| Εξώφυλλο του 1682 |
Θεωρείται ο "πατέρας της φαρσοκωμωδίας". Ο Μολιέρος γεννήθηκε σαν σήμερα, 15 Ιανουαρίου 1622 στο Παρίσι, σε μια πόλη που έσφυζε από θέατρο, θόρυβο και ανθρώπινους τύπους, υλικό που αργότερα θα γινόταν η πρώτη ύλη της τέχνης του. Αν και προοριζόταν για μια ασφαλή αστική ζωή, εκείνος διάλεξε τον αβέβαιο δρόμο της σκηνής. Υπηρέτησε το θέατρο σαν συγγραφέας, αλλά και ως ηθοποιός και σκηνοθέτης.
| Μολιέρος |
Ο Μολιέρος υπήρξε έξοχος μάστορας της θεατρικής σκηνής. Καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα, την υποκρισία και τον φαρισαϊσμό με οξύ πνεύμα και λεπτή ειρωνεία, δίνοντας φωνή στη λαϊκή ματιά και στο κοινό αίσθημα. Το γέλιο του δεν ήταν επιφανειακό, ήταν όπλο και αποκάλυψη μαζί.
Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Ζαν-Μπατίστ Λυλλύ, έναν μουσικό με ένστικτο θεατρικό. Η συνεργασία τους γέννησε την comédie-ballet, όπου ο λόγος, η μουσική και ο χορός ενώνονται οργανικά. Η μουσική του Λυλλύ στολίζει μεν τον λόγο του Μολιέρου, αλλά επίσης τον σχολιάζει, τον ειρωνεύεται, τον φωτίζει.
| Jean-Baptiste Lully |
Εδώ ο Μολιέρος στρέφει το βλέμμα του στον γάμο ως κοινωνικό καταναγκασμό και στον άνθρωπο που παγιδεύεται από τους ίδιους του τους φόβους. Ο Σγκαναρέλος, 53 ετών και εύπορος, θέλει να παντρευτεί τη νεαρή και όμορφη Δοριμίνα. Ο φίλος του, Ιερώνιμος, προσπαθεί να τον μεταπείσει, αλλά μάταια. Στρέφεται σε φιλοσόφους και μάντεις για καθοδήγηση, μόνο και μόνο για να μπερδευτεί ακόμη περισσότερο. Όταν ανακαλύπτει ότι η Δοριμίνα ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματά του και ελπίζει να μείνει χήρα σύντομα, αποφασίζει να αποσυρθεί. Ωστόσο, ο αδελφός της τον προκαλεί σε μονομαχία και όταν αρνείται, τον ξυλοκοπεί. Στο τέλος, ο καημένος Σγκαναρέλος καταλήγει παντρεμένος αναγκαστικά, με τη μοίρα να του χαμογελά ειρωνικά.
Ας διαβάσουμε ένα σπαρταριστό μονόλογο του Σγκαναρέλου που καυχιέται για τη φυσική του κατάσταση:
| Από εικονογράφηση του 1773 |
Οι κινήσεις του σώματός μου δεν είναι πιο κομψές και πιο χαριτωμένες από κάθε άλλου; (Περιπατάει γελοία.) Μπορώ να περπατάω πέντε, έξι, επτά ώρες συνεχόμενα χωρίς να κουραστώ! Με είδε ποτέ κανείς πάνω σε άμαξα;
Και μετά, το πιο χαρακτηριστικό της ηλικίας είναι τα δόντια· να! Κοίταξέ τα, σπάνε καρύδια και δεν φοβούνται τίποτα. Και δεν τρώγω τα τέσσερα γεύματα της μέρας με κάθε γενναιότητα εκτός από καφέ και πρωινό; Ας έρθει να φάει μαζί μου ο νέος ο εικοσιπενταετής, και αν δεν τον κάνω να πάρει γερμανικά χάπια, θα μου πεις! Το στομάχι μου, Ιερώνυμε, είναι σπάνιο πράγμα, δώρο της παντοδυναμίας της φύσης!(Βήχει.) Χούμ! Χούμ! Χούμ! Ε! Σε έπεισα, δεν αμφιβάλλω. Τι λές τώρα; Και συ ο ίδιος θ' απορείς, βέβαια…"
(Πηγή: Ανοικτή Βιβλιοθήκη)
Η μουσική ακολουθεί το τυπικό γαλλικό μπαρόκ ύφος με σαφή ρυθμό, κομψότητα και συμμετρία, με στενή σχέση μουσικής και κίνησης. Είναι άμεση, οικεία, παιχνιδιάρικη και θεατρική. Έτσι, το έργο κυλά ανάλαφρα, με τη μουσική του Λυλλύ να συνοδεύει, να υπογραμμίζει τα αστεία, να δίνει ρυθμό και να εντείνει την ειρωνεία, να αφήνει πίσω της τη γνώριμη διαπίστωση ότι το γέλιο είναι ο μόνος τρόπος να αντέξουμε.
Το 1672, μετά τη ρήξη μεταξύ του Μολιέρου και του Λυλλύ, ο Βίαιος Γάμος παρουσιάστηκε εκ νέου με νέα ιντερμέδια από τον Marc-Antoine Charpentier. Είχε προηγηθεί μια περίοδος έντασης μεταξύ του θεατρικού συγγραφέα και του Λυλλύ, μετά τη χορήγηση του μονοπωλίου της όπερας στον αυλικό μουσικό. Ενοχλημένος από την κατάσταση, ο Μολιέρος στράφηκε στον Σαρπαντιέ, που μόλις είχε επιστρέψει από την Ιταλία γεμάτος νέες μουσικές ιδέες.
| Marc-Antoine Charpentier |
Το εγχείρημα σημείωσε μεγάλη επιτυχία, σφραγίζοντας έτσι μια μακρά και γόνιμη συνεργασία μεταξύ του συγγραφέα και του συνθέτη. Σε αυτή την πρώτη απόπειρα, ο Σαρπαντιέ βρήκε αμέσως μια ανάλαφρη και κωμική χροιά, αξιοποιώντας επιδέξια τις συνθετικές τεχνικές της ιταλικής μουσικής, που τότε αποτελούσαν αντικείμενο αισθητικής συζήτησης. Το υλικό αφθονεί σε παρωδικά εφέ, όπως κραυγές ζώων, τα οποία έχουν μελοποιηθεί με φαντασία από τον Charpentier, προσδίδοντας στην παράσταση ζωντάνια, χιούμορ και θεατρικό πλούτο.
Από τα ιντερμέδια ξεχωρίζει το σατιρικό και άκρως παιχνιδιάρικο "La, la, la, la, bonjour", ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το ξεκαρδιστικό τμήμα με τις φωνές των ζώων στο 3:44, που απογειώνει την κωμική ατμόσφαιρα της σκηνής.Απολαύστε!
La, la, la, bonjour"
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου