Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Έντγκαρ Άλαν Πόε: Η Ουλαλούμ του ολολυγμού...



"Ulalume", εικονογράφηση του ποιήματος από τον Dante Gabriel Rossetti

 

ΟΥΛΑΛΟΥΜ

Σταχτί και σκυθρωπό το χρώμα τ’ ουρανού
και τα φύλλα ήταν τριμμένα και ξερά –
ναι, τα φύλλα ήταν μαραμένα και ξερά.
Ήταν νύχτα θλιβερού Οχτώβρη
στης μνήμης μου την ανεξίτηλη χρονιά.
Ήταν δύσκολα στη μουντή λίμνη του Όβρη
στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ 
μες στη μούχλα της πικρόλιμνης του Όβρη
στα βρικολακιασμένα δάση του Γουήαρ.
Εδώ κάποτε σε δρόμο με γιγάντια κυπαρίσσια,
περιπλανήθηκα συντροφιά με την Ψυχή μου
μες στα κυπαρίσσια οδήγησα την Αδερφή Ψυχή μου.
[...] 
O λόγος μας στοχαστικός και μετρημένος
αλλ’ οι σκέψεις μας ήταν αναιμικές, ξερές
οι θύμησές μας ήταν ύπουλες, ξερές
γιατί δε νιώθαμε πως ήταν Οχτώβρης,
και δεν προσέξαμε τη νύχτα της χρονιάς
 [...] 
Έτσι κανάκεψα την Ψυχή και τη φίλησα,
και την έβγαλα απ’ την κακοκεφιά της
νικώντας τις φοβίες της και την κακοκεφιά της,
και στου ορίζοντα φτάσαμε το τέρμα,
αλλά σταματήσαμε στη θύρα ενός τύμβου –
στη θύρα ενός ενεπίγραφου τύμβου.
Κι είπα: "Τι γράφει εδώ, γλυκιά αδελφούλα
στη θύρα αυτού του ενεπίγραφου τύμβου;"
Απαντώντας μου είπε: "Ουλαλούμ – Ουλαλούμ
είν’ ο τάφος της χαμένης σου Ουλαλούμ!..."

(Εντγκαρ Άλαν Πόε: "Ουλαλούμ")



Το έργο του Έντγκαρ Άλαν Πόε έθεσε τις βάσεις για την αστυνομική λογοτεχνία και τις ιστορίες τρόμου και φαντασίας.
Ο τιμώμενος συγγραφέας και ποιητής γεννήθηκε στη Βοστώνη στις 19 Ιανουαρίου 1809 και θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού.

Το έργο του είναι γεμάτο έκσταση και μελαγχολία, καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα σε σκυθρωπές ονειροπολήσεις, φωτισμένες ενίοτε μ' ένα φως εκτυφλωτικό. Η ομορφιά αναδύεται από την ψυχή των έργων του, είναι όμως ομορφιά θλιμμένη, μελαγχολική, ομορφιά οδύνης και σπαραγμού. Στις αράδες του βρίσκεις την πένθιμη σιωπή, όπου κυριαρχούν νεκρές, ασάλευτες φιγούρες του τάφου ή των προσωπικών του οραμάτων.

Η "Ulalume" του Πόε, που γράφτηκε το 1847, μπορεί να είναι το όνομα μιας φανταστικής γυναίκας, ίσως -όπως άλλοι υποστηρίζουν-  να συμβολίζει τον ίδιο τον θάνατο, αν σχετιστεί με το αραβικό επιφώνημα "ulalum" ή το λατινικό "ululo", που έχει τη σημασία του: ολολύζω, θρηνώ, οδύρομαι...
Στο ποίημα ο αφηγητής επισκέπτεται τον τάφο τη αγαπημένης του, που η απώλειά της δεν του έχει προκαλέσει απλά θλίψη, μα έχει επιφέρει την απόλυτη ψυχική συντριβή του. Το ποίημα εστιάζει στο θέμα φθοράς και αφθαρσίας και είναι εξαιρετικής μουσικότητος και ηχητικής, καθώς ο Πόε το έγραψε αρχικά ως εκφωνητικό.




Ο βρετανός εκκεντρικός συνθέτης, Josef Holbrooke είχε μεγάλη αδυναμία στην πένα του Εντγκαρ Άλαν Πόε, τόσο που 35 από τις συνθέσεις του να είναι εμπνευσμένες από τον αμφιλεγόμενο συγγραφέα-ποιητή, της κατηγορίας των "καταραμένων", καθώς τα κείμενά του είναι σκοτεινά, μυστηριακά και με διάχυτη τη χαρακτηριστική μεταφυσική ατμόσφαιρα...
Αριστουργηματικότερο όλων θεωρείται το συμφωνικό ποίημα του: "Ulalume, Op. 35", βασισμένο στο ομότιτλο ποίημα του Πόε.
Όπως ο συγγραφέας, έτσι και ο συνθέτης απολάμβανε τη σύγκρουση και την αντιπαράθεση.
Ετσι, με την ιδιαίτερη, τολμηρή αρμονία και την πολύχρωμη ενορχήστρωση ο Χόλκμπρουκ καταφέρνει να μεταφέρει την μυστηριώδη, απόκοσμη ατμόσφαιρα του κειμένου, να εκφράσει το μεταφυσικό και να προκαλέσει στον ακροατή την αίσθηση μεταξύ υπαρκτού και ανύπαρκτου.

Μπορεί ο Χόλμπρουκ να είναι ελάχιστα γνωστός στους περισσότερους, όμως το έργο του παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την μεταρομαντική ορχηστρική μουσική, και δη προγραμματικής φόρμας, όπως το "Ulalume, Op. 35" με κυρίαρχο μουσικό ύφος που παραπέμπει στη σκοτεινή σκέψη του Πόε...

Josef Holbrooke: "Ulalume, Op. 35":



Φιλόλογοι αναλυτές υποστηρίζουν πω από το ποίημα του Πόε εμπνεύστηκε το δικό του ποιητικό πόνημα ο  Γιάννης Σκαρίμπας. 
Ο τίτλος του "Ουλαλούμ" παραπέμπει τον αναγνώστη -θυμίζοντας τη λέξη "αλαλούμ", σε μια κατάσταση γενικευμένης σύγχυσης.


Ήταν σα να σε πρόσμενα Κυρά
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θά 'ρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.

Θά 'ρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα και βροχή
και νιο φεγγάρι…

Και να, το κάθισμά σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

…Πως να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπα»
που μ' έλεγε τρελόν, πως είχες γίνει
καπνός και –τάχας– σύγνεφα θαμπά
προς τη σελήνη . . .

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ,
κίνησα να σε βρω στο δρόμο –οϊμένα–
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ' αγάπησες, Κυρά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα 'γώ –στραβός– μες στα νερά;
κι εσύ κοντά μου…

(Λ. Πολίτη, Ποιητική Aνθολογία, τόμ. 7, εκδ. Δωδώνη)

Η μελοποίηση του ποιήματος από τον Νικόλα Άσιμο:


Στο μπλογκ υπάρχουν πολλά κείμενα για τον Πόε. Περιηγηθείτε!











Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Poe- Caplet: Φανταστικό παραμύθι για τη "Μάσκα του κόκκινου θανάτου"

 



Διακόσια δέκα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη γέννηση του Edgar Allan Poe, του μεγάλου αλλά αμφιλεγόμενου συγγραφέα-ποιητή, της κατηγορίας των "καταραμένων", καθώς τα κείμενά του είναι σκοτεινά, μυστηριακά και με διάχυτη τη χαρακτηριστική μεταφυσική ατμόσφαιρα.

Tο μικρό διήγημα του Πόε:

"Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου",

είναι μια ιστορία με στοιχεία γοτθικής λογοτεχνίας που εκδόθηκε το 1842.




"Ο "Κόκκινος Θάνατος" ρήμαζε από καιρό τη χώρα. Καμιά επιδημία δεν είχε ποτέ σταθεί τόσο θανατερή, τόσο φριχτή. Το αίμα ήταν η ενσάρκωση κι η σφραγίδα του – το κόκκινο και απαίσιο αίμα. Δυνατοί πόνοι, ξαφνικές ζαλάδες, από τους πόρους άφθονη αιμορραγία, κι έπειτα ο θάνατος.[...]

Σχετική εικόναΟ πρίγκηπας Πρόσπερο ήταν ευτυχισμένος, ατρόμητος και συνετός. Όταν το κράτος του ερημώθηκε από το μισό πληθυσμό, κάλεσε κοντά του χίλιους γερούς και ξένοιαστους ιππότες και κυρίες της αυλής του, και μαζί με όλους και όλες κλείστηκε σ' έναν οχυρό του πύργο κι απομονώθηκε αυστηρά.[...]Η απόλυτη ασφάλεια μαζί, ήταν μέσα στον πύργο. Έξω ήταν ο "Κόκκινος Θάνατος"...[...]
Έκλεινε πια ο πέμπτος ή ο έκτος μήνας όταν έδωσε για τους φίλους του ένα χορό μεταμφιεσμένων εξαιρετικής μεγαλοπρέπειας.[...]
Την παρουσία ενός πρωσοπιδοφόρου, κανένας δεν την είχε αντιληφθεί πρωτύτερα.Ήταν ψηλός και κοκαλιάρης, τυλιγμένος απ' το κεφάλι ως τα πόδια μέσα σ' ένα σάβανο. Η μάσκα που του έκρυβε το πρόσωπο έμοιαζε τόσο πολύ με αλύγιστη όψη νεκρού.[...]
Είχε έρθει σαν κλέφτης μες στη νύχτα. 
Κι ο ένας μετά τον άλλον έπεσαν οι γλετζέδες μέσα στις αιματοβαμμένες αίθουσες του γλεντιού των, και ο καθένας πέθανε στην ίδια απεγνωσμένη στάση όπου είχε πέσει..."

(Ε.Α.Πόε: "Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου", πηγή: εδώ.)



Το διήγημα αναφέρεται σε μια θανατηφόρα επιδημία, τον "Κόκκινο θάνατο", την οποία ο πρίγκιπας Πρόσπερο έντρομος προσπαθεί να αποφύγει κρυμμένος στο κάστρο του. Εκεί, μαζί με άλλους ευγενείς προκειμένου να μη δείχνουν το φόβο τους διοργανώνουν ένα χορό μεταμφιεσμένων κατά τη διάρκεια του οποίου εμφανίζεται μια άυλη μυστηριώδης φιγούρα.
Η επαφή μαζί της προκαλεί σε όλους το θάνατο.
Σχετική εικόνα
Αndre Caplet

Ο Πόε, μια συμβολική μορφή μεταξύ υπαρκτού και ανύπαρκτου, εκφραστής του μεταφυσικού, έχει εμπνεύσει πολλές φορές μουσουργούς.
Από το παραπάνω, σύντομο κείμενό του εμπνέεται ο Αndre Caplet το: "Conte Fantastique-Φανταστικό παραμύθι", μια σύνθεση για άρπα και κουαρτέτο εγχόρδων, που αρχικά τής είχε δώσει τον τίτλο "Legende".



Ο André Caplet γεννήθηκε στη Χάβρη το 1878 και έδειξε από μικρός τη μουσική του μεγαλοφυία. Εννιάχρονος κέρδισε το 1ο βραβείο στο βιολί και πριν συμπληρώσει τα δώδεκα έγινε ενεργό μέλος της Ορχήστρας του θεάτρου της Χάβρης !
Περισσότερο εντυπωσιακό είναι το ότι κέρδισε το το Prix de Rome με την καντάτα του "Myrrha", όταν στον μέγα Ραβέλ την ίδια χρονιά απονεμήθηκε το 3ο βραβείο!

Η ΣΥΝΘΕΣΗ:

Ο Caplet "απελευθερώνει" την άρπα από τον παραδοσιακό της ρόλο που είναι καθαρά διακοσμητικός και πολύχρωμος, καθώς συνδέεται με την έκφραση του ονείρου και των αιθέριων υπάρξεων.
Έτσι, εμπιστεύεται στο ηχόχρωμά της επεισόδια με έντονη δραματικότητα αλλά και φρίκη από την θανατηφόρα επιδημία.Τής αναθέτει την έκφραση του προσωποποιημένου "Κόκκινου Θανάτου". Glissandi και ιδιαίτερες αρμονίες αποτελούν τα μουσικά εφέ για πρόκληση αγωνίας και τρόμου.

"The Masque of the Red Death", Χάρι Κλάρκ , 1919
Εικονογράφηση για το διήγημα του Πόε

Ο συνθέτης στην παρτιτούρα σημειώνει την ένδειξη "haletant-χωρίς ανάσα", προτρέποντας τον αρπιστή να εκτελέσει την άρπα ως πνευστό όργανο, που η πνοή του θα διακοπεί απότομα, όταν μετά τα αρχικά μέτρα η μελωδική γραμμή κατακλύζεται από ταχείς αρπισμούς.
Τολμηροί χρωματισμοί που θυμίζουν Ντεμπισί (οι δυο μουσουργοί ήταν καρδιακοί φίλοι), αλλά και Σαίνμπεργκ.
Η εικόνα του "κόκκινου θανάτου" ζωγραφίζεται μουσικά στη τρίτη φράση της άρπας με χρήση στο μοτίβο της, δέκα από τις δώδεκα νότες της χρωματικής κλίμακας.

Η μελωδία άλλοτε έντονη, ζοφερή, δυσοίωνης υφής με αποκορύφωμα όταν από την άρπα ακούγονται οι 12 χτύποι του ρολογιού που σημαίνουν μεσάνυχτα και συγχρόνως την άφιξη του κόκκινου θανάτου.
O André Caplet υπογραμμίζει τη φρίκη, και το έντονο δραματικό στοιχείο της αφήγησης του καταραμένου ποιητή. Οι φωνές των ηρώων του Πόε εκφράζονται στα μουσικά όργανα που δονούνται από αγωνία και τρόμο, σπαραχτικά και βαθιά ανθρώπινα.



Η πρεμιέρα του "Conte Fantastique" έγινε το 1923 στο Παρίσι, από το κουαρτέτο του Gaston Poulet και την περίφημη βιρτουόζο της άρπας, Micheline Kahn, στην οποία αφιερώθηκε η σύνθεση.

Θα το ακούσουμε με την Lily Laskine στην άρπα, μια από τις σημαντικότερες αρπίστριες του 20ου αι, απολύτως αφοσιωμένη στο όργανο, για το οποίο -όπως έλεγε- "αξίζει κάθε θυσία, ακόμα και τη θυσία μιας ανέμελης παιδικής ηλικίας"!

 Εικονογράφηση για το διήγημα του Πόε: "The Masque of the Red Death", Χάρι Κλάρκ , 1919

Αndre Caplet: "Conte Fantastique"/ Άρπα:Lily Laskine:


Παλαιότερα κείμενά μου για τον Εντγκαρ Άλαν Πόε μπορείτε να διαβάσετε επίσης:

Πόε και Άναμπελ Λη

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Πόε: "Η Πτώση του Οίκου των Άσερ" , μουσικές εμπνεύσεις...

 

Διακόσια οκτώ χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη γέννηση του Edgar Allan Poe, του μεγάλου αλλά αμφιλεγόμενου συγγραφέα-ποιητή, της κατηγορίας των "καταραμένων", καθώς τα κείμενά του είναι σκοτεινά, μυστηριακά και με διάχυτη τη χαρακτηριστική μεταφυσική ατμόσφαιρα.

Ένα από τα έργα, που σκιαγραφεί το μοναδικό, αξεπέραστο, αισθητικό και λογοτεχνικό κόσμο του Έντγκαρ Άλαν Πόε, και φωτίζει με τον καλύτερο τρόπο τη σκοτεινή ψυχή του είναι η "Πτώση του Οίκου των Άσερ".

Γραμμένο στα 1839, το διήγημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε περιοδικό της Φιλαδέλφειας και λέγεται ότι ο μεγάλος συγγραφέας και ποιητής άντλησε έμπνευση από τον θρύλο που περιστρέφεται γύρω από την κατοικία του Hezekiah Usher, του πρώτου εκδότη και βιβλιοπώλη της βρετανικής Αμερικής, όπου σύμφωνα με τον μύθο θάφτηκαν ζωντανοί η νεαρή γυναίκα του ιδιοκτήτη και ο εραστής της. Όταν το σπίτι κατεδαφίστηκε, το 1830, δύο σώματα βρέθηκαν αγκαλιασμένα στο κελάρι.


Η ιστορία έχει  πλούσια γοτθική ατμόσφαιρα, είναι μυστηριώδης και μελαγχολική...
Ο Πόε στις αράδες του εναρμονίζει αριστοτεχνικά στοιχεία δεισιδαιμονίας με αναφορές σε αγγέλους και δαίμονες, την πνευματική και σωματική αρρώστια  με την αλλοίωση της αρχικής ταυτότητας, και τέλος, τον εν ζωή ενταφιασμό μιας γυναίκας που πεθαίνει και έπειτα παραβιάζει το μνήμα.  

Η ποιητική απόλαυση συνταιριάζεται με συναισθήματα αγωνίας και τρόμου, το φυσικό ανακατεύεται με το αφύσικο, το ίδιο η αλήθεια με την ψευδαίσθηση, κάνοντας τον αναγνώστη μάρτυρα μακάβριων γεγονότων.


Harry Clark: "The Fall of the House of Usher
(Illustration for Tales of Mystery by Edgar Allan Poe)


(Aπόσπασμα...)

"Ο ιδιοκτήτης του του θλιβερού αρχοντικού, ο Ρόντρικ Άσερ, ήταν παιδικός μου φίλος, αλλά είχαμε πολλά χρόνια να ιδωθούμε. [...]Ο φίλος μου μιλούσε για κάποια σοβαρή σωματική ασθένεια, που συνοδευόταν από μια διανοητική διαταραχή, και για το διακαή του πόθο να με δει – μιας και ήμουν ο καλύτερος και μάλλον ο μοναδικός στενός του φίλος, ελπίζοντας πως με την ευχάριστη συντροφιά μου θα ξεπερνούσε κάπως την αρρώστια του
[...]
Όταν σήκωσα τα μάτια μου απ’ τη λίμνη και κοίταξα το ίδιο το σπίτι, είχα μια παράξενη παραίσθηση, μια παραίσθηση τόσο γελοία, που πρέπει να την αναφέρω, για να δείξω πόσο πολύ είχα επηρεαστεί απ’ αυτό το συναίσθημα που με βάραινε. Η φαντασία μου είχε δουλέψει τόσο, ώστε να πιστέψω ότι ολόκληρη η έπαυλη και η περιοχή γύρω της τυλιγόταν σ’ ένα σύννεφο που δεν είχε καμιά σχέση με τον ουρανό, αλλά που αναδυόταν απ’ τα σαπισμένα δέντρα, απ’ τον γκρίζο τοίχο που περιέβαλε το σπίτι κι απ’ τη σιωπηλή λιμνούλα – ένας ατμός νοσηρός, βαρύς και μυστηριώδης, που μόλις και διακρινόταν από το μολυβένιο του χρώμα.
[...]
Βρέθηκα σ’ ένα δωμάτιο ευρύχωρο και ψηλοτάβανο. Τα παράθυρα ήταν μακρόστενα με μυτερή κορυφή και απείχαν τόσο πολύ απ’ το μαύρο δρύινο πάτωμα, που ήταν αδύνατο να τα φτάσει κανείς από μέσα. Οι αδύναμες πορφυρές αχτίνες του σούρουπου τρύπωναν απ’ τις γρίλιες και φώτιζαν αρκετά τα πιο εμφανή αντικείμενα του χώρου· όμως, το μάτι δεν μπορούσε να διακρίνει τις πιο μακρινές γωνιές του δωματίου ή τις εσοχές της θολωτής, ξεθωριασμένης οροφής. Στους τοίχους κρέμονταν σκούρες κουρτίνες. Τα έπιπλα ήταν βαριά, άβολα, πολυκαιρισμένα και ξεφτισμένα. Τριγύρω ήταν σκορπισμένα πολλά βιβλία και μουσικά όργανα, που, όμως, δεν πρόσθεταν καμιά ζωντάνια στο σκηνικό. Ένιωθα σαν ν’ ανέπνεα έναν αέρα θλίψης. Όλο το δωμάτιο ήταν φορτισμένο με μια βαριά ατμόσφαιρα βαθιάς και αγιάτρευτης μελαγχολίας..."

(Ε. Α. Πόε: "Πτώση του Οίκου των Άσερ", μτφ. Ντενίζ Ρώντα, εκδ. Παπαδόπουλος)


1. Το έργο του Πόε είχε γοητεύσει και τον Κλωντ Ντεμπισί. Ο συνθέτης είχε μελετήσει αρκετά από τα γραπτά του συγγραφέα μέσω  των μεταφράσεων του Μπωντλαίρ. 

Μεταξύ των ετών  1908 - 1917 δούλεψε πάνω στο διήγημα  "Η Πτώση του Οίκου των Άσερ" γράφοντας ο ίδιος το λιμπρέτο για μια μονόπρακτη όπερα σε δυο σκηνές, που όμως έμεινε ανολοκλήρωτη. 

Τόσο πολύ ο Ντεμπισί είχε μπεί στην ατμόσφαιρα του Πόε, που δήλωνε πως "υπήρχαν στιγμές που έχανε  την αίσθηση του τόπου και του χρόνου και έλεγε πως δεν θα του προκαλούσε έκπληξη αν  η αδερφή του Ρόντρικ Άσερ ερχόταν σπίτι του και κάποια στιγμή φανερωνόταν μπροστά του..."

Τόσο αφοσιωμένος ήταν ο Ντεμπισί στη σύνθεση, που είχε ταυτιστεί με τον ήρωά του πιστεύοντας πως έχει υποστεί νευρασθένεια. Βέβαια τα παθολογικά προβλήματα που εμφανίζονταν είχαν να κάνουν με τον καρκίνο που τον είχε χτυπήσει και τελικά εξαιτίας του έχασε τη ζωή του το 1918 αφήνοντας την όπερα ημιτελή.


Στην εποχή μας υπήρξαν αρκετές προσπάθειες ανακατασκευής και συμπλήρωσης της όπερας από διάφορους συνθέτες.

Τα μέρη:

Prélude - Scène 1. Dans nos  vertes vallées

Scène  2. Madeline, Madeline - Tout à l’heure

Θα ακούσουμε την εκδοχή του χιλιανού, Juan Allende-Blin σε εκτέλεση από την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Μόντε Κάρλο υπό την μπαγκέτα του Georges Prêtre:

Debussy: "La chute de la maison Usher"


2. Επίσης από το ίδιο διήγημα του Πόε εμπνεύστηκε ο Νικίτα Κόσκιν το ομώνυμο δημοφιλέστατο έργο του για κιθάρα: "Usher Waltz" γραμμένο για τον κιθαρίστα φίλο του, Vladislav Blaha. 

Ο ρώσος δημιουργός, ένας συνθέτης με αστείρευτη πηγή έμπνευσης και κιθαριστικής τεχνοτροπίας και τεχνικής, είχε δωδεκάχρονος διαβάσει το διήγημα του Πόε που φαίνεται να τον επηρέασε βαθιά. Ιδιαίτερα τον συνεπήρε το απόσπασμα στο οποίο ο κύριος χαρακτήρας αυτοσχεδιάζει ένα βαλς πάνω σε ένα θέμα του Βέμπερ:

"Για αρκετές μέρες μετά, το όνομά της δεν αναφέρθηκε ούτε από τον Άσερ, ούτε από μένα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ασχολήθηκα σοβαρά να μετριάσω τη μελαγχολία του φίλου μου. Ζωγραφίζαμε και διαβάζαμε μαζί, ή άκουγα, σαν σε όνειρο, τους άγριους αυτοσχεδιασμούς του στην κιθάρα. Και όσο διείσδυα στο εσωτερικό των σκέψεων του, τόσο πιο πικρά αντιλαμβανόμουν τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας να τον απεγκλωβίσω από τα όποια σκοτάδια του...[...]
Τα μακρά αυτοσχέδια μοτίβα του θα χτυπούν για πάντα στ' αυτιά μου[...]μοναδική διαστροφή μιας άγριας μελωδίας του τελευταίου βαλς του φον Βέμπερ."


Το ρομαντικό θέμα του Κόσκιν αντικατοπτρίζει τον παρανοϊκό τρόπο που ο Άσερ παίζει την κιθάρα του, αλλά και τη διάθεση της ιστορίας στο σύνολό της.
Η σύνθεση ολοκληρώνεται με μια ζοφερού ύφους coda.

Nikita Koshkin: "Usher Waltz"


3. Μία από τις λιγότερο γνωστές όπερες του Φίλιπ Γκλας είναι εμπνευσμένη από το διήγημα τρόμου του Πόε: "The Fall of the House of Usher", που συνέθεσε το 1987 σε λιμπρέτο του Αrthur Yorinks, ο οποίος εκτός των βασικών χαρακτήρων του πονήματος του Πόε προσθέτει και τον ίδιο τον Πόε σε ρόλο σχολιαστή των δρωμένων.


4. Tέλος μια οργανική σουίτα εμπνευσμένη από το διήγημα:  "Η Πτώση του Οίκου των Άσερ" του Πόε μάς δίνει το βρετανικό ροκ συγκρότημα The Alan Parsons Project στο άλμπουμ τους: "Tales of Mystery and Imagination" πάνω σε ιστορίες τρόμου και ποίησης του Πόε. Στο Prelude αφηγείται ο Όρσον Γουέλς.



Μπορείτε να διαβάσετε και άλλα άρθρα για τον Πόε. Περιηγηθείτε στο μπλογκ... 

Πόε και Άναμπελ Λη
Ο Πόε και το κοράκι του
Πόε-Ραχμάνινοφ και "Καμπάνες"
Πόε και Ίσραφελ
Πόε, έμπνευση για τον Γκωγκέν
Poe- Caplet: Φανταστικό παραμύθι για τη "Μάσκα του κόκκινου θανάτου"









Azy Gouziou (Άζη Γουζίου)19 January 2021 at 09:24

Μυστηριώδη, τρομώδη με μεγάλη δόση αγωνίας τα έργα του Έντγκαρ Άλαν Πόε που τιμάς την γέννησή του σήμερα, Ελπίδα μου! Και τα τρία μουσικά έργα, εμπνευσμένα απ' το έργο του "Πτώση του Οίκου των Άσερ" μεταφέρουν στον ακροατή αυτά τα συναισθήματα τρόμου! Ο Πόε υπήρξε πηγή έμπνευσης και για πολλούς μυθιστοριογράφους του είδους μετά από αυτόν όπως τον Λάβκραφτ, τον Ντόυλ και άλλους. Ευχαριστούμε πολύ, γλυκιά μου Ελπίδα για την τόσο κατατοπιστική εξιστόριση της "Πτώσης του Οίκου των Άσερ" που δεν έχω διαβάσει και όλο το αναβάλλω διαβάζοντας άλλα βιβλία.
Καλό βράδυ αγαπημένη μου! ❤
ReplyDelete

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

"Ποτέ πια"...: μια επωδός-έμπνευση!



Paul Gauguin: "Nevermore"


"Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
και στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !"

(Εντγκαρ Άλαν Πόε)



Γκωγκέν: Αυτοπροσωπογραφία
Την πολυτέλεια μιας άγριας ομορφιάς θέλει να απεικονίσει στον πίνακα "Nevermore" ο γάλλος μετα-ιμπρεσσιονιστής ζωγράφος Πωλ Γκωγκέν.
Ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών, ο Γκωγκέν, που γεννήθηκε σαν σήμερα 7 Ιουνίου του 1848, χρησιμοποιεί τη ζωγραφική ως μέσο επίλυσης των προσωπικών γρίφων του, ψάχνει μέσω αυτής απαντήσεις στις πνευματικές ανάγκες του.

Το εικαστικό του "Nevermore", παρουσιάστηκε σε ένα δείπνο στο Παρίσι το 1895 λίγο πριν την oριστική αναχώρηση του καλλιτέχνη για την Πολυνησία.
Η γυμνή "Pahura"(γυναίκα ή ερωμένη του από την Ταϊτή) ξαπλωμένη ηδονικά με τη σκούρα, λάγνα σάρκα της παντελώς ακάλυπτη, αναδύει όλη την ένταση της επιθυμίας, τη φλόγα της λαχτάρας για τη γνωριμία του ζωγράφου μ' ένα νέο κόσμο και τον πρωτογονισμό του!

Στο σκοτεινό φόντο δυο φιγούρες συνομιλούν.
Το μαξιλάρι σε μια λαμπρή ώχρα,  συναρπάζει μυστηριωδώς.
Στο περβάζι του παραθύρου ένα κοράκι, εντείνει το αινιγματικό και δυσεξήγητο στους δρόμους αναζήτησης από τον θεατή που αναρωτιέται: "Πρόκειται για πόθο ή για φόβο κι ανησυχία;"

Η βάρβαρη αίγλη παρελθόντων χρόνων, λουσμένη σε χρώματα σκόπιμα μελαγχολικά και θλιμμένα.
Γοητευτικός ρεαλισμός, μια ρομαντική φαντασία του Γκωγκέν, που ερμηνεύει συνειδητά την αθλιότητα του περιβάλλοντός του.

Αν και ο Γκωγκέν ποτέ δεν παραδέχτηκε πως το "πουλί του διαβόλου" έχει ομοιότητες με τη δυσοίωνη ποιητική δημιουργία του καταραμένου Έντγκαρ Άλαν Πόε, η επιγραφή επάνω αριστερά με τη γνωστή επαναλαμβανόμενη φράση από το περιβόητο "ΚΟΡΑΚΙ": "Nevermore-Ποτέ πια", αποτελεί σαφή αναφορά στο ποίημα.
Εξάλλου και η παρουσίαση του εικαστικού συνοδεύτηκε και με απαγγελία του ποιήματος.


Fr. Delius
Ο πίνακας αγοράστηκε για 500 φράγκα από τον άγγλο συνθέτη Φρέντερικ Ντήλιους, που εκείνη την εποχή ζούσε στο Genz, μια περιοχή έξω από το Παρίσι, σε μια δημιουργική, καλλιτεχνική του περίοδο, στην οποία είχε συμβάλει και η φιλική σχέση που είχε αναπτύξει με προσωπικότητες της Τέχνης, ανάμεσά τους και ο Πωλ Γκωγκέν.

"Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου..."

Σκοτεινιά, μυστήριο, θλίψη ανάκατη με προσδοκώμενη ευτυχία κι ανάσασμα, τα συναισθήματα. Συναισθήματα,  που εντείνονται κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου.
Με τη ματιά να παρατηρεί το πολύτιμο απόκτημά του και την επιγραφή του "Ποτέ πια", στροβιλίζουν στο νου και την ψυχή του Ντήλιους σκόρπια μουσικά μοτίβα, που αργότερα θα χρησιμοποιήσει στην "3η Σονάτα του για βιολί και πιάνο".

Ένα έργο απαιτητικό, και τεχνικά και εκφραστικά σε τρεις κινήσεις:
I. Slow,
II. Andante scherzando και
III. Lento - Cοn moto.

Ιδιαίτερα το πρώτο μέρος του (Slow), αντικατοπτρίζει όλη εκείνη τη θλίψη, τoν ψυχικό μαρασμό, τη φρίκη και τον αποτροπιασμό που γεννά ο πόλεμος...
Aπερίγραπτα πειστικός ο μουσικός διάλογος σε ό,τι στοχεύει ο συνθέτης...
Με μια νοσταλγική έκσταση, μια ελπίδα για ανάκτηση του χαμένου παραδείσου...
Η μουσική τροφοδοτεί με αυτονόητο τρόπο την ερμηνεία των στοχασμών...



Στο πορτρέτο του Ντήλιους φιλοτεχνημένο από την σύζυγό του ζωγράφο, Jelka Rosen-Delius, ο  συνθέτης ποζάρει μπρος από το εικαστικό απόκτημά του, το "Nevermore" του Γκωγκέν:


απροσδιόριστος


Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

"Εντγκαρ Άλαν Πόε-Ίσραφελ

 


"...και ο άγγελος, που είναι σα λαούτο η καρδιά του 
και που'ναι ο πιο μελίρυτος από τα θεϊκά τα πλάσματα..."


"Israfel", από εικονογράφηση του Edmund Dulac

Αυτά τα λόγια είναι απ'το Κοράνι κι αναφέρονται στον άγγελο Ίσραφελ, τον άγγελο  της μουσικής, που θα φυσήξει την τρομπέτα του, προσκλητήριο την Ημέρα της Κρίσης.Στην ισλαμική παράδοση πιστεύεται ότι έχει σταλεί, μαζί με άλλους τρεις αρχάγγελους, για να συλλέξει τη σκόνη από τις τέσσερις γωνιές της γης.

Διαθέτει τέσσερα φτερά, τόσο ψηλά,  ώστε είναι σε θέση να φτάνει από τη γη  τους πυλώνες του Ουρανού.
Είναι ο άγγελος-άρχοντας της μουσικής, τραγουδά ύμνους στο Θεό σε χίλιες διαφορετικές γλώσσες και η αναπνοή του χρησιμοποιείται για να δίνει ζωή!


Από τον Ίσραφελ εμπνέεται το ομώνυμο ποίημά του ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (γεννήθηκε σαν σήμερα 19 Ιανουαρίου του 1809)ο μεγάλος αλλά αμφιλεγόμενος συγγραφέας-ποιητής, της κατηγορίας των "καταραμένων", καθώς τα κείμενά του είναι σκοτεινά, μυστηριακά και με διάχυτη τη χαρακτηριστική μεταφυσική ατμόσφαιρα.


Εκεί ψηλά στον Ουρανό οικεί
άγγελος με λαγούτο τη καρδιά
και λέει ο θρύλος πως κανείς
δεν ημπορεί στη μελωδιά να παραβγεί
τον Ισραφέλ. Και τ' άστρα ακόμα
παύουν τον ύμνο και βουβά
ακούν τη μαγική του τη φωνή.

Τρεμίζοντας επάνω η σελήνη,
ολόγιομη κι ερωτευμένη, ντροπαλή,
ερυθριά, τον ύμνο σαν ακούει
του ερυθρού λαμπρού αγγέλου
(μαζί με τις εφτά γοργές Πλειάδες)
που παύει στη Παράδεισο.

Και λένε τάχα (ο χορός των αστεριών
και όποιος άλλος τον ακούει)
πως του Ισράφελ 'νάφτουνε φωτιές,
απ' το λαγούτο που κρατά
σαν παίζει και σαν τραγουδά,
απ' τη ζωή που θάλλει χαρωπά
σ' αυτές τις ασυνήθιστες χορδές.

Και όπου στα ουράνια ύμνησε
κει που 'ναι χρέος ιερό οι στοχασμοί,
κει που ο Έρωτας πυργώνεται Θεός
κι όπου λαμποκοπάνε τα Ουρί,
τα έντυσε μ' όλην αυτή την ομορφιά,
που μεις θαυμάζουμε σαν άστρου αναλαμπή!

Κι έτσι σωστά περιφρονείς
τα αδειανά τραγούδια,
Ισράφελ βάρδε μας σοφέ,
δάφνες ανήκουνε σ' εσέ,
πάντα να ζεις, να 'σαι καλά
επί πολύ και πάντα ευτυχής.

Πάνω κι από εκστάσεις φλογερές
πα' στα δικά σου μέτρα περαστές,
-το μίσος, θλίψη, αγάπη και χαρά-
με του λαγούτου σου τη μαγικήν ισχύ
κάνεις και τ' άστρα ν' απομείνουν σιωπηλά.

Ναι ο Παράδεισος σ' ανήκει, μα εδώ
είναι ο κόσμος μας γλυκύς μα και πικρός,
τα λούλουδα μας είναι λούλουδα απλώς,
ακόμα κι η δικη σου συννεφιά σαφώς,
λιακάδα και χαρά Θεού είναι για μας.

Αν μπόραγα εγώ να κατοικώ,
εκεί που ο άγγελος διαμένει
κι εκείνος κατοικούσε εδώ,
δεν θα μπορούσε πια να παραβγαίνει
το πάθος από το λαγούτο το θνητό,
που στα Ουράνια με οργή θα στέλνει.


"Israfel", Illustrated: W. Heath Robinson


Το 1976 με αφορμή τον εορτασμό της ιστορίας  του αμερικανικού έθνους ανατέθηκε στον Λέοναρντ Μπερνστάιν να συνθέσει κάτι σχετικό.
Ετσι,σχεδιάζει ένα κύκλο τραγουδιών για έξι τραγουδιστές και ορχήστρα με τον τίτλο "Songfest", όπου ο Μπερνστάιν παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα του καλλιτεχνικού παρελθόντος της Αμερικής, όπως φαίνεται μέσα από τα μάτια ενός σύγχρονου καλλιτέχνη. 



Ο συνθέτης οραματίζεται αυτή την εικόνα μέσα από τα λόγια 13 ποιητών.
Το θέμα της ποίησής τους σχετίζεται με τις εμπειρίες του συνθέτη, όπως η δημιουργικότητά του, τα συναισθήματα ή τα προβλήματα των μειονοτήτων μέσα σε μια ριζικά πουριτανική κοινωνία.


Το "Songfest" περιλαμβάνει 12 μέρη από 13 ποιήματα αμερικανών, που εκτελούνται σε διάφορους συνδυασμούς φωνών.
Τελευταίο ποίημα αυτού του κύκλου αποτελεί το "Israfel" του Πόε, στο οποίο ο ποιητής ψάλλει παιάνες κι εγκωμιάζει το αθάνατο πνεύμα του  αγγέλου της μουσικής, ενώ παραδέχεται το αναπόφευκτο της θνησιμότητάς του!





"Ποιανού η καρδιά δονείται σαν λαούτο;
κανείς δεν τραγουδά με τόσο άγρια ομορφιά
όσο ο Ισραφελ, ο άγγελος
κι όπως λέει ο θρύλος 
ζαλίζονται τ' αστέρια
απ΄τη φωνή του  κι όλα σιωπούν!
Όλα γκρεμίζονται στ'απομεσήμερο!
απ'την αγάπη, γίνεται κόκκινο 
το  'ρωτευμένο φεγγάρι
ενώ σιγούνε για ν'ακούσουν Πλειάδες και Αυγερινός ..."

(Μια προσωπική ελεύθερη απόδοση της αρχής του ποιήματος)

"Israfel" , HUGO STEINER-PRAG


Ο Ίσραφελ είναι άγγελος συμπονετικός, με προθυμία πάντα να καθοδηγεί και να προσφέρει αγάπη σε όσους αισθάνονται χαμένοι και εγκαταλελειμμένοι... Είναι εκείνος, που φέρνει πίσω τη χαρά και το γέλιο στους απελπισμένους.
Εμπνέει ν' αγαπάμε τον εαυτό μας και να έχουμε πίστη.
Ο Ίσραφελ είναι ο προστάτης άγγελος, ο διασκεδαστής, που φέρνει στην ανθρωπότητα το δώρο της μουσικής και μαζί μ' αυτό τη χαρά που αναπόφευκτα ακολουθεί.
Ο Άγγελος των μουσικών και όσων ασχολούνται με την ομορφιά, είτε πρόκειται για την ομορφιά στην τέχνη ή την ομορφιά της ζωής...







"Καμπάνες": Πόε-Ραχμάνινοφ

 



(Για τα γενέθλια του αμφιλεγόμενου συγγραφέα-ποιητή, Εντγκαρ Αλαν Πόε)

Γεννημένος σε μια χειμωνιάτικη αυγή της 19ης Ιανουαρίου 1809, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε πέρασε από τον κόσμο σαν σκιά ανήσυχη και ανυπότακτη.

Ορφανός νωρίς, περιπλανώμενος ανάμεσα στη φτώχεια, την απώλεια και την εμμονή με το ωραίο και το φρικτό, σμίλεψε έναν λόγο όπου η ποίηση και ο τρόμος συνυπάρχουν αξεχώριστα. Υπήρξε συγγραφέας, ποιητής, κριτικός, μα πάνω απ’ όλα υπήρξε ερευνητής των σκοτεινών θαλάμων της ψυχής. Το έργο του, συχνά παρεξηγημένο και αμφιλεγόμενο όσο ζούσε, άσκησε βαθιά επιρροή στη λογοτεχνία, τη μουσική και την τέχνη του μέλλοντος.

Στην ποίησή του, οι λέξεις πάλλονται σαν καμπάνες που σημαίνουν τη γέννηση, την έκσταση, τον τρόμο και τον θάνατο, έναν κύκλο αδιάσπαστο, τελετουργικό. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που η φωνή του Πόε ταξίδεψε πέρα από γλώσσα και χρόνο για να συναντήσει τη μουσική του Ραχμάνινοφ. Από αυτή τη συνάντηση γεννήθηκαν οι "Καμπάνες", όπου ο ποιητικός λόγος μεταμορφώνεται σε ήχο και η ζωή αφηγείται τον εαυτό της από την πρώτη ασημένια δόνηση ως την έσχατη, βαριά ηχώ. Από δώ αρχίζει η ακρόαση…

Ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ συνθέτει την ομώνυμη χορωδιακή συμφωνία για σοπράνο, τενόρο, βαρύτονο, χορωδία και ορχήστρα, αποτελούμενο από 4 μέρη, όσα και τα μέρη του ποιήματος, που αντιπροσωπεύουν τέσσερις πτυχές της ζωής: γέννηση, γάμο, τρόμο και θάνατο.


Χειρόγραφες σελίδες από τις "Καμπάνες" του Πόε
Θα σας καλημερίσω με το 1ο, όπου υμνείται η γέννηση της ζωής.

"Άκου τα έλκηθρα με τα κουδουνάκια, 
τ΄ ασημένια κουδουνάκια!
Σαν τι κόσμους πασίχαρους δε λένε οι μελωδίες τους!
Πώς χτυπάν, χτυπάν, χτυπάν,
μέσ’ τον παγωμένον αέρα της νυκτός!
Ενώ τ΄ άστρα πασπαλίζουν
όλο τον ουρανό και λες σπιθοβολούν
από κρυστάλλινες χαρές,
κρατώντας το ρυθμό, ρυθμό, ρυθμό,
σα σ΄ ένα Ρουνικό ρυθμό,
μαζί με το τριγκίνισμα, που σκάει έτσι μουσικά
απ΄ των κουδουνιών τη σύχαρη βροντήν, 
ντιν, ντιν, ντιν, ντιν, ντιν, ντιν, 
απ΄ την κλαγγήν κι από των κουδουνιώνε τη βροντήν."


Στη σύνθεση του Σεργκέι Ραχμάνινοφ, στην έναρξη και αλλού, ακούγονται ήχοι κουδουνιών, τρίγωνα, τσελέστα και άρπα, που δίνουν την αίσθηση ήχησης εκκλησιαστικών καμπανών προσθέτοντας ιερότητα και κατανυκτικότητα στο έργο, αποδίδοντας εύστοχα τον ποιητικό λόγο.

Το πρώτο θέμα της κίνησης είναι ανάλαφρο, χαρούμενο και ζωηρό.


Το δεύτερο θέμα, που είναι μια παραλλαγή του Dies Irae, ψαλμωδία, πολύ πιο σκούρα, που έρχεται σε αντίθεση με το πρώτο θέμα κι εν γένει το μήνυμα του ποιήματος, αφού προσθέτει μια μελαγχολική απόχρωση σε μια κατά τα άλλα χαρούμενη κίνηση.
Όμως στη ρωσική μετάφραση των "Bells" του Πόε, ο μεταφραστής κινούμενος κάπως ελεύθερα, πρόσθεσε: "...ημέρες αυταπάτης η ανανέωση στην απόλαυση του ύπνου ". 
Αυτά τα λόγια, που εκτελούνται στο σόλο του τενόρου, μαρτυρούν τον θάνατο, άρα εύστοχα ο Ραχμάνινοφ χρησιμοποιεί τη μελωδία της νεκρώσιμης ακολουθίας, που αποτελεί πυρήνα των μερών του έργου προσθέτοντας την ιδέα του θανάτου και υποδεικνύοντας πως η ζωή είναι συνάρτηση του θανάτου, και ο θάνατος συνάρτηση της ζωής...

Η πρώτη κίνηση τελειώνει με τον ίδιο τρόπο που άνοιξε, με ήχους κουδουνιών, άρπα και τρίγωνο...με τη μουσική να οδηγείται σε μια εκστατική κορύφωση, με τα χάλκινα να πρωτοστατούν.

Ένας ιδιόρρυθμος ποιητής κι ένας  έξοχος μουσουργός, συνεργάζονται στις "Καμπάνες" , για να αποδείξουν πως θάνατος και ζωή συναντώνται στη αρχή και στο τέλος του ίδιου κύκλου...
Στον κύκλο της γέννησης και του θανάτου, που το πνευματικό σώμα, η ψυχή, είναι  εκείνη που παραμένει ανέπαφη..


Sergei Rachmaninoff: "The Bells"
Ist mov: "Allegro ma non tanto: "The Silver Sleigh Bells"

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Πόε:"Το Κοράκι"...Τραύμα ψυχής...μπορεί να ξορκιστεί από ένα "ποτέ πια";

 


"Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
“Κανένας ξένος”, σκέφτηκα “οπού χτυπά τη πόρτα,
τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ’ άλλο”.

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
για πάντα ούτε όνομα"

Ένα από τα δημοφιλέστερα ποιήματα του Πόε, του μεγάλου, αλλά αμφιλεγόμενου συγγραφέα-ποιητή, της κατηγορίας των "καταραμένων", είναι το "Κοράκι", που δημοσιεύτηκε σαν σήμερα 29 Γενάρη 1845.
Ένα ποίημα σκοτεινό, μυστηριακό και με διάχυτη τη χαρακτηριστική μεταφυσική ατμόσφαιρα των ποιημάτων του Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Η αρχή και η γέννηση του ποιήματός του εντοπίζεται στο όνομα Λεονόρα και το χαμό της.
Η απώλειά της είναι που κατατρύχει τον ποιητή-αφηγητή.
Το ποίημα περιγράφει την επίσκεψη, που δέχεται ο ερωτευμένος άνδρας, από κάποιο μυστήριο κοράκι, που μιλάει...
Ο διάλογος μαζί του σε συνδυασμό με το θρήνο, ολισθαίνει αργά τον αφηγητή στην τρέλα.
Το κοράκι κάθεται σε μια προτομή της Αθηνάς και φαίνεται να υποκινεί περισσότερο την απελπισία του με τη συνεχή επανάληψη της φράσης "Ποτέ πια - Nevermore"


"Quoth the Raven "Nevermore."
...
   With such name as "Nevermore."
...
   Then the bird said "Nevermore."
...
  Shall be lifted—nevermore!"

  "THE RAVEN BY POE" by karo-design

Και τ’ αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ’ άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: “Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου
αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι”.

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
“Κύριε” είπα, “ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα”
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ’ άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι “Ελεονόρα” μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που ‘βγαινε απ’ τα ανοιχτά μου χείλη.
Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ’ άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
“Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ’ άλλο.
--



Γιατί όμως  κοράκι;

Aς προσπαθήσουμε να δώσουμε μιαν απάντηση σ'αυτό το ερώτημα...

Τα κοράκια μπορούν να εκπαιδευτούν στην ομιλία, αφού εξημερώνονται πολύ εύκολα και μαθαίνουν να ζουν με τον άνθρωπο.
Μάλιστα την εποχή του  Μεσαίωνα σε πολλούς Πύργους στην Ευρώπη εκτρέφονταν και διατηρούνταν κοράκια όπου σε πολλές περιπτώσεις ήταν και προσωπικοί φύλακες των ιπποτών.
Ας μην ξεχνάμε και το θρύλο, που περιβάλλει τα κοράκια του Πύργου του Λονδίνου.

Στην Αρχαιότητα δε, οι Έλληνες έτρεφαν ιδιαίτερη αγάπη στο πτηνό αυτό, που το είχαν αφιερώσει στο θεό Απόλλωνα.




Άλλο παράδειγμα που διδαχτήκαμε στο μάθημα των Θρησκευτικών είναι πως το κοράκι είναι το πρώτο πουλί, που απελευθερώθηκε μετά τον κατακλυσμό του Νώε και μάλιστα δεν ξαναγύρισε, αφού βρήκε αμέτρητα πτώματα, καθώς έχει τη φήμη πως απολαμβάνει το θάνατο.
Γι'αυτό και στο Μωσαϊκό νόμο ο κόρακας θεωρείται "ακάθαρτο ζώο".



‘Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
“Χωρίς λοφίο”, ρώτησα, “κι αν είν’ η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου!”
Και το κοράκι απάντησε: “Ποτέ από ‘δω και πια”.

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
“Ποτέ πια”.

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να ‘ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: “Ποτέ πια”, γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
“Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις”.
Μα το πουλί απάντησε: “Ποτέ από δω και πια”.





Τα μαύρα, σκοτεινά φτερά των κορακιών υπαινίσσονται τη  μελαγχολία και τη θλίψη ...


Ήταν όμως και αγγελιοφόροι των θεών...

Κοράκι ήταν, που πρόλαβε τα νέα στην Αθηνά, όταν η Άγλαυρος με τις άλλες δυο αδερφές της Κεκροπίδες άνοιξαν το πανέρι, που μέσα ήταν κλεισμένος ο καρπός του έρωτα της θεάς με τον Ήφαιστο, Εριχθόνιος.






Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ‘πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
“Σίγουρα” σκέφτηκα, “αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ’ το τραγούδι
που θα ‘λεγεν ολημερίς και του ‘καμε να λέει
λυπητερά το “Ποτέ πια” για τη χαμένη ελπίδα”.

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
“Ποτέ Πια!”.

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει
πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να ‘ταν μυρωμένος
από ‘να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ’ αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
“Ναυαγισμένε” φώναξα, “αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ’ το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε”. Και το Κοράκι είπε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

Εικονογράφηση: Gustave Doré




"...και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,

επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα..."



Η  μυθολογία πάλι μας μαθαίνει πως η θεά Αθηνά-Παλλάδα ενσαρκώνει τη σοφία.

Γι'αυτό και ο ποιητής τοποθετεί το πουλί πάνω στην προτομή της.
Κουρνιασμένο στο μπούστο της "σοφής"  Παλλάδας Αθηνάς, υπονοεί πως ο αφηγητής είναι ένας διανοούμενος.







Είπα: “Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ’ άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!”, μα κείνο απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

“Προφήτη”, είπα, “δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ’ ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν’ αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα”;
Και το κοράκι απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

“Ας γίν’ η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις”,
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
“Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ’ ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν’ αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ’ απ’ τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που ‘χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!”
Και το Κοράκι απάντησε:
“Ποτέ από δω και πια!”.

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ από δω και πια!

(Μετάφραση: Κ.Ουράνης)

Le Corbeau-Eduard Manet

"Et le Corbeau, sans voleter, siège encore - siège encore
sur le buste pallide de Pallas, juste au-dessus de la porte
de ma chambre, et ses yeux ont toute la semblance des
yeux d'un démon qui rêve, et la lumière de la lampe
ruisselant sur lui,projette son ombre à terre; et mon âme,
de cette ombre qui gît flottante à terre, ne s'élèvera
- jamais plus!"

(Stéphane Mallarmé)


Το 1875 το "Κοράκι" του Πόε μεταφράστηκε στα γαλλικά ("Le Corbeau ") από τον Στεφάν Μαλλαρμέ.
Την εικονογράφηση του βιβλίου είχε κάνει ο ζωγράφος Εντουάρ Μανέ.



Από το ποίημα και την επαναλαμβανόμενη επωδό "Νevermore" ο Φρέντυ Μέρκιουρι με τους  Queen εμπνέονται το 1974 το ομότιτλο τραγούδι τους.
Mια επαναλαμβανόμενη επωδός, ένα "ποτέ πια!", που είναι η λύση της πνευματικής εξίσωσης με άγνωστο χ τον Πόε!



Το κοράκι, σύμφωνα με το μύθο ήτανε άσπρο.Ομως, ο Απόλλωνας είναι εκείνος που θα το μεταμορφώσει σε κατράμι γιατί του έφερε δυσάρεστα μηνύματα.

Στην πρώτη εκδοχή το κοράκι ανήγγειλε στον Απόλλωνα ότι ο Δίας είχε κατακεραυνώσει τον Ασκληπιό, τον γιο που είχε αποκτήσει από την Κορωνίδα.
Στη δεύτερη,  τον γάμο της αγαπημένης του Κορωνίδας, με τον Αλκυονέα.
Είδηση μαύρη κι άραχνη...
Το πουλί πρόθυμο έφερε το κακό μήνυμα της απιστίας της αγαπημένης του.

Kύλικας :"Ο Απόλλωνας και ο κόρακας",450 π.Χ. Δελφοί, Αρχαιολογικό Μουσείο

 

Έτσι και το κοράκι του Πόε. Είναι πρόθυμο να παραδώσει το δυσάρεστο μήνυμα της απιστίας. Το μήνυμα του θανάτου, γιατί ο θάνατος είναι η  απόλυτη απιστία.

-----

Μια μετάφραση σε ελεύθερη απόδοση, που βρήκα πρόσφατα και μ'αρέσει πολύ είναι του  Γ. Β. Ιωαννίδη.
Έντονα λυρική, μα κυρίως ποτισμένη με τη μουσικότητα, που διακρίνει το αγγλικό κείμενο.

Διαβάστε το, συνοδεία μιας πολύ ταιριαστής, κατά τη γνώμη μου,  μουσικής του gothic ντουέτου "Nox Arcana" από το δίσκο τους "Shadow of the Raven":




ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ

Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.

Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.

Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.

Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !


Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια !


Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !

Εικονογράφηση: Gustave Doré
Τραύμα ψυχής...μπορεί να ξορκιστεί από ένα "ποτέ πια";

-----

"Φωτογραφία στον τοίχο, 
κραυγή με δίχως ήχο.
Κοράκι πεθαμένο, 
σοκάκι στοιχειωμένο"

Οι στίχοι είναι του Αλκίνοου Ιωαννίδη από το τραγούδι "Edgar Alan Poe" και το δίσκο του 1997 : "Ο ΔΡΟΜΟΣ, Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ"

"Καταραμένε φίλε μου
και άγιε αδελφέ μου..."

Ένα τραγούδι συγκλονιστικό, που γίνεται ακόμα συγκλονιστικότερο αν έχετε διαβάσει Πόε γιατί πολλοί από τους στίχους του είναι άμεσες παραπομπές σε διηγήματα και ποιήματά του.

Εφιάλτες τα όνειρά του
μηνύματα θανάτου.
Δυο μαύρα περιστέρια
του μάτωσαν τα χέρια.

Αίμα και τα γραφτά του
μα πότισαν κρυφά του
της ομορφιάς τη γλάστρα
για να φυτρώσουν τ’ άστρα.








http://www.poetryfoundation.org/poem/178713
http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/1206
http://www.nikostsintros.gr/?p=3742
http://karo-design.deviantart.com/art/THE-RAVEN-BY-POE-119965145
http://dreamended.deviantart.com/art/The-Raven-375393268
http://commons.wikimedia.org/wiki/File:The_Raven_(1884)_pg_49.jpg
http://www.pileface.com/sollers/spip.php?article1171








Unknown30 January 2015 at 01:00

Υπέροχη παρουσίαση με όλους τους συμβολισμούς , τους μυθολογικούς, θρησκευτικούς, κοινωνικούς σε μια άρτια δομημένη αφήγηση, που σε συνεπαίρνει στο χρώμα της απιστίας και στην αρπακτικότητα του θανάτου!! Μπράβο, Ελπίδα!! Ευχαριστούμε!ReplyDelete
Replies


ELPIDA NOUSA30 January 2015 at 01:39

Χαρούλα μου,ευχαριστώ σε!
Το ΚΟΡΑΚΙ είναι από τα ποιήματα του Πόε, που με συγκινεί το ίδιο κάθε φορά, που το διαβάζω.Προσπάθησα μέσα από τη λίγη γνώση που διαθέτω πάνω σε θρησκευτικά και μυθολογικά ζητήματα και την κάπως περισσότερη πάνω στα μουσικά να αποδώσω τους ποιητικούς συμβολισμούς με επίκεντρο το στοιχείο του θανάτου, αναπόφευκτη κατάληξη της ανθρώπινης ύπαρξης, που κανένα "ποτέ πια" δεν μπορεί να ξορκίσει, τελικά...
Ευχαριστώ και πάλι για την ανάγνωση και το σχόλιο!
Delete


Reply


Ioannis Rapitis4 May 2015 at 12:29

el cuervo en cualqier idioma es emocionante!
ReplyDelete
Replies


ELPIDA NOUSA10 November 2019 at 06:36

Estoy de acuerdo! GraciasDelete


Reply


Λινα11 November 2019 at 07:38

υπεροχο... με εχει συνεπαρει.. ευχαριστω Ελπιδα! <3ReplyDelete