Alfred Sisley: "La neige à Louveciennes", 1878(Musée d’Orsay) |
| Alfred Sisley |
Για τον Άλφρεντ Σίσλεϊ η χειμερινή φύση δεν υπήρξε ένα απλό, ζωγραφικό μοτίβο, αλλά ένας εσωτερικός τόπος στοχασμού. Το χιόνι, η παγωμένη σιωπή της υπαίθρου και το λιγοστό, διάχυτο φως του χειμώνα τού πρόσφεραν το ιδανικό πλαίσιο για να αποδώσει τη μελαγχολία, τη μοναξιά και τη σιωπηλή ποίηση του τοπίου. Η εσωστρεφής και στοχαστική του ιδιοσυγκρασία εναρμονιζόταν βαθιά με αυτή τη λιτή, μυστηριακή όψη της φύσης, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι με τη λαμπερή ζωντάνια των ηλιόλουστων μεσογειακών σκηνών που ενέπνεαν άλλους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους.
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Κλοντ Μονέ, ο Σίσλεϊ επέστρεφε συχνά στη ζωγραφική χιονισμένων τοπίων. Για τους ιμπρεσιονιστές, το χιόνι υπήρξε ένα ιδανικό πεδίο παρατήρησης των ανεπαίσθητων μεταβολών του φωτός. Στους πίνακές του δεν εμφανίζεται ποτέ ως άψυχο, επίπεδο λευκό. Μέσα από μικρές και λεπτές πινελιές αποκτά βάθος και παλμό, αντανακλώντας γαλάζιους, γκρι και λιλά τόνους που μεταμορφώνουν την παγωμένη επιφάνεια σε μια ζωντανή, ατμοσφαιρική εμπειρία.
Οι χειμώνες που πέρασε στο Louveciennes -ένα προάστιο του Παρισιού όπου έζησαν και εργάστηκαν πολλοί ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι, όπως ο Μονέ, ο Πισαρό και ο Ρενουάρ- γέννησαν μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές του χιονισμένες σκηνές.
| Sisley: "La neige à Louveciennes", Phillips Collection, 1874 |
Μια μικροσκοπική ανθρώπινη φιγούρα, ντυμένη με σκούρο πανωφόρι, διασχίζει διστακτικά το χιονισμένο τοπίο, σπάζοντας την απόλυτη ερημιά. Η παρουσία της ανεπαίσθητη, εντείνει αντί να αναιρεί τη μοναξιά του χώρου. Ένας στενός δρόμος χαράσσεται μέσα στο λευκό και χάνεται στο βάθος, οδηγώντας το βλέμμα προς το άγνωστο. Η προοπτική δεν λειτουργεί σαν οργανωτικό στοιχείο της σύνθεσης, αλλά σαν ποιητικό εργαλείο που προσκαλεί τον θεατή σε μια εσωτερική διαδρομή, προς τη σιωπή και τον στοχασμό. Τα ήρεμα, ισορροπημένα χρώματα συνθέτουν μια λεπτή αρμονία, αποκαλύπτοντας την ευαίσθητη και στοχαστική φύση του καλλιτέχνη.
Η καλλιτεχνική αυτή ευγένεια συνδέεται άρρηκτα με τη βρετανική καταγωγή του Σίσλεϊ. Κατά τα χρόνια που έζησε στην Αγγλία, αλλά και στις μεταγενέστερες επισκέψεις του, γνώρισε σε βάθος το έργο των Κόνσταμπλ και Τέρνερ. Η ποιητική τους ματιά στη φύση, η έμφαση στην ατμόσφαιρα, στο φως και στις μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη ζωγραφική του, ενισχύοντας τη δική του αντίληψη του χιονιού ως φορέα σιωπής, φωτός και εσωτερικής συγκίνησης.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ορισμένοι μελετητές διακρίνουν μια λεπτή γέφυρα ανάμεσα στη ζωγραφική του Σίσλεϊ και στη μουσική του Κλωντ Ντεμπισί. Η ελαιογραφία "Χιόνι στο Louveciennes", που σήμερα εκτίθεται στο Musée d’Orsay στο Παρίσι, έχει θεωρηθεί από αρκετούς σαν η πηγή έμπνευσης για το περίφημο πρελούδιο του Ντεμπισί "Des pas sur la neige - Ίχνη στο χιόνι". Ο συνθέτης, με τη φαντασία και τη μουσική του να λειτουργούν ως στοχαστικοί ιχνηλάτες, κατορθώνει να μεταφράσει την οπτική σιωπή του πίνακα σε ηχητικό τοπίο, όπου κάθε νότα μοιάζει με αποτύπωμα πάνω στο απάτητο χιόνι.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ορισμένοι μελετητές διακρίνουν μια λεπτή γέφυρα ανάμεσα στη ζωγραφική του Σίσλεϊ και στη μουσική του Κλωντ Ντεμπισί. Η ελαιογραφία "Χιόνι στο Louveciennes", που σήμερα εκτίθεται στο Musée d’Orsay στο Παρίσι, έχει θεωρηθεί από αρκετούς σαν η πηγή έμπνευσης για το περίφημο πρελούδιο του Ντεμπισί "Des pas sur la neige - Ίχνη στο χιόνι". Ο συνθέτης, με τη φαντασία και τη μουσική του να λειτουργούν ως στοχαστικοί ιχνηλάτες, κατορθώνει να μεταφράσει την οπτική σιωπή του πίνακα σε ηχητικό τοπίο, όπου κάθε νότα μοιάζει με αποτύπωμα πάνω στο απάτητο χιόνι.
Η σύνθεση, αποτελεί το έκτο κομμάτι από το Πρώτο Βιβλίο των Πρελουδίων του Ντεμπισί και συντέθηκε κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Το έργο έχει δυαδική μορφή, με τα δύο μέρη, Α και Β, να κατανέμονται ισόρροπα στη συνολική του έκταση. Η μουσική κινείται ανάμεσα στον Μιξολύδιο και τον Δώριο τρόπο, με μοτιβικές επαναλήψεις που δημιουργούν μια αίσθηση θλίψης, στασιμότητας και ερημιάς.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα μεμονωμένα χτυπήματα στην υψηλή περιοχή του πιάνου, τα οποία εκτελούνται με το σταύρωμα του αριστερού χεριού πάνω από το δεξί. Οι ήχοι αυτοί παραπέμπουν άμεσα στα ίχνη των πατημασιών που χαράσσονται στιγμιαία πάνω στο λευκό χιόνι, πριν σβηστούν από τον χρόνο και τη σιωπή. Οι παράφωνες συγχορδίες, βυθισμένες σε ένα εύθραυστο δυναμικό πεδίο ανάμεσα στο morendo και το pianissimo, λειτουργούν ως ψυχρή ηχητική έκφραση μοναξιάς, απομόνωσης και εσωτερικής ερήμωσης.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα μεμονωμένα χτυπήματα στην υψηλή περιοχή του πιάνου, τα οποία εκτελούνται με το σταύρωμα του αριστερού χεριού πάνω από το δεξί. Οι ήχοι αυτοί παραπέμπουν άμεσα στα ίχνη των πατημασιών που χαράσσονται στιγμιαία πάνω στο λευκό χιόνι, πριν σβηστούν από τον χρόνο και τη σιωπή. Οι παράφωνες συγχορδίες, βυθισμένες σε ένα εύθραυστο δυναμικό πεδίο ανάμεσα στο morendo και το pianissimo, λειτουργούν ως ψυχρή ηχητική έκφραση μοναξιάς, απομόνωσης και εσωτερικής ερήμωσης.
Μια σύντομη coda έρχεται να ολοκληρώσει αυτή την παγωμένη εικόνα: το τοπίο αδειάζει, ο ήχος υποχωρεί, και απομένει μόνο η αίσθηση του ψύχους, της παγωνιάς και της εγκατάλειψης, σιωπηλά, ανεπαίσθητα ίχνη πάνω στο απέραντο λευκό του χιονιού…
Debussy: "Prelude Book I, Des pas sur la neige":
Το έργο ερμηνεύει ο Walter Gieseking, πιανίστας κατ'εξοχήν Ντεμπισιακός με τις ερμηνείες του να ξεχωρίζουν για την καθαρότητα και την ακρίβεια στην απόδοση, τους χρωματικούς τόνους και τις συναισθηματικές αναγνώσεις...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου