Translate

fb

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Böcklin - Rachmaninoff : "Το Νησί των Νεκρών"

 


Ο Arnold Böcklin συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους ζωγράφους του 19ου αιώνα και υπήρξε μία από τις πιο καθοριστικές μορφές για την τέχνη των γερμανόφωνων χωρών. Το έργο του άσκησε βαθιά επιρροή και ξεχώρισε για τη φαντασία και τη δύναμη του συμβολισμού του.

 Arnold Böcklin, αυτοπροσωπογραφία
Γεννημένος στη Βασιλεία το 1827, σπούδασε στην Ακαδημία του Ντίσελντορφ, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Άνσελμ Φόιερμπαχ και ανέδειξε πολύ νωρίς το εξαιρετικό του ταλέντο. Στα πρώτα του χρόνια ταξίδεψε στην Αμβέρσα και τις Βρυξέλλες, μελετώντας και αντιγράφοντας έργα της Φλαμανδικής Σχολής, ενώ στο Λούβρο αφιερώθηκε κυρίως στη μελέτη της τοπιογραφίας.

Το 1850 επισκέφθηκε τη Ρώμη, της οποίας τα μνημεία και η ιστορική ατμόσφαιρα τροφοδότησαν τη φαντασία του και τον οδήγησαν σε έργα με έντονα μυθολογικά θέματα. Με την πάροδο του χρόνου, το ύφος του έγινε ολοένα πιο σκοτεινό και εσωτερικό, φορτισμένο με μυστικιστικά και πένθιμα συναισθήματα. Οι πίνακές του αποτελούν συχνά αλληγορικές αναγνώσεις της κλασικής αρχαιότητας, με κεντρικά μοτίβα τον θάνατο και τη θνητότητα, μέσα σε έναν παράξενο, σχεδόν ονειρικό κόσμο.

Αυτή η σκοτεινή και συμβολική διάσταση του έργου του άσκησε ιδιαίτερη γοητεία στους σουρρεαλιστές.
Το 1892 εγκαταστάθηκε σε προάστιο της Φλωρεντίας, όπου έζησε έως τον θάνατό του, στις 16 Ιανουαρίου 1901.

Στο αριστουργηματικό εικαστικό του "Το Νησί των Νεκρών" εστιάζουμε σήμερα. τον οποίο ο ίδιος ο ζωγράφος περιέγραφε λιτά ως μια "ονειρική εικόνα", απεικονίζει ένα έρημο, βραχώδες νησάκι που αναδύεται μέσα από σκοτεινά, ακίνητα νερά. Η σκηνή αποπνέει απόλυτη σιωπή και ακινησία, μια ησυχία τόσο πυκνή, όπως έλεγε ο Böcklin, "όπου θα τρόμαζε κανείς ακόμη κι από ένα απλό χτύπημα στην πόρτα".

Στο προσκήνιο, μια μικρή βάρκα με κουπιά πλησιάζει αργά μια στενή υδάτινη πύλη και έναν χαμηλό κυματοθραύστη στην ακτή του νησιού. Ο κωπηλάτης, τοποθετημένος στην πρύμνη, οδηγεί το σκάφος με ήρεμη, σχεδόν τελετουργική αποφασιστικότητα. Στην πλώρη στέκεται μια όρθια, λευκοντυμένη μορφή, στραμμένη προς τη στεριά, ενώ ακριβώς μπροστά της διακρίνεται ένα λευκό, στολισμένο αντικείμενο, που συνήθως ερμηνεύεται ως φέρετρο.

Το μικρό νησί δεσπόζεται από ένα πυκνό άλσος ψηλών, σκοτεινών κυπαρισσιών -δέντρων άρρηκτα συνδεδεμένων, μέσα στους αιώνες, με το πένθος και τα νεκροταφεία. Τα κυπαρίσσια περιβάλλονται στενά από απόκρημνους βράχους, στις επιφάνειες των οποίων διακρίνονται πύλες και ανοίγματα, σαν ταφικές είσοδοι ή παράθυρα, ενισχύοντας τον υπαινιγμό ότι πρόκειται για έναν τόπο ταφής ή, ίσως, για έναν χώρο μετάβασης.

Ο Böcklin δεν έδωσε ποτέ δημόσια ερμηνεία για το νόημα του έργου, ωστόσο, πολλοί θεατές έχουν ταυτίσει τον κωπηλάτη με τον Χάροντα της ελληνικής μυθολογίας -τον βαρκάρη που μεταφέρει τις ψυχές στον Κάτω Κόσμο. Τα νερά ερμηνεύονται ως ο Αχέροντας ή η Στύγα, ενώ η λευκοντυμένη μορφή ως μια ψυχή που μόλις εγκατέλειψε τον κόσμο των ζωντανών και οδεύει προς τη μεταθανάτια γαλήνη.
Έτσι, Το Νησί των Νεκρών λειτουργεί λιγότερο ως συγκεκριμένη αφήγηση και περισσότερο ως συμβολική εικόνα μετάβασης -από τη ζωή στον θάνατο, από την κίνηση στην απόλυτη ακινησία, από το φθαρτό στο αιώνιο.


Από αυτόν ακριβώς τον πίνακα εμπνεύστηκε ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ το συμφωνικό ποίημά του: "Το Νησί των Νεκρών, έργο 29", ένα από τα πιο σκοτεινά και ατμοσφαιρικά δημιουργήματα του ύστερου ρωσικού ρομαντισμού. Η έμπνευση προήλθε από μια ασπρόμαυρη αναπαραγωγή του έργου του Böcklin, την οποία ο συνθέτης είδε στο Παρίσι το 1907. Ο ίδιος ο Ραχμάνινοφ παραδέχτηκε αργότερα ότι, αν είχε αντικρίσει πρώτα το έγχρωμο πρωτότυπο, ίσως να μην είχε συνθέσει ποτέ το έργο. Η λιτότητα και η σκοτεινή δύναμη του ασπρόμαυρου ήταν που τον συγκλόνισαν βαθιά.

Για δύο χρόνια ο Ραχμάνινοφ αναζητούσε θέμα για ένα συμφωνικό ποίημα, έως ότου ο πίνακας του Böcklin τού προσέφερε την ιδανική αφορμή. Η σύνθεση ολοκληρώθηκε μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου του 1909 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Μόσχα, με τον ίδιο τον συνθέτη στο πόντιουμ. Ωστόσο, το έργο συνέχισε να τον απασχολεί για χρόνια, οδηγώντας τον σε αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις και περικοπές. 

Όπως και ο πίνακας, έτσι και η μουσική του Ραχμάνινοφ παραπέμπει στο τελευταίο ταξίδι της ψυχής. Το έργο ξεκινά με έναν επαναλαμβανόμενο ρυθμό 5/8, που θυμίζει τον αργό, επίμονο ήχο των κουπιών ή το ανεβοκατέβασμα των κυμάτων. Ο ρυθμός αυτός δεν αποδίδει μόνο την κίνηση της βάρκας, αλλά και την ίδια την αναπνοή -μια υπενθύμιση ότι ζωή και θάνατος συνυπάρχουν. Σταδιακά, η μουσική φουσκώνει, γίνεται ανήσυχη και δραματική, γεμάτη ένταση και σκοτεινά χρώματα, ενώ το γνωστό μοτίβο Dies Irae, σύμβολο του θανάτου, αναδύεται ξανά, όπως και σε άλλα έργα του συνθέτη.

Η ενορχήστρωση είναι πλούσια και επιβλητική. Ξύλινα και χάλκινα πνευστά, εκτεταμένα κρουστά, άρπα και έγχορδα συνεργάζονται για να δημιουργήσουν ένα ηχητικό τοπίο φόβου, δέους και αναπόφευκτης μοίρας. Το έργο παραλληλίζεται με ταραχώδες ταξίδι, που καταλήγει σε σχεδόν νεκρική σιγή.
Το Νησί των Νεκρών θεωρείται διαμάντι του ύστερου ρομαντισμού και ένα από τα πιο εσωτερικά έργα του Ραχμάνινοφ. Είναι μουσική που δεν χρειάζεται εικόνες. Aρκεί να δει κανείς τον πίνακα και έπειτα να ακούσει το έργο με κλειστά μάτια. Τα συναισθήματα είναι τόσο έντονα, ώστε κάθε άλλο οπτικό ερέθισμα μοιάζει περιττό...


Rachmaninoff: "Isle of the Dead. Op.29"
Διευθύνει ο συνθέτης στην θρυλική ερμηνεία του 1929 με την Συμφωνική της Φιλαδέλφεια


Για το σπουδαίο ζωγράφο μπορείτε να διαβάσετε παλαιότερο κείμενο κι εδώ.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου