[Με αφορμή τη γενέθλια επέτειο του Ερρίκου Ίψεν (20 Μαρτίου 1828)]
Ο Ίψεν θεωρείται ως ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας του 19ου αι και από τους πλέον διακεκριμένους θεατρικούς συγγραφείς της ευρωπαϊκής παράδοσης, ενώ αναφέρεται ως ιδρυτής του μοντερνισμού στο θέατρο και πατέρας του ρεαλισμού.
Ο κατάλογος με τα σπουδαία έργα του, ανεξάντλητος, πολλά απ' αυτά θεωρήθηκαν αποκαλυπτικά και σκανδαλώδη, καθώς δεν ακολουθούσαν τα πρότυπα ηθικής και ευπρέπειας που στόχευε το θέατρο της εποχής του Νορβηγού συγγραφέα. Από τα σημαντικότερα έργα του ξεχωρίζουμε: "Το κουκλόσπιτο", "Η αγριόπαπια", "Βρικόλακες", "Έντα Γκάμπλερ" και το αριστούργημά του "Πέερ Γκυντ", το πρώτο έργο του Ιψεν με έντονα σουρεαλιστικά στοιχεία.
"Ωραία Γη, συγχώρεσέ με που δίχως όφελος κανένα το δροσερό σου τσαλαπάτησα χορτάρι.
Ήλαμπρε τη φωτερή σου ασώτεψες βροχή σ'άδειο καλύβι.
Κανένας δεν καθότανε κει μέσα για να χαρεί τη ζεστασιά σου
Ο νοικοκύρης, καθώς λένε, δεν ήτανε ποτέ στο σπίτι.
Ωραία Γη, πανέμορφε Ήλιε! τι κουταμάρα αυτή
να'χετε δώσει στη μάνα μου εξουσία να με γεννήσει.
Είναι φιλάργυρο το πνεύμα, μ' ανοιχτοχέρα που'ναι η φύση!
Ωστόσο, ειναι βαρύ κανείς να ξεπληρώνει τη γέννησή του με το θάνατο!
Εγώ θέλω ψηλά ν'ανηφορίσω.Απάνω στ' απόκρημνα τα κορφοβούνια.
Ακόμα μια φορά θέλω εγώ να ιδώ τον ήλιο να προβαίνει
να κουραστώ καρφώνοντας τα μάτια στη Γη τούτη της Επαγγελίας.
Κατόπι να κοιτάξω να μαζέψω απάνω μου σωρό το χιόνι.
Μπορούν να γράψουνε εκεί πέρα "ενθάδε κείται ΟΥΔΕΙΣ"
(Ίψεν: "Πέερ Γκυντ" / Απόδοση: Όμηρου Μπεκέ)
Το απόσπασμα είναι από το αριστουργηματικό δραματικό ποίημα του Ίψεν εμπνευσμένο από ένα παλιό νορβηγικό παραμύθι : "Πέερ Γκυντ". Ο ήρωας, ονειροπόλος και ιδεαλιστής, με όπλα την αστείρευτη φαντασία του και το όνειρό του για έναν ιδανικό κόσμο, μας ταξιδεύει σε έναν κόσμο ονειρικής περιπέτειας. Ένα ταξίδι, μυητικό, στη σοφία της ζωής... Η ζωή του αλλόκοτη αλλά με οράματα και περιπλανήσεις, ο Πεερ Γκυντ παλεύει με τα όνειρά του, τα αισθήματά του, με τους πειρασμούς, με το ψεύδος, με την αγάπη, με όλα τα στοιχεία της ανήσυχης φύσης του. Αυτός ο φαινομενικά μισότρελος, δεν είναι παρά ένας πολύ γνωστικός άνθρωπος που παραδίνεται θέλοντας και μη στις δίνες των αντίθετων αναγκών και αγωνίζεται να τις ισορροπήσει μέσα του.
(Από εικονογράφηση του βιβλίου, "Peer Gynt", Peter Nicolai Arbo)
Ο Ίψεν πρόσθεσε στο λαϊκό νορβηγικό παραμύθι που δημοσιεύτηκε το 1867 σημαντικό υλικό, όπως το ταξίδι του Πέερ Γκυντ στην Αφρική, το πέρασμά του από την έρημο Σαχάρα, τη συνάντηση με την πριγκίπισσα των Βεδουίνων, στοιχεία πρωτότυπα που ανήγαγαν το παραμύθι σε υψηλό πνευματικό έργο, ένα από τα κλασικά του θεατρικού ρεπερτορίου, από τα πιο αντιπροσωπευτικά του Ίψεν και των προβληματισμών του.
"Το βιβλίο μου είναι Ποίηση! Κι αν δεν είναι, θα γίνει! Η έννοια της Ποίησης θ' αλλάξει στην πατρίδα μας τη Νορβηγία, ώστε να συμμορφωθεί με τούτο το βιβλίο...",
θα γράψει ο Ερρίκος Ίψεν σε επιστολή του προς τον Νορβηγό συγγραφέα, Μπιέρνστιερνε Μπγιέρνσον. Πιστεύει σε αυτό το έργο του, το μεγαλειώδες ως προς την ποιητική-μυθοπλαστική σύλληψη του, καθώς συνθέτει μια καυστική κριτική αλληγορία, για τα χαρακτηριστικά και "κουσούρια" του νορβηγικού λαού και της κοινωνίας.
Το έργο εμφανίστηκε στη σκηνή μια δεκαετία μετά την πρώτη του δημοσίευση, συνοδευόμενο από σκηνική μουσική του Έντβαρντ Γκριγκ.
Η πρεμιέρα ήταν μια θριαμβευτική επιτυχία παρότι όταν ο Ίψεν ζήτησε από τον Γκριγκ να συνθέσει τη μουσική για το θεατρικό, εκείνος συμφώνησε απρόθυμα.
"Το "Peer Gynt" προχωρά πολύ αργά. Δεν υπάρχει πιθανότητα να τελειώσει μέχρι το φθινόπωρο. Είναι ένα τρομερά μη διαχειρίσιμο θέμα...",
θα γράψει σε κάποιο φίλο του...
Ο Ίψεν εξερευνά και σατιρίζει τη νορβηγική νοοτροπία και κουλτούρα μέσα από τα κατορθώματα του γοητευτικού πλην αλαζονικού χαρακτήρα του τίτλου, ενός Νορβηγού χωρικού που απαγάγει παρορμητικά μια νύφη από το γάμο της και στη συνέχεια την εγκαταλείπει για να ταξιδέψει στον κόσμο και να βιώσει άλλες περιπέτειες. Γι'αυτό ο Γκριγκ, ιδρυτής της νορβηγικής εθνικιστικής μουσικής σχολής, είχε επιφυλάξεις για το "ασεβές" έργο του Ίψεν και αποδέχτηκε απρόθυμα την πρόσκληση του συγγραφέα για τη σύνθεση σκηνικής μουσικής. Ωστόσο, ο Γκριγκ δουλεύει σκληρά για να μεταφέρει την ατμόσφαιρα του Ιψενικού κειμένου. Ο συνθέτης επιλέγει συγκεκριμένα όργανα προκειμένου να αντιπροσωπεύσει τα ταξίδια του Πέερ Γκυντ στις μακρινές χώρες του κόσμου. Κι όσο προχωρά η παρτιτούρα, τόσο πείθεται πως εκείνος ήταν τελικά ο καταλληλότερος για να συνοδεύσει με τη μουσική του το Ιψενικό αριστούργημα.
Η σύζυγος του συνθέτη, Νίνα θα γράψει στο ημερολόγιό της:
"Όσο περισσότερο εμβαθύνει στο απαράμιλλης δύναμης ποίημα, τόσο πιο καθαρά βλέπει ότι εκείνος είναι ο ιδανικότερος δημιουργός για ένα έργο τέτοιας μαγείας και τόσο διαποτισμένο από το νορβηγικό πνεύμα..."
Η μουσική του Γκριγκ εγκωμιάστηκε για τον λυρισμό της, για το ευρύ υφολογικό φάσμα και τα ορχηστρικά εφέ που χρησιμοποιούνται για να ταιριάζουν με την ποικιλία των ταξιδιών του πρωταγωνιστή. Η αρχική παρτιτούρα ξετυλίγεται σε 5 πράξεις και 26 κινήσεις. Όμως, συνήθως ακούγεται με τη μορφή δύο ορχηστρικών σουιτών (Op. 46 και Op. 55), καθεμία με τέσσερις επιλεγμένες κινήσεις από το σύνολο.
Στην "Σουίτα Νο. 1, Op. 46" περιλαμβάνονται:
"Anitra's Dance", Arthur Rackham από εικονογράφηση του βιβλίου
το "Morning Mood", μια γαλήνια μελωδία που εκτελείται από φλάουτο και όμποε ζωγραφίζοντας την ήρεμη αυγή στην έρημο.
το "The Death of Αse", όπου λεπτά, δραματικά στοιχεία αιωρούνται πάνω από την επαναλαμβανόμενη μελωδική γραμμή δίνοντας στον Γκριγκ τη δυνατότητα να μεταφέρει όλο το φάσμα των συναισθημάτων που βιώνει εκείνος που θρηνεί ένα αγαπημένο του πρόσωπο
τον "Χορό της Anitra", μια ρυθμικά σαγηνευτική μελωδία από τα έγχορδα και
το "In the Hall of the Mountain King", στο οποίο ένα σύντομο, μυστηριώδες θέμα αποκτά ταχύτητα και όγκο καθώς επαναλαμβάνεται, οδηγούμενο προς μια φρενήρη κορύφωση.
Edvard Grieg: "Peer Gynt, Suite Νο. 1, Op. 46":
Στην "Σουίτα Νο. 2, Op. 55" περιλαμβάνονται:
"Η απαγωγή της νύφης"
(Πάρκο Γλυπτικής Peer Gynt, Όσλο)
η "Απαγωγή της νύφης. Θρήνος της Ίνγκριντ". Στο άνοιγμα η μουσική ηχεί τραχιά και βίαιη αποδίδοντας τον απόηχο του διαλυμένου γάμου. Τα έγχορδα "τσιρίζουν" διαπεραστικά καθώς οδηγούνται στην ελεγειακή, θρηνητική μελωδία σκιαγραφώντας τη ζοφερή διάθεση.
ο "Αραβικός Χορός". Ένας ζωηρός χορός που συνοδεύουν "στροβιλιζόμενα" τα ξύλινα πνευστά και κρουστά. Με τολμηρές αρμονίες και επαναλήψεις θεμάτων, ο χορός ολοκληρώνεται μυστηριωδώς με επικεφαλής ηχητικά το τρίγωνο.
την "Επιστροφή του Peer Gynt - Θυελλώδης βραδιά στη θάλασσα", ένα εξαιρετικά περιγραφικό μέρος με τα όργανα να ακούγονται μανιασμένα. Η τρικυμία στη θάλασσα απεικονίζεται με χρωματικές ανιούσες και κατιούσες κλίμακες στα ξύλινα και χάλκινα πνευστά. Καθώς τα κύματα υψώνονται τρομακτικά περικυκλώνοντας το σκάφος, ο Πέερ Γκυντ σκέφτεται όσα δεν κατάφερε να κάνει στη ζωή του. Ακούει τη φωνή της νεκρής μητέρας του, κάνοντας διάλογο με το θάνατο, σκηνή που ο Γκριγκ ζωγραφίζει μουσικά με τα ξύλινα πνευστά να "παλεύουν" με τα χάλκινα ενώ τα έγχορδα στροβιλίζονται μανιωδώς στο παρασκήνιο
το "Solveig's Song", μελωδία απαλότητας και απαράμιλλης τρυφερότητας και αγάπης, ίσως η δημοφιλέστερη της σύνθεσης. Είναι το γλυκό νανούρισμα της Solveig, με το οποίο παρηγορεί τον Πέερ την ώρα ακριβώς, που το έχει ανάγκη. Οι πλούσιες υφές και τα λαϊκά στοιχεία είναι διάσπαρτα μέσα στη μελωδία, με την άρπα καθοριστική σε αυτό το κίνημα, προσφέροντας λάμψεις ελπίδας, προμηνύοντας τη λυτρωτική αφοσίωση της Solveig. Ανάμεσα σε ήσυχα, λεπτεπίλεπτα μοτίβα και άλλοτε περισσότερο ζωηρά η μελωδία επανέρχεται στο εναρκτήριο νανούρισμα για να ολοκληρώσει τη σουίτα με ευαισθησία και τρυφερότητα.
Η μοναδική συνθετική γραφή του Φρειδερίκου Σοπέν για πιάνο διαμόρφωσε ολοκληρωτικά τον τρόπο με τον οποίο οι καλλιτέχνες σκέφτονταν, αντιμετώπιζαν, ερμήνευαν ή συνέθεταν για το όργανο. Λίγοι είναι οι πιανίστες που στο ρεπερτόριό τους δεν είχαν ή δεν έχουν μουσική του Σοπέν. Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη ο μεγάλος αριθμός συνθετών και πιανιστών που συγκινημένοι και εκστασιασμένοι από τον πολωνό δημιουργό αισθάνθηκαν την ανάγκη να αποτίσουν φόρο τιμής σε έναν μουσικό για τον οποίο υπάρχει σχεδόν καθολική αποδοχή.
1. Robert Schumann : "Chopin" από το Carnaval, Op. 9
Το "Καρναβάλι" γράφτηκε το 1834 και θεωρείται από τις απαιτητικότερες συνθέσεις του Σούμαν, με υπότιτλο: "Μικρές Σκηνές σε τέσσερις νότες" κι αναπτύσσεται σε 21 μινιατούρες . Παίρνει τον τίτλο "Καρναβάλι" γιατί ο συνθέτης στοχεύει στην παρουσίαση κάποιων από τις καρναβαλικές φιγούρες, όπως Αρλεκίνος, Πιερότος, Κολομπίνα. Δεν περιορίζεται όμως μόνο σ' αυτούς, αλλά με ευφάνταστο τρόπο ξεδιπλώνει ένα μουσικό κρυπτογράφημα, καθώς ο συνθέτης αναπτύσσει την ιδέα του, βασιζόμενος στην αντιστοιχία των γραμμάτων με κλίμακες. Κάτι σαν παζλ δηλαδή, με τα πάντα κρυμμένα επιδέξια πίσω από "καρναβαλικές μάσκες": Οι δυο του εαυτοί Eυσέβιος και Φλορεστάν, στοιχεία του ονόματός του, η πρώην αρραβωνιατικιά Εστρέλα, η νυν σύζυγος Κλάρα, όπως και κάποιους βιρτουόζους συναδέλφους του, ανάμεσά τους ο Παγκανίνι και ο Σοπέν. Μην ξεχνάμε πως o Σούμαν υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του Σοπέν και εγκωμίαζε τις δημιουργίες του γράφοντας διθυραμβικές κριτικές στο περιοδικό του. Αναφερόμενος στις Σοπενιστικές Μαζούρκες είχε παραλληλίσει τις συνθέσεις με "κανόνια κρυμμένα κάτω από λουλούδια"..., αλλά κι όταν άκουσε τις παραλλαγές του στο ντουετίνο του Μότσαρτ: "La ci darem la mano" ενθουσιασμένος και γοητευμένος από το συνάδελφό του, ανέφερε και τα αθάνατα λόγια: "Hut ab, Ihr Herren, ein Genie-Αποκαλυφθείτε, κύριοι!Πρόκειται για μια ιδιοφυία!"
Schumann : "Chopin" από το Carnaval, Op. 9 / Daniil Trifonov:
2. Pyotr Ilyich Tchaikovsky: Un poco di Chopin, Op. 72:
Αντικρουόμενες είναι οι απόψεις του Τσαϊκόφσκι για τη μουσική του Φρεντερίκ Σοπέν.
Όταν πέθανε ο Πολωνός το 1849 ο Πιοτρ Ίλιτς ήταν μόλις 9 ετών. Υπάρχουν αναφορές πως προς τιμήν του αποθανόντος ο νεαρός εννιάχρονος ρώσος έδωσε μια θεαματική συναυλία όπου ερμήνευσε δύο από τις Μαζούρκες του Σοπέν. Μεγαλώνοντας όμως εξέφρασε την άποψη πως έβρισκε τη μουσική του υποτονική και διαποτισμένη υπερβολικά υποκειμενική ευαισθησία. Μάλιστα σε μια από τις επιστολες του προς την προστάτιδά του, Ναντέζντα φον Μέκ, ο Τσαϊκόφσκι αντιπαραθέτει την αγνότητα του Μότσαρτ με τον ρομαντισμό του Σοπέν, στον οποίο χρεώνει ένα "βυρωνικό πνεύμα απελπισίας και απογοήτευσης".
Από την άλλη, εκφράστηκε εγκωμιαστικότατα για την ερμηνεία του δασκάλου και φίλου του, Νικολάι Ρουμπινστάιν στο Δεύτερο Κοντσέρτο για Πιάνο του Σοπέν, ενώ παραδέχτηκε πως ο πολωνός έχει ασκήσει επίδραση στη μουσική του δημιουργία...
Σε ένα από τα τελευταία έργα του Τσαϊκόφσκι, την πιανιστική συλλογή: "18 Morceaux, Op. 72", που ολοκλήρωσε την άνοιξη του 1893 γίνεται άμεσα αναφορά στον Φ. Σοπέν. Η δέκατη πέμπτη σύνθεση αναπτύσσεται σύμφωνα με το μελαγχολικό, γεμάτο ευαισθησία Σοπενίστικο ύφος σε ρυθμό μαζούρκας και τιτλοφορείται: "Un poco di Chopin".
Διακρίνεται για τη ρυθμική πολυπλοκότητα, ενώ μελωδία και μπάσο συνδυάζονται με έναν τρόπο που καθιστά τον ακροατή σε κατάσταση μουσικού ιλίγγου...Ένα είδος κομψής, εκλεπτυσμένης μουσικής σαλονιού υψηλής ποιότητας. Μελαγχολικό κι εντυπωσιακό, ηρωικής διάθεσης μα συγχρόνως πολύχρωμα καταπραϋντικό, εμπνευσμένο και μεγαλοπρεπές, στοιχειωμένο την ευαισθησία του Σοπέν, που είναι κι ο αποδέκτης...
3. Grieg: "Stimmungen, Op. 73, No. 5, Study Hommage à Chopin":
Το κύκνειο άσμα του Εντβαρντ Γκριγκ (1905)και στο ύφος των "Λυρικών Κομματιών" του είναι το "Stimmungen- Διαθέσεις, Op. 73" για πιάνο. Περιλαμβάνει 7 σύντομες συνθέσεις σε πλούσια αρμονική επεξεργασία στα οποία ο Γκριγκ καταφέρνει να αποδώσει στο ύφος μουσικού "προγράμματος" τη λαχτάρα και ταραχή, την παιδιάστικη ευφορία, την αγωνία τη νύχτα, την ψυχική αγαλλίαση, το σκοτεινό, απόκρυφο και δυσοίωνο, την ενίοτε τραχύτητα της σκέψης... Η πέμπτη μινιατούρα "Σπουδή - Αφιέρωμα στον Σοπέν", όπως φαίνεται κι από τον τίτλο αποτίει φόρο τιμής στο Φρειδερίκο και ξεχωρίζει για το βιρτουόζικο ύφος της.
Grieg: "Stimmungen, Op. 73, No. 5: Study Hommage à Chopin" / Daniil Trifonov:
4. Rachmaninoff: "Variations on a Theme of Chopin
To 1902 o Σεργκέι Ραχμάνινοφ γράφει 22 Παραλλαγές χρησιμοποιώντας ως βασικό θέμα το Πρελούδιο Ν.20 σε ντο ελάσσονα του Σοπέν. Ο Ραχμάνινοφ υπήρξε πραγματικά ένας μεγάλος συνθέτης στη ρωσική, αλλά και την παγκόσμια ρομαντική μουσική και τα έργα ξεχωρίζουν για την εκφραστικότητα, το λυρισμό και τη μουσικότητά τους.
Ένας από τους συνθέτες που σεβόταν βαθειά ήταν κι ο Σοπέν. Ετσι, το πρώτο εκτεταμένο έργο του για σόλο πιάνο έχει αφετηρία τον πολωνό. Είναι αξιοσημείωτο ωστόσο, ότι δεν είναι πολλοί οι εξοικειωμένοι πιανίστες με αυτό το έργο, παρόλη τη δημοφιλία του και την ευκαιρία που δίνει στον ερμηνευτή να προβάλει τη δεξιοτεχνία του.
Το σύνολο των 22 Παραλλαγών μπορεί να χωριστεί σε τρεις ομάδες. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει δέκα παραλλαγές, στις οποίες γίνεται μαεστρική επεξεργασία του θέματος. Όλες οι παραλλαγές είναι γραμμένες στην ίδια κλίμακα της ντο ελάσσονος, εστιάζοντας περισσότερο στην ανάπτυξη της υφής και του ρυθμού του θέματος.
Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τις Παραλλαγές 11 έως 18. Ο Ραχμάνινοφ αρχίζει να απομακρυνεται από τη βασική κλίμακα, επιδεικνύοντας μεγαλύτερη ελευθερία στο ρυθμό και την αρμονία. Οι παραλλαγές σε αυτή την ενότητα είναι ως επί το πλείστον αργές και υποτονικές από άποψη δυναμικής.
Οι τέσσερις τελευταίες παραλλαγές είναι πιο εκτεταμένες και μεγαλύτερης λαμπρότητας. Στην ενότητα αυτή, κάθε παραλλαγή έχει την αυτονομία της, καθώς μπορεί να εκτελεστεί ως ανεξάρτητη σύνθεση.
Rachmaninoff: "Variations on a Theme of Chopin / Daniil Trifonov:
5. Federico Mompou : "Variations On A Theme by Chopin":
Το 1957 ο Μομπόου παρουσιάζει τη σύνθεσή του: "Variations On A Theme by Chopin"
Ο συνθέτης γράφει 12 παραλλαγές για σόλο πιάνο πάνω στο βασικό θέμα από το Πρελούδιο Ν.7 σε Λα Μείζονα του Σοπέν.
Η σύλληψη της ιδέας είχε γίνει δυο δεκαετίες νωρίτερα όταν ο Μομπόου σε συνεργασία με τον φίλο του τσελίστα, Γασπάρ Κασσάδο δούλευαν πάνω σε μια σύνθεση για πιάνο και τσέλο, που όμως στην πορεία εγκαταλείφθηκε, με κάποιες παραλλαγές να φυλάσσονται στο συρτάρι. Έρχονται και πάλι στο προσκήνιο όταν ζητείται από τον Μομπόου να γράψει ένα μπαλέτο για το Βασιλικό Μπαλέτο του Λονδίνου... Μπορεί το μπαλέτο να μην παρουσιάστηκε ποτέ, όμως η μουσική δημοσιεύτηκε και ενθουσίασε με τον τίτλο: "Παραλλαγές σε θέμα του Σοπέν". Πρόκειται για δημοφιλέστατη σύνθεση του Καταλανού συνθέτη που αναδεικνύει τις πολύχρωμες αρμονίες και στιλιστικά χαρακτηριστικά του Σοπέν.
Όλες οι παραλλαγές εκτός από δύο, (7η και 12η) διατηρούν τον χαρακτήρα του πρωτοτύπου Σοπενίστικου μοτίβου, την καθαρότητα της υφής και την βαθιά εκφραστικότητα του συνθέτη παρασύροντας τον ακροατή σε ρομαντικά ταξιδέματα. Οι κριτικοί εγκωμίασαν τη μουσική του Μομπόου γράφοντας πως "μας προσφέρει τη μαγεία της παιδικής ηλικίας, με το άκουσμα να κάνει τα μάτια να αστράφτουν σαν παιδικά και τα χείλη να χαμογελούν διάπλατα από την γοητεία και την έκπληξη που προκαλεί η μουσική δημιουργία".
Μελωδικές νύξεις από το Πρελούδιο σε μι ελάσσονα, όπως και την Fantasy Impromptu του Σοπέν, είναι εμφανείς...
Federico Mompou : "Variations On A Theme by Chopin / Daniil Trifonov:
6. Samuel Barber : Nocturne, Op. 33:
Στο "Νocturne, Op. 33", που συντέθηκε το 1959, ο Αμερικανός συνθέτης Σάμιουελ Μπάρμπερ "διανύει" δύο μουσικές εποχές. Το Νυχτερινό ήταν μια από τις δημοφιλέστερες μουσικές φόρμες του 19ου αι., με βασικό εκπρόσωπό του τον ρομαντικό συνθέτη Φεντερίκ Σοπέν. Τα "Νυχτερινά" του τα αποκάλεσαν "Τραγούδια της Νύχτας" ή "Bel canto του πιάνου" και δικαίως, καθώς αναπλάθουν τον ρομαντισμό μιας εποχής, με τις μύριες δραματικολυρικές εκφάνσεις. Μέχρι τον 20ό αι., ωστόσο, είχε χάσει τη δημοφιλία του , με τους συνθέτες να πειραματίζονται σε νέα είδη και να εξερευνούν όλο και πιο ασύμβατες αρμονίες. Ο Μπάρμπερ, με χαρακτηριστική ατομικότητα, έγραψε ένα Νυκτερινό, που δεν ήταν εξ ολοκλήρου στο ρομαντικό ύφος του Σοπέν, ούτε όμως και στο μοντέρνο της εποχής του. Το αφιέρωσε στον Τζον Φιλντ, τον Ιρλανδό συνθέτη που ως γνωστόν θεωρείται ο πατέρας του Νυχτερινού κι επέδρασε σημαντικά στο Σοπέν.
Ο Μπάρμπερ συνδυάζει το ρομαντικό με το μοντέρνο, δημιουργώντας μια διαρκή ένταση μεταξύ παλιού και νέου, τονικού συστήματος και ατονικότητας, μουσικής συμφωνίας και διαφωνίας. Ο συνθέτης τολμά και εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς από τη μια παραμένει πιστός στα θεμέλια που έθεσε ο Σοπέν, όμως ενσωματώνει τους νεωτερισμούς της εποχής του δίνοντας μια σύνθεση, στην οποία κρατά το προσωπικό πρωτότυπο μουσικό ύφος του.
Samuel Barber : Nocturne, Op. 33 / Daniil Trifonov:
Επέλεξα να προτείνω τις ερμηνείες των συνθέσεων με τον ίδιο πιανίστα, τον Δανιήλ Τριφόνωφ γιατί εκτός από το ότι συμμετείχε και βραβεύτηκε στο Διαγωνισμό Σοπέν, στην καριέρα του εστίασε στον πολωνό συνθέτη μελετώντας και ηχογραφώντας τρία από τα άλμπουμ του με δικά του έργα. Πάντα ξεχωρίζει για την σπάνια ερμηνεία η οποία αναδεικνύει την ποιητική γλώσσα του δημιουργού, τη μελοδραματικότητα και την αρμονία των αριστουργηματικών του συνθέσεων ... Το ίδιο θεωρώ πως πετυχαίνει και στην ερμηνεία όλων εκείνων που έσκυψαν με σεβασμό στο έργο του Πολωνού Σοπέν και με δημιουργίες τους απότισαν ελάχιστο φόρο τιμής με μουσικούς αντίλαλους δεξιοτεχνικής ικανότητας και εσωτερικής ευαισθησίας, που διεγείρουν την ψυχική και πνευματική μας ανάταση. Ήταν ο δικός τους τρόπος να συνταχθούν με την άποψη του Σούμαν: "Κύριοι, αποκαλυφθείτε! Πρόκειται για μια ιδιοφυία!"
O κατάλογος των συνθετών που απότισαν φόρο τιμής στο Φρειδερίκο είναι ατελείωτος...Δεν αναφέρθηκα στο Λιστ, το Βίλα Λόμπος ή τον Γκλαζούνοφ με τη "Chopiniana" του...
Θα'θελα όμως να κλείσω αυτό το Σοπενίστικων αντηχήσεων, αφιέρωμα, με έναν απόαπό τους επιφανέστερους λευκούς τζαζίστες, τον πρωτοπόρο,Dave Brubeck, που κι αυτός λάτρευε το Σοπέν.
Οι ειδικοί κατατάσσουν το ύφος του Μπρούμπεκ στο "Third Stream", ιδίωμα της τζαζ που συσχετίζει τη τζαζ με την κλασική μουσική.
Ο Μπρούμπεκ μελέτησε πολύ κλασική, ιδιαίτερα τους ρομαντικούς, όμως ο Σοπέν με το μοναδικό, πιανιστικό του στυλ ήταν ο περισσότερο αγαπημένος του. Έτσι, ενσωμάτωσε στοιχεία του στις μελωδίες του. Όταν βρέθηκε στην Πολωνία, και εκστασιασμένος από το χώρο του Μουσείου για το Σοπέν στη γενέτειρα του συνθέτη, Ζελαζόβα Βόλα, γεμάτος δέος που αντίκρυσε το πιάνο του και το εκμαγείo της παλάμης του εμπνεύστηκε μια σύνθεση σε "Σοπενίστικο" στυλ που τής έδωσε τον τίτλο: "Dzieukje", που στα πολωνικά θα πει "Ευχαριστώ":
Στο "Ευχαριστώ" του, ο Brubeck επιλέγει τις πιο σκούρες διαθέσεις του για να πλάσει το μουσικό πορτρέτο του πολωνού δημιουργού και να αποτίσει φόρο τιμής...
Ο μεγαλύτερος Νορβηγός εθνικός συνθέτης Eνβαρντ Γκριγκ γεννήθηκε σαν σήμερα, 15 Ιουνίου του 1843 στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Προερχόταν από μουσική οικογένεια, η οποία τον προόριζε να γίνει ο μεγαλύτερος συνθέτης της Νορβηγίας. Η μητέρα του ήταν δεξιοτέχνις πιανίστα και κείνη τον πρωτοδίδαξε πιάνο. Σε ηλικία 15 ετών ο Γκριγκ πήγε στην Λειψία για να σπουδάσει πιάνο και σύνθεση, όπου παρέμεινε ως το 1865. Όπως φαίνεται, εκεί άκουσε την Κλάρα Σούμαν να ερμηνεύει το περίφημο Κονσέρτο για πιάνο σε λα ελ του Ρόμπερτ Σούμαν, που γοήτευσε το νεαρό Έντβαρντ. Εμπνεύστηκε αναμφισβήτητα από την ομορφιά και τον ρομαντισμό του, στοιχεία τα οποία μετουσίωσε αργότερα στο δικό του κονσέρτο για πιάνο.
Ξεκινάμε από το ότι και οι δυο συνθέτες συνέθεσαν "ένα και μόνο ένα" κονσέρτο για πιάνο. Η βασική ομοιότητα μεταξύ των δυο κονσέρτων είναι η τονικότητα τους, λα ελάσσονα. Όμως θα δούμε και άλλες, κυρίως στο πρώτα μέρη τους: Allegro affettuoso του Σούμαν και Allegro molto moderato του Γκριγκ.
Της έκθεσης του κυρίου θέματος προηγείται μια -τρόπον τινά- ενεργητική εισαγωγή και στα δυο έργα. Στου Γκριγκ με rolls στα τύμπανα και στου Σούμαν με μια κοφτή και απότομη συγχορδία από το σύνολο της ορχήστρας, που οδηγούν σε μια δραματική άνθιση του κυρίου θέματος, που παρουσιάζεται σε λα ελ, ενώ στην ανάπτυξη ακούγονται πλάγια θέματα με μετατροπία στη σχετική κλίμακα, Ντο μείζονα.
Και τα δυο, διαπνέονται από βαθύ λυρισμό, αίσθηση νοσταλγίας και μελαγχολική διάθεση. Μεταξύ εισαγωγικών περασμάτων, κυρίου θέματος και υποτελών φράσεων μεσολαβούν σπινθηροβόλας υφής τμήματα που οδηγούν στην ομώνυμη Λα μείζονα ως την βιρτουόζικη κατέντσα, με την οποία ολοκληρώνονται τα μέρη. Και τα δύο έργα απαιτούν ισχυρή βιρτουοζική τεχνική συνδυαστικά με πιανιστική ιδιοσυγκρασία άκρατου λυρισμού και ευαισθησίας...
Λόγω της ομοιότητας των δυο έργων αρκετοί κορυφαίοι πιανίστες τα ηχογράφησαν ως "ζευγάρι κονσέρτων", όπως οι Joyce Hatto, Leon Fleisher, Arturo Benedetti Michelangeli, Sviatoslav Richter, Claudio Arrau, Krystian Zimerman, Murray Perahia, Stephen Kovacevich...
Προτείνω να τα ακούσουμε από τον Radu Lupu υπό την μπαγκέτα του André Previn:
Grieg: "Piano Concerto in A Minor, mov. I" / Radu Lupu:
Schumann: "Piano Concerto in A Minor, mov. I" / Radu Lupu:
Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1805 στο Όντενσε της Δανίας. Ο Χανς Kρίστιαν Άντερσεν ήταν ένα παιδί με εξαιρετική φαντασία. Πολλές φορές περπατούσε στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος! Περνούσε ώρες ατέλειωτες διαβάζοντας και γράφοντας ποιήματα! Το διάβασμα ήταν γι’ αυτόν καταφύγιο και πηγή συγκινήσεων, αλλά και τροφή μιας τερατώδους φιλομάθειας. Τού άρεσε επίσης σε παρέες με φίλους να απαγγέλει ή να τραγουδά με τη δυνατή και γλυκοκέλαδη φωνή του.
Λάτρευε και το θέατρο! Έτσι, αποφάσισε να γίνει ηθοποιός, κάτι για το οποίο απορρίφθηκε επειδή ήταν "κοκκαλιάρης και άσχημος"!
Καθώς λοιπόν, είχε ωραία φωνή, άρχισε να σπουδάζει μουσική, αλλά μετά από μια ασθένεια, έχασε κάποιες από τις ψηλές νότες του και συνειδητοποίησε πως το μόνο ταλέντο που του είχε απομείνει ήταν το ταλέντο της ποίησης. Οι στίχοι του άρεσαν και βρήκε έναν πάτρονα που τον στήριξε οικονομικά...Έτσι, ξεκίνησε σαν ποιητής...
Πριν λοιπόν γίνει ο μεγάλος παραμυθάς, που εμείς γνωρίζουμε, ο Άντερσεν υπήρξε ποιητής και στιχουργός. Το ποιητικό του ανθολόγιο πλημμυρίζει λυρισμό!Σκέψεις, συναισθήματα, ιδέες μέσα από πληθώρα εκφραστικών μέσων που καταγράφονται μέσα από μια γλώσσα απλή, που με αυτή τη λιτότητά της επιδεικνύει περισσότερη φαντασία και αισθαντικότητα!
Aπό τους σκανδιναβούς συνθέτες που μελοποίησαν το μεγαλύτερο αριθμό κειμένων του Άντερσεν, ήταν ο Εντβαρντ Γκριγκ.
Το 1830, και στα πρότυπα του ποιητικού ύφους του Χάινε, ο Άντερσεν έγραψε μια σειρά ρομαντικών ποιημάτων με θέμα τον έρωτα, εμπνευσμένα από το πλατωνικό του ειδύλλιο με μια νεαρή δεσποσύνη, τα οποία τιτλοφόρησε: "Hjertets melodier -Μελωδίες της καρδιάς".
Ο Γκριγκ επέλεξε 4 ποιήματα από τη συλλογή, τα οποία μελοποίησε στη νεότητα του, όταν ερωτευμένος με την ξαδέρφη του και μετέπειτα γυναίκα του Νίνα θέλησε μέσα από την συνθετική του τέχνη, να τής εκφράσει τα αγνά συναισθήματά του... Σε κάποια από τις κρυφές συναντήσεις τους, τής δώρισε τις: "Μελωδίες της καρδιάς", τα οποία η Νίνα ερμήνευσε αργότερα.
Τα τραγούδια δεν εκδόθηκαν μέχρι το 1865, που τυπώθηκαν με έξοδα του συνθέτη. Η έκδοση αφιερώθηκε στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, φυσικά, και τού δόθηκε ένα προσωπικό αντίγραφο με την ένδειξη:"Με θαυμασμό και απεριόριστο σεβασμό".
Τα τραγούδια αυτά αποτελούν τα πρώτα δείγματα της μουσικής γραφής του Γκριγκ, με τον έντονο λυρισμό, και φρεσκάδα.
1. "To brune Øjne-Δυο καστανά μάτια", οι στίχοι του οποίου εκφράζουν το καθαρό βλέμμα της αγαπημένης του...
"Δυο μάτια καστανά, που είδα πρόσφατα,
την ψυχή μου φυλάκισαν κι ολάκερη τη ζωή μου,
Εκπέμπουν γαλήνη και παιδική αθωότητα,
Ποτέ δεν θα φύγουν απ' τη σκέψη μου"
To συγκεκριμένο ποίημα σε γερμανική μετάφραση, μελοποίησε και ο Φρέντερικ Ντήλιους, σύνθεση των νεανικών χρόνων του. Μην ξεχνάμε πως τα μισά από τα εξήντα λήντερ του Ντήλιους είναι σκανδιναβικής έμπνευσης λόγω της μακροχρόνιας φιλίας του με τον Γκριγκ.
2. "En Digters Bryst-Η καρδιά ενός ποιητή", είναι η δική του καρδιά που πονά απ'την απόρριψη...
"Aν δεν κατανοείς την αιώνια κίνηση των κυμάτων
ούτε την έμπνευση που γεννά ο βρυχηθμός τους
ούτε το βαθύ συναίσθημα στην ευωδία του άνθους
ούτε την αχτίδα του ήλιου που παλεύει την καταιγίδα και τον άνεμο
ούτε το σκίρτημα της καρδιάς στο κελάηδημα του πουλιού,
Πώς θα κατανοήσεις την καρδιά ενός ποιητή; "
3. "Jeg elsker Dig-Σ 'αγαπώ" (το πιο διάσημο από τα τέσσερα. Έχει μεταφραστεί και διασκευαστεί πολλάκις)
"Σ ' αγαπώ...
Είσαι η σκέψη μου.
η ύπαρξη μου, είσαι!
Εσύ, ευτυχία πρώτη της καρδιάς μου!
Σ ' αγαπώ
όσο τίποτα στη γη ετούτη
Σ ' αγαπώ στο τώρα
και στην αιωνιότητα!"
Το ακούμε στα Νορβηγικά από την Kirsten Flagstad, σε μια ιστορική ηχογράφηση τον Απρίλη του 1936:
To τραγούδι πέρασε και στην λαϊκή κουλτούρα με τον τίτλο: "Σ'αγαπώ" και αποτέλεσε ένα από τα βασικά μουσικά θέματα στην ταινία "Song of Norway", που παρουσιάζει τη ζωή του Γκριγκ και τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη Νίνα...
Παρακολουθούμε τη ΣΚΗΝΗ:
4. "Min Tanke er et mægtigt Fjeld-Οι σκέψεις μου με βαραίνουν":
"Σαν το βουνό βαρύς ο λογισμός
όπως μακραίνει στα ουράνια
κι η καρδιά μου, βαθύς ωκεανός
όπου άγρια κύματα συγκρούονται"
(*Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Άντερσεν είναι δικές μου από τα Αγγλικά. Ζητώ την κατανόησή σας...)
"Φωτιές Παραμονής Αγιαννιού στην παραλία του Skagen", Peder Krοyer
"Μα, τη Νύχτα τ' Αγιαννιού τα πράγματα κυλούσαν πιο χαρούμενα: Δεν γιορταζόταν απ'όλους μαζί.Τ'αγόρια κι οι νέοι των πόλεων χωρίζονταν σε συντροφιές των πεντε-έξι ατόμων και ψάχνανε να βρουν καύσιμη ύλη για την δικιά τους την πυρά... Ήδη απ'την Πεντηκοστή μαζευόμασταν και πηγαίναμε στα ναυπηγεία να "ικετεύσουμε" για κανα βαρέλι πίσσα -παράξενο έθιμο, που βαστούσε από καιρούς λησμονημένους-...[...] Το ίδιο πάνω χέρι είχαμε και στις παλιές τις βάρκες.[...] Οι βάρκες περιφέρονταν -μέρες πριν απ' τη Νύχτα τ'Αγιαννιού -θριαμβικά στα σοκάκια προς το σημείο της πυράς.Στη βάρκα μέσα καθόταν ένας βιολιστής κι έπαιζε..."
(Ερρίκος Ίψεν: "Παιδικές Μνήμες - Η Νύχτα τ'Αγιαννιού")
Πολλά είναι τα έθιμα που λαμβάνουν χώρα 23 του Ιούνη, παραμονή της Γιορτής του Αη Γιάννη, με κορυφαίο το άναμμα των πυρκαγιών στις γειτονιές, όπου καίνε τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς, ενώ νέες και νέοι πηδούν πάνω από τη φωτιά για να αφήσουν πίσω ό,τι κακό και δυσοίωνο τους βασανίζει.
Παρόμοια έθιμα υπάρχουν και στους Βόρειους λαούς, που ανάγονται στην έλευση του καλοκαιριού με το Θερινό Ηλιοστάσιο. Η Γιορτή συνοδεύεται με τραγούδια και χορούς που κρατούν μέχρι αργά τη νύχτα.
Πολλοί είναι οι καλλιτέχνες που έχουν εμπνευστεί από τα δρώμενα της Ημέρας τ' Αγιαννιού.
Κι επειδή το λογοτεχνικό απόσπασμα είναι του Νορβηγού Ίψεν, προτείνω να ακούσουμε μια ομοθεματική σύνθεση του επίσης νορβηγού, Εντβαρντ Γκριγκ. Ο κύκλος τραγουδιών του: "5 Songs, Op.60" είναι σε ποίηση του Vilhelm Krag. Το 3ο τραγουδι έχει τίτλο "Mens jeg venter-Ενώ περιμένω" με αναφορές στη Γιορτή της Παραμονής του Αη-Γιάννη στην ακροθαλασσιά, όπου παιδιά κι ερωτευμένα ζευγάρια ανάβουνε φωτιές και κυριαρχεί ο χορός κι η εύθυμη μουσική που εκτελούν οι βιολιστές. Η χαρούμενη διάθεση και η ευθυμία για την υποδοχή του θέρους είναι απερίγραπτες, κάτι που μαρτυρούν οι αναφορές στο παιδικό τραγούδι, "Bro, bro brille" . Τρεις οι στροφές του ποιήματος και η μουσική του Γκριγκ δομείται στον τύπο του θέματος-παραλλαγών και των επαναλήψεων με χαρακτηριστική στην ερμηνεία την αυτοσχέδια ρυθμική εναλλαγή.
"Άγριες χήνες σε λευκά κοπάδια
και λιακάδες!
Οι πάπιες περπατούν πάνω στις κίτρινες σαν κουπιά,
πατούσες τους
Πάνε στην παραλία των ψαράδων.
Πόσο γαλήνια είναι στις όχθες της ακύμαντης θάλασσας!
Λύσε τα μαλλιά σου ακριβή μου,
κι ας χορέψουμε μετά
αυτή τη μαγική Νύχτα του Ιούνη
τη γεμάτη λάμψεις!
Δες! Απόψε, παραμονή του Αη Γιάννη
μακάριες οι στιγμές για χορό
κι οι βιολιστές γρατσουνάνε τις χορδές
για την απόλαυση της καρδιάς μας,
"Bro, bro brille"
Edward Grieg: "Mens jeg venter" / Anne Sofie von Otter:
Λίγο νωρίτερα, το 1876 ο Γκριγκ σε άλλο τραγουδιστικό κύκλο συμπεριέλαβε κι άλλο ένα τραγούδι-αναφορά στην Ημέρα αυτή(Midsummer Eve) με τίτλο: "Jeg reiste en deilig sommerkvaeld-Περπάτησα μια Παραμονή καλοκαιριού", που ακούμε από τον Richard Tauber:
Το παραπάνω εικαστικό είναι του νορβηγού Nikolai Astrup και απεικονίζει το έθιμο των πυρκαγιών την παραμονή του Αγιαννιού στο Jølster της Νορβηγίας. (Εθνική Πινακοθήκη Όσλο)
Για μουσικές αναφορές στο έθιμο του Αϊ-Γιαννιού, μπορείτε να ανατρέξετε και σε παλαιότερα κείμενα...
Yπήρξε παιδί-θαύμα, γόνος μουσικής οικογένειας, καθώς και οι δυο γονείς του ήταν πιανίστες. Έπαιζε πιάνο, βιολί και όργανο. Αργότερα ασχολήθηκε και με τη σύνθεση... Μπορεί να μην ακούγεται ιδιαίτερα στην χώρα μας, όπως και στη δική του χώρα άργησε να καθιερωθεί, όμως σήμερα ο Rued Langgaard θεωρείται μαζί με τον Carl Nielsen ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες της Δανίας.
Η μουσική του παρουσιάζει επιρροές της μουσικής των Ρίχαρντ Βάγκνερ και Ρίχαρντ Στράους.
Την πρώτη δημόσια εμφάνισή του παίζοντας εκκλησιαστικό όργανο έκανε στα 10 του χρόνια στην Marble Church της Κοπεγχάγης, με τον Εντβαρντ Γκριγκ να βρίσκεται στο ακροατήριο, που την επόμενη μέρα έγραψε μια επιστολή στη μητέρα του μικρού, προκειμένου να εκφράσει τον ενθουσιασμό του! Αυτή η επιστολή ήταν η αφορμή να ξεκινήσει ο Langgaard μαθήματα σύνθεσης.
O Γκριγκ στο νεκροκρεβατό του
Παρόλη τη διαφορά ηλικίας, μεταξύ των δυο μουσικών αναπτύχθηκε μια βαθιά φιλική σχέση, εκτίμηση και αγάπη, που κράτησε 3 χρόνια, ως το θάνατο του Γκριγκ, μια μέρα σαν τη σημερινή 4 Σεπτέμβρη του 1907.
Είχε αφήσει την τελευταία πνοή του στο Μπέργκεν από καρδιακή ανεπάρκεια, μετά από μια μακρά περίοδο ταλαιπωριών από λογής ασθένειες. Λίγο πριν ο Γκριγκ ξεψυχήσει λέγεται πως ήρεμα ψέλλισε τα λόγια: "Λοιπόν, αν πρέπει, ας γίνει έτσι..."
Το νεκρικό φέρετρο ακολούθησε πλήθος κόσμου. Χιλιάδες είχαν κατακλύσει τους δρόμους της πόλης για να τιμήσουν και να αποδώσουν το ύστατο χαίρε στο μεγάλο συνθέτη, ο οποίος είχε ζητήσει κατά τη διάρκεια της επικήδειας τελετής να εκτελεστούν το "Funeral March" του Σοπέν και το δικό του "Επικήδειο Εμβατήριο στη μνήμη του Rikard Nordraak".
Mετά την ανακοίνωση της είδησης του θανάτου του νορβηγού συνθέτη, ο 13χρονος φίλος του, Rued Langgaard, τού αφιέρωσε το "Drapa -On the Death of Edvard Grieg", ένα έργο ευαίσθητο και ελεγειακού χαρακτήρα .
Πρόκειται για ένα καλοφτιαγμένο δομικά και μεγαλοπρεπούς ύφους έργο, που ο τίτλος του "Drapa" αποτελεί νορβηγικό όρο για μακροσκελές, αφηγηματικού και θριαμβευτικού χαρακτήρα ποίημα, που εγκωμιάζει τα επιτεύγματα ενός σπουδαίου άνδρα.
Η "Drapa -On the Death of Edvard Grieg" του Langgaard αντικατοπτρίζει και την μυστικιστικής φιλοσοφίας, έννοια της "αθανασίας", μιας και η λέξη αυτή χρησιμοποιείτο επίσης για να την περιγράψει στην παλιά Νορβηγική παράδοση.
To έργο αναθεωρήθηκε αρκετές φορές, ωστόσο η παρτιτούρα αναδεικνύει τον ευφυέστατο τρόπο που αξιοποιούνται οι δυνατότητες κάθε οργάνου με την ηχοχρωματική παλέτα της ορχήστρας να εμπλουτίζεται κατά τρόπο αξιοπρόσεκτο, δεδομένου και το νεαρό της ηλικίας του δημιουργού.
Παθητικές μελωδικές φράσεις συνδυάζονται με χρωματικούς "αναστεναγμούς", ενώ μελωδικές ιδέες δραματικής έντασης εναλλάσσονται με κατευναστικά μοτίβα, έκφραση αγωνίας και ελπίδας, αντίστοιχα.
Rued Langgaard: Drapa-On the Death of Edvard Grieg:
Ο Γκριγκ αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του βρίσκονται φυλαγμένες σε κρύπτη κοντά στο σπίτι του στο Τρόλντχαουγκεν.
"Ο Grieg στο πιάνο συνοδεύει τη σύζυγό του", P.S. Krøyer-1898
Γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1843 στο Μπέργκεν της Νορβηγίας, κι έχει καθιερωθεί στην καρδιά μας ως ο πιο λαϊκός, ρομαντικός συνθέτης, με την έμπνευσή του να αντλείται απ' την μουσική παράδοση της πατρίδας του, τους θρύλους και τα παραμύθια της. Πρόκειται φυσικά για τον Νορβηγό Edvard Grieg, που το 1867 ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε την πρώτη του εξαδέλφη Νίνα Χάγκερουπ, λυρική σοπράνο, η οποία υπήρξε όχι μόνον η ερμηνεύτρια των τραγουδιών του αλλά και το βασικό στήριγμά του σε όποια μουσική του ιδέα και δημιουργία. Ο βαθύς έρωτάς του γι'αυτήν γέννησε μερικά από τα πιο τρυφερά και ευαίσθητα κομμάτια.
Ο Edvard και η Nina Grieg στο Troldhaugen
Με αφορμή λοιπόν, τη σημερινή γενέθλια επέτειο του, έρχομαι με μουσική πρόταση ποτισμένη λυρική διάθεση, ρομαντισμό, κι ευαισθησία.
Σημείο αναφοράς ο έρωτας του συνθέτη για τη Νίνα, αποδεικνύοντας πως η αγάπη τελικά είναι πάντα μοχλός δημιουργίας...
Στο Τρολτχάουγκεν, ένα ειδυλλιακό προάστιο κοντά στη γενέτειρά του, το Μπέργκεν, το ζευγάρι είχε ένα σπίτι, όπου τα καλοκαίρια πραγματοποιούσαν συναυλίες νέων καλλιτεχνών.
Το καλοκαίρι του 1892, που το ζεύγος Γκριγκ θα έκλεινε τα 25 χρόνια έγγαμου βίου, ο Εντβαρντ παρουσίασε ως δώρο στη γυναίκα του το πιανιστικό κομμάτι: "Bryllupsdag på Troldhaugen-Γάμος στο Τρολτχάουγκεν", που σήμερα αποτελεί μέρος των "Λυρικών κομματιών" του:
Το 1944 ο George Forrest παρουσιάζει την οπερέτα "Song of Norway", στην οποία αφηγείται τα
πρώτα χρόνια του Γκριγκ και τις προσπάθειές του να αναπτύξει μια αυθεντική νορβηγική εθνική μουσική. Ο συνθέτης μοιράζεται αυτά τα όνειρα με το φίλο του Nordraak και την αγαπημένη του ξαδέρφη, Νίνα. Για να πραγματοποιήσει το όνειρό του φεύγει στην Ιταλία και κινείται δίπλα σε φημισμένους λυρικούς τραγουδιστές... Η έμπνευση όμως δεν έρχεται... Ο ενθουσιασμός κι η λάμψη απουσιάζουν από κάθε τι που συνθέτει..
Έτσι, επιστρέφει στη Νορβηγία και την αγαπημένη του Νίνα και μόνο τότε πλημμυρίζεται από μουσικές ιδέες ... Ο έρωτας είναι εκείνος που θα σμιλεύσει τη φαντασία του και θα καθοδηγήσει την έμπνευσή του!
Στην οπερέτα ακούγονται πολλές γνωστές μελωδίες (από έργα του Γκριγκ προσαρμοσμένες από τον Φόρεστ), ανάμεσά τους ο Νορβηγικός Εθνικός Ύμνος, το περίφημο πιάνο κονσέρτο σε λα ελ., το Σκέρτσο σε Μι, ο 2ος Νορβηγικός χορός, μα και κείνο το κομμάτι που είχε χαρίσει ο συνθέτης στην Νίνα για την αργυρή τους επέτειο.
Το "Wedding in Troldhaugen" ακούγεται με τίτλο «Strange Music» και έχει τραγουδηθεί από τους James Melton, Bing Crosby, Nelson Eddy, Frank Sinatra... Όμως για μένα αποτελεί μια από τις συγκινητικότερες σκηνές της ομώνυμης ταινίας του 1970 «Song of Norway» του Andrew Stone με τους T. Maurstad και F. Henderson στους ρόλους του Γκριγκ και της Νίνας, αντίστοιχα: