"Στην Τέχνη όπως και στην Αγάπη, το ένστικτο είναι αρκετό"
(Ανατόλ Φρανς)
O σπουδαίος Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και κριτικός, Ανατόλ Φρανς, γεννήθηκε στο Παρίσι σαν σήμερα, 16 Απριλίου 1844.
Το 1921 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας σε "αναγνώριση των λαμπρών λογοτεχνικών του επιτευγμάτων, που χαρακτηρίζονται από την αρχοντιά του ύφους, τη βαθιά ανθρώπινη συμπάθεια, τη χάρη και την Γαλατική ιδιοσυγκρασία".
Ως γιος βιβλιοπώλη, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα στα βιβλία. Τα πρώτα του ποιήματα επηρεάστηκαν από την κλασική παράδοση και τον παρνασσισμό, αποκαλύπτοντας έναν ευαίσθητο δημιουργο -αρκετά όμως κυνικό για τους ανθρώπινους θεσμούς- που χαρακτηρίστηκε για ιδεολογικό σκεπτικισμό.
Στην πρώιμη δημιουργική του περίοδο ανήκει η συλλογή του "Les Poèmes dorés - Τα χρυσά Ποιήματα" του 1873 μια ποιητική σύνθεση με έμφαση στη μορφική αρτιότητα και τον αισθητισμό. Τα ποιήματα διακρίνονται για τη λεπτή λυρικότητα, τις αναφορές σε μύθους και φιλοσοφικά ζητήματα, καθώς και για μια διάθεση που ισορροπεί ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τη διακριτική μελαγχολία, ενώ παράλληλα προαναγγέλλουν τον στοχαστικό χαρακτήρα που θα αναπτύξει αργότερα ο συγγραφέας.
Από αυτή τη συλλογή επιλέγουμε το ποίημα του "Âmes obscures - Σκοτεινές ψυχές", στο οποίο αναδεικνύεται η μαγική και σχεδόν ιερή σχέση των παιδιών με τον κόσμο, καθώς η "σκοτεινή", δηλαδή άγραφη και ανεπεξέργαστη ψυχή τους μεταμορφώνεται σε γοητεία μπροστά στο θαύμα της ύπαρξης:
"Τα πάντα στην αμετάβλητη φύση
είναι ένα θαύμα για τα μικρά παιδιά:
Γεννιούνται και η σκοτεινή ψυχή τους
μεταμορφώνεται σε γοητεία.
Η αντανάκλαση αυτής της μαγείας
δίνει στο βλέμμα τους μια σπίθα.
Ήδη η όμορφη ψευδαίσθηση
διεγείρει την αδύναμη ενέργεια τους.
Το άγνωστο, το θεϊκό άγνωστο,
τους λούζει σαν βαθιά νερά.
Μάταια τους μιλάμε,
κατοικούν σε άλλο κόσμο.
Τα αγνά τους μάτια, τα ορθάνοιχτα μάτια τους
είναι γεμάτα παράξενα όνειρα.
Ω ! Τι όμορφα που είναι αυτά τα αγγελάκια
Χαμένα στο αρχαίο σύμπαν!
Τα ανέμελα και χαρούμενα κεφάλια τους
ονειρεύονται ενώ εμείς σκεφτόμαστε.
Με συγκίνηση βιώνουν
την ανακάλυψη της ζωής."
("Σκοτεινές ψυχές από τη συλλογή: "Τα χρυσά Ποιήματα", Ανατόλ Φρανς)
Ο συνθέτης, Ζυλ Μασνέ
Στο παραπάνω ποίημα, ο δημιουργός αντιπαραθέτει την παιδική αθωότητα και φαντασία με τη λογική των ενηλίκων, τονίζοντας ότι τα παιδιά βιώνουν το "άγνωστο" σαν κάτι θεϊκό και συναρπαστικό, ενώ οι μεγάλοι αδυνατούν να συμμεριστούν αυτή την εμπειρία. Έτσι, το ποίημα λειτουργεί σαν ύμνος στην παιδική ευαισθησία και στη δύναμη της φαντασίας, αλλά και σαν υπαινιγμός για την απώλεια αυτής της μαγείας με την ωρίμανση...
Το ποίημα του Aνατόλ Φρανς "Σκοτεινές Ψυχές" μελοποιήθηκε από τον Ζυλ Μασνέ, ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του και χρησιμοποίησε συχνά κείμενά του ως λιμπρέτα, με γνωστότερο εκείνο για την όπερα "Θαΐς". Η μελοποίηση εντάσσεται στο πλαίσιο της γαλλικής melodie, του εκλεπτυσμένου δηλαδή είδους για φωνή και πιάνο που άνθισε στα τέλη του 19ου αιώνα, και χαρακτηρίζεται από λεπτό λυρισμό και διακριτική εκφραστικότητα.
Ο Mασνέ αποδίδει μουσικά το ποίημα με ήπια αφηγηματική μελωδική γραμμή και διάφανη συνοδεία, αποφεύγοντας τη δραματικότητα και εστιάζοντας στην εσωτερικότητα και την ονειρική ατμόσφαιρα του κειμένου, έτσι ώστε να αναδεικνύεται η αθώα και μυστηριώδης διάσταση της παιδικής ψυχής μέσα από απαλές αρμονικές αποχρώσεις και μια αίσθηση αιθέριας γαλήνης.
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη.
(Νίκος Καζαντζάκης, "Μαγδαληνή")
Πατρίδα της Μαρίας υπήρξε η πόλη Μάγδαλα, γι’αυτό και αποκαλείτο Μαγδαληνή, κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα πως ήταν ανύπανδρη, καθώς όλοι την προσφωνούσαν με το προσωνύμιο της γενέτειράς της και όχι με το όνομα του συζύγου ή του γιου της, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής.
Συναντήθηκε με τον Ιησού όταν Εκείνος την απελευθέρωσε από τα επτά πονηρά δαιμόνια που την βασάνιζαν για χρόνια. Από τοτε Τον ακολούθησε, έγινε μαθήτριά του, υπήρξε μία από τις πρώτες μάρτυρες της Αναστασής Του και η Εκκλησία μας την τιμά ως ισαπόστολο 3 φορές το χρόνο: Τη μνήμη της σαν σήμερα, 22 Ιουλίου, την ανακομιδή των λειψάνων της στις 4 Μαΐου κι επίσης την Κυριακή των Μυροφόρων (τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα) την συνεορτάζει μαζί με τις υπόλοιπες Μυροφόρες Γυναίκες.
"Η μεταστροφή της Μαγδαληνής", Βερονέζε
Το 1873 ο Ζυλ Μασνέ συνθέτει το πρώτο μεγάλο ορατόριό του, που εκτόξευσε τη φήμη του ως συνθέτη.
"H Μαγδαληνή ως Μυροφόρα", Andrea Solario
Πρόκειται για ένα ιερό δράμα σε τρεις πράξεις, στην πρεμιέρα του οποίου στο Παρίσι τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Μαγδαληνής ερμήνευσε η διάσημη μέτζο σοπράνο, Πωλίν Βιαρντό. Το λιμπρέτο που βασίστηκε σ' ένα δοκίμιο του 1863 του Γάλλου Ανατολιστή μελετητή και φιλοσόφου, Ερνέστου Ρενάν αναφέρεται στις τελευταίες ημέρες του Ιησού δοσμένες από την οπτική της Μαρίας Μαγδαληνής. Το έργο εξερευνά τη ζωή της γυναίκας, συμπεριλαμβανομένων των συναντήσεών της με τον Χριστό και τη μεταμόρφωσή της σε αφοσιωμένη οπαδό Του.
Παρότι από αρκετούς θεωρήθηκε ανίερο και βέβηλο θεματικά, καθώς υποστήριξαν πως υπονοεί την ερωτική έλξη και αγάπη ανάμεσα σε κείνη και τον Ιησού, έκανε μεγάλη επιτυχία γιατί του αναγνωρίστηκε πως ήταν κυρίως η μουσική του Μασνέ που συνέβαλλε ώστε το κοινό να οδηγηθεί σε ένα ταξίδι πίστης, μεταμέλειας, λύτρωσης και συγχώρεσης.
Η υπόθεση του oρατόριου ξετυλίγεται σε τρεις πράξεις και τέσσερις εικόνες :
Πράξη Ι: Η Μαγδαληνή στο πηγάδι χλευάζεται από άλλες γυναίκες για την αμαρτωλή κι ακόλαστη ζωή της.
Πράξη II: Ο Ιησούς επισκέπτεται τη Μαγδαληνή στο σπίτι της παρά τις ενστάσεις του Ιούδα
Πράξη ΙΙΙ: Α. Στο Γολγοθά, Β. Στον τάφο του Ιησού και η Ανάσταση
"Η εμφάνιση του αναστημένου Χριστού στη Μαγδαληνή" Alexander Ivanov
Αν και πρωτόλειο έργο του Γάλλου συνθέτη, εντυπωσίασε σπουδαίους δημιουργούς που το παρακολούθησαν, ανάμεσά τους ο Ζωρζ Μπιζέ και ο Σαρλ Γκουνώ. Μάλιστα την επομένη της συναυλίας του1873, ο Μπιζέ έγραψε στον Mασνέ:
"Το πρώτο χορωδιακό, η σκηνή του χλευασμού, το ντουέτο της Μαγδαληνής με τον Ιησού είναι συνθέσεις υψηλής έμπνευσης, όπως θα περίμενε κανείς από σας. Όμως οι δυο τελευταίες εικόνες στο Γολγοθά και η συνάντηση της γυναίκας με τον αναστημένο Κύριο είναι απολύτως αξιοθαύμαστες ως προς την αρμονική γραφή, το γοητευτικό χρώμα, τη δραματικότητα!"
Ανυπέρβλητο όμως ενθουσιασμό και συγκίνηση φαίνεται πως δημιούργησε η σύνθεση και στον Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ, ο οποίος έγραψε στην προστάτιδά του Ναντιέζντα Φον Μεκ:
"Απόψε εξεπλάγην ευχάριστα με το ορατόριο "Μαρία Μαγδαληνή" του Ζυλ Μασνέ, αγνώστου σε μένα συνθέτη. Δεν σας κρύβω πως ήμουν κάπως προκατειλημένος. Μου φάνηκε πολύ τολμηρό να ανατίθεται στο Χριστό να ερμηνεύει άριες και ντουέτα, αλλά όπως απεδείχθη το έργο είναι γεμάτο μουσικές χάρες, κομψότητα και γοητεία. Ιδιαίτερα το ντουέτο ανάμεσα σε Ιησού και Μαγδαληνή με άγγιξε βαθειά και δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως έφερε δάκρυα στα μάτια μου. Ευλογημένος ο καλλιτέχνης που μπορεί και προσφέρει τέτοιες στιγμές! Από δω και στο εξής ο Μασνέ θα γίνει ένας από τους αγαπημένους μoυ συνθέτες, ισάξιος του Μπιζέ."
(Π.Ι.Τσαϊκόφσκυ, Ιούλιος 1880)
"Ο θάνατος της Μαρίας Μαγδαληνής" Francesco Rustici
Πράγματι η σύνθεση αποτελεί μια από τις ωραιότερες και μελωδικότερες δημιουργίες του Ζυλ Μασνέ, στην οποία αναμιγνύεται με ευρηματικότητα το θρησκευτικό με το ερωτικό στοιχείο, όπως επίσης είναι έκδηλη η συναισθηματική φόρτιση στις φωνές, που στοχάζονται πάνω στη μελωδική γραμμή... Εκστατική μα και ανάλαφρη, περίσσεια σε λυρισμό η ερμηνεία, χωρίς να μειώνεται η ιερότητα του ύφους και χαρακτήρα του έργου.Η ορχήστρα, αν και πολύ μινιμαλιστική για τον πυκνό και ρομαντικό Mασνέ, ακτινοβολεί με θαυμαστή λαμπρότητα επιδεικνύοντας τη μουσική ευφυία του δημιουργού της. Η δε Μαγδαληνή ως ρόλος σκιαγραφείται "πλάσμα αινιγματικό, πόρνη και αγία συγχρόνως, με τους κριτικούς της εποχής να υπογραμμίζουν πως μέσα της όλες οι γυναίκες θα αναγνωρίσουν το κράμα ιερής και βέβηλης αγάπης..."
"Portrait de Victor Hugo", Jean Alaux φιλοτεχνημένο της εποχή γραφής του ποιήματος, "Les Djinns"
Θεωρείται ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του γαλλικού ρομαντισμού, μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα. Ο Βίκτωρ Ουγκώ γεννήθηκε σαν σήμερα, 26 Φεβρουαρίου 1802.
Πρόκειται για πολύπλευρη και πολυτάλαντη προσωπικότητα καθώς εκτός από εξαίρετος μυθιστοριογράφος υπήρξε και αξιόλογος ζωγράφος. Η εικαστική τέχνη αποτέλεσε πολύτιμη πνευματική ενασχόληση του Ουγκώ κατά την εξορία του, διάστημα που σταμάτησε τη συγγραφή και φιλοτέχνησε πλήθος έργων, ακουαρέλες, μελάνι, κάρβουνο...
Ο σπουδαίος εκπρόσωπος του γαλλικού ρομαντισμού, που τιμάμε σήμερα τη γενέθλια επέτειό του σεβόταν και εκτιμούσε απεριόριστα τη δύναμη και την αξία της μουσικής τέχνης. Παρότι δεν ήταν καλός γνώστης του πιάνου σύμφωνα με τον ίδιο, ωστόσο είχε άπειρες γνώσεις για συνθέτες και δημιουργίες τους, όπως επίσης άσκησε με το έργο του μεγάλη επίδραση στον κόσμο της μουσικής και τους συνθέτες του 19ου και του 20ού αι.
Aπό εικονογράφηση του ποιήματος "Τα Ξωτικά"
Γνωστός είναι επίσης ο αγνός και θερμότατος φιλελληνισμός του Ουγκώ.
Ένα από τα πλέον αξιόλογα έργα του, γραμμένο το1828 από το νεαρό Ουγκώ κι εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση αποτελεί η συλλογή του "Ανατολίτικα", στην οποία περιλαμβάνεται και το ποίημά του με τίτλο "Les Djinns - Τα Ξωτικά". Τα Djinns είναι πνεύματα ειρηνικά κα κακοδαίμονα, δηλαδή άγγελοι και διάβολοι περιφερόμενα ανάμεσα στους ανθρώπους, άλλα με ευμενείς κι άλλα με εκδικητικές διαθέσεις. Πρόκειται για θυελλώδες ποίημα σε μορφή γκροτέσκο, που περιγράφει τη συνάθροιση ξωτικών πλασμάτων-φαντασμάτων. Η επική και μυστικιστική δύναμή του το καθιστά από τα εμβληματικότερα της συλλογής:
"Les Djinns-Tα Ξωτικά"
Πόλη, τείχη
Και λιμάνι
Καταφύγιο
Του θανάτου
Γκρίζα θάλασσα
Όπου σπάει
Πάντα ο μπάτης
Τη δροσιά του.
Μέσα στο λαγκάδι
Θόρυβος ξεσπάει
Μοιάζει σαν ανάσα
Μέσα στο σκοτάδι
Η νυχτιά κραυγάζει
Σαν ψυχή που πάντα
Μιας μεγάλης φλόγας
Είναι το μαγνάδι.
Η φωνή λίγο πιο πάνω
Μοιάζει σα να κουδουνίζει
Πρέπει να ‘ναι κάποιος νάνος
Που μ’ ένα άλογο καλπάζει.
Φεύγει και γοργά αλαργεύει
Κι έπειτα με ζωή και χάρη
Στο ένα πόδι του χορεύει
Και τα κύματα ταράζει.
Τώρα ο θόρυβος πλησιάζει
Κι όλα γύρω αντιλαλούνε
Είναι σαν παλιά καμπάνα
Σ’ εκκλησιά καταραμένη
Σαν οχλοβοή του κόσμου
Που βροντάει και πάντα φεύγει
Κι άλλοτε είναι ξεγραμμένη
Κι άλλοτε είναι ανταριασμένη.
Είναι, Θεέ μου, μια φωνή επιτάφια
Ξωτικών που κάνουν θόρυβο μεγάλο
Όλοι ας πορευτούμε ακολουθώντας
Μια εσωτερική υπερκόσμια σκάλα.
Τώρα σβήνει κι η δική μου λάμπα
Κι ο ίσκιος απ’ τα κάγκελα του φράχτη
Που έρπει πέφτοντας πάνω στον τοίχο
Ανεβαίνει ως το ταβάνι μες στη σάλα.
Ένα πλήθος ξωτικών περνάει
Κι όπως στροβιλίζεται σφυρίζει
Σπάνε γύρω οι κλώνοι όπως πετάνε
Σαν το πεύκο που αναμμένο τρίζει
Το κοπάδι τους αργά χορεύει
Και στον άδειο χώρο φτερουγίζει
Μοιάζει μ’ ένα σύννεφο που γκρίζο
Αστράφτει και τον ουρανό φωτίζει.
Είναι τώρα δίπλα μας! Κοντά στη σάλα
Ας την έχουμε κλειστή προτού μας φτάσουν
Κάνουν θόρυβο έξω. Απαίσιος ο στρατός τους
Είναι εκεί βρικόλακες και μαύροι δράκοι
Κι οι δοκοί της στέγης έτοιμες να σπάσουν
Λύγισαν βαριά σαν χόρτα μουσκεμένα
Κι η παλιά μας πόρτα που ‘ναι σκουριασμένη
Τρίζει, τρέμει και θ’ ανοίξει σε λιγάκι.
Κλάματα της κόλασης, φωνές που απαίσια ουρλιάζουν
Το κοπάδι φοβερό με το βοριά φερμένο
Θεέ μου, σίγουρα το σπίτι μου άκαρδα χτυπάνε
Μαύρο τάγμα κάνει επίθεση κι οι τοίχοι σπάνε
Κλαίει το σπίτι μου όλο και κλονίζεται γερμένο
Θα' λεγε κανείς πως είναι ξεθεμελιωμένο
Ότι μοιάζει μ’ ένα φυλλαράκι ξεραμένο
Που οι ανεμοστρόβιλοι το παίρνουν και το πάνε.
Αν το χέρι σου, Προφήτη, με γλιτώσει
Απ’ τους μαύρους τούτους δαίμονες της νύχτας
Τότε μόνος μου θα πάω να προσκυνήσω
Τα εικονίσματά σου τ’ άγια ευλογημένα.
Κάνε αυτές οι πόρτες του φτωχού σπιτιού μου
Την ανάσα τους την πύρινη να κόψουν
Μάταια τα μεγάλα νύχια τους να ξύνουν
Πάνω στα παράθυρά μου τα κλεισμένα.
Έχουν φύγει πια τα τάγματά τους
Πέταξαν μακριά και τα φτερά τους
Έπαψαν να μου χτυπούν την πόρτα
Με γροθιές βαριές κι αγριεμένες.
Ήχος αλυσίδων στον αέρα
Γέμισε τα δάση εδώ όλα γύρω
Οι βελανιδιές φριχτά όλες τρίζουν
Μέσα στη φωτιά τους τυλιγμένες.
Με τ’ απόμακρα πετάγματά τους
Τα χτυπήματά τους τώρα σβήνουν
Και σκορπίζονται στις πεδιάδες
Τόσο αδύνατα που πια όλα μοιάζουν
Σαν σφυρίγματα ελαφρά από ακρίδες
Που με αχνές φωνές μακριά τσιρίζουν
Ή σαν μελωδίες από χαλάζι
Που χτυπούν τη στέγη κι όλους σκιάζουν.
Συλλαβές τρελές και ξένες
Φτάνουν ως εμάς ακόμα
Άραβες σαν να φυσάνε
Κάποιο βούκινο πολέμου
Σαν τραγούδι στ’ ακρογιάλι
Που συχνά όλο δυναμώνει
Κι όνειρα ένα βρέφος κάνει
Χρυσαφένιο πάντα, Θεέ μου.
Είν’ τα πένθιμα δαιμόνια
Είναι τα παιδιά του Χάρου
Που μες στα βαθιά σκοτάδια
Σέρνουνε τα βήματά τους
Το κοπάδι τους σφυρίζει
Σαν τα κύματα που κάπου
Σπαν στο βράχο που φλοισβίζει
Κι ας μη φαίνεται η δορά τους.
Ένας ήχος άυλος
Τώρα πια κοιμάται
Είναι αυτό το κύμα
Στο γιαλό θλιμμένο
Είναι κάποιο κλάμα
Που έχει πια τελειώσει
Κάποιας Ιερωμένης
Για ένα πεθαμένο.
Αμφιβάλλω
Αν είναι νύχτα
Μόνο ακούω
Να φεύγουν όλα
Κι όλα ας πάνε
Γύρω τ’ άστρα
Τώρα σπάνε
Κάθε ήχο.
("Τα Ξωτικά", Β. Ουγκώ, μτφ:Νίκος Μπαλάσκας-"Ανθολογίες της Αγγλικής, της Αμερικανικής και της Γαλλικής Ποίησης")
To ποίημα διακρίνεται για την πολύ πρωτότυπη μορφή του, καθώς αποτελείται από 15 στροφές με διαφορετικό αριθμό συλλαβών η καθεμιά. Δηλαδή με κάθε στροφή, καθώς τα ξωτικά αρχίζουν να μαζεύονται, οι στίχοι όλο και μακραίνουν, μέχρι την όγδοη στροφή, οπότε και φτάνουν στο μέγιστο. Από κει και μετά οι στίχοι αρχίζουν να μικραίνουν μέχρι το τέλος του ποιήματος, οπότε τα τζίνι έχουν εξαφανιστεί. Το ποίημα που αποτελεί αντήχηση της συντριβής που προκλήθηκε από το πέρασμα των ξωτικών γύρω από το σπίτι του αφηγητή είναι ποίημα έντονης μουσικότητας με μορφή "crescendo" - "decrescendo" με τον διαφορετικό αριθμό συλλαβών στις στροφές(2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2).
Στη Μουσική:
Το ποίημα του Ουγκώ ενέπνευσε στον Σεζάρ Φρανκ το ομώνυμο συμφωνικό ποίημά του: "Les Djinns".
Η σύνθεση για πιάνο και ορχήστρα γράφτηκε το 1884 και δομικά μοιάζει περισσότερο με κοντσέρτο για πιάνο. Πρόκειται για θαυμάσιο δείγμα γραφής του Φρανκ, όπου το δραματικό περιεχόμενο του κειμένου του Ουγκώ μετουσιώνεται μουσικά υποβάλλοντας την ζοφερότητα και απειλητική αίσθηση της σκηνής, καθώς ο συνθέτης αντιμετωπίζει ένα είδος ηθικής κάθαρσης παίρονοντας τα "ξωτικά" σαν σύμβολα των κακών ενστίκτων και επιθυμιών μας.
Έτσι, καθώς το ποίημα ξετυλίγει με περιγραφική ένταση, το τρομακτικό πέρασμα των ξωτικών όντων από τον σκοτεινό ουρανό χαρακτηρίζοντάς τα ως δαίμονες που αναστατώνουν τη γαλήνη της νύχτας, αφήνοντας κατατρομαγμένους όσους τα έχουν αντιληφθεί, έτσι και η μουσική του γάλλου συνθέτη μεταφέρει τη φοβιστική, απόκοσμη και άκρως ανησυχητική αίσθηση του ποιήματος. Ακούγοντάς την νιώθεις πως βλέπεις τις ορδές των δαιμόνων να περνούν από πάνω σου απειλητικά. Είναι οι φόβοι σου, που με τη μορφή προσωπικών φαντασμάτων μουδιάζουν το είναι σου καθιστώντας σε ανήμπορο να αντιδράσεις ...Aίσθηση ταραχής και αγωνίας, που ενισχύεται από το απαιτητικό, βιρτουόζικο μέρος του πιάνου. Τα χάλκινα ακούγονται απειλητικά και το πιάνο τα αντικρούει με μια καταρρακτώδη καντέντσα. Στη συνέχεια προσπαθεί να κατευνάσει το θυμό των πνευστών και με τη γοητεία των απαλών ήχων να φέρει την ποθητή γαλήνη.
César Franck, "Les Djinns":
Mια δεκαετία νωρίτερα (1875) και στην αρχή της καριέρας του Γκαμπριέλ Φωρέ δημοσιεύτηκε και η χορωδιακή σύνθεση "Les Djinns Op. 12", με συνοδεία ορχήστρας βασισμένη στο ομώνυμο ποίημα του Ουγκώ.
Ο Φωρέ αποτυπώνει τους απειλητικούς ήχους της νύχτας, με την σταδιακή κορύφωση και αποδυνάμωση να επιτυγχάνεται μουσικά με την τεχνική της μίμησης στη δομή, τη δυναμική και την υφή της πιανιστικής συνοδείας. Πραγματικά, φωνές και πιάνο αποδίδουν ευρηματικά την ιδέα των μυστηριωδών και υπερφυσικών δυνάμεων που σκίζουν τον νυχτερινό ουρανό και ιδίως τον μοναδικό ρυθμό του ποιήματος του Ουγκώ, που από την ηρεμία μεταβαίνει στην ηχηρή καταιγίδα, πριν επανέλθει στη νυχτερινή σιγαλιά.
Η πληθωρική μελωδική γραμμή, οι αλλαγές στη φωνητική περιοχή και η αρμονική πορεία που συχνά καταλήγει σε βίαια πτώση υποβάλλει την κραυγή αγωνίας του αφηγητή από το πέρασμα των ξωτικών.
Gabriel Fauré, "Les Djinns Op. 12":
Παρότι δημοφιλέστερος για τις όπερές του στα τέλη του 19ου αι., ο Ζυλ Μασνέ συνέθεσε και αρκετά τραγούδια αναδεικνύοντας την ποίηση δημιουργών, περισσότερο ή λιγότερο γνωστών στο ευρύ κοινό. Αν και οι μουσικολόγοι κρίνουν δεξιοτεχνικά τα τραγούδια του Μασνέ, ωστόσο θεωρούν πως είναι λιγότερο ευρηματικά μελωδικά από άλλων συνθετών της Γαλλικής σχολής.
Αυτή η πεποίθηση ίσως οφείλεται στο ότι οι μελωδίες του Ζυλ Μασνέ απέχουν παρασάγγας από το ύφος που συνηθίζονταν στα λογοτεχνικά σαλόνια του Παρισιού της αριστοκρατίας. Είναι μελωδίες που "βουτούν" στα γραφικά τοπία των εποχών, σε στοχαστικές ατμόσφαιρες που απεικονίζουν σκηνές επεισόδια και χαρακτήρες που σκιαγραφούν τα ποιητικά κείμενα. Ανάμεσα στις συνθέσεις αυτές για φωνή και πιάνο, διακρίνουμε και κείνη πάνω στο κείμενο του Ουγκώ.
Jules Massenet, "Les Djinns":
(Στο πιάνο ο Κυπριανός Κατσαρής)
Στο μπλογκ υπάρχουν πολλά κείμενα για τον Ουγκώ. Περιηγηθείτε!
Σύμφωνα με τον θρύλο, η Ρώμη ιδρύθηκε το 753 π.Χ. από τον Ρωμύλο και τον Ρώμο, δίδυμα αδέλφια, απογόνους του Τρώα Αινεία, που ανατράφηκαν από μια λύκαινα. Η παράδοση θέλει την ίδρυση της Ρώμης να λαμβάνει χώρα στις 21 Απριλίου 753 π.Χ.
"Eστιάδες Παρθένες", Alessandro Marchesini
Σπουδαία αυτοκρατορία η Ρώμη αντιμετώπισε στο διάβα της Ιστορίας σημαντικούς και άξιους στρατηλάτες, ανάμεσά τους και τον Καρχηδόνιο στρατηγό, Αννίβα, που βάδισε αρκετές φορές κατά της Αιώνιας πόλης, με τη φράση "Hannibal ante portas Roma-ο Αννίβας προ των πυλών" να έχει σημαδέψει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό η ήττα της Ρώμης έναντι του Αννίβα θα έφτανε όταν μια από τις Εστιάδες Παρθένες θα αθετούσε τους όρκους της...
Βασισμένη σε αυτό το θρύλο είναι η μυθιστορία του Alexandre Parodi, "Rome vaincue - Η Ρώμη ηττήθηκε", που αποτελεί και την τελευταία όπερα που ανέβηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του συνθέτη, Ζυλ Μασνέ.
Ο Μασνέ την περίοδο σύνθεσης της όπερας
Όπως ο ίδιος αναφέρει στις "Αναμνήσεις" του: "Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1902, έφυγα από το Παρίσι και επέστρεψα στο σπίτι μου, στο Egreville. Ανάμεσα στα βιβλία και τα φυλλάδια που είχα φέρει μαζί μου ήταν το "Rome vaincue" του Alexandre Parodi. Αυτή η υπέροχη έμμετρη τραγωδία είχε πρωτοπαρουσιαστεί το 1876 και είχε θριαμβευτική επιτυχία".
Ο Μασνέ διάβασε το θεατρικό, η πλοκή του οποίου τον ενθουσίασε, καθώς εκείνη την εποχή είχε δείξει έντονο ενδιαφέρον για την κλασική εποχή... Τον συγκλόνισε το ότι προτάσσεται το αίτημα των θεσμών και των νόμων, που στη συνέχεια αμφισβητούνται, ανατρέπονται μεν, προκαλούν ενοχές, δε...
Η υπόθεση περιστρέφεται την περίοδο που η Ρώμη βρίσκεται σε πόλεμο με τους Καρχηδόνιους με αρχηγό τον Αννίβα. Οι υποψίες για την ιέρεια παρθένα που άφησε να σβηστεί η ιερή φωτιά της Βέστα και σύμφωνα με το χρησμό αποτελεί την αιτία που ηττήθηκε η Ρώμη, πέφτουν στην θετή κόρη του γερουσιαστή Φάμπιου Μάξιμου, την Φαύστα, που αθέτησε τους όρκους παρθενίας και σχετίστηκε ερωτικά με τον λεγεωνάριο Λεντούλους. Εκείνον πήγε να συναντήσει μυστικά τη νύχτα αφήνοντας το ναό αφύλαχτο...
Η Γιούνια, μια άλλη νεαρή Εστιάδα, κατηγορεί τον εαυτό της ότι εξόργισε τη θεά, πιστεύοντας ότι ευθύνεται επειδή είχε ένα αμαρτωλό όνειρο.
Η Γερουσία τελικά καταδικάζει την Φαύστα σε αργό θάνατο, να ταφεί ζωντανή... Ο αγαπημένος της Λεντούλους, προσπαθεί να την πείσει να δραπετεύσουν, αλλά εκείνη ως γενναία Ρωμαία αποφασίζει να αντιμετωπίσει τη μοίρα της. Παραδέχεται πως είναι αμαρτωλή, αφού απαρνήθηκε την ουράνια ευδαιμονία για τον βέβηλο αισθησιασμό της γήινης ζωής...Η τυφλή γιαγιά της, Ποστούμια ικετεύει τη Γερουσία να χαριστεί στην εγγονή της, όμως το δικαστήριο ανένδοτο εμμένει στην απόφασή του. Έτσι, πατέρας και γιαγιά παίρνουν τη μεγάλη οδυνηρή απόφαση. Δεν θα επιτρέψουν το κορίτσι να αντιμετωπίσει έναν αργό, τρομερό θάνατο... Η Ποστούμια μαχαιρώνει την εγγονή της στην καρδιά, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο τέλος στο βασανιστικό θάνατό της.
Ο Μασνέ επικοινώνησε με τους κληρονόμους του Parodi για τα δικαιώματα και πριν ακόμη λάβει απάντηση άρχισε να συνθέτει την τραγική όπερα. Ξεκίνησε από τις άριες για το ρόλο της τυφλής Ποστούμια, τον οποίο προόριζε για τη διάσημη εκείνη την εποχή μέτζο σοπράνο, Lucy Arbell, που μεγαλούργησε σε όπερες του Jules Massenet.
Η απάντηση από τους κληρονόμους άργησε 5 χρόνια και ελήφθη μόνο με τη μεσολάβηση του Henri Cain, ο οποίος προσάρμοσε τελικά το λιμπρέτο.
Το κλασικό θέμα και η υπόθεση όπου το δραματικό πλέκεται με το ερωτικό ευνόησαν τη σύνθεση ενός συγκρατημένου στυλ μουσικής. Ο Μασνέ δημιούργησε μια σοβαρού και επίσημου ύφους παρτιτούρα, της οποίας τα μέρη "πάθους" διαχειρίστηκαν με εκπληκτική επιδεξιότητα. Η πρεμιέρα ήταν ένας θρίαμβος με το καστ να περιλαμβάνει τα μεγαλύτερα ονόματα της οπερατικής σκηνής, ανάμεσά τους και την Lucy Arbell που υποδύθηκε την Ποστούμια, όπως απαιτούσε η αρχική σύλληψη του συνθέτη, o οποίος αφιέρωσε τη μεγαλειώδη σύνθεση του: "Στους αγαπημένους και αξιοθαύμαστους καλλιτέχνες του, στους δημιουργούς της παρτιτούρας και στην Όπερα του Μόντε Κάρλο".
Λέγεται πως η Lucy Arbell για να τελειοποιήσει την ερμηνεία της στον ρόλο της τυφλής γιαγιάς, Posthumia, ο Μασνέ τη συνόδευσε σε ίδρυμα για τυφλούς προκειμένου να μελετήσει τις χειρονομίες και κινήσεις τους. Και πράγματι, η απόδοσή της ξεπέρασε τις προσδοκίες. Οι κριτικοί έκαναν λόγο για "ειλικρινή, όλο πιστότητα ερμηνεία που συγκίνησε βαθιά". Το κοινό παραληρούσε χειροκροτώντας ασταμάτητα και η ερμηνεύτρια κλήθηκε στη σκηνή τέσσερις φορές στο τέλος της παράστασης.
Η σύγκρουση θρησκευτικού ζήλου και ερωτικού πάθους ενέπνευσε στον Ζυλ Μασνέ μερικές από τις πλέον γοητευτικές μελωδίες του σε μια οπερατική σύνθεση μεγαλοπρέπειας, όπου υμνείται η γενναιότητα ψυχής... Η ιστορία του Ρωμαίας Φαύστας που υποκύπτει στο ερωτικό σκίρτημα, αδιαφορώντας για το θρησκευτικό όρκο, όμως στη συνέχεια αναγνωρίζει το μέγιστο λάθος και δέχεται τις συνέπειες ενέπνευσε στον Γάλλο συνθέτη μουσική έντονης δραματικότητας, αλλά και σπάνιας τρυφερότητας και λυρισμού, από την οποία δεν λείπουν έντονα συγκινησιακά ξεσπάσματα.
Ακούμε την όλο δραματικότητα ουβερτούρα και τη συγκινητική σκηνή με την τυφλή Ποστούμια που παρακαλεί μάταια τη Σύγκλητο για τη ζωή της εγγονής της...
Jules Massenet: "ROMA, Ouverture":
Jules Massenet: "ROMA, Posthumia's aria: Est-ce là ? Guide moi"
"Η Οσία Ταϊσία (Θαΐς) στην έρημο της Αιγύπτου", Jusepe de Ribera, Πράδο
Η Ταϊσία ζούσε στην Αίγυπτο, την εποχή του ασκητισμού, και ήταν μια γυναίκα, που ξεχώριζε για την ομορφιά της. Ζούσε στο δρόμο της ακολασίας, όταν ένας ασκητής πληροφορούμενος τη ζωή της πήγε να την συναντήσει, προσευχήθηκε γι'αυτήν, την αφύπνισε και την έπεισε να μείνει μακριά από τους κήπους των επίγειων απολαύσεων και να έρθει κοντά στον Θεό. Εκείνη έκαψε ότι απέκτησε με την πορνεία κι άρχισε να ζει ασκητικά ζητώντας μετάνοια για τα πάθη της. Από τότε πορεύτηκε φτωχά, αλλά πλούσια σε πίστη, σωφροσύνη και καλοσύνη.Πέθανε φροντίζοντας αρρώστους και ανήμπορους.
Η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη της στις 8 Οκτωβρίου. Στην ιστορία της στηρίχτηκε ο Ανατόλ Φρανς για να γράψει τη νουβέλα του "Θαΐς", που με τη σειρά του ενέπνευσε το λιμπρετίστα της ομώνυμης όπερας του Ζυλ Μασνέ: "Thais".
"-Σου υπόσχομαι αγνή αγάπη και ουράνιους γάμους.Θα'ναι ατέρμονη η ευτυχία, ώστε αν οι ευτυχείς του κόσμου τούτου μπορούσαν να δουν μια σκιά της, θα πέθαιναν κατάπληκτοι! Τότε η Θαΐς γέλασε πονηρά: -Δείξε μου λοιπόν ένα τέτοιον έρωτα, φίλε μου και βιάσου!Τα μεγάλα λόγια προσβάλλουν το κάλλος μου.Μη χάνουμε στιγμή γιατι είμαι ανυπόμονη να γνωρίσω την ευτυχία που μου λες.Όμως νομίζω πως ό,τι μού υπόσχεσαι, σε λόγια θα εξατμιστεί.Είναι ευκολότερο να αναγγέλει, παρά να δίνει κανείς την ευτυχία. Καθένας έχει τα χαρίσματά του και το δικό σου είναι το "λαλείν".Μιλάς για μιαν αγάπη άγνωστη.Από παλιά δίνουν φιλιά οι άνθρωποι, ώστε θα' ταν παράδοξο να μιλούν για μυστήρια στον έρωτα,Σ'αυτό το ζήτημα οι εραστές είναι σοφότεροι των μάγων... -Μην ειρωνεύεσαι, Θαΐς, γιατί σου φέρνω έναν άγνωστο έρωτα. -Φίλε, έρχεσαι αργά, γιατί γνωρίζω τους έρωτες όλους! -Ο έρωτας που εγώ σού φέρνω είναι πληρης δόξης, οι έρωτες που εσύ γνωρίζεις γεννούν μόνο το αίσχος..." ("Θαΐς", Ανατόλ Φρανς, Περιοδικό Παναθήναια, τεύχος 26, σελ.63-63, μτφ. Ν.Επισκοποπούλου)
Ο Αθαναήλ είναι ένας μοναχός ο οποίος θα προσπαθήσει να σώσει την εταίρα από την αμαρτία, να τη μυήσει σε μια αγάπη απελευθερωμένη από τις γήινες επιθυμίες και να της δείξει τον δρόμο της αιώνιας ζωής και της ευδαιμονίας. Η Θαΐς τον εμπιστεύεται και τον ακολουθεί, ο μοναχός γίνεται φύλακας-άγγελός της ο οποίος την οδηγεί έξω από το χάος και, στην πορεία προς το μοναστήρι, μέσα από την καθαρτική έρημο, μεταμορφώνεται σε μια αθώα κορασίδα με θερμή πίστη. Ωστόσο, εκείνη βρίσκει τον Θεό και ο Αθαναήλ συνειδητοποιεί τον γήινο πόθο τον οποίο αισθάνεται για την εταίρα που κατάφερε να μεταμορφώσει σε μοναχή. Είναι μπερδεμένος. Βλέπει τη θρησκεία σαν μια φυγή από την πραγματικότητα. Αρνείται στον εαυτό του το δικαίωμα στην ευχαρίστηση.
Φρανς και Μασνέ θέτουν το ερώτημα: Οδηγείται η Θαΐδα στην εσωτερική γαλήνη; Η ατμόσφαιρα που αφήνει λόγος και μουσική είναι ατμόσφαιρα μιας σιωπηλής απόγνωσης...
H όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε στη όπερα Γκαρνιέ του Παρισιού το 1894 με πρωταγωνίστρια την κορυφαία αμερικανίδα πριμαντόνα, Σίμπιλ Σάντερσον για την οποία ο Μασνέ έγραψε το ρόλο. ( Ήταν η αγαπημένη σοπράνο του συνθέτη και εμφανίστηκε στις πρεμιέρες πολλών όπερών του).
Ένα ρόλο εξαιρετικά απαιτητικό λόγω των δεξιοτεχνικών περασμάτων και της φωνητικής έκτασης, στον οποίο η Σάντερσον ανταποκρίθηκε πάνω από κάθε προσδοκία δικαιώνοντας τον τίτλο της σπουδαιότερης ερμηνεύτριας κατά τη διάρκεια της Παρισινής Μπελ Επόκ, παρότι προκάλεσε σκάνδαλο με το διάφανο, προκλητικό κοστούμι που εμφανίστηκε στην πρώτη πράξη, μια εμφάνιση όλο σαγήνη και αισθησιασμό...
Χαρακτηριστική είναι η σκηνή στην έναρξη της δεύτερης πράξης όπου η αμαρτωλή ηρωίδα εμφανίζεται εξουθενωμένη μετά από γλέντι μέχρι πρωίας κι απευθυνόμενη στη θεά Αφροδίτη προσεύχεται ζητώντας να της χαρίσει αιώνιο κάλλος, φοβούμενη μήπως τα γηρατειά καταστρέψουν την απαράμιλλη ομορφιά της.
"Dis-moi que je suis belle" "Πες μου ότι είμαι όμορφη
Κι ότι θα είμαι όμορφη για πάντα!
Ότι τίποτα δεν θα μaράνει των χειλιών μου τα τριαντάφυλλα,
Ότι τίποτα δεν θ' αμαυρώσει το χρυσάφι των μαλλιών μου!
Πες μου! Πες το μου!
Αχ! Σώπα, άσπλαχνη φωνή,
Φωνή που μου λέει: Ταΐς, θα γεράσεις!
μια μέρα, η Ταΐς δεν θα' ναι πια Ταΐς!
Οχι! Οχι! Δεν μπορώ να το πιστέψω
Εσύ Αφροδίτη,
απάντησέ μου για το κάλλος μου!
απάντησέ μου για την αιωνιότητά του!
Αφροδίτη, αόρατη και παρούσα!
Αφροδίτη, μαγεία της σκιάς!
Αφροδίτη! Απάντησέ μου!"
Massenet: "Thais / Dis-moi que je suis belle":
Η σύγκρουση θρησκευτικού ζήλου και ερωτικού πάθους ενέπνευσε στον Ζυλ Μασνέ μερικές από τις πλέον γοητευτικές μελωδίες του και ανάμεσά τους, φυσικά, τον θρυλικό "Στοχασμό-Μeditation", ένα ιντερλούδιο για σόλο βιολί και άρπα το οποίο χωρίζει τις δύο σκηνές της Α΄ πράξης και ερμηνεύεται πολύ συχνά ανεξάρτητα, ως συναυλιακό κομμάτι, έχοντας παράλληλα μεταγραφεί για διάφορα όργανα.
Ο περίφημος "Διαλογισμός" έγινε και μπαλέτο, ένα εκπληκτικό pas de deux, μόνιμο ρεπερτόριο της Άννας Πάβλοβα. Αργότερα, αυτή η "ονειρική οριενταλική μελωδία" χορογραφήθηκε από τον Frederick Ashton ειδικά για τους Antoinette Sibley και Anthony Dowell που υποδύθηκαν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της Θαΐδας και του Αθαναήλ, αντίστοιχα, αφήνοντας εποχή στην ιστορία του μπαλέτου.
"Meditation - Thais", ερμηνεύει ο μέγας Fritz Kreisler:
"Meditation - Thais", Ballet-Frederick Ashton
Tελος, ας αναφέρουμε πως ο Ζυλ Μασνέ ανέπτυξε παθιασμένα αισθήματα για την Σίμπιλ Σάντερσον αμέσως μετά τη γνωριμία τους. Η σχέση όμως παρέμεινε πλατωνική, αν και στο Παρίσι οι φήμες οργίαζαν πως η αμερικανίδα υψίφωνος ήταν ερωμένη του και μάλιστα σχεδιάστηκαν αρκετές καρικατούρες υπονοώντας το διακριτικά:
(Στοιχεία για τη σύνταξη του άρθρου πάρθηκαν και από: Καθημερινή, Το Βήμα, lyrichouse.wordpress.com)
(Στη μνήμη του Άλφρεντ Τέννυσον, που πέρασε στην αιωνιότητα σαν σήμερα, 6 Οκτωβρίου 1892)
Στους σημαντικότερους Άγγλους ποιητές, εκπροσώπους της βικτωριανής ποίησης, αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται και ο Άλφρεντ Τέννυσον.
Στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα, η ποίησή του επηρεάστηκε από το ρομαντισμό του Λόρδου Βύρωνα και του Τζων Κητς. Αργότερα όμως κατάφερε να παντρέψει το ρομαντισμό με τη φιλοσοφία και τους βαθύτερους πόθους του αιώνα του.
Η επιτυχία ήταν μεγάλη σε κοινό και κριτικούς και η βασίλισσα Βικτωρία για τα γραπτά του τού απένειμε τον τίτλο του "poet laureate-δαφνοστεφούς ποιητή", ενώ το 1884 τού αποδόθηκε ο αριστοκρατικός τίτλος ευγενείας του λόρδου.
To "Maud" ήταν το πρώτο ποίημα μετά την απονομή του τίτλου που έγραψε ο Τέννυσον και το εμπνεύστηκε από την Charlotte Rosa Baring, που ζούσε στο Lincolnshire, σε μια έπαυλη περιβαλλόμενη από έναν θαυμάσιο, γεμάτο χρώματα και ευωδιές, κήπο, την περιγραφή του οποίου δίνει ανάμεσα σε άλλα στις ποιητικές του αράδες...
Alfred Tennyson: "Maud"
Γουοτερχάουζ: "My sweet rose ή του ρόδου η ψυχή"
Έλα στον κήπο, Μωντ, τώρα μακρυά η μαύρη Νύχτα-νυχτερίδα έχει φύγει. Έλα στον κήπο, Μωντ, η μοναξιά στου κήπου σου την θύρα με τυλίγει, σκορπά τ’αγέρι παντού ρόδων ευωδιά και τ’άρωμα απ’τ’αγιόκλημα με πνίγει.
Έλα,τώρα αυγής αύρα φυσά, τ’άστρο του Έρωτα, σε νύχτας μεσημέρι, στο φως να σβήνει αρχίζει,π’αγαπά, σε ουρανού ασφόδελων παρτέρι, στου ήλιου το φως να σβήνει, π’αγαπά, κι’απ’το δικό του να πεθαίνει χέρι.
Τα ρόδα άκουγαν στο κράτημα της νύχτας, το φλάουτο, το μπάσο, το βιολί. Στα βήματα των χορευτών της πίστας σιγότρεμε του περβαζιού το γιασεμί, Είπα στο κρίνο:-Ένας είν’μονάχα που με αυτόν μπορεί η καρδιά της να χαρεί.
Οι χορευτές θα την αφήσουν τάχα; Απ’το παιγνίδι, τον χορό’χει κουραστεί. Στην φεγγαρόδυση μισοί φυγάν μονάχα κι’άλλοι μισοί με της ημέρας την αυγή, πνιχτά στην άμμο, δυνατά στην πέτρα η τελευταία άμαξά τους αντηχεί.
-.Γοργά η νύχτα φεύγει, είπα στο ρόδο, με φασαρία, γλεντοκόπι και κρασί. -Τι αχ! είν’τούτα εραστή, μικρέ μου λόρδε, για κάποια που ποτέ δεν θά’χεις σύ; Παρά εγώ, παρά εγώ! κι’ώμοσα τότε -Δική μου πάντα και γιά πάντα θά’ναι αυτή..
Και μπήκε στο αίμα μου του ρόδου η ψυχή, -από την σάλα μουσικής βαρειά ηχώ- κι’εκεί στου κήπου σου την λίμνη ώρα πολλή του ρυακιού αφουγκραζόμουν το νερό από την λίμνη στο λειμώνα.. κι’από’κεί στο δάσος μας.. το απ’όλα πιο ακριβό...
Ο βρετανός ζωγράφος Τζον Γουίλιαμ Γουοτερχάουζ, όταν διάβασε αυτό το γεμάτο ευαισθησία, τρυφερό και ρομαντικό ποίημα του Τέννυσον εμπνεύστηκε τον πίνακά του: "My Sweet Rose ή Του ρόδου η ψυχή", ένα από τα πιο διάσημα έργα του. Ο ζωγράφος συγκινηθηκε από την περιγραφή της τραγικής αγάπης του νεαρού άνδρα για την πλούσια κόρη, που η μοίρα δεν τους ήθελε μαζί. Ο καλλιτέχνης απομονώνει τη φράση του ποιήματος και δίνει την ξέχειλη τρυφερότητας και ρομαντισμού εικόνα του:
"...και μπήκε στο αίμα μου του ρόδου η ψυχή..."
Και συνεχίζει ο ποιητής:
Τόσο γλυκό το πέρασμά σου απ’τον λειμώνα
"Maud in the garden", από εικονογράφηση του βιβλίου από την Eleanor Fortescue-Brickda
που σαν ο άνεμος του Μάρτη αναστενάζει βιολέτες μπλέ, όπώς τα μάτια σου, στο χώμα των φίνων αχναριών σου ‘κείνος βάζει, ως της κρυφής μας της αγάπης την κρυψώνα στης Παραδείσου των κοιλάδων το περβάζι.
Της ακακίας τα κλαδιά ακινητούσαν, λευκά λουλούδια της δεν έπαιρνε αέρας. Στην λίμνη οι λευκανθοί της σάν σκορπούσαν λαγοκοιμόνταν τα ηράνθεμα της σέρας.. Όμώς μ'εμέ τα ρόδα αγρυπνούσαν, τι γνώριζαν τον λόγο σου σε μένα, οι κρίνοι και τα ρόδα πως πονούσαν, προσμέναν την αυγή ..προσμέναν σένα!
Του μπουμπουκόκηπου των ροδοκοριτσιών ρόδων βασίλισσα έλα εδώ, οι χοροί τελειώσαν Σε σατέν λάμψη.. μαργαριταριών.. κρίνα και ρόδα εσέ βασίλισσα ωμόσαν. Μικρό κεφάλι, μέσ’την λάμψη των μαλλιών, βγες,γίνε ήλιος , για τα άνθη που νυχτώσαν!
Δες! Έχει ένα υπέροχο κυλήσει δάκρυ στην θύρα ,από του πάθους το λουλούδι. Η περιστέρα, η αγαπώ μου δεν θ’αργήσει, έρχεται η μοίρα, η ζωή μου, το τραγούδι. Το κόκκινο το ρόδο:- "Είναι κοντά!,'Είναι κοντά!" λέει και τ’άσπρο κλαίει:- ‘Έχει αργήσει!’ "Ακούω!ακούω!" λέει το δελφίνιο πνιχτά, το κρίνο:- "Καρτερώ! 'χει ψιθυρίσει"
Έρχεται η δική μου, η γλυκειά μου, αερικού βηματισμό, όπως εκείνης, θά’κουγε και θα χτύπαγε η καρδιά μου, κι’αν χώμα ήταν χωματένιας κλίνης, την σκόνη της θα άκουγε η δικιά μου, έναν αιώνα και αν ήμουνα νεκρός, κάτ’απ’τα πόδια της θα τρέμιζε η καρδιά μου, σαν ερυθρός και πορφυρός θα’βγαινε ανθός!"
Τη δραματικότητα και ανησυχία των στίχων μεταφέρουν με τις μελωδίες τους αρκετοί συνθέτες:
Το ποίημα ενσωματώνεται στη Συλλογή "Τραγούδια από δημοσιευμένα γραπτά του Άλφρεντ Τέννυσον" την οποία μελετά ο Ζυλ Μασνέ και επιλέγει ορισμένες στροφές του από το "Έλα στον κήπο, Μωντ" για να μελοποιήσει. Η σύνθεση του 1880 για φωνή και πιάνο προκάλεσε αίσθηση, με το συνθέτη να μετουσιώνει μουσικά το δραματικό περιεχόμενο του κειμένου υποβάλλοντας την ζοφερότητα των εικόνων, ενώ ως δημιουργία χαρακτηρίστηκε εκστατική, περίσσεια λυρισμού...
Jules Massenet: "Come into the garden, Maud":
Michael William Balfe και Arthur Somervell ...
O ιρλανδός Michael William Balfe, γνωστός βιολιστής και συνθέτης οπερών και λήντερ υπήρξε ένα παιδί-θαύμα, που ξεχώρισε για τη μνήμη και το μουσικό του αυτί, την δεξιοτεχνία του στο βιολί και την μελωδική του ευρηματικότητα! Λέγεται πως έξι χρονών και με ελάχιστα μαθήματα βιολιού συνέθεσε μια polacca για μπάντα, η οποία εκτελέστηκε με μεγάλη επιτυχία, καθιστώντας τον Balfe μια μικρή διασημότητα.
Ο άγγλος Sir Arthur Somervell θεωρείται ο πιο επιτυχημένος συνθέτης τραγουδιών μετά τον Hubert Parry την περίοδο αναγέννηση της αγγλικής μουσικής(1890-1900).
1. Alfred Tennyson: "Come into the garden, Maud, M. W. Balfe Eρμηνεύει ο άγγλος τενόρος Heddle Nash και στο πιάνο συνοδεύει ο Gerald Moore:
2. Alfred Tennyson: "Come into the garden, Maud", Arthur Somervell:
Με αφορμή τα γενέθλια ενός ταλαντούχου έλληνα σοπρανίστα, η καλησπέρα μου, φίλοι μου!
Ενός λυρικού ερμηνευτή, ιδανικού σε ρόλο καστράτι με άρτια τεχνική και φωνητική ευελιξία, χαρακτηριστικά για τα οποία δικαίως του έχει αποδοθεί ο τίτλος του "ακροβάτη φωνής"! Ο AΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΕΛΛΗΣ, γεννήθηκε σαν σήμερα 5 Φεβρουαρίου 1960 είναι απόφοιτος του Ωδείου Αθηνών και το ρεπερτόριό του εκτείνεται από την Αναγέννηση ως τη Σύγχρονη περίοδο.
Είναι ο πρώτος κόντρα-τενόρος στην εποχή μας που επανερμήνευσε και ανέδειξε το ρεπερτόριο των καστράτων του 18ου αι.
Θα τον ακούσουμε στην "Ελεγεία" του Ζυλ Μασνέ. Μια από τις πιο δημοφιλείς μελωδίες της Μπελ Επόκ, των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αι. στην Ευρώπη. Ο Μασνέ συνέθεσε αρχικά την "Εlegie" το 1866 για έναν κύκλο τραγουδιών για πιάνο με τίτλο "Pieces de Genre"...Λίγα χρόνια αργότερα η σύνθεση ενσωματώθηκε στη λυρική τραγωδία: "Les Erinnyes", σε λιμπρέτο του Λεκόντ ντε Λιλ, και βασισμένη στην "Ορέστεια" του Σοφοκλή.
Η θλιβερή μελωδία της είναι το μέρος του θρήνου της Ηλέκτρας πάνω απ’τον τάφο του Αγαμέμνονα. Το ηχόχρωμα του τσέλου, μελαγχολικό, αποδίδει την οδύνη της κόρης και τον ατελεύτητο θρήνο της. Τραυματικές οι εικόνες από την άνομη σχέση της μάνας με τον εραστή φουντώνουν τον πόθο για εκδίκηση, που δονεί την ψυχή της, συντηρούν την οδύνη για τον άδικο θάνατο του πατέρα και τη στέρηση του αδερφού.
"Ερινύες σεμνές
που βλέπετε τους αδικοχαμένους…[…]
ελάτε, συντρέχτε,
πληρώστε του δικού μου
πατέρα το φόνο…
και στείλτε μου τον αδερφό
γιατί μόνη μου πια δεν μπορώ, δε βαστάω
το βαρύ τ᾽ αντιζύγι της λύπης…"
(μετάφραση Κ. Χ. Μύρης)
Η "Ελεγεία" εχει διασκευαστεί για πλήθος οργάνων και συνδυασμων τους. Aκόμα μεγαλύτερη φήμη απέκτησε ως σύνθεση για φωνή και πιάνο, σε στίχους του Louis Gallet: "Ο doux printemps d'autrefois":
"Ω, των αλλοτινών καιρών Άνοιξη γλυκιά
περάσανε οι ανθοφόρες εποχές
και δεν θωρώ τ’ουρανού το γαλάζιο
ούτε ακούω απ’τα πουλιά χαράς τιτίβισμα..."
Η διασκευή είναι του Νίκου Κυπουργού:
Elegie, Jules Massenet/Αρης Χριστοφέλλης:
Ο Χριστοφέλλης και σε μια υπέροχη Μοτσάρτια άρια τώρα, από την όπερα "Lucio Silla".
Ο Μότσαρτ την έγραψε στα δεκαπέντε του εμπνευσμένος από τον ύπατο και δικτάτορα της Ρώμης, Λεύκιο Κορνήλιο Σύλλα, γνωστό από τους Μιθριδατικούς πολέμους, τον Πλούταρχο και τους Βίους του, αλλά και για τις "προγραφές", μέτρο με το οποίο εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Πολλοί ιστορικοί τον χαρακτήρισαν "μισό αλεπού και μισό λιοντάρι", εξαιτίας της πανουργίας και της γενναιότητάς του.
Είχε όμως αδυναμία και στο ωραίο φύλλο, κάτι που μαρτυρούν οι πέντε γάμοι του!
Από αυτή του την αδυναμία εμπνέεται ο λιμπρετίστας του Μότσαρτ και πλάθει μια όμορφη ιστορία γεμάτη δολοπλοκίες, ίντριγκες, απειλές, φυλακίσεις...
"Il tenero momento-Η τρυφερή στιγμή"
(Ο ρόλος του ερωτευμένου εξόριστου Σεσίλιο έχει ερμηνευτεί από μεγάλες φωνές, ανάμεσά τους η Fiorenza Cossotto, Cecilia Bartoli, Susan Graham...)
Μοzart: "Il tenero momento-Η τρυφερή στιγμή", Άρης Χριστοφέλλης
Kαι θα κλείσουμε αυτό το αφιέρωμα στον εορτάζοντα περίφημο ερμηνευτή με ένα χαριτωμένο παιδικό τραγούδι που τη μουσική έγραψε ο Νικός Κυπουργός για την παράσταση: "Ο Χιονάνθρωπος και το κορίτσι", ένα δραματοποιημένο παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά.
H Μουσική γίνεται καθοδηγητής στο δρόμο για ένα κόσμο μυθικό, παράξενο, κεφάτο, όπου όλα κινούνται και μιλούν...Ακόμα και τα χρώματα!
Η φαντασία, το απίθανο, το ονειρικό μέσα από το εκτυφλωτικό κίτρινο, που λικνίζεται σ'ένα αιθέριο βαλσάκι, βάφουν ευφρόσυνο το απόγευμά μας!
Ενα χρώμα, που ανεξάρτητα από τους συμβολισμούς που του έχουν, κατά καιρούς, αποδοθεί, για μας είναι χρώμα ζεστό, θετικό, αναζωογονητικό, φωτεινό, λαμπερό, ελπιδοφόρο, χαρούμενο... Ενα χρώμα που φέρνει έμπνευση και αισιοδοξία!
Άρης Χριστοφέλλης:"Κίτρινο" από το δίσκο "Τα μυστικά του Κήπου":