Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάινε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χάινε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

"Το Συμπόσιο του Βαλτάσαρ": η βιβλική ιστορία από τη ζωγραφική του Ρέμπραντ έως τη λόγια μουσική...

 

"Belshazzar's Feast", Rembrandt

Πολλοί υποστηρίζουν πως το έργο με το οποίο ο Ρέμπραντ καθιερώθηκε ως μπαρόκ ζωγράφος ιστορικών θεμάτων είναι το "Συμπόσιο του Βαλτάσαρ". Το φιλοτέχνησε γύρω στο 1635 και η έμπνευση αντλήθηκε από την Παλαιά Διαθήκη και την αφήγηση στο Βιβλίο του Δανιήλ (ε', 1-7).

Ο Βαλτάσαρ οργανώνει ένα πολυτελές γεύμα και θέλοντας να τιμήσει τους καλεσμένους του, χρησιμοποιεί ιερά αντικείμενα που είχαν μεταφερθεί από τον Ναό του Σολομώντα. Η πράξη αυτή θεωρείται προσβολή προς το θείο:

"Εφεραν τα ιερά χρυσά και αργυρά σκεύη, τα οποία είχε πάρει από τον ναόν του Θεού του εν Ιερουσαλήμ. Με τα ιερά αυτά σκεύη έπινον ο βασιλεύς, οι μεγιστάνες του, αι παλλακίδαι του και αι γυναίκες του. Επιναν τον οίνον και υμνολογούσαν τους ειδωλικούς θεούς των.
Αίφνης κατά την ώρα εκείνη εβγήκαν δάκτυλοι χειρός ανθρώπου και έγραφαν απέναντι της λυχνίας επάνω στο αμμοκονίαμα του τοίχου του βασιλικού ανακτόρου. Ο βασιλεύς έβλεπε τον καρπό της χειρός να γράφει..."

(pinterest)
Η μυστηριώδης επιγραφή ήταν:

"Mene, Tekel, Peres"

Κανείς από τους σοφούς του βασιλείου δεν μπορεί να εξηγήσει το αινιγματικό μήνυμα. Μόνο ο προφήτης Δανιήλ αποκαλύπτει στον Βαλτάσαρ το νόημά του: "Εμετρήθης, εζυγίσθης και ευρέθης ελλιπής". Η επιγραφή προαναγγέλλει ότι οι ημέρες της εξουσίας του εξαντλούνται και ότι το βασίλειό του θα κομματιαστεί και θα παραδοθεί στους Μήδους και στους Πέρσες.

Ο Ρέμπραντ επιλέγει να παρουσιάσει ακριβώς τη στιγμή της αναστάτωσης, αποδίδοντας με έντονο τρόπο τον φόβο και την έκπληξη των παρευρισκομένων. Το φως συγκεντρώνεται στα πρόσωπα, στις κινήσεις των μορφών και κυρίως στην παράξενη επιγραφή, δημιουργώντας έντονη αντίθεση με τα πιο σκοτεινά σημεία της σύνθεσης. Οι θερμές και πλούσιες αποχρώσεις των ενδυμάτων και των αντικειμένων ενισχύουν την αίσθηση πολυτέλειας, ενώ το παιχνίδι ανάμεσα σε φως και σκιά προσδίδει στο έργο μυστήριο και δραματική ένταση.

Το έργο, που σήμερα εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ικανότητας του Ρέμπραντ να συνδυάζει αφήγηση, συναίσθημα και εντυπωσιακή χρήση του φωτός. 

Στη Μουσική:

Το επεισόδιο του Βαλτάσαρ, με τη δραματική του ατμόσφαιρα, τη μυστηριώδη επιγραφή και την προαναγγελία της πτώσης της Βαβυλώνας, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και για σημαντικούς συνθέτες. Η βιβλική αφήγηση πέρασε έτσι από τη ζωγραφική στη μουσική, δίνοντας αφορμή για τη δημιουργία έργων διαφορετικών εποχών και μουσικών μορφών.

Σήμερα θα ακούσουμε τέσσερις δημιουργίες που αντλούν την έμπνευσή τους από την ιστορία του Βαλτάσαρ.


1. Georg Friedrich Händel / Belshazzar ΗWV. 61

Το 1744, περίοδος που σηματοδοτεί την κορύφωση  της δημιουργικής ζωής του Χαίντελ, ο συνθέτης ολοκλήρωσε το ορατόριο του "Belshazzar", που παρουσιάστηκε στο King's Theatre του Λονδίνου . Το λιμπρέτο διευρύνει την αφήγηση με στοιχεία -εκτός του Βιβλίου του Δανιήλ- από τις προφητείες του Ιερεμία και του Ησαΐα, καθώς και από την "Κύρου Παιδεία" του ιστορικού, Ξενοφώντα. Έτσι, η ιστορία του Βαλτάσαρ συνδέεται με την κατάκτηση της Βαβυλώνας από τον Κύρο Β΄ και με την απελευθέρωση των Εβραίων.

Στην Α΄ Πράξη μεταφερόμαστε στο παλάτι του Βαλτάσαρ, όπου ο βασιλιάς γιορτάζει τη γιορτή του Σησάχ, πίνοντας άφθονο κρασί και παρασυρόμενος από το κλίμα της γιορτής. Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή διατάζει να του φέρουν τα ιερά σκεύη που είχαν μεταφερθεί από τον Ναό της Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του τρομοκρατείται μπροστά σε μια τόσο σοβαρή ιεροσυλία, ενώ οι Εβραίοι προσπαθούν να τον αποτρέψουν από τη βεβήλωση των ιερών αντικειμένων.

Ακολουθεί το χορωδιακό των Ιουδαίων "Recall, O king, thy rash command!-Θυμήσου, βασιλιά, την απερίσκεπτη προσταγή σου!"

Ο ίδιος ο Χαίντελ είχε εκφράσει στον λιμπρετίστα του τον ενθουσιασμό του για το κείμενο, το οποίο χαρακτήρισε "ευγενές, μεγαλοπρεπές και ασυνήθιστο". Τόνιζε ιδιαίτερα ότι του προσέφερε "πολλές ιδέες για σημαντικά χορωδιακά έργα, με έντονες μεταξύ τους αντιθέσεις, ώστε να διαφοροποιούνται μουσικά οι Εβραίοι, από τους Βαβυλώνιους και του Πέρσες"
Έτσι, οι Βαβυλώνιοι παρουσιάζονται μέσα από μουσική γλώσσα εξωστρεφή, λαμπερή και γεμάτη κίνηση, που αντανακλά τον εορταστικό χαρακτήρα της ζωής τους και την προσήλωσή τους στις απολαύσεις. Αντίθετα, η μουσική των Ιουδαίων(που θα ακούσουμε) χαρακτηρίζεται από σοβαρότητα και εσωτερικότητα. Οι μελωδίες τους έχουν βαρύτητα, ευγένεια και αξιοπρέπεια, εκφράζοντας έναν λαό που βρίσκεται σε κατάσταση υποταγής μεν, αλλά διατηρεί την πίστη και την πνευματική του δύναμη, δε.



2. Robert Schumann / Belsatzar, Op. 57

"Ήταν η νύχτα μαύρη,
μεσάνυχτα σχεδόν
σε μια βουβή ησυχία
κοιμάται η Βαβυλών.

Μόνο ψηλά στις σάλες
του βασιλιά, οι πυρσοί
σκορπούν γενναία το φως τους,
γλεντούν οι αυλικοί.

Εκεί ψηλά στου θρόνου
το δώμα το χρυσό,
δείπνο ο Βαλτάσαρ δίνει
λαμπρό, βασιλικό.

[...]

Έπαρση τον κεντάει,
αλαζονεία σκληρή,
και προς τα θεία υψώνει
αμαρτωλή κραυγή.

Και ο Βαλτάσαρ φέρνει
με χέρι βέβηλο
ένα ιερό ποτήρι
στο στόμα ξέχειλο.

[...]

Χέρι που γράφει επάνω
στον τοίχο τον λευκό
γράμματα φλογισμένα 
χέρι αερικό.

Ο βασιλιάς σαν το 'δε
του θόλωσε η ματιά,
λυγούν τα γόνατά του,
η όψη του ωχριά.

Ξέπνοοι μένουν γύρω
οι άρχοντες στη σειρά,
κι όλοι αποσβολωμένοι
δεν βγάζουνε μιλιά.

Προστάζουν να 'ρθουν μάγοι,
εξηγητές, ιερείς,
όμως κανείς δεν βγάζει
το νόημα της γραφής"

("Βαλτάσαρ", Χάινριχ Χάινε, μτφ. Κ.Κουτσουρέλης)

(dfg-viewer)
Από τη βιβλική ιστορία που είχε διδαχτεί στο σχολείο, εμπνεύστηκε το παραπάνω ποίημα ο γερμανός Χάινριχ Χάινε όντας ακόμη νεαρός. Αργότερα εντάχθηκε στον πρώτο κύκλο ποιημάτων του με τίτλο "Νεανικά Βάσανα". Το ποίημα έγινε τόσο δημοφιλές που αργότερα, το 1840, ο Ρόμπερτ Σούμαν το μελοποίησε, μετατρέποντάς το σε κλασική ρομαντική μπαλάντα.

Η σύνθεση χαρακτηρίζεται από συνεχή, δραματική εξέλιξη της μουσικής που ακολουθεί βήμα-βήμα την πλοκή, χωρίς επαναλαμβανόμενες μελωδίες. Ξεκινά με μια σκοτεινή εισαγωγή στο πιάνο που περιγράφει τη νύχτα στη Βαβυλώνα, για να δώσει γρήγορα τη θέση της στον έντονο ρυθμό μιας αλαζονικής γιορτής.
Η μουσική κλιμακώνεται σ' ένα τρομακτικό αποκορύφωμα τη στιγμή της βλασφημίας του βασιλιά, αλλά "παγώνει" αμέσως μετά με απότομες παύσεις και χαμηλές νότες, αποδίδοντας το δέος μπροστά στο πύρινο χέρι.
Τέλος, η μπαλάντα κλείνει με μια χαμηλόφωνη, ψιθυριστή απαγγελία που ανακοινώνει τη δολοφονία του Βαλτάσαρ, σφραγίζοντας το έργο με την αίσθηση της θείας δίκης...

Schumann: "Belsatzar, Op. 57"



3. Gioachino Rossini / La caduta di Baldassare

Η όπερα "Ciro in Babilonia, ossia La caduta di Baldassare - Ο Κύρος στη Βαβυλώνα ή Η πτώση του Βαλτάσαρ" του Τζοακίνο Ροσσίνι πρωτοπαρουσιάστηκε το 1812, κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, σε μια εποχή κατά την οποία ήταν συνηθισμένο τα ιταλικά θέατρα να παρουσιάζουν έργα με θέματα αντλημένα από τη Βίβλο. Η πλοκή επικεντρώνεται στα γεγονότα που συνδέονται με την εισβολή του Πέρση βασιλιά, Κύρου στη Βαβυλώνα.

Στη Β΄ Πράξη παρουσιάζεται το περίφημο Συμπόσιο του Βαλτάσαρ. Μετά τη βλάσφημη χρήση των ιερών σκευών, η μουσική οδηγείται σε κορύφωση. Στην παρτιτούρα του Ροσσίνι, η σκηνική οδηγία περιγράφει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο το υπερφυσικό γεγονός: "Ανάμεσα στις βροντές και τις αστραπές εμφανίζεται ένα χέρι, το οποίο χαράζει στον τοίχο με πύρινα γράμματα. Οι καλεσμένοι στέκουν σε στάση θλιβερής κατάπληξης."

Μετά την προφητεία του Δανιήλ, που κλήθηκε για να ερμηνεύσει την επιγραφή, ακολουθεί η άρια του Βαλτάσαρ, στην οποία ο βασιλιάς εκφράζει τον φόβο, την ενοχή και την αγωνία του μπροστά στην επικείμενη καταστροφή:

"Misero me, che intesi!.. E tanto irato
meco fia dunque il Ciel..."

"Δυστυχία μου, τι άκουσα! Κι είναι τόσο οργισμένος
μαζί μου ο Ουρανός, ώστε απειλεί
να σκορπίσει ανάμεσά μας φοβερό πένθος;
Ποιο παγωμένο χέρι με κάνει να ανατριχιάζω
και μου σφίγγει την ψυχή! Το βήμα μου τρέμει...
Μάταια αναζητώ μέσα μου το θάρρος που είχα κάποτε...
Ω, τύψεις της καρδιάς! Ω, χέρι! Ω, μοίρα!

Ποια σκληρή, ποια θλιβερή τύχη
γεμίζει την καρδιά μου με βαθιά οδύνη!
Σκέφτομαι τα παιδιά μου, το βασίλειο, τον θρόνο,
και δεν βλέπω γύρω μου παρά μόνο τρόμο!

Μπροστά στο φρικτό και τρομερό θέαμα
τρέμω, παγώνω και φοβάμαι·
η ψυχή μου υποκύπτει στο οδυνηρό μαρτύριο
και χάνεται μέσα σε τόσο τρόμο!"

Gioachino Rossini: "La caduta di Baldassare / Misero me, che intesi!"


 

4. Jean Sibelius / Belsazars gästabud, JS. 48

Βασισμένο στο 5ο κεφάλαιο του Βιβλίου του Δανιήλ είναι το θεατρικό έργο "
Belsazars gästabud, JS. 4-Το Συμπόσιο του Βαλτάσαρ" του σουηδόφωνου Φινλανδού συγγραφέα Χιάλμαρ Προκόπε, για το οποίο ο Γιαν Σιμπέλιους συνέθεσε τη σκηνική μουσική το 1906. Η πρεμιέρα του έργου πραγματοποιήθηκε την ίδια χρονιά, με τον ίδιο τον συνθέτη στο πόντιουμ.

Στο θεατρικό έργο, ο Σιμπέλιους επενδύει μουσικά μια ελεύθερη δραματουργική εκδοχή της βιβλικής ιστορίας του Βαλτάσαρ. Η Εβραία Λεσχάνα έχει αναλάβει να δολοφονήσει τον βασιλιά κατά τη διάρκεια του δείπνου, ενώ η χορεύτρια Χάντρα, ερωμένη του, ανταγωνίζεται μαζί της για την εύνοιά του. Σηκώνεται και χορεύει αρχικά τον Χορό της Ζωής και στη συνέχεια τον Χορό του Θανάτου. Προηγουμένως, έχει απαιτήσει από τον Βαλτάσαρ να χρησιμοποιηθούν στη γιορτή τα ιερά σκεύη του Ναού, με αντάλλαγμα να του χορέψει, μια δραματουργική σύλληψη που θυμίζει τη "Σαλώμη" του Ρίχαρντ Στράους.

Η σκηνή παίρνει στη συνέχεια μια εφιαλτική τροπή. Ένα φίδι τυλίγεται γύρω από τον λαιμό της Χάντρα, τη δαγκώνει και τη σκοτώνει. Στο τέλος, ενώ ακούγεται και πάλι ο Χορός της Ζωής, η Λεσχάνα δολοφονεί τον Βαλτάσαρ μ' ένα στιλέτο.

Στο φιλόμουσο κοινό, ωστόσο, είναι πολύ γνωστότερη η περίφημη ορχηστρική σουίτα, Op. 51, την οποία ο Σιμπέλιους δημιούργησε το 1907, αντλώντας υλικό από τη σκηνική μουσική. Η σουίτα αποτελείται από τέσσερα μέρη:

  • Ανατολίτικο Εμβατήριο 
  • Μοναξιά 
  • Νυχτερινό 
  • Ο Χορός της Χάντρα 

Το "Νυχτερινό" είναι ορχηστρική μεταγραφή του Τραγουδιού του Εβραίου Κοριτσιού από την αρχική σκηνική εκδοχή, ενώ ο "Χορός της Χάντρας" συνδυάζει μουσικό υλικό από τον αρχικό Χορό της Ζωής και τον Χορό του Θανάτου.

Jean Sibelius: "Belsazars gästabud, JS. 48":



Το κείμενο γράφτηκε στη μνήμη του κορυφαίου Ολλανδού ζωγράφου, Ρέμπραντ. 'Εφυγε από τη ζωή πάμπτωχος και ψυχολογικά ράκος, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στο Άμστερνταμ στις 4 Οκτωβρίου 1669 σε ηλικία 63 ετών. Η ψυχολογία του σπουδαίου καλλιτέχνη είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα από το βαρύ πένθος, καθώς βίωσε τους διαδοχικούς θανάτους της συζύγου του Σάσκια, της συντρόφου του, αλλά και του γιου του, μετά την απώλεια του οποίου άντεξε μόλις έναν χρόνο. Παράλληλα με την προσωπική του τραγωδία, η κακή οικονομική διαχείριση τον είχε οδηγήσει σε χρεοκοπία, αναγκάζοντάς τον να εκποιήσει το σπίτι και τα υπάρχοντά του. Εξαιτίας αυτής της απόλυτης ένδειας στην οποία περιήλθε, ο Ρέμπραντ τάφηκε τελικά σε έναν κοινό, ανώνυμο τάφο, από τον οποίο τα οστά του ανασύρθηκαν και καταστράφηκαν μερικά χρόνια αργότερα σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, με αποτέλεσμα να μην διασώζεται σήμερα το ακριβές σημείο της σορού του...


Μπορείτε να βρείτε και παλαιότερα κείμενα για τον Ρέμπραντ, πληκτρολογώντας το όνομά του στη γραμμή αναζήτησης.



Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

"Τhe Fisher Maiden"

 

Τhe Fisher Maiden statue in Zhuhai


Σύμβολο της όμορφης πόλης Zhuhai στη νότια Κίνα, στη "θάλασσα των μαργαριταριών", όπως λέγεται, είναι το Kορίτσι-Ψαράς.
Ένα γλυπτό λαξευμένο σε γρανίτη ύψους 9 μέτρων στον κόλπο της πόλης, που παριστά μια γυναίκα  με απλωμένα ηδονικά -πάνω από τη θάλασσα- τα χέρια της. Κρατούν  ένα αστραφτερό  μαργαριτάρι στρέφοντάς το προς τον ουρανό, προσδοκώντας φώτιση για τους ανθρώπους.

Πρόκειται για ένα γλυπτό-σύμβολο αγάπης  του διάσημου κινέζου Pan He, που βασίστηκε στο σχετικό κινεζικό μύθο:

Όταν κάποτε ένας θηλυκός άγγελος κατέβηκε απ' τον ουρανό στη γη, ερωτεύτηκε την ομορφιά του Zhuhai.  
Απρόθυμη να γυρίσει πίσω, μεταμορφώθηκε σε ψαρά, έριχνε δίχτυα και αναζητούσε πολύτιμα μαργαριτάρια  προκειμένου να ζήσει. Επιπλέον πρόσφερε στους ντόπιους τις γνώσεις και τις δυνάμεις της για να θεραπεύονται από διάφορες αρρώστιες.
Μια μέρα γνώρισε τον  Χάι Πενγκ, έναν νεαρό ψαρά. Οι δυο τους ερωτεύτηκαν. Ωστόσο κάποιοι ζήλεψαν τον έρωτά τους και κατηγόρησαν την κοπέλα. Ο άνδρας πίστεψε τις συκοφαντίες και όπως τού είχαν υποδείξει τής ζήτησε να βγάλει τα βραχιόλια της ως ένδειξη της αγάπης της. Τα βραχιόλια αυτά όμως της χάριζαν και την αθανασία της. Αν τα αποχωριζόταν θα πέθαινε ευθύς. Για να αποδείξει την αγάπη της, έβγαλε τα βραχιόλια και πέθανε στην αγκαλιά του νέου ακαριαία, φορτώνοντάς τον τύψεις κι ενοχές. 

Η μεγάλη λύπη του Χάι Πενγκ συγκίνησε ένα γέροντα σοφό, που τού αποκάλυψε τον τρόπο να την επαναφέρει στη ζωή. Έπρεπε να ταξιδέψει στο ιερό νησί που φύτρωνε το βοτάνι της ανάστασης. Στη συνέχεια να το ποτίσει με ανθρώπινο αίμα για να βλαστήσει...Έτσι κι έκανε. Ταξίδεψε ως εκεί και κάθε μέρα πότιζε το λιβάδι με το αίμα του, κόβοντας τις φλέβες των χεριών του... Πέρασαν χρόνια πολλά... Επιτέλους το χόρτο ήταν έτοιμο, το έβρασε και έδωσε στο κορίτσι να πιει το ζωμό του.  Μαγικά, η κοπέλα άρχισε και πάλι να αναπνέει...Οι δυο νέοι παντρεύτηκαν. Τη μέρα του γάμου στη θάλασσα ξεβράστηκε ένα τεράστιο, σπάνιας λάμψης μαργαριτάρι, που η κοπέλα αφιέρωσε στον ουράνιο θεό της αγάπης...

***

"Das Fischer mädchen", Heinrich Heine - Franz Schubert

Ολόχαρη κόρη των ψαράδων
oδήγησε τη βάρκα στην ακτή 
έλα κάτσε δίπλα μου, κράτα με απ' το χέρι
να μιλήσουμε γι' αγάπη.


Γείρε το κεφάλι σου στην καρδιά μου πάνω
και μην φοβάσαι
για κάθε μέρα που εμπιστεύεσαι
την ταραγμένη θάλασσα.

Η καρδιά είναι σαν τη θάλασσα.
Έχει φουρτούνες, άμπωτες και πλημμυρίδες
κι ένα υπέροχο μαργαριτάρι
ν' αστράφτει στα βάθη της.

(μτφ. δική μου από τα αγγλικά)



Ο ποιητής Χάινε μεταφέρει την όλο τρυφερότητα και ρομαντισμό συνάντηση του τραγουδιστή με την κόρη του ψαρά, κάνοντας παραλληλισμούς ανάμεσα στην καρδιά και τη θάλασσα.

Το ληντ αποτελεί μέρος στο "Κύκνειο άσμα" του Φραντς Σούμπερτ, μια συλλογή από 14 τραγούδια,  σε ποίηση Rellstab, Heine και Seidl, που γράφτηκαν το 1828 και  εκδόθηκαν λίγους μήνες μετά τον θάνατο του συνθέτη. Το "Κύκνειο άσμα" είναι το τελευταίο μεγάλο φωνητικό έργο του Σούμπερτ και η ιδέα του τίτλου ήταν του εκδότη του.
Το συγκεκριμένο ληντ σε ποίηση του Χάινε χαρακτηρίζεται από μεγάλο εκφραστικό εύρος, ζητώντας από τον ερμηνευτή και τον πιανίστα υψηλή αίσθηση ρυθμού και δραματουργίας.

Schubert: "Das Fischermädchen" / Nathalie Stutzmann:


Αργότερα ο Φραντς Λιστ μετέγραψε όλο τον κύκλο για σόλο πιάνο.

Schubert-Liszt: "Das Fischermädchen"
στο πιάνο η Valentina Lisitsa







Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Χάινριχ Χάινε: ένα λυρικό του ιντερμέδιο σε παρτιτούρες γερμανών συνθετών...

 

"Heinrich Heine", Moritz Daniel Oppenheim


"Δεν πέτυχα τίποτε άλλο, τίποτε άλλο, παρά να γίνω ποιητής"

(Χάινριχ Χάινε)


Ο Χάινριχ Χάινε, ένας από τους σπουδαιότερους Γερμανούς ποιητές του 19ου αιώνα, αλλά και δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος και κριτικός γεννήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1797 στο Ντύσελντορφ. Η λυρική και γεμάτη ευαισθησία γραφή του τον κατατάσσουν στους ρομαντικούς, παρόλα τα έντονα χαρακτηριστικά διαφωτισμού και ρεαλισμού, που κατακλύζουν το έργο του. Η σύμπραξη ρομαντισμού-ρεαλισμού μαρτυρά την πάλη ανάμεσα στην ποιητικότητα και την πραγματικότητα της εποχής του.

Χαρακτηριστική και αντιπροσωπευτική του μεγαλείου του πνεύματός του είναι η θέση του Νίτσε γι' αυτόν:


"Ο Χάινριχ Χάινε μου έμαθε με τον υψηλότατο πνευματικό τρόπο το τί σημαίνει λυρικός ποιητής. Μάταια έψαχνα όλα αυτά τα χρόνια για μια εξίσου γλυκιά και παθιασμένη μουσική. Ο Χάινε εκτός από την άψογη δια
χείριση της γερμανικής γλώσσας, κατέχει εκείνη τη "θεϊκή μοχθηρία" (εννοώντας την ειρωνία)χωρίς την οποία δεν μπορώ να φανταστώ την τελειότητα".


Από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές της γερμανόφωνης ποίησης, το "Λυρικό ιντερμέδιο" του Χάινριχ Χάινε, είναι έργο που θεωρήθηκε επιτομή του νεότερου λυρισμού και χάρισε στον συγγραφέα του την παγκόσμια αναγνώριση.


"Το ρόδο, το κρίνο, τον ήλιο, τ' αηδόνι

με πόθο αγαπούσα που εντός μας φουντώνει.

Πια δεν τ' αγαπώ, γιατί ανήκει η καρδιά μου

στη Μια, τη γλυκιά κοπελιά τη δικιά μου

αυτή είν' η πηγή κάθε αγάπης η μόνη,

και ρόδο και κρίνο και ήλιος κι αηδόνι."

(Χάινριχ Χάινε: "Λυρικό ιντερμέδιο, N.3", εκδ. Στιγμή, μτφ. Υψηλάντη Μ.)


Το παραπάνω ποίημα με το γερμανικό τίτλο: "Die Rose, die Lilie, die Taube, die Sonne",  μεταφέρει εικόνες λουλουδιών μέσω των οποίων περιγράφεται η αγάπη του ποιητή για την αγαπημένη του. Το ποίημα συγκινεί βαθιά τον αναγνώστη και τον γεμίζει με θλιβερό πάθος, καθώς ο ποιητής περιγράφει με τη μοναδικότητα της απλότητας την απώλεια και το οδυνηρό πέρασμα του χρόνου. 

Το ποίημα ευτύχησε σε αρκετές μελοποιήσεις με πιο γνωστή εκείνη του Ρόμπερτ Σούμαν.


Ο Σούμαν στην ηλικία, που γνώρισε τον Χάινε
1. Ο γερμανός συνθέτης το συμπεριέλαβε στον κύκλο του "Dichterliebe-Η αγάπη του ποιητή" που εκδόθηκε το 1844 στη Λειψία. 
Ο Κύκλος Τραγουδιών είναι το Έργο 48, του Σούμαν κι αποτελείται από 16 μελοποιημένα ποιήματα, που γράφτηκαν τη διετία μεταξύ 1822 και 1823 και μελοποιήθηκαν το 1840. 

O Σούμαν γνώρισε τον ποιητή  το Μάιο του 1828 στο Μόναχο. Η συνάντηση εντυπωσιάζει  τον δεκαοχτάχρονο μουσικό, που σημειώνει : "Τον φανταζόμουν υπερόπτη μισάνθρωπο, υπερβολικά απρόσιτο. Ήταν όμως τόσο διαφορετικός!  Με προσέγγισε με φιλικό τρόπο, σαν "Έλλην Ανακρέων" και μου έσφιξε το χέρι εγκάρδια. Ένα πικρά ειρωνικό χαμόγελο έπαιζε στα χείλη του, ήταν όμως ένα αγέρωχο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ανωτερότητας απέναντι στα ανούσια πράγματα της ζωής και περιφρόνησης για τους μικροπρεπείς ανθρώπους..."

Robert Schumann: "Die Rose, die Lilie, die Taube, die Sonne"
Eρμηνεύει ο Thomas Quasthoff:


2. Ο Χάινε υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής και θαυμαστής του Τζάκομο Μέγερμπερ, που εκείνη την εποχή μεσουρανούσε ως εκπρόσωπος της grand opera, αλλά και ως συγγραφέας και κριτικός. Το συγκεκριμένο είναι από τα λίγα ποιήματα του Χάινε, που ο συνθέτης μελοποίησε. Ήταν το 1838, μέρος των "Drei deutsche Lieder-Τρία Γερμανικά Τραγούδια" , αρ. 1, που επίσης μεταφράστηκε κι εκδόθηκε και στα γαλλικά. 

Ποιητής και συνθέτης, καλλιτέχνες εβραϊκής καταγωγής κι οι δυο, θα λέγαμε πως αλληλοσυμπληρώνονται σε αυτή τη σύμπραξή τους.
Ο Μέγερμπερ αναθέτει στο πιάνο την έναρξη του τραγουδιού, ενώ τα 
ονόματα των λουλουδιών αποδίδονται  με απότομες, κοφτές φράσεις, ακολουθούμενες από σύντομη παύση. Μέρη αυτών των εναλλαγών διαμορφώνουν τις απαράμιλλες λυρικές εικόνες. Αποκορύφωμα είναι η τελική γραμμή, που ορίζεται με ένα δραματικό ρουμπάτο.
Χωρίς αυστηρή προσήλωση στο τέμπο, η ελευθερία αυτή του μέτρου αντικατοπτρίζει τη χρονική απεικόνιση στο ποίημα, που έχει να κάνει με το πέρασμα του χρόνου και την απώλεια. Φωνή και πιάνο ολοκληρώνουν ήσυχα το τραγούδι.

Meyerbeer: "Drei deutsche Lieder Ν.1: Die Rose, die Lilie"



3. Ο γερμανός Φραντς Λάχνερ, σύγχρονος των Μπετόβεν και Σούμπερτ, που έδρασε ως μαέστρος και συνθέτης στο Μόναχο και τη Βιέννη ασχολήθηκε ανάμεσα σε άλλα και με τα λήντερ.

Στον τριών ενοτήτων τραγουδιστικό κύκλο του: "Sängerfahrt, Op.33" συγκεντρώνει ποιήματα διαφόρων ποιητών. Τελευταίο στην πρώτη ενότητα βρίσκουμε το παραπάνω ποίημα του Χάινε: "Die Rose, die Lilie" για αντρική φωνή και πιάνο. Η πιανιστική συνοδεία καταιγιστική, μεταφέρει στον ακροατή την ταραχή της απορίας και του πόνου της απώλειας.

Franz Lachner: "Sängerfahrt, Op.33 - Die Rose, die Lilie":


4. Ο Γερμανός συνθέτης, Robert Franz υπήρξε από τους βασικούς στην εποχή του εκπροσώπους του ληντ. Θαυμάστηκε για τη συνθετική του δεινότητα από τους Φραντς Λιστ, Γιόζεφ Γιόαχιμ και Ρόμπερτ Σούμαν. Ο τελευταίος μάλιστα έγραψε μια εκτενέστατη κριτική στη Neue Zeitschrift für Musik που τον εκθείαζε με μοναδικούς διθυράμβους. 

Ο Robert Franz στον Κύκλο Τραγουδιών του: "6 Lieder, Op. 34": περιλαμβάνει στην πέμπτη θέση και το ποίημα του Χάινε: "Die Rose, die Lilie".

Robert Franz: "6 Lieder, Op. 34, Ν.5 - Die Rose, die Lilie"



Για τον Χάινε υπάρχουν κι άλλα κείμενα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!







Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Μουσικές ανταύγειες στο θρύλο της Λορελάι...

 

"Lorelei", Philipp Foltz
Μπορεί το γνωστότερο έργο του να είναι το "Radetzky March", εν τούτοις, ο ηγέτης της Δυναστείας των Στράους, Γιόχαν πατήρ, το διασημότερο βαλς του το εμπνεύστηκε από τη Λορελάι, ένα γερμανικό θρύλο που θα σάς διηγηθώ μόλις!

Ποιά είναι η περιβόητη Λορελάι;


Ο μύθος την περιγράφει σαν μια πανέμορφη κοπέλα, που ζει σε μια κωμόπολη στις όχθες του ποταμού Ρήνου.
Η κοπέλα θέλει ν ’αυτοκτονήσει γιατί ανακαλύπτει πως ο αγαπημένος της είναι άπιστος.
 
Όμως ο επίσκοπος της περιοχής, μαγεμένος από την ομορφιά της, την πηγαίνει σ’ ένα μοναστήρι.

Η αλλοπαρμένη Λορελάϊ κάθεται σ' έναν βράχο και χτενίζει τα μακριά χρυσαφένια μαλλιά της, τραγουδά με τη θεσπέσια φωνή της, μαγεύοντας τους ναυτικούς, που εξ αιτίας της συντρίβουν τα πλοία τους στα απόκρημνα βράχια του Ρήνου!

Κάποια μέρα, ο γιος ενός πλούσιου κόμη, που άκουσε το γλυκό τραγούδι της Λορελάι, αποφάσισε να πάει να την κλέψει. Μπήκε στη βάρκα του και κοντοζύγωσε στο βράχο. Ένα τεράστιο κύμα ήρθε κι αναποδογύρισε τη βάρκα... Πήρε και το νέο στα βάθη του ποταμού.
Ο πατέρας του ζητώντας εκδίκηση ζήτησε από τους στρατιώτες του ν' αναζητήσουν την αιτία του κακού, τη μάγισσα Λορελάι και να τη φέρουν μπρος του να την τιμωρήσει. Οι στρατιώτες κίνησαν για το βράχο...Πολλοί πνίγηκαν στην ποτάμια διαδρομή. Μόνο ένας κατάφερε να φτάσει και να σκαρφαλώσει στην κορυφή του. Με εκδικητική μανία έπιασε τη Λορελάι. Τότε εκείνη φυλακισμένη στα δυνατά του χέρια και μη μπορώντας να κάνει κάτι για να ξεφύγει ζήτησε τη βοήθεια του ποταμού:
- Ρήνε, Ρήνε, σώσε με, βοήθεια!
Τότε ο ποταμός άρχισε να φουσκώνει. Τα νερά του κόχλαζαν κι ορμητικά κύματα θέριευαν. Ο στρατιώτης παρασύρθηκε στη δίνη. Κοντά του όμως χάθηκε κι η μάγισσα. Εξαφανίστηκε κι αυτή κάτω από τα νερά. Ποτέ κανείς δεν την ξανάειδε...Από τότε οι βαρκάρηδες του Ρήνου όποτε περνούν από κείνο το σημείο του ψηλού βράχου είναι τόσο λυπημένοι...
Λένε πως κάποια δειλινά, όταν οι ηλιαχτίδες αντιφεγγίζουν το χρυσαφί τους στα νερά του ποταμού, μοιάζει η επιφάνειά του με τα χρυσόξανθα μαλλιά της μάγισσας Λορελάι...Και κάποιοι παίρνουν όρκο πως ακούγεται  κι η δροσερή φωνή της...




Την εικόνα αυτή ενσωμάτωσε και ο Χάινριχ Χάϊνε στο διάσημο ποίημά του "Λορελάι":


"Loreley", Emil Krupa-Krupinski 
"Δεν ξέρω ποια να είναι η αιτία,
κι είναι το στήθος μου τόσο βαρύ.
Μια παλαιά, αρχαία ιστορία
από το νου μου νά’βγει δεν μπορεί.
Κρύα βραδιά και σκοτεινοί οι κάμποι
και το ποτάμι ήσυχο περνά,
και του βουνού ψηλά η ράχη λάμπει
απ’ τα φιλιά του ήλιου τα στερνά.
Στην κορυφή απάνω καθισμένη
λάμπει πεντάμορφη μια κοπελιά.
Αστράφτει όλη χρυσοστολισμένη,
χτενίζει τα χρυσά της τα μαλλιά.

Ολόχρυσο κρατεί στα χέρια χτένι

κι ένα τραγούδι αγάλια τραγουδεί…
τραγούδι που τ’ ακούς και σε τρελαίνει
και λησμονάς και μάνα και παιδί.
Ο ναύτης με την βάρκα του περνάει
τ’ ακούει, μαγεύεται, χάνει το νου,
τους βράχους πού’ναι εμπρός του δεν κοιτάει
και στην κορφή κοιτάει του βουνού.
Ψηλά κοιτάει… τον τραβά το κύμα
και τάφο του ανοίγει παρακεί,
και φταίει η πεντάμορφη –τι κρίμα!–
και η φωνή της η μαγευτική".
(Μτφ: Άγγελος Βλάχος, peopleandideas.gr)




Η Λορελάϊ, φίλοι μου, είναι η Γοργόνα στη γερμανική της έκδοση ή μια Σειρήνα απ’ την Οδύσσεια του Ομήρου, που ξέφυγε και βρέθηκε στον Ρήνο;...Τί λέτε;

Όπως και να'χει, οι μύθοι και οι παραδόσεις των λαών "συνομιλούν' μεταξύ τους.
Ετσι, χωρίς προβληματισμό, ας απολαύσουμε και το υπέροχο Βαλς του ηγέτη της τρανής δυναστείας, Γ. Στράους πατρός: "Loreley, η νύμφη του Ρήνου" , που έκανε πρεμιέρα το καλοκαίρι του 1843.


Johann Strauss I: "Loreley-Rhein-Klänge Walzer, Op. 154":



2. To παραπάνω ποίημα του Χάινε, που αφηγείται το μύθο της Λορελάι δίνει έμπνευση στον Φραντς Λιστ,  να συνθέσει τη δική του εκδοχή. Η "Die Loreley" του πληθωρική. Δυο πιανιστικές και μια φωνητική εκδοχή με αρκετά δεξιοτεχνικά περάσματα, αντιληπτά από την έναρξη της σύνθεσης να δηλώνει καθαρά τη δραματικότητά της.
O Λιστ μέσα από τη δική του ιδιαίτερη τέχνη αναδεικνύει γενναιόδωρα τον κορυφαίο ποιητικό λόγο του Χάινε μεταφέροντας με τις νότες και τις αρμονίες του τις εικόνες που πλάθει ο ποιητής...

Ακούμε την πιανιστική version σε piano roll από τον εκπληκτικό Rudolph Ganz:





3. Μια μεγάλης κλίμακας ρομαντική όπερα με τίτλο "Lurline" δίνει ο William Vincent Wallace-έμπνευση μετά το ταξίδι του στο Ρήνο.

Η όπερα έκανε πρεμιέρα το 1860 στο Λονδίνο και είχε θριαμβευτική υποδοχή, τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς, οι οποίοι εγκωμίασαν τον δημιουργό χαρακτηρίζοντας την όπερα "chef d'oeuvre του συνθέτη, που συγκρινόμενη με άλλες δημιουργίες θριαμβεύει ανάμεσα σ'όλες, ως η καλύτερη και αρτιότερη από τα γερμανικά, ιταλικά ή γαλλικά μελοδράματα της εποχής!"


Μετά την πρεμιέρα της, πολλές από τις άριες και τα ντουέτα της "Lurline" διασκευάστηκαν για πιάνο, ενώ αρκετοί ήταν οι συνθέτες  που έδωσαν "Φαντασίες και Χορούς" πάνω σε επιλεγμένες μελωδίες της. 




William Vincent Wallace - Lurline - Ouverture:



4. Aπλοϊκής μελωδικής γραμμής, αλλά ιδιαιτέρως αγαπητή η σύνθεση του Φρήντριχ Σίλχερ, του γερμανού συνθέτη, γνωστού κυρίως για τη συλλογή παραδοσιακών τραγουδιών της πατρίδας του, αλλά και για τα λήντερ του. Μαθητής των Χούμελ και Κρόυτσερ, ασχολήθηκε με τη μουσική μετά από παρότρυνση του Βέμπερ.  Η αγάπη του για τη γερμανική μυθολογία μαρτυράται στο ληντ του: "Die Lorelei", πάνω στην ποιητικό κείμενο του Χάινριχ Χάινε.
Ευγενική φυσιογνωμία ο Σίλχερ, σε αυτή την δημιουργία του αποδεικνύει περίτρανα το μέγιστο πάθος του για την λαογραφία και την ανάδειξη του κάλλους της.

Προτιμάται η χορωδιακή επεξεργασία του ληντ:

 "Die Lorelei", Friedrich Silcher - Heinrich Heine:



5. Στο γερμανικό μύθο βασίζεται η ομώνυμη ρομαντική όπερα του Αλφρέντο Καταλάνι, σύνθεση του 1890 σε 3 πράξεις.

Η υπόθεσή της διαδραματίζεται το 1500 και αποτελεί αναθεώρηση της προηγούμενης και πολύ επιτυχημένης όπεράς του, "Elda". Η διαφορά είναι πως τα γεγονότα ξετυλίγονται στον ποταμό Ρήνο και όχι στη Βαλτική.


Ο νεαρός και αρραβωνιασμένος κόμης Βάλτερ συναντά κι ερωτεύεται μια νύχτα στις όχθες του Ρήνου την ορφανή Λορελάι. Βρίσκεται σε δίλημμα ανάμεσα σε δυο αγάπες... Τελικά αποφασίζει να προχωρήσει στο γάμο με την Άννα. Αυτό, προκαλεί την οργή της Λορελάι που ορκίζεται να εκδικηθεί. Ζητά τη συνδρομή του ποτάμιου θεού κι άρχοντα των καταιγίδων,  Ρήνου. Εκείνος δέχεται με αντάλλαγμα να τού μείνει αιώνια πιστή.

Την ημέρα της γαμήλιας τελετής, στον ουρανό λαμπυρίζει ένα μυστηριώδες φως. Και τη στιγμή που φθάνει η Άννα κι ετοιμάζεται να πέσει στην αγκαλιά του Βάλτερ εμφανίζεται η Λορελάι. Σπρώχνει και ρίχνει τη νύφη στο ποτάμι. Ο Βάλτερ θλιμμένος για το χαμό της αγαπημένης του λιποθυμά.
Όταν συνέρχεται, αντικρύζει τη Λορελάι να παίζει με την άρπα της και να τού τραγουδά με τη γλυκιά φωνή της το "Τραγούδι της Αγάπης - Amor celeste ebbrezza". Η κοπέλα ετοιμάζεται να τον αγκαλιάσει όλο συμπόνοια, όταν από τα βάθη του ποταμού ακούγονται στριγγές, απειλητικές φωνές που τής υπενθυμίζουν τον όρκο της για αιώνια πίστη στο Ρήνο. Φεύγει μακριά κι ο Βάλτερ σε κατάσταση τρέλας πέφτει στα κρύα νερά του ποταμού και πνίγεται.
Η νύμφη Λορελάι συνεχίζει το τραγούδι της μέχρι σήμερα...


"Amor celeste ebbrezza", το Τραγούδι αγάπης" της Λορελάι στην αιωνιότητα, θα ακούσουμε από την 2η Πράξη της όπερας του Καταλάνι, που να θυμίσουμε αρεσκόταν στου θρύλους και τις παραδόσεις των λαών. Ο συνθέτης υπήρξε φίλος του Τοσκανίνι, ο οποίος δήλωνε και φανατικός οπαδός των οπερών και εν γένει του ταλέντου του.

Catalani: "Lorelei-Amor celeste ebbrezza" / Magda Olivero:


Επίσης από την όπερα, ο Τοσκανίνι ηχογράφησε το "Χορό των Νυμφών του νερού" με τη Συμφωνική Ορχήστρα του NBC.

 Catalani: "Loreley, Dance of the water nymphs" :




6.Πάνω στο γερμανικό θρύλο και σε στίχους του αδερφού του Ira, ο Τζωρτζ Γκέρσουιν τη δεκαετία του '30 γράφει ένα τραγούδι όπου μουσικά αναμιγνύεται το στυλ καμπαρέ με τζαζ πινελιές.


Kάποτε, πίσω στων ιπποτών τα χρόνια
ζούσε μια μάγισσα γητεύτρα
Νύμφη του Ρήνου
φιγούρα θεϊκή

Τους ναύτες, όλους, μάγευε! 
Ψαράδες και βαρκάρηδες και κωπηλάτες,
απ'τη σαγήνη της δεν γλύτωνε, κανείς  
Λορελάι, το όνομά της...

Το απολαμβάνουμε από την Ρενέ Φλέμινγκ:

George Gershwin: "The Lorelei", Renée Fleming - Christian Thielemann:



Carl Joseph Begas, "Lοrelei"


7. Tέλος, ο ταλαντούχος Φέλιξ Μέντελσον είχε ασχοληθεί με το γερμανικό μύθο και είχε ξεκινήσει μια σχετική όπερα σε λιμπρέτο που είχε γράψει ο γερμανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, Emanuel Geibel. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο προοριζόταν να υποδυθεί η ταλαντούχα και αγαπημένη φίλη του Μέντελσον, Jenny Lind, γνωστή για την εμβληματική φωνή της, που γι' αυτό τής είχε αποδοθεί το προσωνύμιο: "Aηδόνι της Σουηδίας".
Όμως η όπερα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς τον γερμανό πολυτάλαντο συνθέτη πρόλαβε ο θάνατος.

Ακούμε αποσπάσματα της όπερας:

Mendelssohn: "Loreley Op. 98": 






Μέρος του κειμένου έχει δημοσιευτεί και στη κοινότητα The Mythologists

Επίσης δημοσιεύτηκε και στο Μουσικό Περιοδικό: TAR






Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Χάινε, μελοποιημένος από γυναικεία, ευαίσθητη ψυχή...

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Χάινε αποφθεγματα

Ο Χάινριχ Χάινε, γεννημένος στο Ντίσελντορφ σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1797, αναδύθηκε ως μια από τις πιο εκλεκτές και φωτεινές μορφές της γερμανικής τέχνης του 19ου αιώνα, δεύτερος μόνο μετά τον Γκαίτε στην οικουμενική αναγνώριση. Ποιητής λεπταίσθητος και στοχαστής με οξύτητα πνεύματος, υπήρξε ένθερμος υπερασπιστής των αρχών του Διαφωτισμού, ενώ παράλληλα διατήρησε βαθύ δεσμό με τον ρομαντικό παλμό της εποχής του.

Ρομαντικός μεν, μα ποτέ δέσμιος των συμβάσεών του, ο Χάινε καλλιέργησε έναν λόγο απλό και κρυστάλλινο, που μιλούσε στην καρδιά χωρίς να θυσιάζει τη διαύγεια του στοχασμού. Η γοητεία των στίχων του, διαποτισμένη με λεπτή ειρωνεία, τρυφερότητα και ευγένεια ύφους, χάρισε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία έναν από τους πιο μελωδικούς και ευαίσθητους εκφραστές του ανθρώπινου αισθήματος.

Με την πένα του, ο Χάινε άφησε ένα έργο που συνεχίζει να σαγηνεύει και να συγκινεί, ένα έργο στο οποίο η μυστηριακή μελαγχολία του ρομαντισμού συναντά το καθαρό φως της λογικής.


«Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε,
μα δίχως γι' αυτό να μιλήσουν.
Με μίσος αλλάζανε βλέμματα,
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν.
Εχώρισαν έπειτα, φύγανε,
μες στ' όνειρο μόνο ειδώθηκαν.
Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν:
εμίσησαν, ή αγαπηθήκαν;…»

(«Sie liebten sich beide»-Μετάφ. Κ.Καρυωτάκης)


Από την 1η έκδοση του Βιβλίου Ασμάτων
Το παραπάνω ποίημα 
Sie liebten sich beide-Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε έγραψε ο Χάινε το 1827 και το συμπεριέλαβε στην περίφημη συλλογή του Buch der Lieder-Βιβλίο Ασμάτων. Πρόκειται για μια εξομολόγηση ανεκπλήρωτου έρωτα. Μέσα σε λίγους στίχους, ο ποιητής σκιαγραφεί δύο ανθρώπους που αγαπιούνται βαθιά, μα η σιωπή και η δειλία τους τούς εμποδίζουν να φανερώσουν το συναίσθημά τους. Η τραγικότητα πηγάζει από την αδυναμία της ίδιας της ψυχής να εκφραστεί. Η λεπτή ειρωνεία του Χάινε εστιάζει στην αγάπη που -ναι μεν υπάρχει- όμως χάνεται από την ατολμία της ανθρώπινης φύσης. Έτσι, το ποίημα γίνεται στοχασμός πάνω στη λέξη που δεν ειπώθηκε και στη μελαγχολία ενός συναισθήματος που γεννήθηκε για να μην εκπληρωθεί.

To ποίημα μελοποίησε η Κλάρα Σούμαν το 1840.

Η μελωδία της είναι γεμάτη πάθος με εμφανείς τις στυλιστικές πινελιές τόσο του συζύγου της, όσο και του Σούμπερτ. 
Έντονα εκφραστικός ο μουσικός λόγος, διαλαλεί την απόγνωση μέσα από «σκοτεινές» και μυστηριώδεις μουσικές φράσεις, κατάλληλες να αποδώσουν το ποιητικό κείμενο-αναφορά σε δυο ερωτευμένους που τρέμουν να δηλώσουν την αγάπη τους ο ένας για τον άλλο.

Τόσο πειστική είναι η μουσική αποτύπωση των συναισθημάτων, που έκανε κάποιους να αναρωτηθούν πώς μπόρεσε μια νιόπαντρη, ευτυχισμένη γυναίκα σαν την Κλάρα, να γράψει αυτό το έργο, το βουτηγμένο σε οδύνη, μελαγχολία, απελπισία και ζόφο ψυχής;
Λυγμοί απελπισίας τα πατήματα στο πιάνο, συνοδεύουν μια φωνή, που σπαρταρά στη δίνη των καταπιεσμένων επιθυμιών… 

Εκείνοι, «θέλαν να σβήσουν από έρωτα»...εμένα χύνεται η ψυχή μου απόψε σ’ έναν υποδειγματικής μουσικότητας κοντρατενόρο, που εκστασιάζει με την εκφραστικότητά του και την εντυπωσιακά άψογη τεχνική του!

Clara Schumann: «Sie liebten sich beide», Νικόλας Σπανός: