Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκωγκέν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκωγκέν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2023

Ο Γκωγκέν, η "βάρβαρη" μουσική και ο πειραματισμός του Κραμπ...


Gauguin: "Musique Barbare"




"Δεν μου αρέσει η ζωή στην πρωτεύουσα. Μου ταιριάζει η ύπαιθρος[...]
Σ' αυτήν ανακαλύπτω το άγριο, το πρωτόγονο στοιχείο".
(Πωλ Γκωγκέν)


Paul Gauguin, self portrait
Ο σπουδαίος γάλλος ζωγράφος, γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου 1848. Υπήρξε δημιουργός που κατ'εξοχήν πειραματίστηκε με την τεχνοτροπία, το ύφος, τη χρήση των χρωμάτων και την εκφραστική ιδιαιτερότητα. Βαθιά επηρεασμένος από τα λογής καλλιτεχνικά ρεύματα θεωρείται εκπρόσωπος των μεταϊμπρεσιονιστών.

Η αγάπη για τη φύση και η τάση αναζήτησης του άγνωστου και πρωτόγονου, τού γέννησε τον συνεχή και διακαή του πόθο για απόδραση σε χώρες μακρινές, παρθένες, αμόλυντες από το πνεύμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Φυσιογνωμία ανήσυχη, ο Γκωγκέν γύρεψε την έμπνευση, τον τρόπο έκφρασης σε μέρη μακρινά, εξωτικά...Έτσι, αναζητώντας θρύλους, ήθη και αρχέγονες συνήθειες βρέθηκε στην Γαλλική Πολυνησία, διαμορφώνοντας εκεί την ιδιόμορφη καλλιτεχνική του συνείδηση.

Όποιος Ευρωπαίος είχε ταξιδέψει σε παρόμοιους τόπους όπως η Ταϊτή, χαρακτήριζε τη ζωή και τις συνήθειες των λαών που συναντούσε, "βάρβαρα και άγρια", με την σημασία του "μη εκλεπτυσμένου", του απολίτιστου. Ειδικότερα για τη μουσική, "βάρβαρη" ήταν η άγρια, θορυβώδης, η αποδιδόμενη από σκληρούς και διάφωνους ήχους, μουσική.
Βάρβαρη δηλαδή χαρακτηρίζει ο Ευρωπαίος την άγνωστη σ'αυτόν ηχητική έκφραση, που δεν φαίνεται καν να είναι μουσική, καθώς ηχεί δυνατή, ενοχλητική, φασαριόζικη σχεδόν ρυπαρή...

Όμως, στην ασυνήθιστη αντίληψη του καλλιτέχνη Γκωγκέν η ιδέα του "βάρβαρου" είχε μάλλον θετική απόχρωση...

Στη γλώσσα των κατοίκων της Πολυνησίας "Νοά" σημαίνει "άρωμα", και η επανάληψη δις της λέξης παίρνει τη σημασία του "μοσχοβολιστού". Οι σημειώσεις του Γκωγκέν στις οποίες περιγράφει τις εντυπώσεις του από την Ταϊτή πήραν αυτόν τον τίτλο: "Νοά Νοά", γιατί ο ζωγράφος ήθελε με τη διήγησή του να αποδώσει το άρωμα της χώρας. Να αφηγηθεί τα θαύματα, τα πρωτότυπα και μαγικά στοιχεία που ανακάλυψε εκεί. Στις σημειώσεις του αυτές, με ζεστό, ανθρώπινο λόγο καταθέτει τον παθιασμένο αγώνα του για εσωτερική αρμονία που εξέφρασε και στον καμβά.


Γράφει λοιπόν στο "Νοά Νοά":

"Οι γείτονές μου έγιναν φίλοι μου. Ντύνομαι όπως αυτοί και τρώω το ίδιο με εκείνους, φαγητό. Όταν δεν ζωγραφίζω, μοιράζομαι τη ζωή τους με ανεμελιά και ραθυμία.
Τα βράδια ενώνονται σε ομάδες ανάμεσα σε φουντωτούς θάμνους, άντρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά. Κάποιοι από την Ταϊτή, άλλοι από τους Τόνγκας και άλλοι από τα Μαρκέζας. Οι χρυσοί τόνοι του σώματός τους σε υπέροχη αρμονία με το βελούδο του φυλλώματος. Από το χάλκινο στήθος τους αναδύονται τρέμουλες, αχνές μελωδίες. Είναι τα τραγούδια της Ταϊτής, τα iménés .
Μια γυναίκα ξεκινά, με τη φωνή της σαν πετάρισμα πουλιού να υψώνεται από την πρώτη νότα στο ψηλότερο σημείο της κλίμακας. Δυνατές διακυμάνσεις, εκρήξεις και απότομα χαμηλώματα, ενώ οι φωνές των άλλων γυναικών την ακολουθούν πιστά και τη συνοδεύουν. Προς το τέλος, όλοι οι άντρες με άγρια, βάρβαρη κραυγή κλείνουν το τραγούδι σε μια αρμονική συγχορδία.
Άλλες φορές αρχίζουν με μια προσευχή. Πρώτα ο γεροντότερος απαγγέλλει με ευλάβεια κι έπειτα οι υπόλοιποι επαναλαμβάνουν σαν επωδό...Κατόπιν τραγουδούν ή λένε αστείες ιστορίες. Είναι συγκεντρώσεις υφασμένες από λεπτές χρυσοκλωστές αφέλειας, αγνότητας και ψυχικής παρθενίας, υλικά αθώα, διαυγούς αρετής..."


(Γκωγκέν, Πολ. Noa Noa: The Tahitian Journal", εκδ. Dover Fine Art, σελ. 16-17, books.google, απόδοση δική μου)



Gauguin: "Barbarian Tales"

Αυτό δηλαδή που οι Δυτικοί αποκαλούσαν περιφρονητικά "βάρβαρο", ο Γκωγκέν το αντιλήφθηκε ως ηθικά υγιές. Ως κάτι που περιέχει αρχέγονη αγνότητα, περισσότερο διαυγές και το πλέον φυσιολογικό ως συνθήκη για τον άνθρωπο.


Ο ζωγράφος ζούσε στα ηφαιστειογενή νησιά Μαρκέζας από τον Αύγουστο του 1901. Το "καλυβάκι" του το είχε στήσει σε ένα απομακρυσμένο χωριό των εξωτικών νησιών. Ο ίδιος το είχε ονομάσει "Σπίτι των απολαύσεων" και το είχε διακοσμήσει με πίνακες και ξυλόγλυπτα. Απολάμβανε τη ζωή εκεί, μέσα στον πρωτόγνωρο εξωτισμό που τού έδινε έμπνευση, παρότι αντιμετώπιζε δυσκολίες. Υπήρχε έλλειψη χρημάτων και η κακή υγεία του επιδεινώθηκε, ιδιαίτερα από τη μόνιμη σύγκρουσή του με τις αρχές. Μέσα σε αυτό το ανήσυχο κλίμα, που τον αποδυνάμωσε σταδιακά, ζωγράφισε τα τελευταία του αριστουργήματα, ανάμεσά τους και τα "Barbarian Tales", που βλέπετε παραπάνω.

Πρόκειται για εικαστική έκφραση μέσω της οποίας ο Γκωγκέν επιχειρεί μια συμφιλίωση μεταξύ του δυτικού παρελθόντος του και της πιο "άγριας" Πολυνησίας. Η Δύση αντιπροσωπεύεται από τον ζωγράφο φίλο του Γκωγκέν, Μάγερ ντε Χάαν στ' αριστερά, τον οποίο απεικονίζει με ένα σχεδόν "δαιμονικό" μορφασμό, υπονοώντας μια Δύση εμφανώς διεφθαρμένη. Δίπλα του και στα δεξιά τοποθετεί δυο γυναικείες φιγούρες, δυο Πολυνήσιες σε νωχελική, ήρεμη στάση. Το χρυσοχάλκινο δέρμα τους λαμπυρίζει στο φως της φεγγαρόλουστης νύχτας. Η μαυρομαλλούσα κάθεται ανέμελη σε στάση λωτού, και δίπλα της γονατιστή η κοκκινομάλλα Tohotaua στωικά κοιτάζει το θεατή...
Ο ντε Χάαν είχε πεθάνει πρόσφατα, έτσι μια ανάγνωση του έργου μάς οδηγεί στη σκέψη πως στα δεξιά ο Γκωγκέν απεικονίζει τη ζωή και στ' αριστερά το θάνατο. Πίσω από τις τρεις φιγούρες σκιαγραφείται ο νυχτερινός ουρανός με τα σύννεφα να τρέχουν στον ορίζοντά του και τριγύρω πλήθος εντυπωσιακών πολύχρωμων εξωτικών λουλουδιών...


Στα σημειωματάρια του ο Γκωγκέν είχε γράψει πάνω από το έργο του "Le contour parle-Ο αφηγητής μιλάει".
Από αυτή τη σημείωση ο αμερικανός Τζωρτζ Κραμπ ξεκινά τη μουσική του έμπνευση στο 4μερές έργο του: "Contes Barbares(after painting by Paul Gauguin)". 
Aποτελεί το όγδοο τμήμα από τις "Μεταμορφώσεις, Βιβλίο Ι" του Κραμπ, με υπότιτλο "Δέκα Φαντασιακά κομμάτια (μετά από διάσημους πίνακες) ", που συνέθεσε τη διετία 2015-2017 για ενισχυμένο πιάνο, στα χνάρια του "Εικόνες από μια Έκθεση" του Μουσόργκσκυ.

Όπως γνωρίζουμε, ο Τζωρτζ Κραμπ, πειραματίστηκε με ασυνήθιστους ήχους και τεχνικές. Πρωτότυπη και πλούσια η παλέτα ηχοχρωμάτων του, αξιοποίησε και διεύρυνε τις δυνατότητες των οργάνων εισάγοντας ιδιότυπες ηχοχρωματικές συνηχήσεις απελευθερωμένος από τις συμβατικές φόρμες της μουσικής οργάνωσης.

  • Στη σύνθεσή του "Contes Barbares" ξεκινώντας -όπως αναφέραμε- από την ιδέα να μιλήσει ο αφηγητής, τιτλοφορεί το πρώτο μέρος της: "Ο αφηγητής επικαλείται ένα όραμα" με τη μουσική να πλάθει ένα ψυχεδελικό παραλήρημα σε νεωτεριστικό ύφος.
  • Στο δεύτερο μέρος, "Tahitian Death Chant-Άσμα θανάτου της Ταϊτής", ο πιανίστας εκτελεί πατώντας τα πλήκτρα, ενώ με ένα τσόχινο ραβδί αποδυναμώνει τον ήχο τους, σαν αυτοσχέδια σουρντίνα. Το μέρος πλαισιώνεται με χτυπήματα στο ξύλινο μέρος του πιάνου και τη χρήση του κρουστού ipahule, σαν μαράκες.
  • Στο τρίτο μέρος ο πιανίστας φωνάζει "Manaò tupapaú!" στην Πολυνησιακή γλώσσα, μια φράση που μεταφράζεται ως "Τα πνεύματα των νεκρών παρακολουθούν", την οποία ο Γκωγκέν είχε χρησιμοποιήσει ως τίτλο για πολλά έργα του νωρίτερα.
  • Το τελευταίο τέταρτο μέρος με τίτλο "Χορός της Ταϊτής: Μύθος της Σελήνης και της Γης" κλείνει σε έντονο ύφος τη σύνθεση, όπου ο αφηγητής φλύαρα και με δυναμισμό ολοκληρώνει το παραμύθι του.

George Crumb: Metamorphoses Book 1, VIII: 
"Contes Barbares(after painting by Paul Gauguin)"


Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

Ο Γκωγκέν και ο "Τσελίστας" του...

 

Paul Gauguin, "The Cellist" 



Με αφορμή τα σημερινά γενέθλια του ΠΩΛ ΓΚΩΓΚΕΝ (γεννήθηκε στις 7 Ioυνίου 1848) θα περιπλανηθούμε στο καλλιτεχνικό του σύμπαν, όπου το χρώμα χρησιμοποιήθηκε με τολμηρό και πρωτοποριακό τρόπο.

Αποτέλεσμα εικόνας για Paul Gauguin
"Αχ, χρώματα! Τι βαθιά και μυστηριώδης η γλώσσα της ζωγραφικής,
η γλώσσα των ονείρων! Η Ζωγραφική, όπως και η Μουσική, είναι θέμα δονήσεων…
Όπως εκείνη επηρεάζει την ψυχή μέσω των αισθήσεων,
έτσι και οι αρμονικοί τόνοι
αντιστοιχούν στις αρμονίες των ήχων".

(Πωλ Γκωγκέν)




Απλές μορφές, εξωτική θεματολογία, έντονα χρώματα, αισθησιασμός, όλα συνεπαίρνουν στην τέχνη του γάλλου Γκωγκέν, που η έκφρασή του ακολουθεί  τον αυθόρμητο τρόπο σκέψης του!
Οι εικαστικές περιγραφές του θυμίζουν αναζητήσεις της βαθύτερης ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, άλλοτε είναι άγριες κι άλλοτε τρυφερές...Πάντα όμως αληθινές κι ολοζώντανες με  τα έντονα χρώματα να κυριαρχούν, τις γραμμές του δυνατές και τις μορφές του απλουστευμένες.

Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο για τον ζωγράφο είναι πως χρησιμοποιούσε συστηματικά στα έργα του μουσικές αναλογίες, το μουσικό ρόλο που διαδραμάτιζε το χρώμα στη μοντέρνα ζωγραφική. Υποστήριζε πως "το χρώμα, που έχει την ίδια κυματική φύση με τον ήχο, μπορεί να εκφράσει την πιο οικουμενική ιδιότητα τη φύσης, την εγγενή της δύναμη".

Ενδεικτικό ως προς τη σημασία που έδινε στο ρόλο της μουσικής στη ζωγραφική είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του: ο "Τσελίστας".


Πρόκειται για επιβλητικό πορτρέτο ενός καθιστού τσελίστα, έργο της τελευταίας περιόδου του ζωγράφου στο Παρίσι και λίγο πριν αναχωρήσει για την Πολυνησία.

Το πρόσωπο του εκτελεστή του τσέλου παρουσιάζει ομοιότητες ως προς τα χαρακτηριστικά με κείνα του ζωγράφου, κάτι που οδήγησε κάποιους να μιλήσουν για αυτοπροσωπογραφία.


Όμως, ο Γκωγκέν έχει απεικονίσει εν ώρα εκτέλεσης έναν διάσημο στην εποχή του γάλλο τσελίστα, κάτι που μαρτυρά και ο τίτλος του πίνακα που αναγράφεται στην επάνω αριστερή πλευρά του.

Πρόκειται για τον γεννημένο στη Γαλλία γερμανοπολωνό Φριτς Σνέκλουντ, το επώνυμο του οποίου αποτελεί τη δεύτερη λέξη του τίτλου: "upaupa Schneklud".


Paul Gauguin: "Upa Upa"
"Upa’upa" είναι ένας παραδοσιακός, χορός της Ταϊτής, που χορεύεται σε ζευγάρια. Από πολλούς χαρακτηριζόταν άσεμνος, καθώς οι χορευτικές κινήσεις του παραπέμπουν σε σεξουαλικά υπονοούμενα, γι'αυτό λέγεται και "Χορός του πάθους και της φλόγας".

Όπως και να έχει, ο αισθησιακού χαρακτήρα, Upa’upa, άρεσε στον Γκωγκέν και τον απολάμβανε τα απογεύματα με το τσάι του, ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα της παραμονής του στην εξωτική χώρα.
Τον χορό έχει απεικονίσει  ο Γκωγκέν και στο μεμονωμένο εικαστικό του, που βλέπετε αριστερά.



Θα μπορούσα να συνδυάσω τον όμορφο "Τσελίστα" του Γκωγκέν με πλήθος αγαπημένων τσελιστών (Καζάλς, Ροστροπόβιτς, Μάισκυ, ντι Πρε, Πέρλμαν, Μπελ, Γιο Γιο Μα…), όμως επιλέγω έναν ταλαντούχο νεαρό καλλιτέχνη, τον πολυβραβευμένο Μιχάλη Χόιπελ, έναν αξιόλογο Έλληνα βιρτουόζο του οργάνου, μαθητή του περίφημου φινλανδού Άρτο Νόρας, αλλά και του Γκρήνχαους, ιδρυτή και μέλους του θρυλικού Beaux Arts Trio.

Ας τον απολαύσουμε στη Σαραμπάντ από την 3η Σουίτα για τσέλο του Γ.Σ.Μπαχ.
Θελκτική ερμηνεία, ζεστό βιμπράτο και απαράμιλλη εκφραστικότητα.
Αν και νεαρός, οι εκτελέσεις του Χόιπελ διακρίνονται από μεγάλη ευαισθησία, εντυπωσιακά ηχοχρώματα, που βοηθούν τον ακροατή να ακολουθεί τις όποιες μεταπτώσεις του συνθέτη από την απόλυτη ευδαιμονία, στη μελαγχολία…

Bach Cello Suite No.3: Sarabande:


Ένα παλιότερο κείμενό μου για τον Γκωγκέν μπορείτε να διαβάσετε εδώ.






Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

"Ποτέ πια"...: μια επωδός-έμπνευση!



Paul Gauguin: "Nevermore"


"Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
και στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !"

(Εντγκαρ Άλαν Πόε)



Γκωγκέν: Αυτοπροσωπογραφία
Την πολυτέλεια μιας άγριας ομορφιάς θέλει να απεικονίσει στον πίνακα "Nevermore" ο γάλλος μετα-ιμπρεσσιονιστής ζωγράφος Πωλ Γκωγκέν.
Ένας από τους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών, ο Γκωγκέν, που γεννήθηκε σαν σήμερα 7 Ιουνίου του 1848, χρησιμοποιεί τη ζωγραφική ως μέσο επίλυσης των προσωπικών γρίφων του, ψάχνει μέσω αυτής απαντήσεις στις πνευματικές ανάγκες του.

Το εικαστικό του "Nevermore", παρουσιάστηκε σε ένα δείπνο στο Παρίσι το 1895 λίγο πριν την oριστική αναχώρηση του καλλιτέχνη για την Πολυνησία.
Η γυμνή "Pahura"(γυναίκα ή ερωμένη του από την Ταϊτή) ξαπλωμένη ηδονικά με τη σκούρα, λάγνα σάρκα της παντελώς ακάλυπτη, αναδύει όλη την ένταση της επιθυμίας, τη φλόγα της λαχτάρας για τη γνωριμία του ζωγράφου μ' ένα νέο κόσμο και τον πρωτογονισμό του!

Στο σκοτεινό φόντο δυο φιγούρες συνομιλούν.
Το μαξιλάρι σε μια λαμπρή ώχρα,  συναρπάζει μυστηριωδώς.
Στο περβάζι του παραθύρου ένα κοράκι, εντείνει το αινιγματικό και δυσεξήγητο στους δρόμους αναζήτησης από τον θεατή που αναρωτιέται: "Πρόκειται για πόθο ή για φόβο κι ανησυχία;"

Η βάρβαρη αίγλη παρελθόντων χρόνων, λουσμένη σε χρώματα σκόπιμα μελαγχολικά και θλιμμένα.
Γοητευτικός ρεαλισμός, μια ρομαντική φαντασία του Γκωγκέν, που ερμηνεύει συνειδητά την αθλιότητα του περιβάλλοντός του.

Αν και ο Γκωγκέν ποτέ δεν παραδέχτηκε πως το "πουλί του διαβόλου" έχει ομοιότητες με τη δυσοίωνη ποιητική δημιουργία του καταραμένου Έντγκαρ Άλαν Πόε, η επιγραφή επάνω αριστερά με τη γνωστή επαναλαμβανόμενη φράση από το περιβόητο "ΚΟΡΑΚΙ": "Nevermore-Ποτέ πια", αποτελεί σαφή αναφορά στο ποίημα.
Εξάλλου και η παρουσίαση του εικαστικού συνοδεύτηκε και με απαγγελία του ποιήματος.


Fr. Delius
Ο πίνακας αγοράστηκε για 500 φράγκα από τον άγγλο συνθέτη Φρέντερικ Ντήλιους, που εκείνη την εποχή ζούσε στο Genz, μια περιοχή έξω από το Παρίσι, σε μια δημιουργική, καλλιτεχνική του περίοδο, στην οποία είχε συμβάλει και η φιλική σχέση που είχε αναπτύξει με προσωπικότητες της Τέχνης, ανάμεσά τους και ο Πωλ Γκωγκέν.

"Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου..."

Σκοτεινιά, μυστήριο, θλίψη ανάκατη με προσδοκώμενη ευτυχία κι ανάσασμα, τα συναισθήματα. Συναισθήματα,  που εντείνονται κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου.
Με τη ματιά να παρατηρεί το πολύτιμο απόκτημά του και την επιγραφή του "Ποτέ πια", στροβιλίζουν στο νου και την ψυχή του Ντήλιους σκόρπια μουσικά μοτίβα, που αργότερα θα χρησιμοποιήσει στην "3η Σονάτα του για βιολί και πιάνο".

Ένα έργο απαιτητικό, και τεχνικά και εκφραστικά σε τρεις κινήσεις:
I. Slow,
II. Andante scherzando και
III. Lento - Cοn moto.

Ιδιαίτερα το πρώτο μέρος του (Slow), αντικατοπτρίζει όλη εκείνη τη θλίψη, τoν ψυχικό μαρασμό, τη φρίκη και τον αποτροπιασμό που γεννά ο πόλεμος...
Aπερίγραπτα πειστικός ο μουσικός διάλογος σε ό,τι στοχεύει ο συνθέτης...
Με μια νοσταλγική έκσταση, μια ελπίδα για ανάκτηση του χαμένου παραδείσου...
Η μουσική τροφοδοτεί με αυτονόητο τρόπο την ερμηνεία των στοχασμών...



Στο πορτρέτο του Ντήλιους φιλοτεχνημένο από την σύζυγό του ζωγράφο, Jelka Rosen-Delius, ο  συνθέτης ποζάρει μπρος από το εικαστικό απόκτημά του, το "Nevermore" του Γκωγκέν:


απροσδιόριστος