"Belshazzar's Feast", Rembrandt |
Πολλοί υποστηρίζουν πως το έργο με το οποίο ο Ρέμπραντ καθιερώθηκε ως μπαρόκ ζωγράφος ιστορικών θεμάτων είναι το "Συμπόσιο του Βαλτάσαρ". Το φιλοτέχνησε γύρω στο 1635 και η έμπνευση αντλήθηκε από την Παλαιά Διαθήκη και την αφήγηση στο Βιβλίο του Δανιήλ (ε', 1-7).
Ο Βαλτάσαρ οργανώνει ένα πολυτελές γεύμα και θέλοντας να τιμήσει τους καλεσμένους του, χρησιμοποιεί ιερά αντικείμενα που είχαν μεταφερθεί από τον Ναό του Σολομώντα. Η πράξη αυτή θεωρείται προσβολή προς το θείο:
"Εφεραν τα ιερά χρυσά και αργυρά σκεύη, τα οποία είχε πάρει από τον ναόν του Θεού του εν Ιερουσαλήμ. Με τα ιερά αυτά σκεύη έπινον ο βασιλεύς, οι μεγιστάνες του, αι παλλακίδαι του και αι γυναίκες του. Επιναν τον οίνον και υμνολογούσαν τους ειδωλικούς θεούς των.
Αίφνης κατά την ώρα εκείνη εβγήκαν δάκτυλοι χειρός ανθρώπου και έγραφαν απέναντι της λυχνίας επάνω στο αμμοκονίαμα του τοίχου του βασιλικού ανακτόρου. Ο βασιλεύς έβλεπε τον καρπό της χειρός να γράφει..."
Η μυστηριώδης επιγραφή ήταν:(pinterest)
"Mene, Tekel, Peres"
Κανείς από τους σοφούς του βασιλείου δεν μπορεί να εξηγήσει το αινιγματικό μήνυμα. Μόνο ο προφήτης Δανιήλ αποκαλύπτει στον Βαλτάσαρ το νόημά του: "Εμετρήθης, εζυγίσθης και ευρέθης ελλιπής". Η επιγραφή προαναγγέλλει ότι οι ημέρες της εξουσίας του εξαντλούνται και ότι το βασίλειό του θα κομματιαστεί και θα παραδοθεί στους Μήδους και στους Πέρσες.
Ο Ρέμπραντ επιλέγει να παρουσιάσει ακριβώς τη στιγμή της αναστάτωσης, αποδίδοντας με έντονο τρόπο τον φόβο και την έκπληξη των παρευρισκομένων. Το φως συγκεντρώνεται στα πρόσωπα, στις κινήσεις των μορφών και κυρίως στην παράξενη επιγραφή, δημιουργώντας έντονη αντίθεση με τα πιο σκοτεινά σημεία της σύνθεσης. Οι θερμές και πλούσιες αποχρώσεις των ενδυμάτων και των αντικειμένων ενισχύουν την αίσθηση πολυτέλειας, ενώ το παιχνίδι ανάμεσα σε φως και σκιά προσδίδει στο έργο μυστήριο και δραματική ένταση.
Το έργο, που σήμερα εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ικανότητας του Ρέμπραντ να συνδυάζει αφήγηση, συναίσθημα και εντυπωσιακή χρήση του φωτός.
Στη Μουσική:
Το επεισόδιο του Βαλτάσαρ, με τη δραματική του ατμόσφαιρα, τη μυστηριώδη επιγραφή και την προαναγγελία της πτώσης της Βαβυλώνας, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και για σημαντικούς συνθέτες. Η βιβλική αφήγηση πέρασε έτσι από τη ζωγραφική στη μουσική, δίνοντας αφορμή για τη δημιουργία έργων διαφορετικών εποχών και μουσικών μορφών.
Σήμερα θα ακούσουμε τέσσερις δημιουργίες που αντλούν την έμπνευσή τους από την ιστορία του Βαλτάσαρ.
1. Georg Friedrich Händel / Belshazzar ΗWV. 61
Το 1744, περίοδος που σηματοδοτεί την κορύφωση της δημιουργικής ζωής του Χαίντελ, ο συνθέτης ολοκλήρωσε το ορατόριο του "Belshazzar", που παρουσιάστηκε στο King's Theatre του Λονδίνου . Το λιμπρέτο διευρύνει την αφήγηση με στοιχεία -εκτός του Βιβλίου του Δανιήλ- από τις προφητείες του Ιερεμία και του Ησαΐα, καθώς και από την "Κύρου Παιδεία" του ιστορικού, Ξενοφώντα. Έτσι, η ιστορία του Βαλτάσαρ συνδέεται με την κατάκτηση της Βαβυλώνας από τον Κύρο Β΄ και με την απελευθέρωση των Εβραίων.
Ακολουθεί το χορωδιακό των Ιουδαίων "Recall, O king, thy rash command!-Θυμήσου, βασιλιά, την απερίσκεπτη προσταγή σου!"
Ο ίδιος ο Χαίντελ είχε εκφράσει στον λιμπρετίστα του τον ενθουσιασμό του για το κείμενο, το οποίο χαρακτήρισε "ευγενές, μεγαλοπρεπές και ασυνήθιστο". Τόνιζε ιδιαίτερα ότι του προσέφερε "πολλές ιδέες για σημαντικά χορωδιακά έργα, με έντονες μεταξύ τους αντιθέσεις, ώστε να διαφοροποιούνται μουσικά οι Εβραίοι, από τους Βαβυλώνιους και του Πέρσες"
Έτσι, οι Βαβυλώνιοι παρουσιάζονται μέσα από μουσική γλώσσα εξωστρεφή, λαμπερή και γεμάτη κίνηση, που αντανακλά τον εορταστικό χαρακτήρα της ζωής τους και την προσήλωσή τους στις απολαύσεις. Αντίθετα, η μουσική των Ιουδαίων(που θα ακούσουμε) χαρακτηρίζεται από σοβαρότητα και εσωτερικότητα. Οι μελωδίες τους έχουν βαρύτητα, ευγένεια και αξιοπρέπεια, εκφράζοντας έναν λαό που βρίσκεται σε κατάσταση υποταγής μεν, αλλά διατηρεί την πίστη και την πνευματική του δύναμη, δε.
2. Robert Schumann / Belsatzar, Op. 57
[...]
[...]
| (dfg-viewer) |
Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από συνεχή, δραματική εξέλιξη της μουσικής που ακολουθεί βήμα-βήμα την πλοκή, χωρίς επαναλαμβανόμενες μελωδίες. Ξεκινά με μια σκοτεινή εισαγωγή στο πιάνο που περιγράφει τη νύχτα στη Βαβυλώνα, για να δώσει γρήγορα τη θέση της στον έντονο ρυθμό μιας αλαζονικής γιορτής.
Η μουσική κλιμακώνεται σ' ένα τρομακτικό αποκορύφωμα τη στιγμή της βλασφημίας του βασιλιά, αλλά "παγώνει" αμέσως μετά με απότομες παύσεις και χαμηλές νότες, αποδίδοντας το δέος μπροστά στο πύρινο χέρι.
Τέλος, η μπαλάντα κλείνει με μια χαμηλόφωνη, ψιθυριστή απαγγελία που ανακοινώνει τη δολοφονία του Βαλτάσαρ, σφραγίζοντας το έργο με την αίσθηση της θείας δίκης...
3. Gioachino Rossini / La caduta di Baldassare
Η όπερα "Ciro in Babilonia, ossia La caduta di Baldassare - Ο Κύρος στη Βαβυλώνα ή Η πτώση του Βαλτάσαρ" του Τζοακίνο Ροσσίνι πρωτοπαρουσιάστηκε το 1812, κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, σε μια εποχή κατά την οποία ήταν συνηθισμένο τα ιταλικά θέατρα να παρουσιάζουν έργα με θέματα αντλημένα από τη Βίβλο. Η πλοκή επικεντρώνεται στα γεγονότα που συνδέονται με την εισβολή του Πέρση βασιλιά, Κύρου στη Βαβυλώνα.
Στη Β΄ Πράξη παρουσιάζεται το περίφημο Συμπόσιο του Βαλτάσαρ. Μετά τη βλάσφημη χρήση των ιερών σκευών, η μουσική οδηγείται σε κορύφωση. Στην παρτιτούρα του Ροσσίνι, η σκηνική οδηγία περιγράφει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο το υπερφυσικό γεγονός: "Ανάμεσα στις βροντές και τις αστραπές εμφανίζεται ένα χέρι, το οποίο χαράζει στον τοίχο με πύρινα γράμματα. Οι καλεσμένοι στέκουν σε στάση θλιβερής κατάπληξης."
Μετά την προφητεία του Δανιήλ, που κλήθηκε για να ερμηνεύσει την επιγραφή, ακολουθεί η άρια του Βαλτάσαρ, στην οποία ο βασιλιάς εκφράζει τον φόβο, την ενοχή και την αγωνία του μπροστά στην επικείμενη καταστροφή:
4. Jean Sibelius / Belsazars gästabud, JS. 48
Βασισμένο στο 5ο κεφάλαιο του Βιβλίου του Δανιήλ είναι το θεατρικό έργο "Belsazars gästabud, JS. 4-Το Συμπόσιο του Βαλτάσαρ" του σουηδόφωνου Φινλανδού συγγραφέα Χιάλμαρ Προκόπε, για το οποίο ο Γιαν Σιμπέλιους συνέθεσε τη σκηνική μουσική το 1906. Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά, με τον ίδιο τον συνθέτη στο πόντιουμ.
Στο θεατρικό έργο, ο Σιμπέλιους επενδύει μουσικά μια ελεύθερη δραματουργική εκδοχή της βιβλικής ιστορίας του Βαλτάσαρ. Η Εβραία Λεσχάνα έχει αναλάβει να δολοφονήσει τον βασιλιά κατά τη διάρκεια του δείπνου, ενώ η χορεύτρια Χάντρα, ερωμένη του, ανταγωνίζεται μαζί της για την εύνοιά του. Σηκώνεται και χορεύει αρχικά τον Χορό της Ζωής και στη συνέχεια τον Χορό του Θανάτου. Προηγουμένως, έχει απαιτήσει από τον Βαλτάσαρ να χρησιμοποιηθούν στη γιορτή τα ιερά σκεύη του Ναού, με αντάλλαγμα να του χορέψει, μια δραματουργική σύλληψη που θυμίζει τη "Σαλώμη" του Ρίχαρντ Στράους.
Η σκηνή παίρνει στη συνέχεια μια εφιαλτική τροπή. Ένα φίδι τυλίγεται γύρω από τον λαιμό της Χάντρα, τη δαγκώνει και τη σκοτώνει. Στο τέλος, ενώ ακούγεται και πάλι ο Χορός της Ζωής, η Λεσχάνα δολοφονεί τον Βαλτάσαρ μ' ένα στιλέτο.
Στο φιλόμουσο κοινό, ωστόσο, είναι πολύ γνωστότερη η περίφημη ορχηστρική σουίτα, Op. 51, την οποία ο Σιμπέλιους δημιούργησε το 1907, αντλώντας υλικό από τη σκηνική μουσική. Η σουίτα αποτελείται από τέσσερα μέρη:
- Ανατολίτικο Εμβατήριο
- Μοναξιά
- Νυχτερινό
- Ο Χορός της Χάντρα
Το "Νυχτερινό" είναι ορχηστρική μεταγραφή του Τραγουδιού του Εβραίου Κοριτσιού από την αρχική σκηνική εκδοχή, ενώ ο "Χορός της Χάντρας" συνδυάζει μουσικό υλικό από τον αρχικό Χορό της Ζωής και τον Χορό του Θανάτου.
Μπορείτε να βρείτε και παλαιότερα κείμενα για τον Ρέμπραντ, πληκτρολογώντας το όνομά του στη γραμμή αναζήτησης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου