Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Οι μουσικοί έτοιμοι, οι νότες στην παρτιτούρα τους κι αυτές ανοιχτές στα αναλόγιά τους. Το κοινό περίμενε με περιέργεια τη νέα γαλλική μουσική. Ο βαρύτονος, όμως, ξαφνικά έχασε το θάρρος του. Κοίταξε τριγύρω μισοφοβισμένος. Παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να τραγουδήσει αυτούς τους "παράξενους" Λιβεριανούς στίχους, με τις αργκό φράσεις και τα φωνητικά παιχνιδίσματα.
Σχεδόν αστραπιαία, ο Πουλένκ, δεκαοκτώ μόλις χρονών, αποφάσισε να δώσει λύση. Μόλις είχε στρατευτεί, φορούσε τη στρατιωτική στολή, δεν ήταν τραγουδιστής, ούτε είχε ξανακάνει κάτι παρόμοιο ποτέ. Πήρε βαθιά ανάσα και ανέβηκε στη σκηνή. Κρυμμένος πίσω από το μεγάλο αναλόγιο άρχισε να ερμηνεύει με θάρρος το ιντερλούδιο. Οι φράσεις "Χονολουλού, πότι λάμα..." αντήχησαν με περίεργη μουσικότητα. Το κοινό παρέμεινε σιωπηλό και μέσα σε δευτερόλεπτα η αμηχανία του μετατράπηκε σε γέλιο και ενθουσιασμό.
Ηταν η τρίτη κίνηση, "Honolulu", ένα σόλο βαρύτονου πάνω σε ένα εμμονικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο, σε κείμενο φερόμενο ως κάποιας λιβεριανής ποιήτριας με το όνομα Μακόκο Κανγκούρου σε μια γλώσσα που ηχούσε "ανόητη"...
Ο νεαρός Φρανσίς Πουλένκ, γόνος μιας εύπορης οικογένειας είχε πριν λίγο καιρό επισκεφτεί το βιβλιοπωλείο Maison des amis des livres, αγαπημένο στέκι πρωτοπόρων καλλιτεχνών. Εκεί, διαβάζει την ποιητική συλλογή με τους παράδοξους στίχους-αναφορές στην παριζιάνικη αργκό, που στην πραγματικότητα σατιρίζουν την εμμονή των μοντέρνων σαλονιών τέχνης με οτιδήποτε αφρικανικό...
| "Κεφάλι Γυναίκας", Πικάσο 1908 |
Η πενταμερής "Rapsodie nègre", για βαρύτονο, πιάνο, φλάουτο, κλαρινέτο και κουαρτέτο εγχόρδων, γεννήθηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του Παρισιού εκείνης της εποχής, όταν η πόλη τρελαινόταν για αφρικανικές τέχνες και πειραματική μουσική. Το έργο, αφιερωμένο στον Ερίκ Σατί, συνδυάζει τρία καθαρά ορχηστρικά μέρη με ένα ιντερλούδιο βαρύτονου-πιάνο και κορυφώνεται σε ένα φινάλε όπου όλοι οι εκτελεστές ενώνονται σε μια έκρηξη χρώματος, ρυθμού και παιχνιδιάρικης ενέργειας.
Ο Ιγκόρ Στραβίνσκι εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από τη σύνθεση, που εξασφάλισε στον νεαρό Πουλένκ συμβόλαιο με εκδοτικό οίκο. Στην πρεμιέρα, ανάμεσα στο κοινό βρισκόταν και ο Μορίς Ραβέλ, ο οποίος, ενθουσιασμένος, σχολίασε: "Θαυμάζω τη φολκλορική επινόηση του νεαρού! Τι χάρισμα!".
Ο Αλφρέντο Καζέλα ζήτησε χειρόγραφο για μελέτη, ενώ ο Ντιαγκίλεφ σκέφτηκε να το διασκευάσει σε μπαλέτο.
Ωστόσο, όπως θυμόταν ο Πουλένκ, η πρώτη αντίδραση του δασκάλου του σύνθεσης δεν ήταν καθόλου θερμή. Ο Πολ Βιντάλ πήρε τη χειρόγραφη παρτιτούρα στα χέρια, τη διάβασε προσεκτικά, συνοφρυώθηκε, γούρλωσε τα μάτια του βλέποντας την αφιέρωση στον Σατί, σηκώθηκε και φώναξε: "Η δουλειά σου είναι άστοχη, ένα μάτσο ανοησίες! Με κοροϊδεύεις;… Α! Βλέπω, είσαι φίλος του Στραβίνσκι, του Σατί και της παρέας τους… Λοιπόν, καληνύχτα!" και σχεδόν πέταξε έξω τον Πουλένκ.
Προφανώς, ακόμη και οι δάσκαλοι μπορούν να βγάζουν λανθασμένα συμπεράσματα…
Η "Rapsodie nègre" δεν ήταν απλώς το ντεμπούτο ενός νέου ταλέντου. Ήταν η πρώτη φωνή ενός δημιουργού γεμάτου φως, χιούμορ και πνευματικότητα, ενός συνθέτη που ήξερε να μετατρέπει την αμηχανία σε μαγεία, τη νεανική τόλμη σε θριαμβευτική μουσική, και τις φαινομενικές "ανοησίες" σε μια ενστικτώδη, ζωντανή γλώσσα που συνεπαίρνει το κοινό, προκαλώντας χαμόγελα, έκπληξη και θαυμασμό ταυτόχρονα...
Όπως έχει εύστοχα ειπωθεί, ο "Πουλένκ αποτελεί μια μορφή έκρηξης της γαλλικής ενέργειας, που μπορεί να σε κάνει να γελάσεις και να συγκινηθείς μέσα σε δευτερόλεπτα. Η μουσική του μιλάει με καθαρή, άμεση και ανθρώπινη γλώσσα, που αγγίζει κάθε γενιά".
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου