| Paul Cezanne: "L' Etang des Soeurs" |
| Paul Cezanne selfportrait(MOMA) |
Η φύση ήταν για κείνον μέτρο και κριτήριο αλήθειας. Πίστευε ότι η τέχνη είναι αυθεντική μόνο αν αντηχεί τις μορφές και τις αναλογίες της φύσης. Γι’ αυτό έχει μείνει η παροιμιώδης φράση του:
"Όταν κρίνω την τέχνη, βάζω τον πίνακά μου δίπλα σε ένα θεόπλαστο αντικείμενο, όπως ένα δέντρο ή ένα λουλούδι. Αν έρχεται σε αντίθεση, δεν είναι τέχνη".
Στα μέσα της δεκαετίας του 1870, όταν ο Πωλ Σεζάν συνήθιζε να επισκέπτεται το Osny, βόρεια του Παρισιού, μαζί με τον Καμίγ Πισαρό ανηφόριζαν συχνά προς τη "L’Étang des Sœurs - τη Λίμνη των Αδελφών".
| Ο Σεζάν με τον Πισαρό (svreeland) |
Πρόκειται για μια περιοχή με πλούσια βλάστηση, που προσφερόταν σαν πεδίο άσκησης του βλέμματος. Η λίμνη, ένα σχετικά άγνωστο φυσικό σημείο μέσα στο δάσος, ενέπνευσε τον Σεζάν να εστιάσει στο φως, στα χρώματα και στη διάταξη των όγκων του τοπίου. Μικρή και απέριττη, μακριά από κάθε εντυπωσιασμό, του επέτρεπε να σταθεί απέναντι στη φύση χωρίς αφηγηματικές προσδοκίες.
Έτσι, φιλοτεχνεί την ομότιτλη ελαιογραφία του με πινελιές γρήγορες, πλατιές, αποφασιστικές. Απλώνει το χρώμα σε παχύ στρώμα με τη χρήση σπάτουλας, σχηματίζοντας συμπαγείς μάζες χωρίς πρόθεση περιγραφής της λεπτομέρειας. Πράσινα, καφέ και μπλε συνυπάρχουν χωρίς να λειαίνονται, αφήνουν το βλέμμα να μετακινείται από πινελιά σε πινελιά. Το νερό δεν λειτουργεί σαν καθρέφτης του περιβάλλοντος. Συγκρατεί το φως και το επιστρέφει σε βάθος, φιλτραρισμένο από την κόμη των δέντρων. Το φωτεινό μονοπάτι και οι λουσμένοι στο φως κορμοί των δέντρων οδηγούν το βλέμμα βαθύτερα μέσα στη σύνθεση. Το μάτι συναντά πρώτα το νερό και το άνοιγμα ανάμεσα στα δέντρα. Οι σκιές και τα φωτεινά σημεία συνδιαλέγονται διακριτικά, κατευθύνοντας την όραση προς τον κεντρικό άξονα της λίμνης. Η φύση δεν εξιδανικεύεται, αποδίδεται με τη βαρύτητα κάτι αληθινού και απτού.
Έτσι ολοκληρώνεται η ελαιογραφία "L’Étang des Sœurs", όπου το τοπίο παύει να είναι απλή εικόνα και μετατρέπεται σε στοχασμό. Ο πίνακας δεν ζητά να τον θαυμάσεις, αλλά να σταθείς μπροστά του και να σιωπήσεις. Μέσα από αυτή τη σιωπή, ο Σεζάν μας υπενθυμίζει ότι η ζωγραφική δεν είναι μίμηση της φύσης, αλλά ένας τρόπος να συλλάβεις τη διάρκεια και τον ρυθμό της.
Αυτή ακριβώς η ποιότητα της σιωπής και του αργού ρυθμού αποτέλεσε την αφετηρία για την πιανιστική σύνθεση του Ελληνοκύπριου συνθέτη Κωνσταντίνου Στυλιανού, μέρος του Πρώτου Βιβλίου των 12 Πρελουδίων του.
Από τον πίνακα αντλείται η αίσθηση ενός ήσυχου δάσους και μιας γαλήνιας λίμνης, όπου το φως και η σκιά συνυπάρχουν σε εύθραυστη ισορροπία, μεταφερόμενες τώρα στον ήχο.
Κινούμενος στο ύφος των πρελουδίων του Ντεμπυσί, ο Στυλιανού χρησιμοποιεί μικρά μοτίβα, ρευστούς ρυθμούς και αρμονίες που αναδύονται και υποχωρούν, οικοδομώντας μια ονειρική ηχητική επιφάνεια. Η μουσική δεν περιγράφει τον πίνακα. Λειτουργεί σαν ηχητικό του ισοδύναμο, μεταφέροντας στον ήχο τον αργό παλμό και τη σιωπή του τοπίου.
Το έργο, γραμμένο αρχικά το 2008 στο πλαίσιο παραγγελίας για συναυλίες με αφορμή τη Γαλλική Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντάσσεται σε μια δεκαετή δημιουργική πορεία που οδήγησε στον κύκλο των "12 Πρελουδίων" του Στυλιανού.
Constantinos Y. Stylianou: "12 Preludes, Book 1. L’Étang des Sœurs-Paul Cezanne"
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου