"A magical summer solstice procession", Nikita Chan (facebook)
Η Nύχτα του θερινού Hλιοστασίου θεωρούνταν από την αρχαιότητα μία από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές του ετήσιου κύκλου, όταν η μέρα φτάνει στο μέγιστο μήκος της και η φύση μοιάζει να βρίσκεται στο απόγειο της δύναμής της. Στις παλιές ευρωπαϊκές παραδόσεις η νύχτα αυτή συνδέθηκε με τελετουργίες, φωτιές και λαϊκές γιορτές, αλλά και με την αίσθηση ότι τότε ο κόσμος γίνεται πιο μυστηριώδης, σαν να λεπταίνουν τα όρια ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο.
Μέσα σ' αυτό το συμβολικό πλαίσιο γεννήθηκαν πολλές λαϊκές δοξασίες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Πίστευαν ότι εκείνη τη νύχτα οι δυνάμεις της φύσης αποκτούν ιδιαίτερη ισχύ και ότι πλάσματα ή μορφές της λαϊκής φαντασίας μπορούν να κινηθούν ελεύθερα μέσα στο σκοτάδι.
Σε μεσαιωνικές και μεταγενέστερες παραδόσεις διαδόθηκε η ιδέα ότι οι μάγισσες συγκεντρώνονται σε νύχτες μεγάλης μαγικής δύναμης, όπως η νύχτα του θερινού ηλιοστασίου, τελώντας μυστικές τελετές μακριά από τα ανθρώπινα βλέμματα. Στις ίδιες αφηγήσεις εμφανίζεται συχνά και η γάτα, η οποία θεωρούνταν πνευματικός σύντροφος των μαγισσών. Η αθόρυβη και νυχτερινή της φύση ενίσχυσε τη φαντασία ότι οι μάγισσες μπορούσαν να μεταμορφώνονται σε γάτες και να περιπλανώνται απαρατήρητες μέσα στη νύχτα.
Από αυτό το πλούσιο λαϊκό και μυθολογικό υπόβαθρο φαίνεται να εμπνέεται η σύνθεση "Průvod koček v noci slunovratu - Πομπή των γατών τη νύχτα του θερινού ηλιοστασίου" του Bohuslav Martinů.
Πρόκειται για μια σύντομη αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστική πιανιστική μινιατούρα, που έγραψε ο τσέχος συνθέτης το 1919 στην ιδιαίτερη πατρίδα του συνθέτη, την Πολίτσκα της Βοημίας, λίγο πριν εγκατασταθεί στο Παρίσι. Αν και μικρό σε έκταση, το έργο φανερώνει ήδη τη ζωηρή φαντασία και τη ρυθμική ευρηματικότητα που θα χαρακτηρίσουν αργότερα τη μουσική του. Ο ποιητικός τίτλος υποβάλλει την εικόνα μιας αλλόκοτης νυχτερινής πομπής. Γάτες που κινούνται αθόρυβα μέσα στο σκοτάδι, σαν να συμμετέχουν σε ένα μυστικό τελετουργικό της νύχτας του ηλιοστασίου.
Ο συνθέτης με μια από τις γάτες που φρόντιζε
Η μουσική κινείται με ελαφρύ, παιχνιδιάρικο ρυθμό, όπου μικρά μοτίβα, μιμήσεις και αιφνίδιες τονικές στροφές δημιουργούν μια ζωντανή "ηχητική εικόνα", θυμίζοντας τον ευκίνητο και διακριτικό βηματισμό της γάτας. Παρότι πρόκειται για νεανική σύνθεση, το έργο αποκαλύπτει ήδη την τάση του Μαρτίνου να δημιουργεί μικρές μουσικές σκηνές γεμάτες φαντασία και θεατρικότητα, σαν μια σύντομη νυχτερινή εικόνα όπου το μυστήριο της λαϊκής παράδοσης συναντά το λεπτό χιούμορ και την ποιητική ευαισθησία του συνθέτη.
(Aξίζει να σημειωθεί πως ο Μαρτίνου αγαπούσε τα ζώα και ιδιαιτέρως τις γάτες, αλλά λόγω των συχνών μετακινήσεων, δεν είχε δικές του. Η Γαλλίδα σύζυγός του, Σαρλότ, θυμόταν ότι φρόντιζαν, ωστόσο, τις αδέσποτες γατούλες της γειτονιάς).
Bohuslav Martinů: "Průvod koček v noci slunovratu - Πομπή των γατών τη νύχτα του θερινού ηλιοστασίου"
Τα τελευταία χρόνια η 25η Απριλίου έχει καθιερωθεί ως "Παγκόσμια Ημέρα Ποδοσφαίρου και Φιλίας". Στο πλαίσιο του εορτασμού πραγματοποιούνται φιλικοί ποδοσφαιρικοί αγώνες οι οποίοι ξεκινούν με την ανταλλαγή των συμβολικών "Βραχιολιών της Φιλίας". Τα Βραχιόλια είναι φτιαγμένα από κορδέλες πράσινου και μπλε χρώματος, όπου το πράσινο συμβολίζει τον χλοοτάπητα και το γαλάζιο του χρώμα του ουρανού.
O Σοστακόβιτς στο γήπεδο
Από τους φανατικούς ποδοσφαιρόφιλους συνθέτες, δεινός οπαδο της στρογγυλής θεάς υπήρξε ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς...Ο ρώσος συνθέτης υποστήριζε θερμά την ομάδα της Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης(τότε Λένιγκραντ), την οποία ακολουθούσε στα εντός συνήθως έδρας, παιχνίδια της. Συχνά δε, αρθρογραφούσε σε αθλητικές εφημερίδες σχολιάζοντας τους αγώνες. Άλλο παραδειγμα ποδοσφαιρόφιλου είναι ο ο Έντβαρντ Έλγκαρ, ο οποίος υποστήριζε την ομάδα Wolverhampton Wanderers και παρακολουθούσε όποτε μπορούσε τους αγώνες της.
Από την άλλη πλευρά, υπήρξαν συνθέτες που δεν έβλεπαν το ποδόσφαιρο σαν άθλημα μόνο, αλλά και σαν κοινωνικό φαινόμενο, ανάμεσά τους ο Μπένζαμιν Μπρίττεν και ο Χανς Άισλερ, που έδειξαν ενδιαφέρον για τα μαζικά αθλητικά θεάματα, χωρίς όμως να συνδέονται με συγκεκριμένη ομάδα.
Περιστασιακό ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο, συνδεδεμένο κυρίως με την εμπειρία του θεάματος και της ατμόσφαιρας, έδειξε ο Τσέχος συνθέτης, Bohuslav Martinů. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 βρισκόταν στο Παρίσι, όπου μελετούσε σύνθεση με τον Albert Roussel, ενώ συγκατοικούσε με έναν αθλητικογράφο και ανταποκριτή τσεχικής εφημερίδας, ο οποίος τον μύησε στον κόσμο των σπορ και τον συνόδευε συχνά στο γήπεδο.
Το 1924 ο Mαρτίνου συνέθεσε το "Half-Time - Ημίχρονο", ένα από τα πλέον ιδιαίτερα έργα του, το οποίο αποτελεί σύντομο ορχηστρικό εμπνευσμένο από την ατμόσφαιρα ενός ποδοσφαιρικού αγώνα και ειδικότερα από την ένταση του ημιχρόνου. Πρόκειται για ένα ροντό, το οποίο ολοκλήρωσε μέσα σε μόλις μία εβδομάδα, αντλώντας έμπνευση από ποδοασφαιρικό αγώνα, που είχε παρακολουθήσει νωρίτερα. Ο συνθέτης δεν επικεντρώθηκε τόσο στο ίδιο το παιχνίδι όσο στη συμπεριφορά και την ψυχολογία των θεατών, επιδιώκοντας να αποδώσει μουσικά τη συλλογική ένταση και τον παλμό της εξέδρας. Για να πετύχει αυτή τη ζωηρή, δυναμική απεικόνιση, χρησιμοποίησε πλούσια ενορχήστρωση με πνευστά, χάλκινα, κρουστά και πιάνο oμπλιγάδο, δημιουργώντας ηχητική ενέργεια και ρυθμική ένταση. Το έργο βασίζεται σε επαναλαμβανόμενα ρυθμικά μοτίβα και σύντομες φράσεις, που παραπέμπουν στον μοντερνισμό της εποχής και θυμίζουν το ύφος του Iγκόρ Στραβίνσκυ. Παράλληλα, το "Half-Time" ενσωματώνει ηχητικά στοιχεία που παραπέμπουν στο στάδιο, όπως σφυρίγματα και φωνές του πλήθους, συνδέοντας τη μουσική με τη σύγχρονη αστική εμπειρία και το πνεύμα του φουτουρισμού. Η μορφή της σύνθεσης βασίζεται στη δομή των παραλλαγών. Περιλαμβάνει επτά παραλλαγές με εισαγωγή και coda, ενώ κάθε παραλλαγή ξεκινά με μια μεταμορφωμένη εκδοχή της αρχικής φανφάρας, η οποία ερμηνεύεται ως το σφύριγμα του διαιτητή που σηματοδοτεί τη λήξη του πρώτου ημιχρόνου. Μέσα απ' αυτό το έργο αναδεικνύεται η στροφή της μουσικής του 20ού αιώνα προς την καθημερινή ζωή και τα μαζικά θεάματα, καθιστώντας το ζωντανή ηχητική αποτύπωση μιας έντονης συλλογικής εμπειρίας... Το "Hμίχρονο" έκανε πρεμιέρα στην Πράγα τον Δεκέμβριο του 1924 από την Τσέχικη Φιλαρμονική υπό τη διεύθυνση του Βάτσλαβ Τάλιτς. Η υποδοχή του έργου υπήρξε διχασμένη, με έντονες αντιδράσεις από το κοινό και τους κριτικούς, ενώ άλλοι προέβλεψαν τη μελλοντική του αναγνώριση. Παρά τις αντιπαραθέσεις, το έργο υιοθετήθηκε από κύκλους της σύγχρονης μουσικής και το 1925 επιλέχθηκε ως αντιπροσωπευτικό έργο στο φεστιβάλ της Διεθνούς Εταιρείας Σύγχρονης Μουσικής.
Bohuslav Martinů: "Half - time, H.142"
Παλαιότερο κείμενο για το ποδόσφαιρο και σχετική μουσική σύνθεση του Σοστακόβιτς μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Ο Γάλλος ποιητής, συγγραφέας και κριτικός τέχνης Γκιγιόμ Απολλιναίρ υπήρξε κεντρική μορφή του μοντερνισμού και βασικός δημιουργός της Σχολής του Παρισιού. Στενός φίλος του Πάμπλο Πικάσο και υποστηρικτής πολλών πρωτοποριακών καλλιτεχνών, προώθησε νέα ρεύματα στην τέχνη και τη λογοτεχνία. Ο Πικάσο τον απεικόνισε στον πίνακα του "Οικογένεια των Σαλτιμπάγκων" σαν γελωτοποιό, αναδεικνύοντας τη στενή τους φιλία και την αλληλεπίδραση της ποιητικής με τη ζωγραφική δημιουργία. Ο Απολλιναίρ έφυγε σαν σήμερα, 9 Νοεμβρίου 1918, σε ηλικία 38 ετών, από επιπλοκές της Ισπανικής γρίπης που έπληξε την Ευρώπη στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αφήνοντας ανεξίτηλο στίγμα στην τέχνη.
Ο πίνακας "La Famille des Saltimbanques - Οικογένεια των Σαλτιμπάγκων" αποτελεί κορυφαίο έργο της ροζ περιόδου του Πικάσο και σηματοδοτεί τη μετάβασή του από τη γαλάζια περίοδο της θλίψης και της μοναξιάς σε μια πιο φωτεινή, αλλά εξίσου στοχαστική φάση. Στο έργο εικονίζονται έξι μορφές, άνδρες, γυναίκες και ένα παιδί, ντυμένοι με κοστούμια τσίρκου. Στο κέντρο δεσπόζει ο αρλεκίνος, πιθανή αυτοπροσωπογραφία του Πικάσο, δίπλα του -όπως αναφέρθηκε- ο γελωτοποιός με το καπέλο Απολλιναίρ, ενώ ο νεαρός ακροβάτης που κρατάει τύμπανο είναι ο ποιητής André Salmon. Το αγόρι στα δεξιά απεικονίζει πιθανότατα τον φίλο του Πικάσο, ζωγράφο και συγγραφέα, Mαξ Ζακόμπ, ενώ το κορίτσι με το καπέλο που κάθεται πρέπει να είναι η Φερνάντ Ολιβιέ, η αγαπημένη του Πικάσο εκείνη την εποχή.Οι θερμοί τόνοι του ροζ και της ώχρας, το απαλό φως και η ήρεμη στάση των σωμάτων δημιουργούν αίσθηση στοχασμού και πνευματικότητας. Οι σαλτιμπάγκοι δεν παρουσιάζονται ως διασκεδαστές, αλλά ως σύμβολα του καλλιτέχνη, μοναχικοί, περιπλανώμενοι δημιουργοί στο περιθώριο της κοινωνίας. Μέσα από αυτήν την αλληγορία, οι μορφές του πίνακα γίνονται καθρέφτες μιας γενιάς καλλιτεχνών που προχωρά στον νέο αιώνα με αβεβαιότητα, αλλά με πίστη στην τέχνη ως κοινή παρηγοριά και πηγή φωτός.
Η θεματική αυτή συνδέει τον Πικάσο με τον Γκιγιώμ Απολλιναίρ. Στο ποίημά του "Saltimbanques" από την περίφημη συλλογή "Alcools", ο Απολλιναίρ υμνεί τους περιπλανώμενους καλλιτέχνες του δρόμου, τους ακροβάτες και τους κλόουν, βλέποντάς τους ως ποιητές της ζωής που ενώ προσφέρουν χαρά στους άλλους, κουβαλούν μέσα τους τη σιωπηλή τους ερημιά. Έτσι, στον Πικάσο και τον Απολλιναίρ, οι σαλτιμπάγκοι δεν εμφανίζονται σαν απλές φιγούρες του τσίρκου. Είναι σύμβολα του ίδιου του καλλιτέχνη, ενός ανθρώπου που ζει στο περιθώριο, μακριά από την ασφάλεια της κοινωνίας, προσφέροντας όμως χαρά, συγκίνηση και αλήθεια μέσα από την τέχνη του.
Ποίιημα και εικαστικό υμνούν την ευγένεια του ταπεινού καλλιτέχνη, που μετατρέπει τη φτώχεια σε φως. Στο ποίημα, η κίνηση των σαλτιμπάγκων προς τα μπρός είναι η πορεία της ζωής. Στον πίνακα, η στάση τους είναι η στιγμή της αυτογνωσίας.
Το ποίημα του Απολλιναίρ έχει εμπνεύσει αρκετούς συνθέτες, όπως τους "Saltimbanques" του Arthur Honegger, ένα από τα έξι τραγούδια που απαρτίζουν το νεανικό κύκλο του συνθέτη "Six Poèmes d’Apollinaire".
Εμφανείς οι επιρροές της πρώιμης μοντερνιστικής γαλλικής μελωδίας αλλά και προσωπικής έκφρασης του Ονεγκέρ, είναι τραγούδι σύντομο και συμπυκνωμένο, με έμφαση στη φωνητική γραμμή και στο χρώμα της συνοδείας του πιάνου. Το "Saltimbanques" διακρίνεται για τους συγκοπτόμενους ρυθμούς και τα glissandi του-αναφορές στη νέγρικη μουσική. Όπως το ποίημα του Aπολλιναίρ αντλεί εικόνες του τσίρκου και της τέχνης που ζει στο περιθώριο, έτσι και ο Αρτύρ Ονεγκέρ με τη μουσική του, ενσωματώνει αυτή τη διάσταση: ηχητική τραχύτητα αλλά και λεπτότητα, μια μουσική απόδοση της αίσθησης της περιπλάνησης - ακροβασίας, που εμπνέει το ποίημα.
Arthur Honegger: "Six Poèmes d’Apollinaire, N.4: Saltimbanques"
Ο Mπόχουσλαβ Μαρτίνου στον κύκλο "Τρία τραγούδια σε ποιήματα του Απολλιναίρ" που συνέθεσε το 1930 μελοποιεί το "Saltimbanques", στο οποίο εμφανίζει επιρροές από το Παρίσι της δεκαετίας του ’20, υιοθετώντας στοιχεία νεοκλασικισμού, χορευτικής κίνησης και εσωτερικής μελαγχολίας.
Ως τραγούδι, το "Saltimbanques" αποδίδει σε μικρή φόρμα τη μετακίνηση, την αλλαγή, την προσωρινότητα, χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται στο ποιητικό θέμα. Το ύφος είναι λιτό αλλά ποιητικό, με τη φωνή να ακολουθεί τη μελωδική γραμμή συνοδευόμενη από πιάνο που αποδίδει ρυθμικά την κίνηση των σαλτιμπάγκων ή τη σκιά της απομάκρυνσης τους.
Bohuslav Martinu: "3 Songs After Poems by Apollinaire: No. 3, Saltimbanques":
Ο "Παπουτσωμένος Γάτος" είναι λαϊκό παραμύθι, οι ρίζες του οποίου είναι πολύ παλιές και πιθανότατα προέρχεται από την Ιταλία. Το αφηγήθηκε και συμπεριέλαβε στη συλλογή του: "Ιστορίες και παραμύθια μιας προηγούμενης εποχής- Histoires ou contes du temps passé" το 1697 ο γάλλος λαογράφος και συγγραφέας, Σαρλ Περώ.
Ο Σαρλ Περώ κατέχει τον τίτλο του "μεγάλου παραμυθά" και τον μνημονεύουμε με αφορμή τη σημερινή επέτειο του θανάτου του (16 Μαΐου 1703).
Έγινε γνωστός με τα ερωτικά του ποιήματα, τις μελέτες του πάνω στην ποίηση και τις καλές τέχνες αρχικά, όμως στη συνέχεια ενθουσίασε με τα παραμύθια του, που αγαπήσαμε μικροί και μεγάλοι. Μπορεί να τα έγραψε για τη διασκέδαση των παιδιών του, όμως έφεραν στη λογοτεχνία τη μόδα των παραμυθιών. Ανάμεσά τους και ο "Παπουτσωμένος Γάτος"...
Το παραμύθι αναφέρεται στην περιουσία που κληρονομείται σε τρία αδέρφια μετά το θάνατο του μυλωνά πατέρα τους. Ο πρώτος γιος κληρονομεί τον μύλο, ο δεύτερος τον γάιδαρο και ο τρίτος έναν...γάτο. Η αδικία είναι προφανής, ιδιαίτερα για τον μικρότερο που ο γάτος δεν μπορεί να τού φανεί σε τίποτε χρήσιμος. Ή...μπορεί;
Ο γάτος αποδεικνύεται με υπερφυσικές ικανότητες. Έχει ανθρώπινη μιλιά και πολύ κοφτερό μυαλό. Πείθει το γιο του μυλωνά να του φτιάξει ένα ζευγάρι μπότες και από κείνη τη στιγμή ο γάτος τού εξασφαλίζει χρήμα, ακίνητη περιουσία σε χωράφια, ένα τεράστιο, υπέροχο παλάτι, δημιουργώντας τις συνθήκες ώστε να γίνει δεκτός στην αυλή του βασιλιά ως σύζυγος της καλλονής θυγατέρας του.
O Γάτος επαινέθηκε ως ήρωας για τα χαρακτηριστικά του. Είναι ευφυής, ευρηματικός, τολμηρός, με άνεση λόγου και πειθώ. Υπήρξαν όμως και κείνοι που σοκαρίστηκαν με τους γονείς που επέτρεπαν στα παιδιά τους να διαβάσουν το παραμύθι δηλώνοντας πως ήταν μια ιστορία που διδάσκει το ψέμα και την απάτη.
"O Παπουτσωμένος Γάτος ενώπιον του βασιλιά", Γκυστάβ Ντορέ
"...Ο γιος του μυλωνά έμεινε έκπληκτος που ο γάτος μιλούσε. Τον πήγε στον παπουτσή και του έφτιαξε μπότες.
Ο γάτος φόρεσε τις μπότες, πήρε ένα σακί και το μισογέμισε με σπόρους. [...]
"O Παπουτσωμένος Γάτος", Carl Offterdinger
Μπήκε στο δάσος, άνοιξε το σακί για να φαίνονται οι σπόροι, κρύφτηκε και παραμόνευε. Οι πέρδικες έφτασαν γρήγορα στους σπόρους και η μία μετά την άλλη έμπαιναν στο σακί. Τότε, ο γάτος τράβηξε το σχοινί και έκλεισε τα πουλιά μέσα. Πήρε το σακί στον ώμο και πήγε γρήγορα-γρήγορα στο παλάτι του βασιλιά.
-"Βασιλιά μου, ο αφέντης μου ο Μαρκήσιος του Καραμπάς σου στέλνει πέρδικες". Ο βασιλιάς ενθουσιασμένος ανταπόδωσε με ένα σακί χρυσάφι.[...]
Μια άλλη μέρα ο γάτος πήρε το αφεντικό του και τού είπε να μπει στη λίμνη να μπανιαριστεί. Πήρε δε τα ρούχα του και τα έκρυψε. Στη συνέχεια πέρασε από τα χωράφια που δούλευαν οι χωρικοί και τους έπεισε όταν τούς ρωτήσουν σε ποιον ανήκει η γη, να πουν στον Μαρκήσιο του Καραμπάς. Ύστερα πήγε στο μεγάλο παλάτι του μάγου γίγαντα. Τον άρχισε στις καυχησιές και τέλος τον ρώτησε.
-Δηλαδή μπορείς να μεταμορφωθείς και σε μικρό ποντικάκι; Ο απερίσκεπτος μάγος μεταμορφώθηκε κι ευθύς ο πονηρός γάτος τον έκανε μια χαψιά!
"O Παπουτσωμένος Γάτος", Walter Crane
Σε λίγο επέστρεψε στη λίμνη κι όταν είδε από μακριά να' ρχεται η άμαξα του βασιλιά άρχισε να φωνάζει:
-Βοήθεια ο κύρης μου ο Μαρκήσιος του Καραμπάς πνίγεται! Βοήθεια! Ο βασιλιάς πλησίασε με τη βασιλοπούλα κι οι άντρες του έβγαλαν το γιο του μυλωνά από τη λίμνη. Τον όμορφο νέο ερωτεύτηκε η βασιλοπούλα κι όλο αναστέναζε. Περνώντας από τα χωράφια ρώτησε τους χωρικούς ποιανού τη γη δουλεύουν και κείνοι απάντησαν ό,τι τούς είχε ορμηνέψει ο παπουτσωμένος γάτος: - Του Μαρκήσιου του Καραμπάς ...
Έφτασαν και στο παλάτι του μάγου. Ο Γάτος που είχε φτάσει νωρίτερα τούς υποδέχτηκε.
-Βασιλιά μου καλωσήρθατε στο παλάτι του αφέντη μου!
Ο βασιλιάς θαμπώθηκε από το φανταχτερό ανάκτορο...[...] Σε λίγο καιρό η βασιλοπούλα και ο γιος του μυλωνά παντρεύτηκαν. Κι όταν ο βασιλιάς πέθανε έγινε ο άλλοτε φτωχός γιος του μυλωνά, βασιλιάς. Ο δε γάτος πήρε τη θέση του ανώτερου υπουργού. Με τέτοιο κοφτερό μυαλό, την άξιζε...
H γοητευτική αφήγηση του παραμυθιού από τον Σαρλ Περώ μάγεψε και μεγάλους συνθέτες με αποτέλεσμα να εμπνευστούν αυτοτελή έργα με πρωταγωνιστή τον πονηρό παπουτσωμένο γάτο ή να τον συμπεριλάβουν ως ήρωά τους στη μουσική τους ιστορία...
Στον Κήπο του Κεραμεικού στο Παρίσι υπάρχει περίτεχνο μαρμάρινο μνημείο προς τιμήν του Σαρλ Περώ. Η βάση του κοσμείται με γλυπτές παραστάσεις ηρώων από τα παραμύθια του, ανάμεσά τους και ο "Παπουτσωμένος γάτος".
1. Πιστά το παραμύθι του Σαρλ Περώ ακολουθεί η πλοκή της μικρής όπερας για παιδιά που συνέθεσε ο Σεζάρ Κούι το 1913. Η υπόθεση ξετυλίγεται σε τρεις πράξεις και ορχηστρική εισαγωγή, ενώ ευφάνταστα ο συνθέτης συμπληρώνει την ιστορία με λαϊκούς χορούς. Το λιμπρέτο για την παιδική όπερα-παραμύθι έγραψε μια ρωσίδα δασκάλα και η πρεμιέρα έγινε στη Ρώμη. Οι παραστάσεις συνεχίστηκαν στη Σοβιετική Ένωση και τις ανατολικές χώρες, κατακτώντας το κοινό μικρών και μεγαλύτερων ηλικιών. Mε έντονο το ρώσικο χρώμα, ο Κούι υπηρέτησε πιστά όσα θέσπισαν οι συνθέτες της περίφημης Ομάδας των Πέντε, της οποίας υπήρξε μέλος. Η μουσική του θαυμάστηκε πολύ από τον Φραντς Λιστ.
2. O Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ, μάστορας στις μπαλετικές συνθέσεις εμπνέεται την πλοκή του μπαλετικού παραμυθιού: "Η Ωραία Κοιμωμένη" από τη εκδοχή του Σαρλ Περώ, όπου η Πριγκίπισσα Ωρόρ που κοιμάται για αμέτρητα χρόνια εξαιτίας μιας κατάρας ξυπνά από το φιλί του Πρίγκηπα λύνοντας τα μάγια που την κρατούσαν βουβή στον αιώνιο ύπνο της. Στους Γάμους του ζευγαριού, που λαμβάνει χώρα στην τρίτη Πράξη του μπαλέτου, ο ρώσος μουσουργός ενσωματώνει χαρακτήρες κι από άλλα παραμύθια του Περώ, σαν προσκεκλημένους στη γαμήλια τελετή, όπως την Κοκκινοσκουφίτσα και τον Παπουτσωμένο Γάτο. Η πρώτη χορεύει με το Λύκο ένα βαλς και o δεύτερος στροβιλίζεται με την Άσπρη Γάτα σε ένα γεμάτο αινιγματισμό και μυστήριο, pas de deux.
Όπως σε πολλά μπαλέτα, μερικές από τις καλύτερες στιγμές προκύπτουν από το συνδυασμό άλλων παραμυθένιων χαρακτήρων που εμφανίζονται στην ιστορία, έτσι και στην Ωραία Κοιμωμένη ένα από αυτά που ξεχωρίζουν είναι το pas de deux του Παπουτσωμένου Γάτου με την παρτενέρ του. Γι' αυτό εξάλλου περιλήφθηκε και στην Σουίτα του μπαλέτου.
The Sleeping Beauty - Puss-in-Boots and White Cat:
3. Στο μπαλέτο του τριών πράξεων "Špalíček" που συνέθεσε το 1932 ο Bohuslav Martinů φέρει τον υπότιτλο: "Μπαλέτο από λαϊκά παιχνίδια, έθιμα και παραμύθια".
Κάθε μια από τις 3 πράξεις βασίζεται και σε ένα γνωστό παραμύθι: τη Σταχτοπούτα, το Παραμύθι του τσαγκάρη και του θανάτου και τον Παπουτσωμένο Γάτο.
Ο Τσέχος συνθέτης βασίστηκε σε ποιήματα του συμπατριώτη του, Karel Jaromír Erben, διάσημο στην εποχή του συλλέκτη λαϊκών παραμυθιών ανάμεσά τους και ο "Γάτος" του Σαρλ Περώ. Ο Μαρτίνου επεξεργάστηκε πολλές φορές τη σύνθεση γι' αυτό υπάρχουν αρκετές εκδοχές της.
Η Πρώτη Πράξη του μπαλέτου περιλαμβάνει 4 σκηνές συμπληρωμένες με χορωδία: Ι: Βρύση και κότα. II: Ένα παραμύθι για μια γάτα με μπότες III: Παίζοντας την Παναγία. IV: Ένα παραμύθι για μια μαγική τσάντα. Παρακολουθούμε τη σκηνή της γάτας με τις μπότες στο 3:35:
Διακρίθηκε ανάμεσα στους ζωγράφους της πρώιμης Αναγέννησης για την ηρεμία των χρωμάτων του, αλλά και τις γεωμετρικές φόρμες, ειδικά ως προς την προοπτική τους...
Ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα, στη μνήμη του οποίου ( πέθανε στο χωριό του κοντά στο Αρέτσο της Ιταλίας - 12 Οκτωβρίου 1492) γίνεται η σημερινή αναφορά ξεχώρισε και ως μαθηματικός-γεωμέτρης.
Τα χρώματα της φύσης της Τοσκάνης πότισαν την καλλιτεχνική του έμπνευση και ιδίωμα κι έτσι η παλέτα του πάντα "δροσερή" χρωματικά συμβάλλει στον εκλεπτυσμένο και στοχαστικό χαρακτήρα των έργων του, που εντυπωσιάζουν με την ηρεμία που αποπνέουν και την προοπτική τους ... Δεν γνωρίζουμε πού εκπαιδεύτηκε, όμως υποθέτουμε πως την τέχνη της ζωγραφικής διδάχτηκε από καλλιτέχνες της σχολής της Σιένα, που εργάζονταν εκείνη την εποχή στην πόλη του.
Σπουδαιότερο από τα έργα του Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα θεωρείται η εικονογραφία του Ναού του Αγίου Φραγκίσκου στο Αρέτσο, που ξεκίνησε το 1452 και ολοκλήρωσε το 1466. Πρόκειται για σειρά νωπογραφιών με οκτώ απεικονίσεις βασισμένες στον θρύλο του Τιμίου Σταυρού, που η γνώση του ντέλλα Φραντσέσκα στην προοπτική, παράλληλα με τη γεωμετρική αρμονία και την ικανότητα στη σύνθεση των χρωματικών εικόνων, τις καθιστούν αναμφίβολα ψηλά στην κατηγορία των αριστουργημάτων του είδους.
Όταν τη δεκαετία του 1950, ο τσέχος συνθέτης, Μποχουσλάβ Μαρτίνου επισκέφτηκε το ναό, εντυπωσιάστηκε βαθιά από τις νωπογραφίες του della Francesca, τις "λουσμένες σε μαργαριταρένιο φως", όπως σχολίασε. Θαύμασε το διακριτικό παιχνίδι φωτός και σκιάς που αξιοποίησε ο ζωγράφος προκειμένου να απεικονίσει με λεπτό, μυστικιστικό τρόπο σκηνές της θρησκευτικής ιστορίας και επικεντρώθηκε στις εμμονές του με τις τολμηρές λύσεις προοπτικής, που τον οδήγησαν στην αναπαράσταση μίας σχεδόν μεταφυσικής άποψης του κόσμου. Έτσι, αποφάσισε να προσπαθήσει να μεταφέρει αυτά τα χαρακτηριστικά στους ακροατές του, χρησιμοποιώντας στοιχεία της δικής του τέχνης, μουσικά μοτίβα, ιδιαίτερες αρμονίες και ορχηστρικά ηχοχρώματα.
Στο ορχηστρικό του έργο: "Les Fresques de Piero della Francesca" δίνει φωνή στην παγωμένη σιωπή, στην παράξενη, ειρηνική ποίηση των ζωγραφικών έργων, εκφράζοντας με τις αρμονίες και το συνδυασμό οργάνων την πολύχρωμη, απόκοσμη και μυστηριώδη ατμόσφαιρά τους. Ο Mαρτίνου δεν στόχευε σ'ένα είδος προγραμματικής μουσικής, αλλά επιθυμούσε να προκαλέσει κυρίως τη διάθεση που αποπνέουν οι πίνακες:
"Προσπάθησα να εκφράσω με μουσικούς όρους το ακίνητο, όλο γαλήνη μισοσκόταδο, όλη την χρωματική παλέτα , τη λεπτή, γαλήνια ατμόσφαιρα, τη συγκινητική ποίηση των εικόνων",
λέει ο ίδιος.
Και πράγματι, ο "ηχητικός κόσμος" των τοιχογραφιών εκπέμπει εκτός από ιερό φως και δύναμη συναισθημάτων, γι'αυτό ξεδιπλώνει κι αναπάντεχες εκρήξεις έντασης.
Η τεράστια γκάμα ορχηστρικών ηχοχρωμάτων του τσέχου συνθέτη αντιστοιχεί στο ζωγραφικό ύφος του αναγεννησιακού ζωγράφου. Η μελωδική γραμμή και η ενορχήστρωση αναδεικνύουν το μεγαλοπρεπές, στιβαρό, με πλούσιες αρμονίες και ακραίες ηχητικές εντάσεις έργο, που χαρακτηρίζεται για την εσωτερικότητα και ευλάβεια.
Η σύνθεση ολοκληρώθηκε το 1955, κι ο δημιουργός ανέπτυξε ένα, φαινομενικά ελεύθερης μορφής, αλλά δομημένο, έργο, που αφιερώθηκε στον Ράφαελ Κιούμπελικ, ο οποίος το διηύθυνε στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ το 1956.
Piero della Francesca: "Πομπή και προσκύνημα της Βασίλισσας του Σαβά"
Τα μέρη: I: Andante poco moderato
Το εναρκτήριο μέρος είναι εμπνευσμένο από τη νωπογραφία: "Πομπή και προσκύνημα της Βασίλισσας του Σαβά" . Φως και χρώμα, σε μια μίξη ανυπέρβλητης ομορφιάς με την καινοτομία της προοπτικής να εντυπωσιάζει...Το σχέδιο είναι απλό και στέρεο, τα χρώματα αρμονικά και μας εισάγουν σε ένα μαγικό μεταμορφωμένο κόσμο, τον κόσμο που και ο Μαρτίνου σκιαγραφεί με τα δικά του μέσα. Ενας μουσικός στροβιλισμός από τον διάφανο ορχηστρικό ήχο ακολουθεί μακρόσυρτο ρυθμό. Γρήγορα οδηγούμαστε σε μια κρουστική κορύφωση, που ακούγεται χαρακτηριστικά εντυπωσιακή (1:33). Η μουσική γίνεται πιο ήπια και μαλακή, πιο στοχαστική στη συνέχεια με το αγγλικό κόρνο να υπογραμμίζει το αρχικό μοτίβο.
Piero della Francesca: "The dream of Constantine"
II: Adagio
Η έμπνευση για αυτό το αργό κίνημα ήταν το "Όραμα του Κωνσταντίνου", στον οποίο ένας άγγελος διαβεβαιώνει τον μελλοντικό Ρωμαίο αυτοκράτορα ότι θα νικήσει στη μάχη ακολουθώντας το σημάδι του Σταυρού. Ο Πιέρο απεικονίζει τον Κωνσταντίνο να κοιμάται στη σκηνή του με τους στρατιώτες και τον σωματοφύλακά του να τον φρουρούν. Ο ζωγράφος στήνει μια θεατρική σκηνή μέσα στην ήσυχη νύχτα, που φωτίζεται από μια λάμψη, όταν ο άγγελος κατεβαίνει από τον ουρανό κρατώντας το σύμβολο του Σταυρού. Ο Πιέρο αποφεύγει τις γραφικές λεπτομέρειες και με τα γεωμετρικά τεχνάσματά του αποβλέπει στην υποβλητικότητα του χώρου.
Το εναρκτήριο θέμα που ανατίθεται στα ξύλινα πνευστά μοιάζει με εμβατήριο με νύξεις μυστηρίου. Στο (1:18) το σόλο της βιόλας αποτυπώνει την πρόσκληση για μάχη. Το θέμα του εμβατηρίου επιστρέφει από λαμπρές τρομπέτες. Ακολουθεί μια σύντομη ηχητική ανάπαυλα για να έρθει στη συνέχεια μια λαμπρή πολυφωνική φαντασία (3:47) και μια περισσότερο εκτεταμένη, ρομαντική μελωδία (4:20). Μια ήσυχη coda με άρπα και αγγλικό κόρνο (5:28), οδηγεί στο απαλό κλείσιμο με τα παρατεταμένα τύμπανα...
III: Poco allegro
Τα ξύλινα πνευστά ξεκινούν την τελική πιο ρυθμική κίνηση, που αποτελεί αποτύπωση δύο πινάκων με σκηνές μάχης. Τη μάχη μεταξύ του στρατού του Ηρακλείου και των Περσών υπό τον Χοσρόη II, που είχε αρπάξει ως λάφυρο το θρησκευτικό κειμήλιο του Τιμίου Σταυρού από τον Πανάγιο Τάφο και τη Μάχη της Μιλβίας Γέφυρας, που έγινε το 312, όπου ο Μέγας Κων/νος νικά το Μαξέντιο. Την προηγούμενη -σύμφωνα με την παράδοση- είχε δει στον ουρανό το όραμα του Σταυρού με το "Εν τούτω νίκα".
Piero della Francesca: "Η μάχη μεταξύ του στρατού του Ηρακλείου και των Περσών υπό τον Χοσρόη II"
Piero della Francesca: "Η μάχη της Μιλβίας Γέφυρας, όπου ο Μέγας Κων/νος νικά το Μαξέντιο"
Η μουσική απεικόνιση αφήνεται σ' ένα μοτίβο, που αναπτύσσει τη δραματική ένταση των στιγμών. Αντηχήσεις από τις τρομπέτες υπογραμμίζουν την πρόσκληση στην πολεμική αναμέτρηση. Το θέμα του 1ου μέρους επιστρέφει (3:17) δοσμένο με διαφορετικό αρμονικό υλικό κι ακούγεται μέχρι το ξεκίνημα της coda. Το σύνολο των τοξοτών εγχόρδων με τα χάλκινα πνευστά συνεργάζονται για να οδηγήσουν στην ισχυρή ηχητική κορύφωση (4:08) ενώ ο ακροατής περιλούζεται από αίσθηση αγαλλίασης και ευφροσύνης καθώς η μουσική εξασθενεί...
Martinů: "Les Fresque de Piero della Francesca - RPO / Kubelík:
"'Έσκυψαν όλοι κι ασπάστηκαν το νεκρό, ο λάκκος είχε ανοιχτεί, και στάθηκε στα χείλια του λάκκου ο γέροντας να πει δυο λόγια, ν’ αποχαιρετίσει το Μανολιό. Μα ο λαιμός του πνίγουνταν, τα λόγια δεν έβγαιναν, κίνησε ο παπα-Φώτης το θρήνο. Γκαρδιώθηκε τότε μια γριούλα, έπεσε απάνω στο νεκρό, έλυσε τα λιγοστά κάτασπρα μαλλιά της και τον αποχαιρέτησε: Αυτού του νέου τ’ όνομα στο χιόνι είναι γραμμένο, το πήρε ο ήλιος κι έλιωσε και το νερό και χάθη ... "
Η όπερα "Řecké pašije-Τhe Greek Passion-Ελληνικό πάθος", του Βohuslav Martinu είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του σύγχρονου λυρικού ρεπερτορίου, εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται"και υπάρχει σε δύο εκδοχές:
Την πρώτη εκδοχή, τη λεγόμενη και ως "εκδοχή του Λονδίνου", που προοριζόταν να παιχτεί στη Βασιλική Όπερα του Covent Garden του Λονδίνου τη συνέθεσε ο Μartinu από το 1954 ως το 1957. Τη δεύτερη, αυτή "της Ζυρίχης", που είναι και η πιο γνωστή, τη συνέθεσε από το 1957 ως το θάνατό του, το 1959.
Λέγεται πως ο λόγος για τον οποίο ο Μartinu έκανε δύο εκδοχές είναι ότι η καινοτομία της πρώτης σόκαρε το διοικητικό συμβούλιο της όπερας του Covent Garden το οποίο και την απέρριψε.
Ο Μαρτινού διαβάζοντας το μυθιστόρημα αντιλήφθηκε την οικουμενικότητα του θέματος και συμφώνησε στη δημιουργία του λιμπρέτου, που τον απασχόλησε δύο ολόκληρα χρόνια γιατί προσπάθησε να ακολουθήσει όσο πιο πιστά γίνεται τη δράση του έργου, κάτι αρκετά δύσκολο.
Σχετικά με τη σύνθεση, για να έρθει πιο κοντά στην ελληνική μουσική παράδοση ζήτησε από τον Καζαντζάκη να του δώσει ελληνικά λαϊκά κομμάτια, ύμνους και ψαλμούς.
Βohuslav Martinu: "Τhe Greek Passion"
Παλαιότερο άρθρο για το οπερατικό έργο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
[Στη μνήμη του βασικού εκπροσώπου του κυβισμού Πάμπλο Πικάσο, που έφυγε σαν σήμερα 8 Απριλίου 1973]
Η Commedia dell’ Arte άσκησε ανεξάντλητη γοητεία στον Πικάσο, ιδιαίτερα ο Αρλεκίνος. Ένας αινιγματικός υπηρέτης που διακρίνεται για την ευφυία και την πονηριά του!Είναι ήρωας πολυμήχανος, γκαφατζής και συνάμα λίγο αναιδής. Τα θαλασσώνει και τα μπαλώνει. Φυσιογνωμία με δυο πρόσωπα, δηλαδή.
Αυτή η διττή μορφή εντυπωσίασε και τον Πικάσο, που στον Αρλεκίνο έβλεπε μισή δημιουργική θεότητα και μισό καταστρεπτικό δαίμονα. Ο Αρλεκίνος, όπως ο αρχαίος Ερμής, ήταν για τον ισπανό καλλιτέχνη ο αναιδής ανατροπέας του κατεστημένου. Έτσι, έδωσε μια σειρά εικαστικών με θέμα τον αρλεκίνο, χαρακτήρα με τον οποίο, κατά δήλωσή του, ταυτιζόταν.
Με χαρακτήρες της Commedia dell' Arte ασχολήθηκε και ο τσέχος συνθέτης Μπόχουσλαβ Μαρτινού. Στα έργα της πρώιμης συνθετικής περιόδου ανήκουν και οι 14 πιανιστικές μινιατούρες του, γραμμένες τη δεκαετία 1912-1922 που τιτλοφορούνται "Loutky-Μαριονέτες". Είναι συγκεντρωμένες σε τρία βιβλία, γραμμένα σε αντίστροφη σειρά, χρονολογικά [1914 (III), 1918 (II), 1922 (I)] κι απέκτησαν μεγάλη δημοτικότητα εξ αρχής.
Αναφέρονται στις φιγούρες της Κομμέντια ντελ' Αρτε: Πιερότο,Κολομπίνα και Αρλεκίνο, τους εύθυμους χορούς του συγκεκριμένου θεατρικού είδους, αλλά και μουσικές περιγραφές σκηνών από την "ιδιωτική ζωή" των μαριονετών.
Συγκεκριμένα:
ΒΙΒΛΙΟ Ι:
Χορός Κολομπίνας Η νέα κούκλα Η ντροπαλή κουκλα Παραμύθι Ο Χορός της κούκλας
ΒΙΒΛΙΟ ΙΙ: Κουκλοθέατρο Αρλεκίνος Κολομπίνας αναμνήσεις Η άρρωστη κούκλα Το τραγούδι της Κολομπίνας
ΒΙΒΛΙΟ ΙΙΙ: Η Σερενάτα του Πιερότου Το ευαίσθητο βαλς της κούκλας Koλομπίνα Κουκλοθέατρο
Συνδυάζουμε τους "εικαστικούς Αρλεκίνους" του Πικάσο με τον "Αρλεκίνο" από το 2ο Βιβλίο συνθέσεων του Μαρτινού. Ένα allegretto con giusto σε 6/8, φωτεινό και ενεργητικό.Το κύριο θέμα της σύντομης σύνθεσης, πλαισιώνεται από φολκλορικά στοιχεία στην ανάπτυξή του. Ο ρυθμός σύντομα μεταφέρεται σε 3/4, ένα χορευτικό, ανάλαφρο βαλσάκι.Τολμηρές μετατροπίες, ζωηρές, μελωδικές υπομνήσεις σκιαγραφούν τη φιγούρα του Αρλεκίνου, χαρακτήρα που ο Πικάσο είδε ως αναιδή ανατροπέα του κατεστημένου, στοιχείο που δεν χρειάζεται και πολλή φαντασία για να εντοπιστεί στην παρτιτούρα του τσέχου δημιουργού. Η χαριτωμένη μαριονέτα υποκλίνεται στην ήχηση της βαθιάς συγχορδίας που πατιέται κι απ'τα δυο χέρια με ιδιαίτερο δυναμισμό καθ'υπόδειξη "σφορτσάντο" του συνθέτη.
«…Αυτό θα πει άνθρωπος: να πονάς, ν’ αδικιέσαι, να παλεύεις και να μην το βάνεις κάτω!
Αν ήταν να με ρωτούσαν ποιος δρόμος πάει στον ουρανό, θ’ απαντούσα: ο πιο δύσκολος.
Μεγάλη κολυμπήθρα τα δάκρυα, παιδί μου…
Θα βρούμε, εκεί που πάμε, το Θεό. Και θα τον βρούμε, όχι όπως τον παριστάνουν όσοι δεν τον είδαν ποτέ τους, ένα ροδομάγουλο γέρο, που κάθεται μακάρια σε πουπουλένια σύννεφα και προστάζει.
Μα σα μικρή φωνή που τινάζεται από τα σωθικά μας και σηκώνει πόλεμο.
[...]
Όταν πολυσυχάσει το νερό, βουρκιάζει, όταν πολυσυχάσει η ψυχή, βουρκιάζει.
Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή,
βρίσκεται ολάκερος ο Θεός»
[Απόσπασμα από το : «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»]
Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες διανοούμενους, με πλούσιο λογοτεχνικό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο. Ο Νίκος Καζαντζάκης, αυτός ο μεγάλος στοχαστής, γεννήθηκε σαν σήμερα 18 Φλεβάρη του 1833 στο Ηράκλειο.
"Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται" είναι αναμφίβολα έργο υψηλής καλλιτεχνικής τάξεως,
δημιουργημένο από ένα τρυφερό και σταθερό χέρι, και χτισμένο με έντονη δυναμική ισχύ.
Θαύμασα την ποιητική διακριτικότητα στη διατύπωση των, λεπτών αλλά αλάθευτων, νύξεων στην ιστορία του Χριστιανικού Πάθους",
θα πει ο Τόμας Μανν.
Τη δεκαετία του ’20 ο έλληνας λογοτέχνης έζησε στο Bozi Dar της Τσεχοσλαβακίας. Από την Τσεχοσλοβακία και ο συνθέτης Bohuslav Martinu, τον οποίο ο Καζαντζάκης γνωρίζει πολύ αργότερα, το 1954. Είναι η εποχή που ο Μartinu έχει διαβάσει το «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του συγγραφέα και ενθουσιασμένος θέλει να του ζητήσει την άδεια να το μεταγράψει για μουσικό θέατρο. Η συνάντηση γίνεται στην Αντίμπ, όπου ζούσε τότε ο Καζαντζάκης, ο οποίος του προτείνει να μελοποιήσει το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και όχι το «Ζορμπά».
Ο Μαρτινού διαβάζοντας το μυθιστόρημα αντιλήφθηκε την οικουμενικότητα του θέματος και συμφώνησε με την πρόταση του συγγραφέα. Η δημιουργία του λιμπρέτου απασχολεί το συνθέτη δύο χρόνια γιατί προσπαθεί να ακολουθήσει όσο πιο πιστά γίνεται τη δράση του έργου, κάτι αρκετά δύσκολο. Σχετικά με τη σύνθεση, για να έρθει πιο κοντά στην ελληνική μουσική παράδοση ζητά από τον Καζαντζάκη να του δώσει ελληνικά λαϊκά κομμάτια, ύμνους και ψαλμούς. Το 1957 η μουσική έχει ολοκληρωθεί εκτός από την τελική σκηνή. Το κλείσιμο του έργου απασχολεί ακόμα τον Μartinu και θέλει να συναντηθεί με τον Καζαντζάκη, για να το συζητήσουν. Αυτή η συνάντηση δε θα γίνει ποτέ, καθώς ο τελευταίος πεθαίνει στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου. Το φινάλε ολοκληρώνεται το ’59 επιλέγοντας να δώσει ως τέλος της όπερας τον θρήνο της Κατερίνας για τον αδικοχαμένο Μανωλιό που συνοδεύεται από διπλή χορωδία.
«Αυτού του νέου τ’όνομα στο χιόνι είναι γραμμένο.
Το πήρε ο ήλιος κι έλιωσε και το νερό και χάθη…»
Αυτά είναι τα λόγια της Κατερίνας, ένα δίστιχο με το οποίο κλείνει το μουσικό δράμα. Στοιχείο διαφορετικό από το μυθιστόρημα. Ενώ στην όπερα η Κατερίνα παραμένει ζωντανή, στο μυθιστόρημα με τo παραπάνω δίστιχο θρηνεί τον νεκρό Μανωλιό μια γριούλα κατά τη διάρκεια της ταφής του.
Η όπερα «Řecké pašije-Τhe Greek Passion-Ελληνικό πάθος», είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα του σύγχρονου λυρικού ρεπερτορίου και υπάρχει σε δύο εκδοχές:
Την πρώτη εκδοχή, τη λεγόμενη και ως «εκδοχή του Λονδίνου», που προοριζόταν να παιχτεί στη Βασιλική Όπερα του Covenr Garden του Λονδίνου τη συνέθεσε ο Μartinu από το 1954 ως το 1957. Τη δεύτερη, αυτή «της Ζυρίχης», που είναι και η πιο γνωστή, τη συνέθεσε από το 1957 ως το θάνατό του, το 1959. Λέγεται πως ο λόγος για τον οποίο ο Μartinu έκανε δύο εκδοχές είναι ότι η καινοτομία της πρώτης σόκαρε το διοικητικό συμβούλιο της όπερας του Covent Garden το οποίο και την απέρριψε.
Τη Φιλαρμονική της Τσεχίας διευθύνει ο, για μεγάλο διάστημα διευθυντής της, Jiří Bělohlávek, με διεθνή φήμη και αναγνώριση για τις παραστάσεις του έργων τσέχων συνθετών όπως ο Ντβόρζακ, ο Μαρτινού κλπ.
Ο Μπελογλάβεκ έχει χαρακτηριστεί ως "ο πιο βαθύς υποστηρικτής της τσεχικής ορχηστρικής μουσικής".
Φωτισμένοι καλλιτέχνες και οι δυο, που με τη σύμπραξή τους δίνουν ένα σπουδαίο αποτέλεσμα! Ο Καζαντζάκης, δάσκαλος! Σε κάθε βήμα της ζωής έχει και μια σοφία να σε συντροφεύσει σα συμβουλή, σα διδαχή, σα βάλσαμο... Ο Μαρτινού, καταθέτοντας αίμα καρδιάς, κατανοεί τα νοήματα του έργου του κορυφαίου λογοτέχνη, και αποδίδει πιστότατα το πνεύμα του, όπου εκτυλίσσεται μουσικά μια ιστορία αγάπης και μίσους, ζήλιας και κακίας, θάρρους και εγκαρτέρησης. Ένα έργο "αμείλικτου ρεαλισμού", όμως διαποτισμένου από ένα βαθύ ποιητικό αίσθημα, όπως και στην αριστοτεχνική γραφή του Καζαντζάκη.
Ο Κάρλο Γκολντόνι από μικρός ενδιαφέρθηκε για το θέατρο, τα παιχνίδια του ήταν οι μαριονέτες και τα διαβάσματά του θεατρικά έργα. Στο σχολείο αντί να ασχολείται με τα μαθήματά του διάβαζε ελληνικές και λατινικές κωμωδίες.
Ανανεώνοντας την Κομμέντια ντελ άρτε, κι εμπνευσμένος από τους ζωντανούς χαρακτήρες του Μολιέρου αναμόρφωσε την κωμωδία κι έστρεψε το μυθογραφικό ενδιαφέρον στην καθημερινότητα της εποχής του, δίνοντας πλήθος κωμωδιογραφιών.
Ανάμεσά τους η περίφημη: "ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ". Όπως γράφει ο ίδιος:
"Απ' όλες τις κωμωδίες που έχω σκαρώσει ως τώρα, θα τολμούσα να πω ότι αυτή είναι η πιο ηθική, η πιο χρήσιμη, η πιο μορφωτική. Άποψη, ωστόσο, που θα φανεί παράδοξη σε εκείνον που θα σταθεί να μελετήσει το χαρακτήρα της Λοκαντιέρας και θα πει ότι πουθενά αλλού δεν έχω σκιαγραφήσει γυναίκα πιο πλανεύτρα, πιο επικίνδυνη από αυτήν. Αλλά, όποιος συλλογιστεί το χαρακτήρα και το τι συμβαίνει στον Ιππότη, θα βρει ένα πολύ ζωντανό παράδειγμα ταπεινωμένης υπεροψίας και μια σχολή που διδάσκει να τρέπεται κανείς σε φυγή μπροστά στον κίνδυνο, για να αποφύγει την πτώση".
ΥΠΟΘΕΣΗ:
Το έργο έχει σαν κεντρικό τόπο εξέλιξης μία λοκάντα(κάτι σαν πανσιόν). Το κύριο πρόσωπο είναι γυναίκα, η γεμάτη τσαχπινιά και χάρες Μιραντολίνα (τ' όνομά της σημαίνει: ή "θαυμαστούτσικη") και γύρω απ' το πρόσωπό της πλέκεται όλη η δράση. Η λοκαντιέρα με καπατσοσύνη, θηλυκότητα και πονηριά εξασφαλίζει το εισόδημά της επωφελούμενη συγχρόνως και από τα δώρα των πελατών της, του Κόμη και του Μαρκήσιου, που είναι συγχρόνως ερωτευμένοι μαζί της. Ομως ο στόχος της Λοκαντιέρας είναι ο μισογύνης Ιππότης και επιστρατεύει όλες τις τεχνικές της για να την ερωτευθεί κι έπειτα να τον γελοιοποιήσει.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ / ΣΚΗΝΗ 5η:
ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ:Δούλη σας ταπεινή, αρχοντές μου!Ποιος από τους κυρίους με ζητεί; ΜΑΡΚΕΖΟΣ: Σε ζήτησα εγώ, μα όχι εδώ πέρα! ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ: Και πού με θέλετε, ετσελλέντσα; ΜΑΡΚΕΖΟΣ: Στην καμαρά μου! ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ: Στην καμαρή σας;Αν έχετε ανάγκην από τίποτε , θε να'αρθει ο καμαριέρης να σάς υπηρετήσει! ΜΑΡΚΕΖΟΣ(προς τον Ιππότην): Πως σου φαίνεται αυτή η περηφάνια της; ΙΠΠΟΤΗΣ: Αυτό που εσύ το λες περηφάνια, εγώ το λέω αυθάδεια και αδιαντροπιά! ΚΟΝΤΕΣ: Αγάπη μου, μιραντολίνα, εγώ θα σου μιλήσω εμπρός στους άλλους για να μη σου δώσω την ενόχληση να ρθείς στην καμαρή μου.Κοίτα εδώ αυτά τα σκουλαρίκια!Σ'αρέσουν;Είναι διαμάντια, ξέρεις... ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ: ω, τα γνωρίζω!Καταλαβαίνω από διαμάντια, εγώ! [...]Για ποιο λόγο θέλετε να μου χαρίσετε αυτά τα σκουλαρίκια; ΚΟΝΤΕΣ: Εχουνε δέσιμο της μόδας! ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ: Δεν είναι σωστό να τα δεχτώ, κύριε! ΚΟΝΤΕΣ: Αν δεν τα πάρεις, θα μου κακοφανεί! ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ: Δεν ξέρω τί να κάνω...Το συμφέρον μου απαιτεί να με έχουν στην εύνοιά των οι πελάτες της λοκάντας μου...Για να μην κακοκαρδίσω τον κ.Κόντε, θα τα πάρω! ΙΠΠΟΤΗΣ: Ω, θελειά και φούρκα! ΚΟΝΤΕΣ(προς τον Ιπποτη):Τι λες γι'αυτή την εξυπνάδα και τη σπιρτοσύνη; ΙΠΠΟΤΗΣ: Όμορφη εξυπνάδα! Σού τα καταχωνιάζει και δε σου λέει ούτε ευχαριστώ! ΜΑΡΚΕΖΟΣ: Μα την αλήθεια σιορ Κόντε , σού ταιριάζει να σού πούνε και σ'ανώτερα!Να κάνεις ρεγάλα φανερά σε μια γυναίκα από ξιπασιά! [...] ΙΠΠΟΤΗΣ: Κυρα λοκαντιέρα, τα λινα και τα σεντόνια,που μου' στειλες, δεν μ αρέσουν! ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ: Θα σας βάλουμε καλύτερα, κύριε!Θα γίνει το θέλημά σας!Μα μπορούσατε να το ζητήσετε με ευγενικό τρόπο! ΙΠΠΟΤΗΣ:Όπου πληρώνω τον παρά μου, δεν κάνω κοπλιμέντα! ΚΟΝΤΕΣ:Συμπάθησέ τον!Είναι οχτρός θανάσιμος των γυναικώνε! ΙΠΠΟΤΗΣ:Εϊ!για να σου πω!Δεν έχω καμμιά ανάγκη να με συμπαθήσει η αφεντιά της! ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ: Κακόμοιρες γυναίκες!Τι τάχα να τού κάνανε;Γιατί τόσο άπονος για μάς,κύριε ιππότη;..."
Ο Κάρλο Γκολντόνι γεννήθηκε 25 Φεβρουαρίου 1707 στη Βενετία και πέθανε 6 Φεβρουαρίου 1793, στο Παρίσι.
***
ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ:
Από το περίφημο θεατρικό του Γκολντόνι "Λοκαντιέρα" εμπνεύστηκαν τις όπερές τους οι: Σαλιέρι και Μαρτίνου.
1. "ΛΟΚΑΝΤΙΕΡΑ" του ΣΑΛΙΕΡΙ
Είναι άδικο που ο Αντόνιο Σαλιέρι έχει μείνει στην ιστορία ως αντίζηλος, προσωπικός εχθρός και πιθανός δολοφόνος του Μότσαρτ κι όχι για την παρουσία του στη μουσική ζωή της Ευρώπης. Να θυμίσουμε πως ο Σαλιέρι βοήθησε σημαντικά στην ανάπτυξη του μελοδράματος του 18ου αιώνα και κυριάρχησε στην ιταλόγλωσση όπερα στην Αυστρία. Η Λοκαντιέρα του σε 3 πράξεις είναι σε λιμπρέτο του Domenico Poggi , κι έκανε πρεμιέρα στο Burgtheater της Βιέννης το 1773. Ο Σαλιέρι πλάθει μια υπέροχη όπερα που γνώρισε τεράστια και πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της εποχής, επιτυχία από την πρώτη παράσταση, αφού η υποδοχη από κοινό και κριτικούς ήταν εκπληκτική, με τις παραστάσεις να συνεχίζονται και εκτός αυστριακών συνόρων, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία. Ωστόσο στην πορεία έπεσε σε αφάνεια μέχρι το 1989 που ξανανέβηκε στη σύγχρονη εποχή στη Βρετανία. Ο συνθέτης προσεγγίζει ισορροπημένα λιμπρέτο και μουσική, εστιάζει στην ανάδειξη των αξιών και της ηθικής που υπογραμμίζει ο συγγραφέας και προσπαθεί με έξυπνα μοτίβα να πλάσει τους χαρακτήρες που καταγγέλλουν την αλαζονεία της αριστοκρατίας ενάντια στην εμφάνιση της αστικής τάξης, αλλά και την γυναικεία υποκρισία. Ανάλαφρη, ενθουσιώδης, χαριτωμένη παρτιτούρα, δυναμικοί οι διάλογοι, ο Σαλιέρι συνδυάζει με θαυμαστή μαεστρία συναίσθημα και λογική.
Aκούμε την Ουβερτούρα σε Ρε μείζονα:
Antonio Salieri: "La locandiera", Overture:
2. "ΜΙΡΑΝΤΟΛΙΝΑ" του ΜΑΡΤΙΝΟΥ
Ο ίδιος ο Μπόχουσλαβ Μαρτίνου προσάρμοσε το κείμενο, στην όπερά του, που παρουσιάστηκε το 1959 στο Εθνικό Θέατρο της Πράγας Στο έργο του , που θυμίζει όπερα μπούφα ενσωματώνει εκτεταμένα μέρη ομιλούμενου διαλόγου. Ο Μαρτίνου κινείται σε νεοκλασικό στυλ, με χρήση μαδριγαλίων και γαλλικών μελωδιών με τα οποία πετυχαίνει να αποδώσει τις πνευματικές και ειρωνικές αναφορές του συγγραφέα. Το ακροατήριο απολαμβάνει τη φάρσα, καθώς εύστοχα εναλλάσσει τα ρετσιτατίβι με τα ορχηστρικά μέρη, τις άριες και τα ντουέτα, δίνοντας συναρπαστική και ελκυστική μουσική, μεγάλο μέρος της οποίας βασίζεται σε παραδοσιακούς ιταλικούς χορούς, όπως στον πρόλογο της 3ης πράξης απ'όπου προτείνω να ακούσουμε το ρυθμικό, κεφάτο "Saltarello".
Θα ήθελα, αν μπορούσα, να συμβάλλω στην αποκατάσταση του ονόματος και του κύρους του μεγάλου Σαλιέρι, που ατυχώς καταρρακώθηκε μετά την ταινία "Amadeus". Replies ELPIDA NOUSA25 February 2020 at 04:34
Πολλοί έχουμε νοιώσει αυτή την ανάγκη και είναι όντως άδικο για έναν τόσο ταλαντούχο συνθέτη να ακολουθείται από αυτή τη "ρετσινιά", για την οποία δεν νομίζω να ευθύνεται μόνο ο Φόρμαν και η ταινία του, μια και είχε προηγηθεί ο Πούσκιν με το θεατρικό του: "Μότσαρτ και Σαλιέρι", αγαπητέ Θανάση...