| Eugène Louis Lami: "Andanté de la Symphonie en La" (musee.philharmoniedeparis) |
Ο Eugène Louis Lami γεννήθηκε στο Παρίσι στις 12 Ιανουαρίου 1800 και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ζωγράφους και σχεδιαστές του 19ου αιώνα. Καλλιτεχνικά διαμορφώθηκε μέσα στο ρομαντικό πνεύμα της εποχής του, το οποίο αποτυπώνεται τόσο στη θεματολογία όσο και στην εκφραστική ευαισθησία των έργων του.
| Eugène Louis Lami |
Η καλλιτεχνική του πορεία αναπτύχθηκε σε μια περίοδο έντονων πνευματικών και αισθητικών αναζητήσεων, όταν η τέχνη άρχισε να απομακρύνεται από την απλή αναπαράσταση των γεγονότων και να εστιάζει ολοένα και περισσότερο στην υποκειμενική εμπειρία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το εικαστικό έργο που φιλοτεχνεί το 1840, εμπνευσμένο από τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Σε αυτό, ο Λαμί δεν περιορίζεται στην απεικόνιση ενός μουσικού γεγονότος, αλλά διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη της μουσικής βιώνεται εσωτερικά από κάθε ακροατή.
Το έργο, γνωστό ως "Andanté de la Symphonie en La", δεν αποτυπώνει απλώς μια συναυλιακή στιγμή. Λειτουργεί ως ψυχογράφημα της εμπειρίας της μουσικής ακρόασης, καθώς ο καλλιτέχνης μετατοπίζει συνειδητά το βλέμμα από τη σκηνή προς το ακροατήριο. Το ενδιαφέρον δεν εστιάζεται στα μουσικά όργανα, αλλά στα πρόσωπα εκείνων που ακούν. Επτά μορφές, παρούσες στον ίδιο χώρο, βιώνουν τη μουσική με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Βλέπουμε έναν που σκύβει ελαφρά το κεφάλι, βυθισμένο σε σκέψεις, σαν να στοχάζεται πάνω στη μουσική. Έναν άλλο με τα μάτια μισόκλειστα, παραδομένο στο συναίσθημα, ενώ κάποιος τρίτος κοιτάζει προς το κενό, με βλέμμα σχεδόν αποστασιοποιημένο. Υπάρχει κι εκείνος που δείχνει αβέβαιος ή προβληματισμένος, προσπαθώντας να συλλάβει το νόημα της μουσικής κι ένας ακόμη παρασυρμένος σε σκεπτικό αναστοχασμό, αφήνοντας τον ήχο να λειτουργήσει ως αφορμή για ενδοσκόπηση. Δεν υπάρχουν υπερβολικές χειρονομίες, η ένταση είναι εσωτερική, υπογραμμισμένη από μικρές, διακριτικές κινήσεις και λεπτές διαφοροποιήσεις στο βλέμμα και στη στάση.
Η Συμφωνία με τον εσωτερικά παλλόμενο ρυθμό της, γίνεται αφορμή για μια σιωπηλή συμφωνία αντιδράσεων.
Η εικαστική γλώσσα του Λαμί υπηρετεί αυτή τη διαφοροποίηση. Οι λεπτές και υπαινικτικές εκφράσεις των προσώπων υποδηλώνουν ότι η μουσική του Μπετόβεν δεν επιβάλλει ένα ενιαίο και καθολικό νόημα, αλλά ανοίγει πολλαπλές εσωτερικές διαδρομές. Το έργο επιβεβαιώνει μουσικολογικές απόψεις σύμφωνα με τις οποίες ο Μπετόβεν εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τη μουσική, αντιμετωπίζοντάς τη ως έκφραση και αντανάκλαση της εσωτερικής ζωής του ανθρώπου, πέρα από την απλή αναπαράσταση του εξωτερικού κόσμου. Έτσι, κάθε ακροατής μετατρέπεται σε συνδημιουργό του νοήματος, ερμηνεύοντας τους ήχους μέσα από τη δική του ψυχική εμπειρία.
Ο ίδιος ο Μπετόβεν, αποστασιοποιημένος από τις συμβάσεις της "μουσικής κατά παραγγελία" συνέθετε με γνώμονα την προσωπική του καλλιτεχνική αναγκαιότητα. Αυτή η δημιουργική ελευθερία αποτυπώνεται έμμεσα στον πίνακα του Λαμί. Η μουσική, αν και βιώνεται συλλογικά, απευθύνεται στον καθένα ξεχωριστά. Ακόμη και μέσα σε μια κατάμεστη παρισινή αίθουσα, η εμπειρία της ακρόασης παραμένει βαθιά προσωπική και μοναχική.
Λέγεται ότι ο Eugène Lami πιθανότατα φιλοτέχνησε το σχέδιο μετά από μια παρουσίαση της Έβδομης Συμφωνίας στις 12 Ιανουαρίου 1840, στο Ωδείο του Παρισιού. Το συγκεκριμένο εικαστικό εντάσσεται σε μια ευρύτερη σειρά δημιουργιών του καλλιτέχνη με τίτλο "Histoire de mon temps - Ιστορία της Εποχής μου", μέσα από την οποία ο Λαμί αποτυπώνει χαρακτηριστικές στιγμές της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής της εποχής του.
Ο Μπετόβεν θεωρούσε την Έβδομη Συμφωνία την "τελειότερη" από τις συμφωνίες του, κυρίως λόγω της εσωτερικής της συνοχής και της έντονης ρυθμικής της δύναμης. Σε αντίθεση με άλλα δραματικά έργα του, η Έβδομη ξεχωρίζει για τη ζωτικότητα, την κίνηση και την ενέργεια που τη διαπερνούν.
Η σύνθεση του έργου ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1811, κατά την παραμονή του Μπετόβεν στη λουτρόπολη του Τέπλιτς, όπου είχε καταφύγει προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την επιδείνωση της κώφωσής του. Παρότι ορισμένοι σύγχρονοί του θεώρησαν αρχικά το έργο υπερβολικό ή ακόμη και ένδειξη "παραφροσύνης", σύντομα αναγνωρίστηκε ως βαθιά αισιόδοξο. Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ τη χαρακτήρισε χαρακτηριστικά "αποθέωση του χορού", υπογραμμίζοντας τον κυρίαρχο ρόλο του ρυθμού.
Το πρώτο μέρος (Poco sostenuto – Vivace) συνδυάζει μια επιβλητική, σχεδόν τελετουργική αργή εισαγωγή με ένα εκρηκτικό Vivace, το οποίο στηρίζεται σε επίμονα επαναλαμβανόμενα ρυθμικά και μελωδικά μοτίβα. Η σταδιακή συσσώρευση ενέργειας δημιουργεί την αίσθηση μιας αδιάκοπης κίνησης, όπου ο ρυθμός λειτουργεί ως βασικός φορέας έκφρασης.Xειρόγραφο της παρτιτούρας της 7ης - Το περίφημο δεύτερο μέρος (Allegretto), με τον στοχαστικό και εσωστρεφή χαρακτήρα του, ξεχωρίζει για τη λιτή αλλά υποβλητική του γραφή. Η εναλλαγή των ορχηστρικών χρωμάτων δημιουργεί ατμόσφαιρα συλλογικού στοχασμού και εσωτερικότητας, γεγονός που εξηγεί την ιδιαίτερη απήχησή του ήδη από την πρώτη εκτέλεση.
- Το τρίτο μέρος (Presto – Assai meno presto) επαναφέρει τη ζωηρότητα και τον σχεδόν διονυσιακό χαρακτήρα του έργου, με έντονες δυναμικές αντιθέσεις και ρυθμική ορμή. Το τμήμα του τρίο, πιο ήρεμο και εκτεταμένο, λειτουργεί ως στιγμιαία ανάπαυλα μέσα στη γενική έξαρση.
- Στο τέταρτο μέρος (Allegro con brio) κορυφώνεται η αίσθηση της κίνησης και της έντασης. Η μουσική εξελίσσεται με καταιγιστικό ρυθμό και αδιάκοπη ενέργεια, οδηγώντας τον ακροατή σε μια εμπειρία εκστατική. Η Συμφωνία ολοκληρώνεται με αίσθηση θριαμβευτικής ζωτικότητας, αφήνοντας την εντύπωση ότι η μουσική δεν σταματά, αλλά συνεχίζει να πάλλεται ακόμη και μετά την τελευταία συγχορδία...
Η πρώτη παρουσίαση της συμφωνίας πραγματοποιήθηκε το 1813 στη Βιέννη, σε φιλανθρωπική συναυλία για τα θύματα των Ναπολεόντειων Πολέμων, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία.
Πριν απολαύσουμε την Έβδομη Συμφωνία του Μπετόβεν υπό τη μπαγκέτα του Wilhelm Furtwängler, στη θρυλική ηχογράφηση του 1943, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι το εικαστικό έργο του Eugène Louis Lami -του οποίου η γενέθλια επέτειος αποτέλεσε την αφορμή για την ακρόαση της σπουδαίας μπετοβενικής συμφωνίας- συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα της συνάντησης των τεχνών στον 19ο αιώνα. Σε αυτή τη συνάντηση, η ζωγραφική δεν περιορίζεται στην απλή οπτική αναπαράσταση, αλλά συνομιλεί ουσιαστικά με τη μουσική και τη βαθύτερη ανθρώπινη εμπειρία. Μέσα από την απεικόνιση της ακρόασης της μουσικής του Μπετόβεν, ο Λαμί αποκαλύπτει τη δύναμη της τέχνης να λειτουργεί ως καθρέφτης της ψυχής, καταγράφοντας ό,τι βλέπουμε ή ακούμε, αλλά κυρίως ό,τι αισθανόμαστε.
Beethoven Symphony No. 7 in A Major, op.92 / Wilhelm Furtwängler:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου