μια ποιητική διονυσιακή με εικόνες αισθησιακές, σκοτεινές και ταυτόχρονα εκτυφλωτικά διαυγείς και απαστράπτουσες.
Αναφέρεται στην Ποίηση και τον δημιουργό της. Η ποίηση είναι ο ''δύσκολος ποταμός'' κι ο ποιητής το σκαρί που ακυβέρνητο αφήνεται στα ρεύματά του... Ένα ποίημα με εμφανή μουσικότητα, που δημιουργεί η ομοιοκαταληξία και ο τραγουδιστός ρυθμός του.
Στίχοι από το "Μεθυσμένο καράβι" του Ρεμπώ σε τοίχο κτιρίου στο Παρίσι.
"Πρώτη φορά κατέβαινα εκείνα τα ποτάμια,
όταν κατάλαβα πως πια δεν είχα πλοηγούς.
Κάτ’ Ινδιάνοι δαίμονες τους είχανε καρφώσει
απάνω σε πολύχρωμα παλούκια και γυμνούς
τώρα τους γέμιζαν με βέλη τα κορμιά.
Όχι πως μ’ ένοιαζε κανείς ναύτης ή πλοηγός, τόσο μπαμπάκι εγγλέζικο και στάρι από τη Φλάνδρα που είχα συντροφιά μέσα στ’ αμπάρι.
Κάποτε έπαψ’ ο ορυμαγδός,
ξελύσσαξαν οι δαίμονες· πάνε οι πλοηγοί.
Και τα ποτάμια μ’ άφησαν να φύγω μοναχό
όπου μου κατεβεί.
Έναν χειμώνα ολόκληρο ξεχάστηκα -σαν το παιδί!- να τρέχω στων παράφορων κυμάτων τις πλαγιές, κι οι κάβοι οι αφιλόξενοι δεν γνώρισαν ποτέ πιο ένδοξες χαρές. Η τρικυμία βάφτισε τις πελαγίσιες μου ορμές.[...]
Αυτό ήταν! Λούστηκα κι εγώ στο ποίημα το θαλασσινό.
Έναστρο, γαλαξιακό, μάκρη γαλάζια χόρτασα ίσα μ’ εκεί που, ένας νεκρός από πνιγμό εκστατικός, πλανιέται στου ορίζοντα την κάτωχρη γραμμή.[...]
Είδα ουρανούς -και γνώρισα- κουρέλια από τις αστραπές·
είδα τυφώνες κύματα: θεριά αφρισμένα, ρεύματα· κι είδα το δείλι, κι έμαθα το χάραμα να υψώνεται: σμήνος περιστεριών· γνώρισα ό,τι ο άνθρωπος νομίζει πως γνωρίζει...."
"The Drunken Boat", λάδι του Richard Workman εμπνευσμένο από το ποίημα του Ρεμπώ (πηγή: saatchiart)
To 1954 το "Μεθυσμένο Καράβι" του 17χρονου Αρθούρου δίνει έμπνευση στον Maurice Delage να συνθέσει το ομότιτλο συμφωνικό του ποίημα: "Le Bateau Ivre". Γνωρίζουμε τον γάλλο συνθέτη, καθώς υπήρξε ο πρώτος μαθητής του Μωρίς Ραβέλ και είναι και ο παραλήπτης της αφιέρωσης της "Κοιλάδας με τις καμπάνες", μέρος του εκπληκτικού "Miroirs" του Ραβέλ. Θυμίζω πως ο Ντελάζ ήταν εξαίρετος και ως τσελίστας και μέλος της περιβόητης Ομάδας καινοτόμων καλλιτεχνών "Απάτσι".
Το στυλ του αποτελεί κράμα κλασικού και εξωτικού, επιρροή από τα ταξίδια του στην Ιαπωνία, την Ινδία και γενικά την Άπω Ανατολή, στοιχείο που τον συνδέει και με τον Αρθούρο Ρεμπώ, που και κείνος περιπλανήθηκε σε χώρες της Ευρώπης και της Αφρικής, από την Υεμένη ως την Αιθιοπία.
Maurice Delage: "Le bateau ivre":
Η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου συνοδεύει μια συγκλονιστική απαγγελία του ποιήματος από την Φανί Αρντάν:
"Ο Ρεμπώ: Ένας μεγάλος ποιητής που λειτούργησε με τη γλώσσα του καιρού μας.
Παράλληλα εκμηδένισε τον Χρόνο. Στην ηλικία που οι κοινοί θνητοί αρχίζουν να υποψιάζονται.
Αυτός ολοκληρώθηκε και σαν άνθρωπος και σαν ποιητής. Τον περιέχω."
Με αυτά τα λόγια μιλά για τον Ρεμπώ ο Μάνος Χατζιδάκις στο βιβλίο του "Ο καθρέφτης και το μαχαίρι". Εμπνευσμένος από τον ποιητή δημιουργεί με τη συμβολή στιχουργικά του Νίκου Γκάτσου το δικό του "Μεθυσμένο Καράβι" , που το ακούμε από τη φωνή του Μ. Μητσιά:
Για τον Ρεμπώ μπορείτε να διαβάσετε παλιότερο κείμενό μου εδώ
Ήταν ηλιόλουστη Κυριακή...Η παρέα πέρασε να πάρει το Μάνο για μια βόλτα στη θάλασσα.Αυτός αρνήθηκε, είχε να παραδώσει δουλειά.... Το βράδυ, που η παρέα γύρισε του ΄δωσαν μια αχιβάδα από το θαλασσινό τους περίπατο ... Ο Χατζιδάκις, κάθισε στο πιάνο και σκάρωσε τη μελωδία...
"Με μια έμφυτη απέχθεια προς το αισθηματικό παίξιμο, που συνηθίζαν στον καιρό μου οι πιανίστες και τα Ωδεία (και που δυστυχώς συνεχίζουν μέχρι σήμερα), η ΑΧΙΒΑΔΑ γράφτηκε με μια διάθεση, θα ΄λεγα, αντιδράσεως. Αντιδράσεως στην ταλαιπωρημένη "μουσική ευαισθησία", στο με χρωματιστό μολύβι «αίσθημα» που καθορίζει ο δάσκαλος, στη σοβαροφάνεια διδασκάλων και μουσουργών και τέλος, στη κάθε σκονισμένη αντίληψη, ευρωπαϊκής επαρχιακής καταβολής, γύρω απ΄ τη μουσική και την ερμηνεία της. Γι΄ αυτό η ΑΧΙΒΑΔΑ πρέπει να παίζεται με αυστηρή ρυθμική αίσθηση και με το προσδιορισμένο απ΄ τη γραφή του αίσθημα. Τα πέρα απ΄ τα προβλεπόμενα όρια, είναι και άχρηστα και επιβλαβή. Η ΑΧΙΒΑΔΑ είναι ένα αντιρομαντικό, τουλάχιστον με την έννοια που δίναν στη λέξη ο Copland και ο Prokofiev μέσ΄ απ΄τη μουσική τους. Κάθε ερμηνευτική υπερβολή και ρυθμική αυθαιρεσία, γελοιοποιεί τον ερμηνευτή και εξαφανίζει την μουσική ουσία του έργου." (Μ.Χατζιδάκις)
Το πιανιστικό έργο "Για μια λευκή αχιβάδα" περιλαμβάνει πρελούδια και χορούς και εμφανίζει τη διάθεση του συνθέτη να προσεγγίσει τις ελληνικές εθνικές μελωδίες και να πειραματιστεί μαζί τους.
Λατρεμένο, πιανιστικό έργο! Ο αποδέκτης του ήταν ο σπουδαίος σκηνοθέτης, Νίκος Κούνδουρος, που πέρασε στην αθανασία σαν σήμερα 22 Φεβρουαρίου 2017. Αυτός ήταν ο φίλος που έφερε στο Μάνο τη λευκή αχιβάδα, συνοδοιπόρος του Μάνου από την εποχή του πολέμου... Ο Χατζιδάκις δεν του είπε ποτέ πόσο η κίνηση αυτή είχε αγγίξει την ψυχή του...Μετά από χρόνια, όταν δημοσιεύτηκε το έργο και ο ίδιος ο Κούνδουρος έμεινε άναυδος όταν είδε το όνομά του στην αφιέρωση... Η μνήμη του συνθέτη, νωπή για χρόνια για τον ευαίσθητο φίλο του, Νίκο... Τώρα, στις ακτές του Παραδείσου, θα ψηλαφίζουν άμμο, βότσαλα, κοχύλια...
H "Aχιβάδα" αποτελείται απο 5 πρελούδια και χορούς, όπου πρίν απο κάθε χορό προηγείται ένα συνδετικό πρελούδιο.. Ο Χατζιδάκις απο την μιά διασκευάζει ελληνικές παραδοσιακές μελωδίες και από την άλλη εμφανίζει στο ύφος τον Σατί και τον Προκόφιεφ... Μαρς-Συρτός Συνομιλία με τον Prokofiev-Τσάμικος Μαντινάδα-Μπάλλος Νυκτερινό-Καλαματιανός Ποιμενικό-Μεγάλη Σούστα
Χατζιδάκις: "Για μια μικρή λευκή αχιβάδα"-Ερμηνεύει η Δανάη Καρά:
Κάτι το οποίο δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό είναι πως ο εμβληματικός σκηνοθέτης-κινηματογραφιστής υπήρξε και ταλαντούχος εικαστικός. Στοιχείο, που μαρτυρά το πολύπλευρο ταλέντο του και τη σφαιρικότητα της προσωπικότητάς του. Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια από τους θεατές ώστε σε κάθε πλάνο των ταινιών του να αφουγκραστούν αυτό το βλέμμα του ζωγράφου... Ο Κούνδουρος φιλοτέχνησε ελαιογραφίες, σκίτσα, μάσκες, ημερολόγια, ανάμεσά τους και την παλέτα με την αυτοπροσωπογραφία του σε νεαρή ηλικία:
Είναι το πιο αινιγματικό χαμόγελο στην Ιστορία της Τέχνης...και η δημοφιλία του πίνακα που φιλοτέχνησε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι οφείλεται ακριβώς σε αυτή την ανεξιχνίαστη έκφραση του προσώπου της γυναίκας!
Σαν σήμερα, 3 Νοέμβρη του 1507 ο ευκατάστατος έμπορος μεταξιού Φραντσέσκο ντελ Τζοκόντο, αναθέτει στον Λεονάρντο Ντα Βίντσι να ζωγραφίσει το πορτρέτο της γυναίκας του με αφορμή τη μετακόμιση στο νέο τους σπίτι.
Eτσι, προκύπτει το αριστούργημά του: "Μόνα Λίζα" ή "Τζοκόντα" Από τη λογοτεχνία ξεχωρίζει η αναφορά του Ζαν-Πωλ Σαρτρ στο βιβλίο του: "Οι Λέξεις", που αναφερόμενος στη γιαγιά του γράφει:
"Θα καθόταν στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, θα φορούσε τα ματογυάλια της, αναστενάζοντας από κόπωση και ευχαρίστηση και θα χαμήλωνε τα βλέφαρα εκφράζοντας ένα διακριτικά αισθησιακό χαμόγελο, που μετέπειτα ανακάλυψα στα χείλη της Μόνα Λίζα"
Στο χώρο της κλασικής μουσικής, ένα από τα γνωστά παραδείγματα είναι η "Μόνα Λίζα" του Max von Schilling. Ενα οπερατικό αριστούργημα, εμπνευσμένο από το ομότιτλο πορτραίτο με στοιχεία μυθοπλασίας και αναφέρεται στην ερωτική ιστορίας της μοιραίας γυναίκας (femme fatale) της Λίζα Γκεραρντίνι που δολοφονεί το σύζυγό της μετά το θάνατο του εραστή της. Η όπερα γράφτηκε την εποχή που ο πίνακας είχε κλαπεί από το Μουσείο του Λούβρου, πράξη για την οποία κατηγορήθηκαν ανάμεσα σε άλλους ο Πικάσο και ο Απολιναίρ.
Η δίπρακτη όπερα αφιερώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, όταν απονεμήθηκε στο συνθέτη ο τίτλος του καθηγητή στη Φιλοσοφική Σχολή.
Οι δύο πράξεις της όπερας δεν χωρίζονται σε σκηνές, αλλά παρουσιάζονται συνεχείς, μουσικά και δραματικά. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από θέματα ζήλιας, προδοσίας, απελπισίας και εκδίκησης. Επίσης υπάρχουν σκηνές με έντονο τοπικό χρώμα, όπως το χτύπημα των καμπανών της εκκλησίας στη Φλωρεντία ή οι χορευτικές ταραντέλες στην σκηνή του καρναβαλιού. Επιρροές από τον Bάγκνερ και τον Ρίχαρντ Στράους είναι λιγοστές μεν, εμφανείς δε, στην όπερα του Σίλινγκ(ιδιαίτερα στην εισαγωγή), όπως κι από τους Πουτσίνι, Μασκάνι, Λεονκαβάλο και το κίνημα του βερισμού.
"Τοποθετεί μπροστά στα μάτια μας έναν καθρέφτη της πραγματικής ζωής",
έγραψαν οι κριτικοί μετά την πρεμιέρα.
Παραθέτω την ορχηστρική σουίτα του έργου:
Από τις ιστορικές ηχογραφήσεις θεωρείται εκείνη του 1953 υπό την διεύθυνση του Λέοπολντ Χάγκερ με την τεραστίου διαμετρήματος δραματική υψίφωνο Inge Borkh στο ρόλο του τίτλου:
Αρκετοί είναι οι καλλιτέχνες που υιοθέτησαν το βασικό μοτίβο του εικαστικού έργου, ως θέμα προσωπικών τους δημιουργιών.
Andy Warhol's Colored Mona Lisa
Προσωπικά, μού αρέσει πολύ η pop art εκδοχή της Μόνα Λίζα από τον Άντυ Γουόρχολ κι από τη σειρά του:
"Thirty are Better than one",
δηλωτική της μαζικοποίησης της εικόνας από τα μέσα, όπου ο Γουώρχολ σημειοδοτεί την προσωπική του οπτική ερμηνεία της πολλαπλής αξίας της Μόνα Λίζα, δεχόμενος επιδράσεις από το γενικότερο πνεύμα της εποχής.
Στον ελληνικό μουσικό χώρο ξεχωρίζουμε φυσικά το "Χαμόγελο της Τζοκόντας"...ένα ορχηστρικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι γεμάτο νοσταλγία, στοχασμό...Θέμα του, η γυναίκα και η ερημιά της...
"Σε μια παρέλαση στη Νέα Υόρκη, με μουσικές, με χρώματα και με πλημμυρισμένη από κόσμο
την 5η Λεωφόρο, βρισκόμουν μια Κυριακή απόγευμα το φθινόπωρο του 1963 ...
[...]
Χωρίς να καταλάβω, είχα σταθεί έξω από το βιβλιοπωλείο του Ριτζιόλλι και στη βιτρίνα του,
απέναντί μου ακριβώς, βρισκόταν ένα βιβλίο για τον Ντα Βίντσι με την Τζοκόντα στο εξώφυλλο του
να μου χαμογελά απίθανα αινιγματική..."
Ένα επίσης τραγούδι που ξεχώρισε κερδίζοντας και Όσκαρ τραγουδιού είναι το "Mona Lisa" των Jay Livingston-Ray Evans, από την ταινία "Captain Carey USA". Ακούστηκε από τον Nat King Cole και θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος σε πωλήσεις, δίσκος.
Mona Lisa / Nat King Cole
O Πωλ Μενεστρέλ έγραψε πάνω στη μελωδία ελληνικούς στίχους, δίνοντας τη δική του άποψη για μια φλογερή Μόνα Λίζα, που ερμήνευσε με τόσο ρομαντισμό ο πατρινός Φώτης Πολυμέρης...