"Βυθίζοντας τα δάκτυλά μου στον γύψο, αναζητώ κάτω από το δέρμα τα οστά,
το κρανίο, τους σπονδύλους, το ανθρώπινο σώμα αποφλοιωμένο"
(Alberto Giacometti)
Alberto Giacometti: "Standing Woman", 1948, MOMA
Με αυτά τα λόγια ο Αλμπέρτο Τζιακομέτι περιέγραφε με ακρίβεια τον πυρήνα της καλλιτεχνικής του αναζήτησης, τη διαρκή προσπάθεια να αποδώσει την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης πέρα από την εξωτερική μορφή.
Γεννημένος στο Borgonovo της Ελβετίας, γιος του εμπρεσιονιστή ζωγράφου Τζιοβάνι Τζιακομέτι, εκδήλωσε από πολύ νωρίς το ταλέντο του. Σε εφηβική ηλικία δημιουργούσε ήδη προτομές του αδελφού του Ντιέγκο, ο οποίος υπήρξε το σταθερότερο μοντέλο και συνεργάτης του σε όλη του τη ζωή.
Στο Παρίσι μαθήτευσε κοντά στον Αντουάν Μπουρντέλ και ήρθε σε επαφή με τα πρωτοποριακά ρεύματα της εποχής.
Στη δεκαετία του 1930 συνδέθηκε με τον σουρεαλισμό και τον Αντρέ Μπρετόν, όμως σύντομα απομακρύνθηκε, στρεφόμενος με εμμονή στη μελέτη της ανθρώπινης μορφής και του προσώπου. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 διαμόρφωσε το προσωπικό του ύφος: τις εμβληματικές, ισχνές, επιμήκεις φιγούρες που μοιάζουν να ισορροπούν ανάμεσα στην παρουσία και την εξαΰλωση.
Η φιλία του με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ και τον Ζαν-Πολ Σαρτρ τον έφερε κοντά στον υπαρξισμό, ο οποίος σφράγισε τη φιλοσοφική διάσταση του έργου του.
Τα επόμενα χρόνια, τα γλυπτά του αποκτούν ύψος, ένταση και δραματική μοναξιά. Μορφές στατικές ή σε κίνηση, όπως η "Όρθια Γυναίκα" γίνονται σύμβολα της μεταπολεμικής ανθρώπινης αγωνίας. Ο ίδιος πίστευε ότι "η μεγαλύτερη περιπέτεια είναι να βλέπεις κάτι άγνωστο να αναδύεται καθημερινά στο ίδιο πρόσωπο", μια φράση που συνοψίζει τη διαρκή του αμφιβολία και τον αδιάκοπο πειραματισμό του.
Πέθανε σαν σήμερα, 11 Γενάρη το 1966 σε ηλικία 65 χρόνων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Τζιακομέτι θύμιζε όλο και περισσότερο τις πολύ λεπτές, οστεώδεις φιγούρες που σκάλιζε στον πηλό ή στον ορείχαλκο....Άφησε πίσω του ένα έργο που καθόρισε τη γλυπτική του 20ού αιώνα και συνεχίζει να εκφράζει, με λιτότητα και ένταση, την εύθραυστη συνθήκη του ανθρώπου στον χώρο και τον χρόνο.
Ο γλύπτης διαμορφώνει τον μπρούντζο σε μια μορφή κατακόρυφη, ακίνητη και απομονωμένη, με σώμα έντονα επιμηκυμένο και εξαιρετικά λεπτό, σχεδόν οστεώδες. Τα πόδια ενώνονται σε μια στενή βάση που μοιάζει να καθηλώνει τη φιγούρα στο έδαφος, ενώ ο κορμός περιορίζεται σε έναν εύθραυστο κατακόρυφο άξονα. Τα χέρια παραμένουν κολλημένα στο σώμα, χωρίς χειρονομιακή έκφραση, και το κεφάλι είναι μικρό, με σχηματική απόδοση των χαρακτηριστικών. Η επιφάνεια του γλυπτού είναι τραχιά και φαγωμένη, γεμάτη ίχνη από τα δάχτυλα και τα εργαλεία του καλλιτέχνη, αποκαλύπτοντας τη διαδικασία της δημιουργίας.
Ο Τζιακομέτι δεν επιδιώκει την ανατομική ακρίβεια. Το σώμα λειτουργεί σαν σημάδι παρουσίας μέσα στο κενό. Το έργο αντανακλά το υπαρξιστικό κλίμα της εποχής μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η γυναικεία μορφή παρουσιάζεται μόνη, ακίνητη και εκτεθειμένη. Δεν πρόκειται για πορτρέτο, αλλά για την απεικόνιση μιας καθολικής ανθρώπινης κατάστασης. Η στάση της υποδηλώνει αντοχή και επιμονή, αλλά ταυτόχρονα ευαλωτότητα. Η ακινησία της δεν αποπνέει γαλήνη, αλλά μια εσωτερική, αγωνιώδη ένταση.
Στη Μουσική:
Από το γλυπτό "Όρθια Γυναίκα" του Τζιακομέτι εμπνεύστηκε ο Αμερικανός συνθέτης, Jake Heggie την ομώνυμη σύνθεσή του, μέρος ενός κύκλου τραγουδιών που αναφέρεται στη γυναικεία μορφή όπως αυτή αποτυπώθηκε στη γλυπτική μέσα στους αιώνες.
Ο Χέγκι, ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους Αμερικανούς συνθέτες λόγιας μουσικής, είναι ιδιαίτερα γνωστός για την επιτυχημένη πορεία του στον χώρο της όπερας, ωστόσο μια εξίσου σημαντική πτυχή της φωνητικής του δημιουργίας είναι οι κύκλοι τραγουδιών του, και ειδικότερα ο κύκλος "Statuesque (Αγαλματικές Μορφές)".
Το έργο που αρχικά γράφτηκε για φωνή και επτά όργανα, αντλεί την έμπνευσή του από πέντε εμβληματικά γλυπτά γυναικείων μορφών και ταξιδεύει τον ακροατή στον χρόνο. Από τον 20ό αιώνα και καλλιτέχνες όπως ο Χένρι Μουρ, ο Πικάσο και ο Τζιακομέτι, έως την Αρχαία Ελλάδα και την Αίγυπτο.Τα τραγούδια βασίζονται σε στίχους του Gene Scheer, οι οποίοι τοποθετούν κάθε γυναικεία μορφή στο δικό της ιδιαίτερο σύμπαν. Κάθε άγαλμα αποκτά φωνή και μιλά για τον εαυτό του.
Στο τραγούδι που αναφέρεται στην "Όρθια Γυναίκα", αναδεικνύεται η διττή αίσθηση παρουσίας και απουσίας που χαρακτηρίζει το έργο του Τζιακομέτι, μια μορφή άυλη και εύθραυστη, αλλά ταυτόχρονα ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.
Το άγαλμα στέκεται σε μια ελαφρώς κεκλιμένη βάση, σαν να ωθείται προς τον θεατή, εντείνοντας την αίσθηση εγγύτητας και αστάθειας.
Το μουσικό κείμενο λειτουργεί ως αντανάκλαση αυτού του οπτικού και υπαρξιακού αποτελέσματος. Όπως δηλώνει η ίδια η "φωνή" του αγάλματος στους στίχους:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου