Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όφενμπαχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όφενμπαχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ιούλιος Βερν - Ζακ Όφενμπαχ: "Ο Δόκτορ Οξ", από τη λογοτεχνία στη σκηνή...

 

Εξώφυλλο του βιβλίου του Ιουλίου Βερν
Ο Ιούλιος Βερν συγκαταλέγεται στους θεμελιωτές της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας και ως σήμερα παραμένει ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους και διαχρονικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα. Το έργο του, μεταφρασμένο σε δεκάδες γλώσσες, συνδύασε τη φαντασία με την επιστημονική γνώση και τη λογοτεχνική ειρωνεία. Γεννημένος στις 8 Φεβρουαρίου 1828, πίστεψε βαθιά στη δύναμη της προόδου, αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι η ανθρώπινη αλαζονεία μπορεί να δημιουργεί κινδύνους Πίσω από τις μηχανές και τα τεχνικά θαύματα διέκρινε πάντα τον άνθρωπο, εύθραυστο και ευάλωτο στις ίδιες του τις επινοήσεις.

Το "Une fantaisie du docteur Ox - Μια Φαντασία του Δόκτορος Οξ" είναι ένα σύντομο σατιρικό διήγημα γραμμένο το 1872 και ανήκει στα έργα όπου ο Βερν στρέφεται στη σάτιρα, χαμογελώντας ειρωνικά απέναντι στην επιστήμη. Δεν επιθυμεί να την ακυρώσει, αλλά να υπενθυμίσει τα όριά της. Μέσα από μια απλή ιδέα θέτει διαχρονικά ερωτήματα για την πρόοδο που προηγείται της κρίσης και για τα πειράματα που λησμονούν τον άνθρωπο.
Ένα έργο, που μάς προσκαλεί να δούμε τον γάλλο συγγραφέα ως οραματιστή του μέλλοντος, αλλά και ως οξυδερκή παρατηρητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς...

Ιούλιος Βερν(φωτογραφία του Φελίξ Ναντάρ)
Η ιστορία διαδραματίζεται στην ήσυχη πόλη Κικεντόν της Φλάνδρας, έναν τόπο όπου η ζωή κυλά με απίστευτα αργούς ρυθμούς. Εκεί εμφανίζεται ο εκκεντρικός επιστήμονας Δόκτωρ Οξ, ο οποίος προσφέρεται να εγκαταστήσει δωρεάν σύστημα φωταερίου, κρύβοντας όμως τον μυστικό σκοπό του να μεταβάλλει τη σύσταση του αερίου, αυξάνοντας το οξυγόνο...Παρατηρεί πώς αυτή η φαινομενικά τεχνική παρέμβαση μεταμορφώνει τη συμπεριφορά των κατοίκων. Η ήρεμη πόλη γεμίζει ένταση, πάθος και υπερβολή, με αποτελέσματα απρόβλεπτα και συχνά ξεκαρδιστικά. Μέσα απ' αυτή την απλή αλλά ευφυή ιδέα, ο Βερν σατιρίζει την επιστημονική αλαζονεία και θέτει ερωτήματα για τα όρια της προόδου, δείχνοντας πόσο εύκολα η ανθρώπινη φύση επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες και πόσο αμφίσημη μπορεί να είναι η έννοια της ανάπτυξης. Το ύφος του έργου είναι ελαφρύ, ειρωνικό, με έντονο χιούμορ και κοινωνικό σχόλιο. Γι' αυτό ο Βερν το χαρακτήρισε "φαντασία":


"Ο Δόκτωρ Οξ στεκόταν ακίνητος δίπλα στη μηχανή, με το βλέμμα καρφωμένο στα μανόμετρα. Το πρόσωπό του δεν πρόδιδε τίποτα. Μόνο τα μάτια του, φωτεινά και ανήσυχα, έμοιαζαν να μετρούν τις αντιδράσεις της πόλης καλύτερα κι από τα όργανα.
Ο βοηθός του, ο Γκιλανέ, πλησίασε διστακτικά.
-"Αυξήσατε πολύ την παροχή, κύριε", ψιθύρισε.
Ο Οξ χαμογέλασε με την ικανοποίηση ανθρώπου που βλέπει μια εξίσωση να επαληθεύεται.

Έξω, στην πλατεία, οι κάτοικοι της Κικεντόν μιλούσαν πιο δυνατά απ’ ό,τι συνήθως. Οι κινήσεις τους είχαν χάσει εκείνη τη γνωστή, νωχελική βραδύτητα. Κάποιοι χειρονομούσαν έντονα. Δύο αξιοσέβαστοι κύριοι, που ως χθες αντάλλασσαν χαιρετισμούς με ευγενική αδιαφορία, τώρα διαφωνούσαν με πάθος για ένα ζήτημα απολύτως ασήμαντο.

-"Βλέπετε;" είπε ο Δόκτωρ Οξ ήρεμα. "Δεν άλλαξα τους ανθρώπους. Απλώς τους έδωσα λίγο περισσότερο… αέρα."
Και καθώς η μηχανή συνέχιζε να πάλλεται χαμηλόφωνα, σαν ζωντανό πλάσμα, ο επιστήμονας δεν έσκυψε πάνω της σαν μηχανικός, αλλά σαν θεατής που απολαμβάνει το έργο του..."


(Ιούλιος Βερν: "Ο Δόκτωρ οξ - απόδοση απο τα γαλλικά, δική μου)


Ζακ Όφενμπαχ(φωτογραφία του Φελίξ Ναντάρ)
Το 1876, ο Ζακ Όφενμπαχ διασκεύασε το έργο του Ιουλίου Βερν σε κωμική όπερα. Ο γάλλος συγγραφέας εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Παρίσι για να συμβάλει στη διασκευή, αν και τελικά στο πρόγραμμα δεν αναφέρθηκε σαν επίσημος λιμπρετίστας.
Το έργο σχεδιάστηκε για 3 πράξεις και 6 σκηνές, με πολύπλοκα σκηνικά και ειδικά εφέ, ακόμα και με χρήση πραγματικού υδρογόνου για την αναπαράσταση του αερίου. Οι πρόβες ήταν απαιτητικές. Το αέριο προκαλούσε δάκρυα στους ηθοποιούς και απαιτούνταν συνεχείς επαναλήψεις για τον συγχρονισμό της μουσικής, των κινήσεων και των εφέ.
Ο Όφενμπαχ, αυστηρός με τη σκηνοθεσία, οργάνωνε κάθε κίνηση των χαρακτήρων, ώστε όλα να ταιριάζουν αρμονικά σε μια προσεκτικά σχεδιασμένη θεατρική παραγωγή. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα με μεγάλη επιτυχία και έγινε αμέσως αγαπητή στο κοινό. Παρ' όλα αυτά κατέβηκε μετά από 39 παραστάσεις λόγω διαφωνιών μεταξύ του συνθέτη και του διευθυντή του Θεάτρου.

Απολαμβάνουμε την ουβερτούρα της κωμικής όπερας. Γεμάτη ζωντάνια, παιχνιδιάρικη και ρυθμικά ευκίνητη, συνδυάζει χαρούμενα, δυναμικά μοτίβα, που προετοιμάζουν το κοινό για τις κωμικές καταστάσεις που θα ακολουθήσουν.

Offenbach: "Le Docteur Ox, Ouverture"


Στο λιμπρέτο της όπερας μπούφα, ο Ζακ Όφενμπαχ πρόσθεσε νέους χαρακτήρες για να ενισχύσει τη θεατρικότητα και τη μουσική ποικιλία. Ξεχωρίζει η ομάδα τσιγγάνων με ηγέτιδα την πριγκίπισσα Πρασκόβια, δυναμική, χαρισματική και ελεύθερου πνεύματος. Με χορούς και τραγούδια προστίθεται ζωντάνια και χρώμα στις σκηνές, αντιπαραβάλλοντας την ήρεμη ζωή της πόλης.

Εικονογράφηση της σκηνής της έκρηξης
Η Πρασκόβια πρωταγωνιστεί στο διάσημο ντουέτο "Non plus un mot" (1:46:53)όπου συνδιαλέγεται με τον Δόκτορα Οξ μέσα από αντιπαραβαλλόμενες μουσικές φράσεις, δημιουργώντας έντονο κωμικό αποτέλεσμα. Το χαριτωμένο ντουέτο ξεχωρίζει για τον ρυθμό, τη μελωδία και τη μουσική δεξιοτεχνία του Όφενμπαχ, ενώ μαρτυρά επίσης την ευρηματικότητα και τη διορατικότητά του, καθώς ο συνθέτης, γνωρίζοντας τον δρόμο της επιτυχίας, προσέθεσε το μέρος κατά τις τελευταίες πρόβες της παραγωγής.

Η όπερα ολοκληρώνεται με μια εντυπωσιακή έκρηξη(2:06:00), το εργοστάσιο ανατινάχθηκε! Τα ζευγάρια επανενώνονται, πιστεύοντας ότι όσα συνέβησαν ήταν όνειρο, ενώ η πόλη επιστρέφει στην ήρεμη καθημερινότητά της. Ο Δόκτωρ Οξ χάνει το εργοστάσιό του, αλλά βρίσκει ξανά την Πρασκόβια και μαζί μοιράζονται τη χαρά της επανένωσης.
Η σκηνή κορυφώνεται με τους δυο τους και τη χορωδία να τραγουδούν το διάσημο "Ah ! quel prodige - Ω, τι θαύμα!" δημιουργώντας εορταστική ατμόσφαιρα, αφήνοντας το κοινό με αίσθηση ανάλαφρης χαράς και ικανοποίησης.

Στη συνέχεια, η Πρασκόβια στρέφεται προς το κοινό και τραγουδά με ζωντάνια και παιχνιδιάρικη σοβαρότητα:

"Αυτό που αφηγηθήκαμε απόψε
είναι η ιστορία της Κικεντόν
Δυστυχώς, κανείς δεν την πιστεύει…
Εσείς που αμφιβάλλετε, ελάτε να δείτε μόνοι σας!"

Ο Δόκτορ Οξ συνεχίζει, με χιούμορ και ελαφρά ειρωνεία, στρέφοντας το βλέμμα στους θεατές:

"Δεν θα' θελα να προσβάλω κανέναν,
αλλά, μεταξύ μας, χωρίς να γίνομαι φλύαρος,
όλα όσα είδαμε στην Κικεντόν
θα μπορούσαμε κάλλιστα να τα' χαμε δει και αλλού."

Το φινάλε αφήνει την αίσθηση ότι η ιστορία είναι ταυτόχρονα μαγική και διασκεδαστική. Το κοινό αποχωρεί με ψυχική ευφορία και θαυμασμό, τόσο για την ευρηματικότητα και την προφητικότητα του Ιουλίου Βερν, όσο και για τον τρόπο που ο ταλαντούχος Όφενμπαχ κατάφερε να μεταφέρει μουσικά το πνεύμα της ιστορίας στη σκηνή.

Offenbach: "Le Docteur Ox":







Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

«Αισωπικοί Μύθοι μετά μουσικής» 8. Μυς αρουραίος και μυς αστικός»

 

 Ο αρουραίος των αγρών και ο ποντικός της πόλης, εικονογράφηση Gustave Doré 1876


Ο Αίσωπος ήταν ταπεινής καταγωγής και καθόλου εμφανίσιμος. Πολλοί τον παρομοίαζαν με τέρας, με μαυριδερό δέρμα, καμπούρη, στραβοπόδη και πλακουτσωτή μύτη.
Ωστόσο τούς κέρδιζε όλους με την ευφυία του και την πλούσια φαντασία του. 

Λιθογραφία του Jean Ouvrier
Ευφάνταστος είναι και ο μύθος που θα αφηγηθούμε σήμερα. Ένας μύθος, όπου ο Αίσωπος μάς θέτει τον προβληματισμό για το ποια ζωή αξίζει περισσότερο: η τρυφηλή αλλά γεμάτη κινδύνους ζωή στην πόλη ή ο λιτός κι ατάραχος βίος στην ύπαιθρο;

Ο ΜΥΘΟΣ:

Μυς αρουραίος και μυς αστικός


«Μῦς ἀρουραῖος ἐκάλεσεν ἐφ᾽ ἑστίασιν μῦν ἀστικὸν καὶ παρεῖχεν αὐτῷ σιτεῖσθαι τὰ ἐν ἀγρῷ, συκῶν τε καὶ σταφυλῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀκροδρύων. ὁ δὲ πολλὴν αὐτοῦ πενίαν κατεγίνωσκεν, ἐκέλευέν τε τῇ αὔριον ἀφικνεῖσθαι πρὸς αὐτόν. καὶ ὃς εἰς πλουσίου ταμεῖον αὐτὸν εἰσαγαγὼν παρεῖχεν εὐωχεῖσθαι τοῦτο μὲν κρεῶν παντοδαπῶν, τοῦτο δὲ ἰχθύων, ἔτι δὲ καὶ πλακούντων. ἐν ᾧ δὲ πρὸς τούτοις ἦσαν, ἡ ταμιοῦχος ἐπεισῆλθεν καὶ τούτους δέος τε καὶ φυγὴ καταλαμβάνει. καὶ ὁ ἀρουραῖος πρὸς τὸν ἀστικόν· «σὺ μέν», ἔφη, «ταύτης ἀπόλαυε τῆς τροφῆς μετὰ τοσούτων ἐδεσμάτων, ἐγὼ δὲ χαίρω τῇ μετὰ ἀδείας καὶ ἐλευθερίας τροφῇ».

«Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τὸ λιτῶς διάγειν καὶ ζῆν ἀταράχως ὑπὲρ τὸ τρυφᾶν ἐν φόβῳ μετ᾿ ὀδύνης».


Από εικονογράφηση αμερικανικής έκδοσης του 1870
Στα Νέα Ελληνικά:

 Ο αρουραίος των αγρών και ο ποντικός της πόλης.


«Μια φορά ήταν ένας αρουραίος που κατοικούσε στην εξοχή. Αυτός, που λέτε, κάλεσε έναν φίλο του ποντικό από την πόλη για να του κάνει το τραπέζι. Του πρόσφερε λοιπόν για φαγητό τα καλούδια που διαθέτουν στα χωράφια: σύκα, δηλαδή, και σταφύλια και άλλα τέτοια φρούτα. Ο πρωτευουσιάνος, βέβαια, τα καταφρόνησε αυτά σαν μίζερα και φτωχικά πράγματα. -«Όσο για σένα», είπε στον οικοδεσπότη του, «σε προσκαλώ να με επισκεφθείς στα δικά μου λημέρια στην πόλη, αύριο κιόλας».
Πράγματι, την επαύριο ο περί ου ο λόγος έμπασε τον χωριάτη τον φίλο του μέσα στο κελάρι σε ένα πλουσιόσπιτο, και εκεί του έβαλε μπροστά του φαγοπότι τρικούβερτο: τί κρέατα κάθε λογής, τί ψάρια, ακόμη και γλυκίσματα.
Πάνω όμως που οι δυο τους το είχαν ρίξει στο φαΐ, μπήκε μέσα ξαφνικά η οικονόμος του σπιτιού. Τρελάθηκαν τότε από τον φόβο τους τα ποντίκια και πήραν αμέσως δρόμο.
Έπειτα από αυτά, ο αρουραίος της υπαίθρου το ξεκαθάρισε στον άλλον: 

-«Βρε δεν πα να ευχαριστιέσαι όσο φαΐ θέλεις, με τις λιχουδιές σου και τα μενού σου! Εγώ, μια φορά, προτιμώ τα λίγα που έχω να τα κατεβάζω άφοβα και με την ησυχία μου».

 

Ο μύθος στην ολλανδική εκδοχή του,
εικονογράφηση Gaston Gélibert
Απλή η ιστορία του Αισώπου, αλλά κι αυτή τόσο διδακτική! Ένας μύθος που ζυγίζει από τη μία την υπεραφθονία και το φόβο και από την άλλη τη μετρημένη ζωή και την ηρεμία.
Ο Αίσωπος υπογραμμίζει πως κάποιες φορές με την πρώτη ματιά κάτι μπορεί να φαντάζει αξιοζήλευτο. Δεν σημαίνει όμως απαραίτητα ότι αυτός που το έχει είναι ευτυχισμένος, αν λείπει το γέλιο και η ψυχική γαλήνη.


Ο μύθος εμφανίζεται στον Αίσωπο γύρω στον 7ο  αιώνα π.Χ. Λίγους αιώνες αργότερα, στη Ρώμη, ο Οράτιος έδωσε τη δική του διασκευή, που ανέπτυξε σε 40 στίχους και σε αντίθεση με τον μύθο του Αισώπου, η ιστορία ξεκινά με την άφιξη στην εξοχή του αρουραίου της πόλης ο οποίος γελάει με τη μετριότητα της ζωής στην ύπαιθρο και τον προσκαλεί να γευτεί τις απολαύσεις της πόλης στο σπίτι του.

Αυτός ο μύθος θα απασχολήσει και τον Βαβρία, έναν παραμυθολόγο, ελληνόφωνο Ρωμαίο, που ζούσε στη σημερινή Συρία και στα τέλη του 1ου αιώνα, ξαναέγραψε τους μύθους του Αισώπου στα ελληνικά και σε στίχο, άρα είναι ο πρώτος(όπως δήλωνε) που απέδωσε σε ποιητική μορφή τις ιστορίες αυτές. Σύμφωνα με το Λεξικό της Σούδας, ο Βαβρίας συνέγραψε δέκα βιβλία με μυθιάμβους (μύθους γραμμένους σε ιαμβικό μέτρο). Το έργο του γενικώς είναι συλλογή από ποιητικούς μύθους, που στην πλειονότητά τους έχουν αντληθεί από αρχαίες συλλογές Αισώπιων Μύθων σε πεζό λόγο.
Όπως αναφέραμε παραπάνω ο Βαβρίας θεωρούσε τον εαυτό του δημιουργό νέου λογοτεχνικού είδους  -φαίνεται πως αγνοούσε την ύπαρξη του Φαίδρου, ο οποίος εκατό και πλέον χρόνια νωρίτερα είχε μεταφέρει σε ιαμβικό στίχο μερικούς μύθους του Αισώπου, αλλά στη λατινική γλώσσα, πράγμα που αγνοούσαν οι Έλληνες. Στον πρόλογο της συλλογής του ο Βαβρίας, αφού τονίζει ότι ο Αίσωπος ήταν ο πρώτος συγγραφέας μύθων, γράφει: «και εγώ δίνω στη Μούσα τον νέο μυθίαμβο».

 

Επεξεργασία του Αισωπικού μύθου  κάνει και ο Ζαν ντε Λα Φονταίν, τον οποίο παρουσιάζει στο Πρωτο Βιβλίο με τους Μύθους του, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1668 με τον τίτλο: «Le Rat de ville et le Rat des champs»:

«Πρωτευουσιάνος ποντικός απλόχερος κι ευγενικός
Κάλεσε φίλο χωρικό σ' ωραίο γεύμα γιορτινό.
Σε ένα τούρκικο χαλί άπλωσε όλο το φαΐ.
Δε σας λέω τι ζωή έκαναν κι οι δυο μαζί!

Ήταν όλ' αρμονικά, τα εδέσματα πολλά
 Ώσπου όμως, ατυχία! ταράχτηκε η ησυχία...
Πίσω απ' την πόρτα ξαφνικά θόρυβο άκουσαν πολύ
Φοβήθηκαν για τα καλά, έφυγαν και οι δυο μαζί.

Ο θόρυβος σταμάτησε. Μ' άλλος ακούστηκε ξανά
Ο οικοδεσπότης σάστισε: "Τέλος, Ας φάμε βιαστικά"
-Φτάνει, λέει ο χωρικός. Τώρα, εγώ σε προσκαλώ
Όχι, πως είμ' αρνητικός στο γεύμα το βασιλικό.
Αλλά κανείς δεν μ' ενοχλεί. Τρώω παίρνοντας χαρά διπλή.
Τίποτε δε με συγκινεί, όταν ο φόβος απειλεί».

 (Μτφ: Θεοδώρα Βονιτσάνου-Guilloteau Léo Partsanakis)


ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ:

1. Ο γερμανικής καταγωγής, και λάτρης της μυθολογίας, Ζακ Όφενμπαχ στο ύφος των ανάλαφρων οπερετών του μάς δίνει τη δική του κομψή και εύθυμη εκδοχή της διδακτικής ιστορίας του Αισώπου, όπως μεταφέρθηκε με τον πνευματώδη τρόπο του Λαφονταίν.

Jacques Offenbach: «Six fables de la Fontaine- Le Rat de ville et le Rat des champs»:



2. Εκπρόσωπος του ύστερου ρομαντισμού είναι ο Μπενζαμέν Γκοντάρ, Γάλλος βιολονίστας και συνθέτης, εξαιρετικά παραγωγικός ασχολήθηκε με πολλά μουσικά είδη (όπερες, μουσική δωματίου, ορχηστρικά, έργα για πιάνο, κλπ), ωστόσο διακρίθηκε σε έργα μικροτέρων διαστάσεων, ιδιαίτερα στα τραγούδια του. 

Στον κύκλο τραγουδιών του «Fables de La Fontaine» αφηγείται μουσικά έξι από τους μύθους με ύφος που πλησιάζει σε κείνο των Μέντελσον και Σούμαν ως προς την πιανιστική συνοδεία και με υψηλές εκφραστικές-μιμητικές απαιτήσεις από τον τραγουδιστή. Προτελευταία σύνθεση του κύκλου είναι η μουσική αφήγηση των ποντικών τη πόλης και της εξοχής:

Benjamin Godard: «Fables de La Fontaine- Le Rat de ville et le Rat des champs»:


3. Mια ανάλαφρη αφήγηση πατώντας σε μια ρέουσα, κυλαριστή μελωδία από κιθάρες δίνει το Duo Versini.
Η Anny και ο Jean-Marc, συνθέτες, κιθαριστές και παιδαγωγοί από τη Σαβοΐα έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στις παραστάσεις για παιδιά με τραγούδια και μουσικά παραμύθια. Κατά τη γνώμη των κριτικών έχουν  ένα πραγματικό χάρισμα να τραβούν την προσοχή των μικρών ακροατών και να μεταδίδουν το ηθικό δίδαγμα των ιστοριών πηγαία, με χιούμορ και μουσικότητα...Εκτός από τα κείμενα και τις υπέροχες μελωδίες,  πάνω απ' όλα μεταδίδουν σε όλους όσους τους ακούν τη χαρά της ζωής κα την απόλαυση των στιγμών...

Duo Versini: «Les Fables en chancons - Le Rat de ville et le Rat des champs»:



Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

«Αισωπικοί Μύθοι μετά μουσικής» 5. Κόραξ και αλώπηξ

"Κόρακας και Αλεπού", JJ Grandville



Οι μύθοι του Αισώπου είναι πάντα διαχρονικοί και αναλλοίωτοι.
΄Εχουν παραδειγματικό και διδακτικό χαρακτήρα, με πρωταγωνιστές ζώα που τους προσδίδονται τα στοιχεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. 


Γνωρίζουμε πως ο Αριστοτέλης ήταν ένας έντονος και συστηματικός συλλέκτης γρίφων, λαογραφίας, και παροιμιών. Το ότι ο ίδιος και η σχολή του έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μελέτησαν του Μύθους του Αισώπου, αποδεικνύει το μέγεθος και την αξία του αρχαίου μυθοποιού.
Θέση, που ενισχύεται επίσης, και από το ότι -όπως διηγείται ο Πλάτων- και ο μέγας Σωκράτης στιχουργούσε από μνήμης όσους Αισώπειους μύθους γνώριζε...

Η σημερινή ιστορία του παραμυθά προγόνου μας αναφέρεται στις ψεύτικες κολακείες, που σκοπό έχουν το προσωπικό όφελος. Το ηθικό της δίδαγμα συνοψίζεται στο ότι δεν είναι ανάγκη να πιστεύουμε τον καθένα για τα ωραία λόγια που μας λέει ή για αυτά που μας δίνει για να μας καλοπιάσει…


"Κόρακας και Αλεπού", Léon Rousseau
Ο ΜΥΘΟΣ:

Κόραξ κρέας ἁρπάσας ἐπί τινος δένδρου ἐκάθισεν. Ἀλώπηξ δὲ θεασαμένη αὐτὸν καὶ βουλομένη τοῦ κρέατος περιγενέσθαι στᾶσα ἐπῄνει αὐτον ὡς εὐμεγέθη τε καὶ καλόν, λέγουσα καὶ ὡς πρέπει αὐτῷ μάλιστα τῶν ὀρνέων βασιλεύειν, καὶ τοῦτο πάντως ἂν ἐγένετο, εἰ φωνὴν εἶχεν. Ὁ δὲ παραστῆσαι αὐτῇ θέλων ὅτι καὶ φωνὴν ἔχει, ἀποβαλὼν τὸ κρέας μεγάλα ἐκεκράγει. Ἐκείνη δὲ προσδραμοῦσα καὶ τὸ κρέας ἁρπάσασα ἔφη·
«Ὦ κόραξ, καὶ φρένας εἰ εἶχες, οὐδὲν ἂν ἐδέησας εἰς τὸ πάντων σε βασιλεῦσαι.»

Πρὸς ἄνδρα ἀνόητον ὁ λόγος εὔκαιρος.



Στα Νέα Ελληνικά:


Ένας κόρακας έκλεψε ένα κομμάτι κρέας και πήγε κάθισε σε ένα δέντρο για να το φάει. Τον βλέπει τότε μια αλεπού και άρχισε να τον παινεύει:
«τι μεγάλο που είναι το άνοιγμα των φτερών σου! Τι γυαλιστερά φτερά! τι επιβλητική παρουσία! Τι δυνατό ράμφος! Με όλα τα προσόντα που έχεις, αν είχες και δυνατή φωνή, θα γινόσουν σίγουρα ο βασιλιάς των πουλιών».
Τότε ο κόρακας, για να αποδείξει ότι έχει και δυνατή φωνή, άνοιξε το στόμα του για να κράξει· ανοίγοντας βέβαια το στόμα, του έπεσε το κρέας που κρατούσε, και
το άρπαξε η αλεπού. Του είπε τότε:
«βλέπω ότι και φωνή δυνατή έχεις! Ε, λοιπόν, και λίγο μυαλό αν είχες, τότε σίγουρα θα γινόσουνα ο βασιλιάς των πουλιών»


Ο μύθος διδάσκει πως δεν πρέπει να είμαστε ευκολόπιστοι ακόμα και σε επαίνους. Μόνο οι ανόητοι παρασύρονται από κόλακες κι όποιος έχει μυαλό, φυλάγεται…



Ο μεγάλος μας μυθοποιός ήταν πανέξυπνος και ετοιμόλογος. Οι ιστορίες του που σώζονται στο πέρασμα των αιώνων παραμένουν αναλλοίωτες, επίκαιρες, φρέσκιες και διαχρονικές. Τα μηνύματα και οι συμβουλές του, δεν ενοχλούν γιατί δίνονται με τρόπο ευχάριστο και διασκεδαστικό μέσα από το στόμα των ζώων-πρωταγωνιστών του.

Είναι αλήθειες ντυμένες το διασκεδαστικό Αισωπικό ένδυμα, που συναρπάζει τον αναγνώστη κάθε ηλικίας. Ο παιδευτικός χαρακτήρας και ο διδακτικός τόνος των Μύθων του Αισώπου γοητεύει, καθώς λειτουργεί ως σύμβολο, κληροδοτώντας μας τη σοφία αιώνων. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που αποδόθηκε στον Αίσωπο το τίτλος του «ιδρυτή» του λογοτεχνικού είδους που σήμερα ονομάζεται παραβολή ή αλληγορία, του «κορυφαίου» της λεγόμενης διδακτικής μυθολογίας.



Ο Ζαν ντε Λαφονταίν στην έμμετρη μεταφορά του καταλήγει:

«…Καλέ μου κόρακα,
Μάθε ότι κάθε κόλακας
ζει σε βάρος του θύματός του:
Αυτό το μάθημα αξίζει ένα τυρί,
χωρίς αμφιβολία.
Το κοράκι, ντροπιασμένο
μα και προβληματισμένο,
έδωσε όρκο, μα καθυστερημένα,
ότι δεν θα την ξαναπατήσει».


Όπως συνέβη με αρκετούς άλλους μύθους του Aισώπου σε επεξε
ργασία Λαφονταίν, υπήρξε δυσαρέσκεια στους χριστιανικούς κύκλους, όπου θεωρήθηκε ότι η ηθική προσβλήθηκε επιτρέποντας στην αλεπού να μείνει ατιμώρητη για την πράξη τη κλοπής.
Έτσι, δόθηκε συνέχεια με τη μορφή δημοφιλών στίχων, όπου υποστηρίζουν πως η αλεπού πέθανε γρήγορα με τις υπόλοιπες αλεπούδες να θρηνούν και το κοράκι να δηλώνει:

Που πέθανε, καθόλου δεν λυπάμαι
Πήρε το τυρί μου και το έφαγε
Αργεί αλλά δεν λησμονεί
Τιμωρήθηκε απ' τη μοίρα...

Η απεικόνιση του μύθου στο αραβικό: "Καλίλα και Ντίμνα"

Από τα πιο δημοφιλή και σημαντικότερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ είναι ένα αριστούργημα της αραβικής λογοτεχνίας με τίτλο: "Καλίλα και Ντίμνα". Αποτελείται από δεκαπέντε κεφάλαια που περιέχουν πολλούς μύθους των οποίων οι ήρωες είναι ζώα. 
Ανάμεσά τους κι ένας παρεμφερής μύθος, με αυτόν του Αισώπου, μια ιστορία κολακείας της Ανατολής, όπου ένα τσακάλι επαινεί τη φωνή του κόρακα όταν εκείνο σκαρφαλωμένο σε μια μυρτιλιά γεύεται τους ώριμους καρπούς της. Το κοράκι, που κατανοεί την πονηριά του τσακαλιού απαντά μεγαλόψυχα και μοιράζεται με το τσακάλι λίγα από τα φρούτα... 

Aξίζει να αναφερθεί πως ο μύθος του "Κόρακα και της Αλεπούς" ήταν αγαπημένος και για τους σχεδιαστές γραμματοσήμων. Μεταξύ των χωρών που το έχουν παρουσιάσει είναι και η χώρα μας σ' ένα γραμματόσημο των 32 δραχμών που εκδόθηκε το 1987, μέρος της σειράς με θέμα του Μύθους του Αισώπου:

georgakas


MOYΣΙΚΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ:

1. Ιδιαίτερα πνευματώδης συνθέτης ο Ζακ Όφενμπαχ, μάς δίνει μια παρτιτούρα δροσερή, κεφάτη, αέρινη και διασκεδαστική, η μελωδική γραμμή και ο ρυθμός της οποίας ταιριάζουν εύστοχα στο σατιρικό ύφος, τις αιχμές και νύξεις του διδακτικού μύθου του "Κόρακα και της Αλεπούς".

Offenbach: Fables de la Fontaine-«Le corbeau and le renard»



2. Οι κριτικοί συχνά αναφέρονταν στην κομψότητα της συνθετικής γραφής του Charles Lecocq και τον επαινούσαν για «το ελαφρύ άγγιγμα της μουσικής του, το λυρισμό και τη φινέτσα της».
Στοιχεία που βρίσκουμε στον τραγουδιστικό κύκλο «Fables-Μύθοι» για υψηλή ανδρική φωνή και πιάνο:

Charles Lecocq: Fables de La Fontaine-«Le corbeau and le renard»:


3. Από τη σύγχρονη εποχή ο γάλλος 
τραγουδοποιός και συνθέτης, Grégoire (γεννημένος Grégoire Boissenot),  μάς δίνει μια μελωδία αφηγηματικού ύφους με νοσταλγική χροιά που παραπέμπει στο παρελθόν της σοφίας του Αισώπου…


4. Από το γαλλικό μπαρόκ, ο Louis-Nicolas Clérambault διακρίθηκε για τις εμπνευσμένες από μύθους κοσμικές συνθέσεις του. Η μουσική συλλογή του «Fables-Μύθοι» που ξεχωρίζει για την ευρηματική συνθετική γραφή και τη μελωδική φυσικότητα περιλαμβάνει και τον μύθο του Αισώπου: «Αλεπού και κόρακας»....

 Louis-Nicolas Clérambault: «Le corbeau and le renard»:




5. Ιδιαίτερη είναι η σύνθεση του Γκουνώ εμπνευσμένη από μύθους του Λαφονταίν γα τρίφωνη χορωδία. Ο γάλλος συνθέτης τονίζει το ιδιαίτερο ύφος του κειμένου με τη γραμμική απαλότητα της μελωδίας του, την οποία χαρακτηρίζει ποιητικότητα και συγκρατημένη έξαρση ευθυμίας.  

Charles Gounod: Charles Gounod: Le corbeau and le renard για χορωδία acapella


6. Ο  Maurice Delage, μέλος της περιβόητης Ομάδας καινοτόμων καλλιτεχνών «Απάτσι», στην εποχή του υπήρξε βιρτουόζος πιανίστας, αγαπητός φίλος του Ραβέλ και ο πρώτος μαθητής του. Η σύνθεσή του-έμπνευση από τον Αισωπικό μύθο αποτελεί μια "ζωγραφιά παραμυθικών ηχοχρωμάτων" ιδιαίτερης αισθητικής, αρμονίας και μελωδική γραμμής.

Maurice Delage: Le corbeau et le renard :








Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

«Αισωπικοί Μύθοι μετά μουσικής» 3. ΜΥΡΜΗΞ και ΚΑΝΘΑΡΟΣ

«Το μυρμήγκι και ο τζίτζικας», Grandville



Συνεχίζουμε και σήμερα με τις αλληγορικές ιστορίες με τον ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα, που επινόησε ο ευφυής Αίσωπος.

Μύθοι σύντομοι, περιεκτικοί, διδακτικοί και συχνά πνευματώδεις.
Δίκαια οι ειδικοί χαρακτηρίζουν τους μύθους του Αισώπου την «αρχέτυπη αγωγή του πολίτη», αφού διαμορφώνουν τη σκέψη του, κοινωνική και πολιτική. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί πως σε αντίθεση με τα κλασικά ευρωπαϊκά παραμύθια, οι Αισώπιοι μύθοι δεν περιέχουν τα στοιχεία του μεταφυσικού και του φόβου.


Η σημερινή ιστορία του αρχαίου μας πρόγονου υπογραμμίζει την προνοητικότητα και την ανάγκη να φροντίζουμε εγκαίρως για κάτι προτού συμβεί...


Θέρους ὥρᾳ μύρμηξ περιπατῶν κατὰ τὴν ἄρουραν πυροὺς καὶ κριθὰς συνέλεγεν, ἀποθησαυριζόμενος ἑαυτῷ τροφὴν εἰς τὸν χειμῶνα. Κάνθαρος δὲ τοῦτον θεασάμενος ἐθαύμασεν ὡς ἐπιπονώτατον, εἴγε παρ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν μοχθεῖ παρ’ ὃν τὰ ἄλλα ζῷα πόνων ἀφειμένα ῥᾳστώνην ἄγει.
Ὁ δὲ τότε μὲν ἡσύχαζεν· ὕστερον δέ, ὅτε χειμὼν ἐνέστη, τῆς κόπρου ὑπὸ τοῦ ὄμβρου ἐκλυθείσης, ὁ κάνθαρος ἧκε πρὸς αὐτὸν λιμώττων καὶ τροφῆς μεταλαβεῖν δεόμενος.
Ὁ δὲ ἔφη πρὸς αὐτόν:
«Ὦ κάνθαρε, ἀλλ’ εἰ τότε ἐπόνεις, ὅτε ἐμόχθουν καὶ ἐμὲ ὠνείδιζες, οὐκ ἂν νῦν τροφῆς ἐπεδέου.»

Οὕτως οἱ παρὰ τὰς εὐθηνείας τοῦ μέλλοντος μὴ προνοούμενοι παρὰ τὰς τῶν καιρῶν μεταβολὰς τὰ μέγιστα δυστυχοῦσιν.

Στα Nέα Ελληνικά

Το μυρμήγκι όλο το καλοκαίρι αγωνιζόταν επίπονα μαζεύοντας και αποθηκεύοντας σπόρους και κάθε είδους τροφή. Το σκαθάρι, που τρεφόταν με κοπριά και την είχε μπόλικη, έβλεπε αυτήν τη συμπεριφορά πολύ εκκεντρική και κορόιδευε το μυρμήγκι.
Ύστερα, όταν ήρθε ο χειμώνας, δεν βρισκόταν για το σκαθάρι κοπριά να τρώει, ακόμη και εκεί όπου τα βόδια έβγαιναν στην εξοχή και κόπριζαν, οι βροχές και άνεμοι σκόρπιζαν την κοπριά, έτσι το σκαθάρι πεινούσε. Πήγε τότε στο μυρμήγκι και του ζήτησε λίγη τροφή:
«Εσύ έχεις αρκετή τροφή, αφού μάζευες όλο το καλοκαίρι. Δώσε λίγη τροφή και σε μένα, γιατί θα ψοφήσω από την πείνα.»
-«Αν ήθελες να μην πεινάσεις, έπρεπε και εσύ να μαζεύεις. Εγώ σου έδινα το καλό παράδειγμα, αλλά εσύ αντί να με μιμηθείς, με κορόιδευες»




Ο μύθος μάς διδάσκει την προνοητικότητα. Πρέπει να φροντίζουμε για το μέλλον, ιδιαίτερα αν γνωρίζουμε τις ανάγκες, που θα προκύψουν από πριν, καθώς όπως λέει και η παροιμία, μια άλλη μορφή έκφρασης της λαϊκής σοφίας: «Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν»...
Ο μεγάλος παραμυθάς πολύ διασκεδαστικά μάς υπενθυμίζει πως αν είμαστε προσεκτικοί και προνοητικοί, ελαχιστοποιούνται οι απρόβλεπτες καταστάσεις, καθώς και οι κίνδυνοι να βρεθούμε σε δύσκολη θέση.

Κάποιοι, ανάμεσά τους και ο Ζαν Ζακ Ρουσώ θεώρησε διφορούμενο το μύθο και δύσκολο να ερμηνευθεί. Ο Λαφονταίν στη δική του επεξεργασία αναδεικνύει και τους δύο χαρακτήρες, αναφερόμενος από τη μια στο ατομιστικό και αστικό πνεύμα του μυρμηγκιού και απ' την άλλη στην καλλιτεχνική και μποέμ συμπεριφορά του τζίτζικα.



Μέχρι σήμερα οι Μύθοι του Αισώπου έχουν ταξιδέψει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έχουν επηρεάσει ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης.



Ο μύθος του τζίτζικα και του μέρμηγκα είναι δημοφιλέστατος γι' αυτό και αποτέλεσε τη βάση μουσικών δημιουργιών σε διάφορες περιόδους.

1. Σύγχρονος του Γ.Σ.Μπαχ, ο Louis-Nicolas Clérambault βασικός εκπρόσωπος του γαλλικού μπαρόκ διακρίθηκε για τις εμπνευσμένες από μύθους κοσμικές συνθέσεις του. Η μουσική συλλογή του «Fables-Μύθοι», περιλαμβάνει και τον μύθο του Αισώπου: «Το μυρμήγκι και ο τζίτζικας».
Eυρηματική συνθετική γραφή και μελωδική φυσικότητα...

Louis-Nicolas Clérambault: «Fables, La fourmi and la sauterelle»:


2. Ο γερμανικής καταγωγής, και λάτρης της μυθολογίας, Ζακ Όφενμπαχ στο ύφος των ανάλαφρων οπερετών του μάς δίνει τη δική του κομψή και εύθυμη εκδοχή της διδακτικής ιστορίας του Αισώπου, όπως μεταφέρθηκε με τον πνευματώδη τρόπο του Λαφονταίν.

Jacques Offenbach: «Six fables de la Fontaine: La cigale et la fourmi»:


3. Εκπρόσωπος του ύστερου ρομαντισμού είναι ο Μπενζαμέν Γκοντάρ ήταν 
Γάλλος βιολονίστας και συνθέτης, εξαιρετικά παραγωγικός ασχολήθηκε με πολλά μουσικά είδη (όπερες, μουσική δωματίου, ορχηστρικά, έργα για πιάνο, κλπ), ωστόσο διακρίθηκε σε έργα μικροτέρων διαστάσεων, ιδιαίτερα στα τραγούδια του. 
Στον κύκλο τραγουδιών του «Fables de La Fontaine» αφηγείται μουσικά έξι από τους μύθους με ύφος που πλησιάζει σε κείνο των Μέντελσον και Σούμαν ως προς την πιανιστική συνοδεία και με υψηλές εκφραστικές-μιμητικές απαιτήσεις από τον τραγουδιστή.

Benjamin Godard: «Fables de La Fontaine, La cigale et la fourmi»



4.
 Επανεπεξεργασία των Μύθων του Αισώπου κάνει ο Λαφονταίν το 1668 και ο μύθος για το τζιζίκι και το μυρμήγκι είναι ο πρώτος του 1ου Βιβλίου των γάλλου μυθογράφου.
Εκεί τον διάβασε ο Σαρλ Γκουνώ, συνθέτης που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Μελετητής κάθε είδους μουσικής, η μουσική γλώσσα του αντικατόπτριζε το μέτρο, την αγνότητα έκφρασης με το ξεκάθαρο περίγραμμά της και την ευχάριστη μελωδικότητά της. Ίσως ξαφνιάζει κάποιους πως ασχολήθηκε με τη μυθολογία ο συνθέτης του εξαίσιου Αve Maria, του Φάουστ και του Ρωμαίου και Ιουλιέτας, που θεωρούνται αριστουργήματά του. Όμως η εργασία του Γκουνώ είναι ξεχωριστή, καθώς αναθέτει την αφήγηση των μύθων του Λαφονταίν σε χορωδία για τρεις φωνές. Ο Γκουνώ τονίζει το ιδιαίτερο ύφος του κειμένου με τη γραμμική απαλότητα της μελωδίας του, την οποία χαρακτηρίζει ποιητικότητα και συγκρατημένη έξαρση ευθυμίας.  Aριστοτεχνική και ευφάνταστη παρτιτούρα, δικαιολογεί πλήρως τη φήμη του δημιουργού της ως σημαντική προσωπικότητα στη γαλλική μουσική του 19ου αιώνα.
Charles Gounod: «La cigale et la fourmi»


5. Διάδοχος του Ζακ Όφενμπαχ θεωρείται ο ταλαντούχος, Charles Lecocq, αφού απέκτησε δημοφιλία με τις οπερέτες και κωμικές του όπερες. Μάλιστα σε διαγωνισμό οπερέτας που διοργανώθηκε από τον πατέρα του είδους, Όφενμπαχ μοιράστηκε το πρώτο βραβείο με τον συμμαθητή του, Ζωρζ Μπιζέ.
Οι κριτικοί συχνά αναφέρονταν στην κομψότητα της συνθετικής γραφής του και τον επαινούσαν για 
«το ελαφρύ άγγιγμα της μουσικής του, το λυρισμό και τη φινέτσα της».
Στον τραγουδιστικό κύκλο «Fables-Μύθοι» για υψηλή ανδρική φωνή και πιάνο, οι αναλυτές υπογραμμίζουν την ευρηματικότητα ως προς τη συντομία των μελωδιών του Lecocq, που ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος των εύστοχων κειμένων.

Charles Lecocq: «Fables de La Fontaine, La cigale et la fourmi»


6. Mάλλον ο «Τζίτζικας και το Μυρμήγκι» ανήκει στα πρωτόλεια έργα του Σαιν Σανς, σίγουρα όμως ταιριάζει στο ύφος και την προσωπικότητα του συνθέτη. 
Υπάρχουν πολλές ευχάριστες λεπτομέρειες στη μελωδική γραμμή:
το μοτίβο που τρέχει ζωηρά πάνω στο πληκτρολόγιο θυμίζει το εργατικό μυρμήγκι, που αντικατοπτρίζει τον οργανωτικό και συνετό πάντα συνθέτη, ... για το τζιτζίκι ο Σαιν Σανς επινοεί ένα σύντομο μελαγχολικό  μοτίβο... και για τη διδακτική φύση του τέλους ένα έντονου σαρκασμού σχήμα.  

Saint-Saëns:  «La cigale et la fourmi»



7. 
Το 1886 παρουσιάζεται στο Παρίσι η τρίπρακτη κωμική όπερα: «La cigale et la fourmi» σε μουσική του Edmond Audran.
Βασισμένη χαλαρά στην εκδοχή των Αισώπου - Λαφονταίν, η όπερα εστιάζει στις ζωές δύο νεαρών γυναικών. Η μία μοιάζει στο μυρμήγκι, είναι συνετή και προνοητική, αντίθετα με την άλλη που σαν τον τζίτζικα είναι απερίσκεπτη, επιπόλαιη και πράττει χωρίς να σκέπτεται τις επιπτώσεις των ενεργειών της.

Η διαφορά του λιμπρέτου από τον κλασικό μύθο είναι το αίσιο τέλος. Σε αντίθεση με τον μύθο του Αισώπου, το «μυρμήγκι» φροντίζει το άπορο «τζιτζίκι», χωρίς όμως να δείχνει αν τελιά άλλαξε τακτική και έβαλε μυαλό...


Edmond Audran: «La cigale et la fourmi» :
Ακούμε την 1η Πράξη:



8. Kαι τελειώνουμε με ένα μπαλέτο. Ναι, καλά ακούσατε! Οι Μύθοι του Αισώπου-Λαφονταίν ενέπνευσαν το διάστημα 1940-1942 στον ευρηματικό Φρανσίς Πουλένκ το μπαλέτο: «Les Animaux modèles». Τη χορογραφία έκανε ο Serge Lifar, ο οποίος κράτησε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο ως χορευτής στην πρεμιέρα στην Όπερα του Παρισιού.
Ο Πουλένκ συνθέτει σε διάφορα μουσικά στυλ δίνοντας ένα απολαυστικό ηχητικό αποτέλεσμα.
Επίσης είναι αξιοσημείωτο πως ο ίδιος ο συνθέτης προσαρμόζει το σενάριο δίνοντας μια πιο ανθρώπινη μορφή στα διάφορα ζώα...Ο ίδιος είπε για τον συγκεκριμένο μύθο:
«Το τζιτζίκι παρουσιάζεται σαν γερασμένη μπαλαρίνα και το μυρμήγκι σαν γριά επαρχιώτισσα».

Francis Poulenc: «Les Animaux modèles, La cigale et la fourmi»:


9. Eκτός κλασικής μουσικής έχουμε και μια έμπνευση από τον Charles Trenet.
Δημιουργός ονείρων με τις αθάνατες μελωδίες του, ο γάλλος δημιουργός ύμνησε τον έρωτα, τη θάλασσα, το αγαπημένο του Παρίσι...
«Μάγος των λέξεων, ποιητής και εφευρέτης ρυθμών», όπως τον χαρακτήριζαν, εδώ τον συνοδεύει ο Τζάνγκο Ράινχαρντ για να μας αφηγηθεί τον Αισώπιο μύθο με το προσωπικό του νοσταλγικό στυλ.

Charles Trenet: «La cigale et la fourmi» :


Eπίσης η 1η Συμφωνία του Σοστακόβιτς συνδέεται έμμεσα με τον συγκεκριμένο μύθο του Αισώπου. Βασισμένος σε αυτόν, ο ρώσος συνθέτης -ως σπουδαστής ακόμη- είχε εμπνευστεί μοτίβα τα οποία αργότερα χρησιμοποίησε στη Συμφωνία. 






Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

«Αισωπικοί Μύθοι μετά μουσικής» 2. ΠΟΙΜΗΝ και ΘΑΛΑΣΣΑ



"Ποιμήν και Θάλασσα", εικονογράφηση του Γκυστάβ Ντορέ




"Αίσωπος",  Villa Albani, Roma
Όπως έχουμε ξαναγράψει σε αυτή τη σειρά άρθρων, ο Αίσωπος, 
ο διάσημος παραμυθάς της αρχαιότητος, διηγόταν ιστορίες συμβολικές και αλληγορικές με ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα…

Στο σημερινό μύθο του μάς διδάσκει πως: τα παθήματα στη ζωή ενός ανθρώπου γίνονται μαθήματα.
Ο άνθρωπος αποκτώντας εμπειρίες από τα λάθη του, γίνεται προσεκτικότερος και πιο συνετός. Το πάθημα μιας δυσκολίας μοιάζει αναπόφευκτο όταν συμβαίνει, ωστόσο το μάθημα που ακολουθεί μπορεί να βοηθήσει κάποια στιγμή στο μέλλον…
Όπως επίσης πως είναι προτιμότερο ένα μικρό αλλά σίγουρο όφελος από ένα μεγάλο, αλλά αβέβαιο...,
και πως
καλύτερα να προνοείς και να λαμβάνεις τα μέτρα σου, παρά να γυρεύεις να διορθώσεις τη ζημιά, αφού έχει συμβεί...


«Ποιμήν ἐν παραθαλασσίῳ τόπῳ ποίμνιον νέμων, ἑωρακώς γαληνιῶσαν τήν θάλατταν, ἐπεθύμησε πλεῦσαι πρός ἐμπορίαν. Ἀπεμπολήσας οὖν τά πρόβατα καί φοινίκων βαλάνους πριάμενος ἀνήχθη. Χειμῶνος δέ σφοδροῦ γενομένου καί τῆς νεώς κινδυνευούσης βαπτίζεσθαι, πάντα τόν φόρτον ἐκβαλών εἰς τήν θάλατταν, μόλις κενῇ τῇ νηΐ διεσώθη. Μετὰ δ’ ἡμέρας οὐκ ὀλίγας παριόντος τινός καί τῆς θαλάττης (ἔτυχε γὰρ αὕτη γαληνιῶσα) τήν ἠρεμίαν θαυμάζοντος, ὑπολαβών οὗτος εἶπεν· «Ὦ λῷστε, φοινίκων αὖθις, ὡς ἔοικεν, ἐπιθυμεῖ, καί διὰ τοῦτο φαίνεται ἡσυχάζουσα.»

Ὁ μῦθος δηλοί ότι τα παθήματα τοῖς ανθρώποις μαθήματα γίνεται.

Στα Νέα Ελληνικά

"Ποιμήν και Θάλασσα", Louis Legrand 
«Ένας βοσκός έβοσκε τα κοπάδια του κοντά στη θάλασσα, και σεργιανώντας τη θάλασσα πόσο γαλήνια είναι, σκέφθηκε:
«Τι κάθομαι και βόσκω ζώα, μίζερη ζωή! Αν επενδύσω και εμπορευθώ, θα γίνω πλούσιος». 
Πούλησε λοιπόν το κοπάδι του και νοίκιασε ένα εμπορικό καΐκι, αγόρασε χουρμάδες κ ανοίχτηκε στη θάλασσα να πάει να τους πουλήσει και να αποκτήσει μεγάλο κέρδος.
 Αλλά, τον έπιασε ένα μεγάλο μπουρίνι, αναγκάσθηκε να ρίξει όλους τους χουρμάδες στη θάλασσα και μετά βίας κατάφερε να βγει στη στεριά με άδειο καράβι.
Έτσι, επέστρεψε στον τόπο του.

Κάποτε ήρθε ένας γνωστός του κι κουβεντιάζοντας μαζί του έλεγε:
«Για κοίτα τι όμορφη που είναι η θάλασσα, πώς λαμπυρίζει τόσο ωραία, τόσο γαλήνια κάτω από τον ήλιο!».
Κι ο βοσκός απάντησε:
«Ναί, φίλε μου, χουρμάδες γυρεύει πάλι, γι' αυτό την βλέπεις τόσο γαλήνια».





Λαφονταίν
Γνωρίζουμε πως ο γάλλος Ζαν ντε Λαφονταίν συνήθιζε να δηλώνει:
«Je chante les héros dont Esope est le père»
δηλαδή:
«Τραγουδώ για τους ήρωες των οποίων πατέρας είναι ο Αίσωπος».

Δεν αρνείτο δηλαδή τον εμπνευστή των ιστοριών του. Όμως, δεν μετέφραζε απλώς τον Αισώπιο μύθο, αλλά τον έντυνε με το προσωπικό του πνεύμα και ύφος. Ο Λαφονταίν μεταμόρφωνε την ιστορία με αξιοθαύμαστη τέχνη και ψυχολογικό βάθος, και κατέληγε στο ηθικό δίδαγμα ζωγραφίζοντας όλους τους χαρακτήρες και καταστάσεις.




Όφενμπαχ
Λάτρης της μυθολογίας και του γάλλου εκπροσώπου της, Λαφονταίν υπήρξε ο Ζακ Όφενμπαχ. Ο γάλλος συνθέτης και βιoλovτσελίστας ήταν γερμανικής καταγωγής. Είχε γεννηθεί στην Κολωνία της Γερμανίας το 1819, κι ως συνθέτης επηρέασε με τη μουσική του την εξέλιξη της ελαφράς μουσικής στην Ευρώπη το 19ο αιώνα και ειδικότερα της οπερέτας και της κωμικής όπερας...
Υπήρξε δημοφιλής για το κομψό, ανάλαφρο στυλ των έργων του, στα οποία συχνά συνδύαζε τη σάτιρα και ψυχολογική εμβάθυνση στους χαρακτήρες.
Δίκαια ο Τζοακίνο Ροσίνι τον αποκαλούσε «μικρό Μότσαρτ στα Ηλύσια Πεδία».

Το 1842, περίπου 150 χρόνια αφότου οι μύθοι διαμορφώθηκαν από τον Ζαν ντε Λαφονταίν, τολμά να επιλέξει προς μελοποίηση έξι από τους μύθους του:

1. Ο βοσκός και η θάλασσα
2. Η αλεπού και το κοράκι
3. Ο τζίτζικας και το μυρμήγκι
4. Ο γαλατάς και η γαλατιέρα
5. Ο αρουραίος της πόλης και ο αρουραίος της επαρχίας
6. Ο τσαγκάρης και ο έμπορος

Όπως βλέπουμε, πρώτος μύθος στη συλλογή του Όφενμπαχ είναι ο τιτλοφορούμενος: «Ποιμήν και θάλασσα», που διαβάσαμε.


Με φινετσάτο, λεπταίσθητο χαρακτήρα, η σύνθεση δομείται δεξιοτεχνικά, απαιτώντας από τον ερμηνευτή-αφηγητή να ξεδιπλώσει τις ικανότητες και τα προσόντα του στην έκφραση. Παρατηρείστε πώς από αφηγητής μεταμορφώνεται σε τσοπάνο, προ και μετά «παθήματος».

Εντυπωσιακοί μελωδικοί ακροβατισμοί και εναλλαγές στη δυναμική χρωματίζουν απαράμιλλα το ύφος και τον ρυθμό της σύνθεσης, με τους τελικούς στίχους να δίνουν και το ηθικό δίδαγμα:

Αυτό δεν είναι ένα μύθος 
φτιαγμένος για διασκέδαση,
παρά αλήθειες για να δείξω εκ πείρας
πως κάλλιο πέντε και στο χέρι
παρά δέκα και καρτέρι...


Το ακούμε στην ορχηστρική του εκδοχή.

Jacques Offenbach: «Six fables de la Fontaine : Le berger et la mer»:


To κείμενο δημοσιεύτηκε και στην Κοινότητα The Mythologists





Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

Περικόλ: Περουβιανό "μικρό θαύμα" ...

 



Yπήρξε μια από τις διασημότερες για την ομορφιά της γυναίκα στο Περού του 18ου αι. Θεατρίνα, τραγουδίστρια και χορεύτρια σε μια εποχή που αυτή η δουλειά θεωρείτο κατάλληλη  μόνο για γυναίκες αμφιβόλου ηθικής. 

Η Μαρία Μικαέλα Βιγιέγας  γεννήθηκε στη Λίμα, σαν σήμερα, 28 Σεπτεμβρίου 1748 κι έμεινε στην ιστορία με το ψευδώνυμο "Περικόλ.

Παρότι μεγάλωσε σε φτωχογειτονιά, έμαθε να διαβάζει και να γράφει, πράγμα σπάνιο για τις γυναίκες της εποχής της… Αγάπησε ιδιαίτερα την ποίηση και τη  λογοτεχνία και έτρεφε πάθος για τα γραπτά του Λόπε ντε Βέγκα.

Το ταλέντο της στο χορό και το τραγούδι φάνηκε νωρίς, γι' αυτό και πολύ μικρή ασχολήθηκε με την τέχνη, αρχικά ως καλλιτέχνις του δρόμου και κατόπιν σε μουσικές και θεατρικές σκηνές. 

Η Μαρία Μικαέλλα απέκτησε το παρατσούκλι Pericholli την εποχή που γνωρίστηκε με τον δήμαρχο της Λίμα και αντιβασιλέα, Viceroy Don  Manuel de Amat, με τον οποίο ξεκίνησε ρομαντικό ειδύλλιο. Εκρηκτική σαν ηφαίστειο η Μικαέλλα, στα μαύρα μάτια της η μελανόκτιστη ίριδα εξέπεμπε τόση λάμψη, λες και ο έρωτας ολάκερος ήταν κρυμμένος μέσα τους! Αυτά και το αλαβάστρινο δέρμα της, τού είχαν σαλέψει το νου!
Το ειδύλλιο εξελίχθηκε σε μακροχρόνια σχέση, που κράτησε 14 ολόκληρα χρόνια, προκαλώντας μέγα σκάνδαλο, πολιτικό και κοινωνικό.

Μαζί απέκτησαν ένα γιο και λέγεται πως δική της ήταν η ιδέα κατασκευής μεγαλόπρεπων κτισμάτων στη Λίμα, όπως και των περίτεχνων, όλο λαμπρότητα ανοικτών λεωφόρων, που σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν κατόπιν δικής της προτροπής. 

Ανάμεσά τους η περίφημη "Λεωφόρος των Νερών - Paseo de Aguas".

 Paseo de Aguas

Ο θρύλος λέει πως όταν ο Αμάτ ζήτησε στη Μικαέλλα να γίνει ερωμένη του, εκείνη του απάντησε πως θα δεχόταν μονάχα όταν θα τής έφερνε το φεγγάρι στα πόδια της!!

Ο Aμάτ μερίμνησε ώστε η λαμπρή λεωφόρος να περάσει  μπροστά από το σπίτι της, και ακριβώς απ’ έξω να κατασκευαστούν αποικιακού ύφους αψίδα και συντριβάνι, με ψηλά εξωτικά φυτά να το διακοσμούν περιμετρικά. Κανόνισε, ώστε να ολοκληρωθεί την ημέρα της πανσελήνου και την κάλεσε να θαυμάσουν την ασημόφεγγη σελήνη που αντικατοπτριζόταν στο νερό της λιμνούλας, μαζί. 

Προσπέρ Μεριμέ
Ονόμασε την έκπαγλης ωραιότητας, γυναίκα: "Perricholi" από τις λέξεις:  peti-chol, που στα καταλανικά σημαίνει "μικρό θαύμα" ή "μικρή cholo(μιγάδα)".

Η Μαρία Μικαέλλα Βιγιέγας και ο θρύλος που τύλιξε το όνομά της ενέπνευσαν πλήθος καλλιτεχνών από  διάφορες μορφές τέχνης.


Πιο γνωστή είναι η νουβέλα ενός αγαπημένου γάλλου συγγραφέα που συμπτωματικά έχει κι αυτός σήμερα τα γενέθλιά του, (28 Σεπτεμβρίου 1803)όπως η Περικόλ. Η νουβέλα, λοιπόν, του Προσπέρ Μεριμέ: "Η άμαξα των Αχράντων Μυστηρίων",  είναι εμπνευσμένη από τη ζωή της μιγάδας καλλονής κι αποτέλεσε τη βάση για τη σύνθεση της όπερας μπούφα του Ζακ Όφενμπαχ:  "La Périchole".

Ζακ Όφενμπαχ
Στηρίζεται σε ένα από τα πιο γνωστά επεισόδια της ζωής της Μικαέλλας, όταν η γυναίκα ζήτησε από τον πλούσιο εραστή της να μην πάει στην εκκλησία στη Γιορτή της Παναγίας  με τα πόδια, αλλά να μετακινηθεί με πλούσια επιχρυσωμένη άμαξα, κάτι εξαιρετικά σκανδαλώδες, καθώς κάτι τέτοιο ήταν αποκλειστικό προνόμιο των αριστοκρατών.

Ο Μεριμέ ξεδιπλώνει μια άφθαστης ομορφιάς ρομαντική ιστορία δομημένη με οξυδέρκεια, χάρη, αυθεντικότητα και χιούμορ!

Συγγραφέας και συνθέτης μάς μεταφέρουν σε μια ισπανική αποικία της Λατινικής Αμερικής του 18ου αιώνα. Η πρωταγωνίστρια ενός ιταλικού θιάσου, την οποία έχει ερωτευτεί ο αξιωματικός που την συνοδεύει, κλέβει την καρδιά ενός κοσμαγάπητου ταυρομάχου και του τοπικού αντιβασιλέα. Όταν ο τελευταίος της χαρίσει μια ολόχρυση άμαξα, θα ξεσπάσει πολιτικοκοινωνικό σκάνδαλο.

Ο Όφενμπαχ πλέκει μια γοητευτικότατη μουσική ιστορία σε ύφος σάτιρας και για  να πετύχει το κλίμα εξωτισμού που επιθυμεί, τολμά να χρησιμοποιήσει χορευτικά μοτίβα σε ρυθμούς boleros, seguidillas και gallops.

Θα ακούσουμε την υπέροχη Ουβερτούρα της κωμικής όπερας, αλλά και την άρια της μεθυσμένης Περικόλ "Ah, Quel Diner", σε ερμηνεία της  Regine Crespin.
Παρατηρείστε την άρια της μεθυσμένης Περικόλ , που πέρα από ευρηματική στον τρόπο ερμηνείας, είναι επίσης δεξιοτεχνικότατη, καθώς απαιτεί εκτος απο φωνητικά χαρίσματα και τρομερή εκφραστικότητα, κατι που διαθέτει η κορυφαία Crespin, που εντυπωσιάζει με τον μουσικό "λόξυγγα" ανάμεσα στις νότες της άριας για τις ανάγκες του ρόλου...


Jaques Offenbach: " "La Périchole, Overture":

Jaques Offenbach: " "La Périchole - Ah, Quel Diner" / Regine Crespin:



Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

"Καλπασμός στην Κόλαση με τον Όφενμπαχ!"

 

J.G. Domergue: "Can can"
(pinterest)

Παριζιάνικα καμπαρέ, θόρυβος, φασαρία...χορός...
Χορός σε ρυθμό ξεσηκωτικό, που σου δίνει σιγουριά για ό,τι βάλει ο νους!!
Εφόρμηση πάνω σ' ένα ανέμελο όνειρο, μια ατμόσφαιρα ξέγνοιαστη, που απολαμβάνεις, ευθυμείς, βροντογελάς με την ψυχή σου!!
Τα κορίτσια εμφανίζονται στη σκηνή...
Ξεκινούν... κι απ'το πρώτο λεπτό νοιώθεις το σκέρτσο , τη σπιρτάδα τους να σε παρασύρει, να σε εκτινάσσει !

Ανέμελο και ξέγνοιαστης ατμόσφαιρας, μέσα απ' τους χορευτικούς ρυθμούς της μπελ επόκ θα'ναι το μεσημέρι μας, φίλοι μου!

Αφορμή γι'αυτό δίνει ο Ζακ Όφενμπαχ, γάλλος συνθέτης και βιoλovτσελίστας ο οποίος γεννήθηκε στην Κολωνία της Γερμανίας σαν σήμερα, 20 Ιούνη το 1819.
Γιος του εβραϊκής καταγωγής, Ισαάκ Γιούντα Έμπερστ, σολίστα, βιβλιοδέτη, δάσκαλου μουσικής και συνθέτη, που καταγόταν από την πόλη Όφενμπαχ στην περιοχή του Μάιν γι' αυτό και ήταν γνωστός ως "der Offenbacher" . Σύμφωνα με τον ισχύοντα τότε νόμο, οι Εβραίοι έπρεπε να πάρουν τα κληρονομικά επώνυμα. Έτσι άλλαξε το όνομα του σε Όφενμπαχ, και ο γιος του πήρε το όνομα Jakob, το οποίο άλλαξε ο ίδιος σε Ζακ όταν εγκαταστάθηκε στη Γαλλία. 
Ο Όφενμπαχ υπήρξε βιρτουόζος βιολοντσελίστας, ενώ ως συνθέτης επηρέασε με τη μουσική του την εξέλιξη της ελαφράς μουσικής στην Ευρώπη το 19ο αιώνα και ειδικότερα της οπερέτας και της κωμικής όπερας...
Υπήρξε δημοφιλής για το κομψό, ανάλαφρο στυλ των έργων του, στα οποία συχνά συνδύαζε τη σάτιρα και ψυχολογική εμβάθυνση στους χαρακτήρες.
Δίκαια ο Τζοακίνο Ροσίνι τον αποκαλούσε "μικρό Μότσαρτ στα Ηλύσια Πεδία"..

Παριζιάνικα καμπαρέ, λοιπόν έχει το μεσημεριανό μενού..., θόρυβο, φασαρία και φυσικά...χορό!

Πρόκειται για το καν-καν,  θεατρικό χορό του 19ου αι. με χαρακτήρα  θορυβώδη και άσεμνο, για τα μέτρα της εποχής του, που χορευόταν μόνο από γυναίκες.
Υπάρχει η αντίληψη ότι προέρχεται από την Αλγερία, όμως η ονομασία του πιθανότατα είναι από έκφραση της αργκό της εποχής, που σήμαινε τη θορυβώδη και μπερδεμένη συζήτηση...


"Διαφημιστική αφίσα του Τουλούζ-Λοτρέκ για ένα θέαμα καν-καν στο Παρίσι"


Φλύαρος και σκανδαλώδης χορός το καν-καν,  σε γρήγορο ρυθμό 2/4, απέκτησε μεγάλη δημοτικότητα με την εισαγωγή του  το 1858 με μορφή θεατρικού χορού στην οπερέτα του Όφενμπαχ:  "Ορφέας στον Άδη",  μία από τις πιο λαμπρές δημιουργίες του συνθέτη, με θέμα εμπνευσμένο από την ελληνική μυθολογία, καθώς παρουσιάζει τους Ολύμπιους θεούς σαν ασύδοτους γλεντζέδες του Παρισιού του 19ου αι. με στόχο να σχολιάσει τα ήθη και την ανηθικότητα της αριστοκρατίας.




Ενθουσιώδης, χαρούμενος ρυθμός, που σε ξεσηκώνει να χορέψεις και να ξεφαντώσεις, ακόμα κι όταν σε καίει η λάβρα του θερινού μεσημεριού!

Toulouse-Lautrec: "Jane Avril dancing cancan"


Ο Όφενμπαχ μύησε το γαλλικό κοινό (και όχι μόνο) στην οπερέτα και ως μουσουργός έχει ταυτιστεί με το ανάλαφρο πνεύμα της, το ξεφάντωμα και τον ευδαιμονισμό  της!...και με το Καν-καν του μάς κατευθύνει σε καλντερίμια χαράς και φαιδρότητας!

 Jacques Offenbach: "Orpheus in the Underworld"-Can Can 



Το μοτίβο από τον  "καλπασμό στην κόλαση", όπως αλλιώς λέγεται το καν-καν, χρησιμοποιήθηκε και από τον Σαιν Σανς στο "Καρναβάλι των ζώων", ως μουσικό αστείο.
Ο "Χορός των χελώνων" δεν είναι άλλος από το καν-καν του Όφενμπαχ σε πολύ αργό ρυθμό και με σοβαρό ύφος!!!
Οι χελώνες αργά, πειθαρχημένα και με σοβαρότητα αρχίζουν το χορό...
Ας ακολουθήσουμε τις φιγούρες και το βηματισμό τους...

 Saint-Saens: Carnival of the Animals-Tortoises

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Περίπατος στους Κήπους του Κεραμεικού με Μανέ και Όφενμπαχ...

 

Manet: "Music in the Tuileries Gardens"


Ταξίδι στο σαγηνευτικό Παρίσι κάνουμε αυτό το πρωινό και στους υπέροχους Κήπους του Κεραμεικού, ένα απέραντο πάρκο δημιουργημένο από την Αικατερίνη των Μεδίκων, στον οποίο οι Παριζιάνοι έκαναν τον περίπατό τους χαλαρά και ήρεμα.
Στεγασμένοι διάδρομοι κατά μήκος του Σηκουάνα, καλυμμένοι με αναρριχητικά φυτά και φιδίσια μονοπάτια που στις άκρες τους υψώνονται λογής καλλωπιστικά κι εξωτικά δέντρα, ενώ οι βάσεις των παρτεριών κρύβονται κάτω από  την πολυχρωμία των εποχιακών ανθέων, που μεθούν με το άρωμά τους όχι μόνο τους επισκέπτες, μα και τα πέτρινα, άψυχα καλλίγραμμα αγάλματα που διακοσμούν γωνιές των Κήπων!

Το 19ο αι. ήταν το μέρος, που συνήθως τις Κυριακές συγκεντρώνονταν οι Παριζιάνοι να ψυχαγωγηθούν και να διασκεδάσουν κάτω από τους ήχους της μπάντας που παιάνιζε καθόλη τη διάρκεια της μέρας.



Αυτοπροσωπογραφία
Αιτία γι'αυτό τον περίπατο στο χώρο και το χρόνο δίνει η σημερινή γενέθλια επέτειος του ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Εντουάρ Μανέ (23 Ιανουαρίου 1832), όπου η όμορφη συνήθεια της παρακολούθησης της Κυριακάτικης, μουσικής φιέστας απεικονίζεται στον πίνακά του:

"Music in the Tuileries Gardens-Μουσική στους Κήπους του  Κεραμεικού", 

που κοσμεί τις αίθουσες της Πινακοθήκης του Λονδίνου.

Πλήθος κομψά ενδεδυμένων ανδρών και γυναικών έχουν συρρεύσει στο πάρκο...
Kάποιοι όρθιοι ...κι άλλοι καθισμένοι στα καμωμένα με επιδεξιότητα, μεταλλικά καθίσματα ...
Αστοί της Παρισινής κοινωνίας, ανάμεσά τους κι επώνυμοι της Τέχνης, φίλοι του Μανέ, που εύκολα μπορεί να διακρίνει κάποιος αν παρατηρήσει προσεκτικά τις φιγούρες.

Ο κύριος με το ημίψηλο καπέλο και το λευκό παντελόνι είναι ο αδερφός του ζωγράφου, Ευγένιος, πίσω του και προς τα αριστερά ο Θεόφιλος Γκωτιέ, ενώ δίπλα του και προφίλ βλέπουμε και τον ποιητή Μπωντλαίρ, που εκτιμούσε δεόντως την τέχνη του Μανέ.

Ο ζωγράφος αυτοπροσωπογραφείται αφαιρετικά στην άκρη της αριστερής μεριάς του έργου...

Στη δεύτερη σειρά, κάτω από το θεόρατο δέντρο δίπλα στην κυρία με το καλαίσθητο καπελίνο, ένας κύριος με γυαλιά και κοντό μουστάκι.
Πρόκειται για τον Ζακ  Όφενμπαχ, δημοφιλή για τις οπερέτες του εκείνη την εποχή στη Γαλλία.

Σε πρώτο πλάνο  δυο κυρίες της καλής κοινωνίας (η μια, η σύζυγος του συνθέτη) συνομιλούν, βαστώντας με περισσή χάρη τις βεντάλιες τους και δυο μικρά παιδιά παιχνιδίζουν ανέμελα χωρίς έννοια μη τυχόν λεκιάσουν τη  γιορτινή, Κυριακάτικη φορεσιά τους.

Χαιρετούρες, φιλοφρονήσεις, υποκλίσεις...
Όλα, με διάθεση ευθυμίας και ιλαρότητας! Μια αστείρευτη τέρψη, ένα μεθύσι της καρδιάς!

Ο ταλαντούχος δημιουργός πειραματίζεται, διερευνά, καινοτομεί και τέλος καταφέρνει να αποδώσει τη φαιδρή ατμόσφαιρα  του στιγμιοτύπου με άμεσο και  ποιητικό τρόπο αξιοποιώντας τα πλούσια χρώματα και τις δυνατότητες που του προσφέρονται από μια πολυπρόσωπη σύνθεση.

Και μπορεί η καθημερινότητα να είναι από δύσκολη κι απεχθής ως σκληρή και αδιάφορη, όμως ο Μανέ κατορθώνει να  τής δώσει μια διάσταση ονειρική με τη μουσική να βροντοφωνάζει διαρκώς την παρουσία της παρότι κανένας από τους εκτελεστές δεν εμφανίζεται στον πίνακα.
Η χαρά και η ευδαιμονία, που προσφέρει η ακρόασή της αντικατοπτρίζεται διάχυτα στα πρόσωπα των παρευρισκομένων κι είναι ο Μανέ εκείνος που αποτυπώνει αυτό το συναίσθημα με άφθαστη μαεστρία καθώς οι γρήγορες, ελεύθερες πινελιές του κι οι χρωματικές κηλίδες μεταφέρουν στ'αυτιά μας τους εύθυμους, ρυθμικούς ήχους της ορχήστρας,  τις  χαρούμενες φωνές του κόσμου, την κίνηση των σωμάτων που αν και συνωστισμένα υπονοούν ένα διακριτικό λίκνισμα κάτω από τα καλοραμμένα, κομψά ενδύματά τους...

Μια υπαίθρια σκηνή, που τον παλμό της μεταφέρει με την άψογη τεχνική του ο Εντουάρ Μανέ σε αυτό το  εικαστικό του 1862!

Λάτρεις της καλοπέρασης οι Γάλλοι, η ευζωία τους αποτυπώνεται μουσικά λίγα χρόνια αργότερα από έναν καλλιτέχνη της παρέας του ζωγράφου και μέρος του πίνακα, τον Ζακ Όφενμπαχ.

"La vie parisienne-Παριζιάνικη ζωή" είναι ο τίτλος μιας οπερέτας του 1866, την πρώτη του Όφενμπαχ που απεικονίζει τη σύγχρονη ζωή, (μιας και όλες οι προηγούμενες αντλούσαν τα θέματά τους από τη μυθολογία), από την οποία θα απολαύσουμε την υπέροχη ουβερτούρα της...

Με ζωηρό και εύθυμο χαρακτήρα, η Ουβερτούρα δομείται δεξιοτεχνικά, απαιτώντας από τους εκτελεστές να ξεδιπλώσουν τις ικανότητες και τα προσόντα τους.
Εντυπωσιακοί οι μελωδικοί ακροβατισμοί χρωματίζουν με ενθουσιασμό τον γρήγορο και αισιόδοξο ρυθμό της!

Jacques Offenbach: "La vie Parisienne- Ouverture"