Translate

fb

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σατί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σατί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ερίκ Σατί: "Πρελούδια για ένα σκύλο"...


"Ο Σατί στο πιάνο", Santiago Rusinol

Στο μικρό διαμέρισμά του στο Arcueil, ο Ερίκ Σατί ζούσε μια μοναχική αλλά γεμάτη αγάπη, ζωή. Οι άνθρωποι ήταν γι’ αυτόν φιγούρες απρόβλεπτες, που δεν ταίριαζαν με την ήρεμη και παράξενη γοητεία της μουσικής του. Αντίθετα, οι σκύλοι -αδέσποτοι, ταλαιπωρημένοι ή απλώς περίεργοι- ήταν οι μοναδικοί επισκέπτες που επέτρεπε να περάσουν το κατώφλι του.
"Όσο περισσότερο βλέπω την ανθρωπότητα, τόσο περισσότερο προτιμώ τον σκύλο μου", σημείωνε στα χαρτιά του με μια ειλικρίνεια που μόνο ένας καλλιτέχνης με παράξενη ευαισθησία μπορούσε να εκφράσει.

Η αγάπη του γι' αυτά τα ζώα δεν ήταν επιφανειακή. Υπήρχε μια αλληλουχία φροντίδας, στοργής και παιχνιδιού, μια σχέση που καθόριζε τη δημιουργική του πορεία.
Απ' αυτήν τη σχέση γεννήθηκε και η ιδέα να αφιερώσει μουσικά έργα σε έναν σκύλο, εμπνευσμένος ίσως και από τα έργα του François Rabelais, όπου η σοφία εμφανίζεται ακόμα και στα πιο ασήμαντα, όπως ένα κόκκαλο που μασάει ένας σκύλος για να βγάλει τον μυελό. Ο Σατί είχε κρατήσει αυτή την εικόνα στο μυαλό του, σαν σκηνή θεατρική και χρόνια αργότερα θα έλεγε στον Ζαν Κοκτώ: "Θέλω να γράψω ένα θεατρικό έργο για σκύλους και έχω ήδη το σκηνικό μου: η αυλαία σηκώνεται για ένα κόκκαλο".

 "Ο Σατί συνθέτοντας", Santiago Rusinol
Το 1912, η φαντασία αυτή πήρε μορφή στη σύνθεση "Véritables Préludes flasques (pour un chien)- Χαλαρά Πρελούδια για έναν Σκύλο". Ήταν η πρώτη δημοσιευμένη σουίτα του Σατί που συνδύαζε χιούμορ και σοβαρότητα, μια μικρή επανάσταση στην αντίληψη της μουσικής.
Περιλαμβάνει τρεις συνθέσεις. Από το "Sévère réprimande-Σοβαρή επίπληξη" μέχρι το "Seul à la maison-Μόνος στο σπίτι" και το "On joue-Ας παίξουμε", αποτυπώνουν την ιδιότυπη συνύπαρξη της γραμμικής, σχολαστικής εκπαίδευσης που είχε αποκτήσει στη Schola Cantorum με την φυσική του αίσθηση παιχνιδιού και φαντασίας.
Οι παιγνιώδεις τίτλοι, οι δυσαρμονίες, οι ρυθμοί που θυμίζουν το παιχνίδι του σκύλου με ένα κόκκαλο, όλα συνθέτουν ένα μικρό σύμπαν όπου το ζωάκι δεν είναι κομπάρσος, αλλά πρωταγωνιστής.
Ο Σατί εμπλουτίζει την παρτιτούρα με λατινικούς όρους. Στην τελευταία σύνθεση του σετ "On joue" φαίνεται να παρωδεί επανειλημμένα το "Μικρό Νέγρο" του Ντεμπισί, χρησιμοποιώντας μικρές φράσεις με εξωτικό χρώμα και ρυθμό που θυμίζει τζαζ.

Erik Satie: "Véritables Préludes Flasques (Pour un chien)"



Λίγους μήνες νωρίτερα, ο Σατί είχε συνθέσει τα "Préludes flasques (pour un chien) - Χαλαρά Πρελούδια (Για έναν Σκύλο)", ένα σύνολο τεσσάρων κομματιών για πιάνο, που βασίζονταν στην ίδια φιλοσοφία συνδυασμού σοβαρότητας και παιχνιδιού. Η χιουμοριστική αυτή σουίτα, ωστόσο, απορρίφθηκε για δημοσίευση, με αποτέλεσμα ο συνθέτης να αποσύρει την παρτιτούρα, η οποία θεωρούνταν χαμένη για δεκαετίες μέχρι το 1967, που ανακαλύφθηκε και εκδόθηκε.

"Ο Σατί στο δωμάτιό του", Santiago Rusinol
Τα τέσσερα κομμάτια της σουίτας:

  • Voix d’intérieur (Εσωτερικές Φωνές)
  • Idylle cynique(Κυνικό Ειδύλλιο), παίζοντας με το διπλό νόημα της λέξης cynique, "του σκύλου" και ταυτόχρονα "κυνικό" σε χαρακτήρα.
  • Chanson canine (Τραγούδι του σκύλου)
  • Avec camaraderie (Με συντροφικότητα)

Τα δύο πρώτα κομμάτια φέρουν μια στοχαστική διάθεση, βηματικά μοτίβα σα να παρατηρούν. Στο Chanson canine, οι ξαφνικές, σπασμωδικές δυσαρμονίες εισβάλλουν και ολοκληρώνουν τη σύνθεση με ζωηρή και παιχνιδιάρικη διάθεση, όπως ένας σκύλος που παίζει και αναστατώνει το χώρο γύρω του. Στο τελευταίο Avec camaraderie, αναδύεται η αίσθηση μιας μουσικής αίθουσας, όπου χορευτικοί ρυθμοί και ένα λαϊκότροπο θέμα προσδίδουν ζωντάνια και δημιουργούν ατμόσφαιρα συντροφικότητας.
Αδιαμφισβήτητα οι τίτλοι των κομματιών δείχνουν με σαφήνεια το χιούμορ του Σατί και την επιθυμία του να αψηφήσει τα στερεότυπα της σοβαρής μουσικής. Μέσα απ' αυτά, δημιουργεί χώρο για μια διαφορετική, παιχνιδιάρικη προσέγγιση του ήχου, που συνδυάζει τη φαντασία με την ακρίβεια και την τεχνική της μουσικής τέχνης.

Erik Satie: "Préludes Flasques (Pour un chien)"



Σήμερα συμπληρώνονται 160 χρόνια από τη γέννηση του Γάλλου συνθέτη Ερίκ Σατί, ενός ιδιοφυούς και πρωτοποριακού μουσικού, γνωστού για το παράξενο χιούμορ του, την ανεξάρτητη σκέψη και την αντισυμβατική του προσέγγιση στη μουσική, που συχνά προκαλούσε και αμφισβητούσε τα καθιερωμένα πρότυπα της εποχής του.
Οι παρτιτούρες του, όπως παραπάνω, βρίθουν από χιουμοριστικές σημειώσεις και φράσεις, που προσφέρουν πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης και αφήνουν χώρο για εξερεύνηση. Τα κείμενά του είναι διφορούμενα και προκαλούν μειδίαμα, αλλά η μουσική του δεν είναι αστεία. Το χιούμορ του Σατί είναι μαύρο, σαρκαστικό. Η μελωδία του, αντίθετα, αποκαλύπτει μια αίσθηση απογύμνωσης, καθαρή, λιτή και γεμάτη βάθος συναισθημάτων, μια "λευκή" μελωδία, όπως την αποκαλούσε ο ίδιος...

Τα εικαστικά έργα που συνοδεύουν το κείμενο είναι όλα του Ισπανού ζωγράφου Σαντιάγο Ρουσινιόλ, ο οποίος έζησε στο Παρίσι, στη ζωντανή καλλιτεχνική συνοικία της Μονμάρτης. Εκεί ήρθε σε επαφή με το καλλιτεχνικό περιβάλλον της πόλης και έγινε φίλος με τον Ερίκ Σατί, τον οποίο απεικόνισε τέσσερις φορές...

Στο μπλογκ θα βρείτε πολλά κείμενα για τον Ερίκ Σατί. Ανακαλύψτε τα και εξερευνήστε τον μαγικό κόσμο της μουσικής του...






Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Το Τάνγκο του Διαβόλου: Ο Satie και η σατιρική ματιά στον Αργεντίνικο Χορό...



Σχέδιο του Charles Martin για τη σύνθεση του Ερίκ Σατί: "Le Tango"



Το τάνγκο δεν είναι απλώς χορός. Είναι μια γλώσσα σιωπηλής έντασης, ένας ψίθυρος αισθησιασμού που ξεχειλίζει από κάθε βήμα. Δεν μοιάζει με τους χαρούμενους και εξωστρεφείς χορούς· ζητάει λεπτές κινήσεις, τέχνη, αμοιβαία εμπιστοσύνη, ώστε τα σώματα των χορευτών να μπλέκονται σε ένα μαγικό, αδιόρατο αραβούργημα. Κάθε βήμα, κάθε στροφή, κάθε αγκαλιά είναι και μια μικρή εξομολόγηση, ένας διάλογος πάθους και έκφρασης που υπερβαίνει τα λόγια.

Σήμερα, 11 Δεκεμβρίου, γιορτάζουμε τη Διεθνή Ημέρα Τάνγκο, που τιμά την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά του χορού και τη διαρκή επιρροή του σε όλο τον κόσμο. Η ημερομηνία σηματοδοτεί τα γενέθλια δύο κορυφαίων προσωπικοτήτων του είδους: του Κάρλος Γκαρντέλ, του οποίου η αδιαμφισβήτητη φωνή καθόρισε την τραγουδιστική μορφή του τάνγκο, και του Χούλιο ντε Κάρο, πρωτοπόρου βιολονίστα και διευθυντή ορχήστρας που διαμόρφωσε το οργανικό στυλ του χορού. Μαζί, οι συνεισφορές τους αντιπροσωπεύουν την εκφραστική καρδιά του τάνγκο, την ποίησή του, τη δεξιοτεχνία και τη βαθιά συναισθηματική του απήχηση.

"Τango", Eglė Colucci
Για όσους αγαπούν τον αργεντίνικο χορό, το τάνγκο είναι η επιτομή του αισθησιασμού· φλόγα άσβεστη, πάθος που χτυπάει σαν καρδιά μέσα στη σιωπή της νύχτας. Είναι η αύρα της ιταλικής καντσονέτας, η ερωτική μαγεία της ισπανικής θαρθουέλας, η γοητεία της χαμπανέρας, το πολυρρυθμικό candombe της Αφρικής και οι λαϊκές μελωδίες των γκάουτσος· ένα κράμα που ξεσηκώνει, φλογίζει και αναστατώνει την ψυχή.

Και να σκεφτεί κανείς ότι ο παθιασμένος αυτός χορός ξεκίνησε να χορεύεται από άνδρες μόνο, λόγω του συντηρητισμού που απαγόρευε στις γυναίκες να βρεθούν στην αγκαλιά τους. Μέσα από αυτήν την ιστορία γεννήθηκε, όπως έλεγε ο Αστόρ Πιατσόλα, ο πιο αποκαλυπτικός χορός που δημιούργησαν οι άνθρωποι για να εκφράσουν την ουσία του ερωτικού πάθους.


Το τάνγκο έφτασε στη Γαλλία στις αρχές του 20ού αιώνα, περίπου γύρω στο 1910, κυρίως μέσω Παριζιάνων που ταξίδευαν στην Αργεντινή και μέσω αργεντίνικων ορχηστρών που έπαιζαν σε καφέ και νυχτερινά κέντρα. Στην αρχή θεωρήθηκε προκλητικό και καινοφανές, καθώς οι στενές αγκαλιές και οι αισθησιακές κινήσεις του ξένιζαν το συντηρητικό κοινό. Ωστόσο, σύντομα κέρδισε την καρδιά των Παριζιάνων, που το προσέγγισαν με θαυμασμό για τη δραματική ένταση και τη γοητευτική του εκφραστικότητα. Το τάνγκο στη Γαλλία έγινε σύμβολο κοσμοπολιτισμού, πάθους και μοντέρνας κουλτούρας, επηρεάζοντας τη μουσική, τον χορό και την αισθητική της εποχής, και ενέπνευσε πολλούς Γάλλους συνθέτες.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Έρικ Σατί, ο οποίος το 1914 ενσωμάτωσε μια μινιατούρα με θέμα το τάνγκο στις πιανιστικές σκηνές του Sports et Divertissements, έναν κύκλο μικρών μουσικών εικόνων γεμάτων χιούμορ, ειρωνεία και παιχνιδιάρικες παρατηρήσεις. Το σύνολο αποτελείται από ένα εισαγωγικό χορικό και είκοσι μουσικές βινιέτες, που απεικονίζουν διάφορες αθλητικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Μουσικά, το έργο αντιπροσωπεύει την κορύφωση των χιουμοριστικών σουιτών για πιάνο του Σατί.

Κάθε παρτιτούρα συνοδεύεται από ένα ποίημα ή πεζό, ώστε να μπορεί να διαβαστεί παράλληλα με το μουσικό μέρος.
Για τη μινιατούρα 17 με τον τίτλο: "Le tango perpétuel-Tο αέναο Τάνγκο", ο Σατί έδωσε την ένδειξη Modéré & très ennuyé, δηλαδή μέτρια και με μεγάλη πλήξη, αποτυπώνοντας τη σατιρική ματιά του στη μανία του τάνγκο που σάρωσε τη Δυτική Ευρώπη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το ενδιαφέρον ιστορικό πλαίσιο ενισχύει τη χιουμοριστική διάσταση. Ηταν αρχές του 1914, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Παρισίων κατήγγειλε τον χορό ως ανήθικο και τον απαγόρευσε στους Καθολικούς. Στο κείμενό του, ο Σατί φαίνεται να συμφωνεί με την απόφαση, αποκαλώντας το τάνγκο "Χορό του Διαβόλου", αλλά αμέσως προσθέτει μια παιχνιδιάρικη, σατιρική ματιά στη ζωή του Σατανά:

"Le tango est la danse du Diable.
C’est celle qu’il préfère.
Il la danse pour se refroidir.
Sa femme, ses filles & ses domestiques
se refroidissent ainsi."

ή σε ελεύθερη μετάφραση:

"Το τάνγκο είναι ο χορός του Διαβόλου.
Αυτός που προτιμά περισσότερο.
Το χορεύει για να δροσιστεί,
και μαζί του δροσίζονται η γυναίκα του,
οι κόρες του και οι υπηρέτες του."

Αυτή η φράση, παιχνιδιάρικη, ειρωνική και σουρεαλιστική, αποκαλύπτει την ιδιαίτερη ματιά του Σατί, που αγαπούσε να συνδυάζει μουσική, χιούμορ και λογοπαίγνια. Μουσικά, η σύνθεση "Le Tango" βασίζεται σε ισπανικής χροιάς μελωδία που περιπλανιέται άσκοπα σε διάφορα πλήκτρα πάνω σε έναν επίμονο ρυθμό τάνγκο, αλλά από μια αιρετική, ιδιοσυγκρασιακή σκοπιά. Τελευταία χιουμοριστική νύξη αποτελούν τα σημάδια επανάληψης στην αρχή και στο τέλος της παρτιτούρας(διπλανή εικόνα), που υποδεικνύουν ότι το κομμάτι πρέπει να παιχτεί επ’ άπειρον, δημιουργώντας την αίσθηση μιας "κολασμένης" αιωνιότητας μουσικής μονοτονίας.
Μ' αυτόν τον τρόπο, ο Σατί αξιοποιεί μια ιδέα που είχε δοκιμάσει νωρίτερα στο έργο του Vexations όπου πρότεινε 840 επαναλήψεις ενός σύντομου μουσικού μοτίβου. Στο Le Tango, όμως, η ίδια ιδέα οδηγείται σε ένα πιο σύντομο αλλά εξίσου υπερβολικό και σουρεαλιστικό αποτέλεσμα. Η μινιατούρα γίνεται μια παιχνιδιάρικη, επαναλαμβανόμενη "αέναη" μουσική εικόνα, που σατιρίζει τόσο το χορό όσο και την εμμονή της εποχής με το τάνγκο.


Ας απολαύσουμε αυτή τη μινιατούρα κι ας προσπαθήσουμε να αφουγκραστούμε το πνεύμα του Ερίκ Σατί, ο οποίος δεν προσπάθησε να μιμηθεί το αυθεντικό αργεντίνικο τάνγκο. Το προσέγγισε μέσα από το δικό του σουρεαλιστικό, ευφυές πρίσμα. Το αποτέλεσμα είναι μια μουσική που παίζει με το ρυθμό και την ιστορία του χορού, και τα σχόλια που τον συνοδεύουν προσθέτουν μια δόση καφκικής ειρωνείας και αντισυμβατικών εικόνων, θυμίζοντας ότι το τάνγκο μπορεί να είναι ταυτόχρονα αισθησιακό, ποιητικό και παιχνιδιάρικο...

Erik Satie: "Sports et Divertissements, 17: Le tango perpétuel":



Κείμενα για το τάνγκο υπάρχουν και άλλα στο μπλογκ. Περιηγηθείτε!





Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

O Brancusi, o Satie και ο Σωκράτης...

 

Brancusi και Satie παίζουν γκολφ (1923)


Στις 16 του Μάρτη 1957 περνάει στην αιωνιότητα ένας από τους πρωτοπόρους εκπροσώπους της αφηρημένης γλυπτικής, ο ρουμάνος Constantin Brancusi. 

Έμαθε να σκαλίζει το ξύλο αρχικά, καθώς ως γιος χωρικών βοηθούσε τον πατέρα του κατασκευάζοντας τα εργαλεία τους. Εκεί φάνηκε η ιδιαίτερη κλίση του και λίγο αργότερα ως έξοχο ταλέντο έγινε δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών, παρότι δεν είχε ποτέ παρακολουθήσει σχολικά μαθήματα. Τα έργα του, από μπρούτζο και μάρμαρο, χαρακτηρίζονται από γεωμετρική κομψότητα και εξαίρετο φινίρισμα.
Γοητευμένος από τα έργα του Ροντέν και αφού δεν έχει χρήματα, μεταβαίνει πεζός στο Παρίσι, όπου γρήγορα πραγματοποιεί και την πρώτη του έκθεση. Από κει κι έπειτα ξεκινά μια λαμπρή καλλιτεχνική πορεία και καταξιώνεται ως ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες του 20ου αι. 

"Το Φιλί"
Ήταν μικρόσωμος κι όχι ιδιαίτερα εμφανίσιμος. Όμως, το διαπεραστικό βλέμμα του, όπως και ο ξεχωριστός ναΐφ τρόπος που είχε επιλέξει να ντύνεται τράβαγε την προσοχή. Με μακριά γενειάδα, τού άρεσε να συμπληρώνει την αμφίεση του με αξεσουάρ παραδοσιακών ρουμανικών ενδυμασιών, στοιχείο που τον έκανε ακαταμάχητο με ένα στυλ "αρχαϊκό", απολύτως ταιριαστό με τα θέματα και τον τρόπο που σμίλευε τα φυσικά υλικά. Οι δημιουργίες του θυμίζουν κυκλαδικά ειδώλια, που αψηφούν τους νόμους ανατομίας και στατικής κι εντυπωσιάζουν με το μυστήριο και τον απλό αισθησιασμό τους. 

Δουλεύει πέτρα, ξύλο, μπρούντζο, μάρμαρο σιγοψιθυρίζοντας σκοπούς της ιδιαίτερης πατρίδας του, καθώς η τέχνη των ήχων πρόσθετε, όπως επιθυμούσε, το μυστήριο στην ατμόσφαιρα του χώρου που εμπνεόταν και δημιουργούσε..

Αξίζει να αναφέρουμε πως από παιδί έπαιζε οκαρίνα και βιολί κι ήταν αυτοδίδακτος.
Τού άρεσε επίσης να τραγουδά. Υπήρξε μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας και διακρίθηκε για το ποιοτικό ηχόχρωμα της φωνής του και τη μουσικότητά του. 

Στον κύκλο του βρέθηκαν σπουδαίοι καλλιτέχνες από όλους τους χώρους…Ρουσώ, Ματίς, Κοκτώ, Μοντιλιάνι, Aπολλιναίρ…

Aπό τους εκπροσώπους της κλασικής μουσικής τού άρεσε να παραλληλίζει τον Γ.Σ.Μπαχ με "λιοντάρι που μεγαλόπρεπα βαδίζει στην έρημο", αντίθετα με τη μουσική του Βάγκνερ που τού ακουγόταν βάρβαρη. Θεωρούσε τις συνθέσεις του Μπετόβεν ποτισμένες έντονη δραματικότητα, ενώ εκείνες του Μότσαρτ ξέχειλες ευγένειας και γλυκύτητας.

Ιδιαίτερη στάθηκε η φιλία του με τον Ερίκ Σατί. Γνωρίστηκαν το 1910 κι ο Μπρανκούζι λάτρεψε το χιούμορ, τη σατυρική διάθεσή του και την οξύνοιά του… Θαύμαζε την ευφυία του Σατί, τον οποίο θεωρούσε "σοφό" γι' αυτό συνήθιζε να τον φωνάζει "Σωκράτη" και τη φιλοφρόνηση ανταπέδιδε ο Σατί αποκαλώντας τον Μπρανκούζι: Πλάτων… 

Οι δυο τους συνήθιζαν να παίζουν γκολφ και τα βράδια να βρίσκονται στο ατελιέ του γενειοφόρου γλύπτη και να εκτελούν λαϊκά τραγούδια της Ρουμανίας.
Μπορεί να είχαν μια δεκαετία διαφορά ηλικίας και να ήταν παντελώς  διαφορετικές προσωπικότητες, όμως αναμφισβήτητα είχαν ανακαλύψει μια κοινή καλλιτεχνική γλώσσα να συνομιλούν, έναν ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας, όπου το μουσικό στοιχείο έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο. Μια δυνατή ανθρώπινη σχέση που κράτησε μέχρι το θάνατο του Σατί, το 1925. 

"Socrates" (moma.org)
Ο Μπρανκούζι φιλοτέχνησε ένα γλυπτό που σήμερα εκτίθεται στο ΜΟΜΑ, εμπνευσμένο από τον φίλο του, Ερικ Σατί γι' αυτό τιτλοφορείται: "Socrate", λίγο μετά την παρουσίαση του ομότιτλου έργου του γάλλου συνθέτη: "Socrate".

Το γλυπτό είναι σμιλευμένο σε μονόξυλο βελανιδιάς και παριστά το μεγάλο κεφάλι του Έλληνα φιλοσόφου με σχηματισμένα μάτια και στόμα, που ισορροπεί πάνω σε λεπτό λαιμό και ώμους ως βάση.


"Εν οίδα ότι ουδέν οίδα".
Η Σωκρατική φράση προκαλεί απεριόριστο θαυμασμό στον ρουμάνο γλύπτη, που μεταμορφώνει σε καλλιτεχνική πράξη και δημιουργία τη διαπίστωση πως τίποτα δεν ξεφεύγει από τον μεγάλο στοχαστή. Τα γνωρίζει, τα βλέπει και τ 'ακούει, όλα!

 

Η σύνθεση του Ερίκ Σατί είναι για φωνή και πιάνο, ένα συμφωνικό δράμα με ποιητικό κείμενο επιλεγμένο από τους "Διαλόγους" του Πλάτωνα, όλα αναφορές στο Σωκράτη, που τον περιγράφει "λευκό", έναν εκπρόσωπο της αρχαίας διαυγούς και αγνής σοφίας. Γι' αυτό -όπως ισχυρίζεται ο συνθέτης- ανάμεσα στις τόσες παραξενιές και εκκεντρικότητές του, επέμενε στην κατανάλωση  αποκλειστικά λευκών τροφών, όπως αυγά, ζάχαρη, αλάτι, ρύζι, γογγύλια,  άσπρο τυρί, γάλα και λευκά ψάρια…

Τα τρία μέρη του συμφωνικού δράματος είναι:

I. Πορτρέτο του Σωκράτη, από το Συμπόσιο του Πλάτωνα
II. Οι όχθες του Ιλισσού, από τον Φαίδρο του Πλάτωνα
III. Θάνατος του Σωκράτη, από τον Φαίδωνα του Πλάτωνα


Πρόκειται για αριστουργηματικό έργο, που ο Ερίκ Σατί συνέθεσε κατόπιν παραγγελίας της πριγκίπισσας ντε Πολινιάκ. Έκανε πρεμιέρα στο Παρίσι το 1920, με τον εκκεντρικό δημιουργό του πάλι να εκπλήσσει, καθώς μοίρασε στους παρευρισκόμενους την προειδοποίηση: "Όσοι δεν καταλάβουν, παρακαλούνται να τηρήσουν στάση απόλυτης υποταγής και κατωτερότητας". 


Erik Satie: "Socrate":



Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Ερίκ Σατί: ένα Πρελούδιο για την Ηρωική Πύλη του Ουρανού

 


Ο Σατί την εποχή σύνθεσης του Πρελουδίου
(πορτρέτο φιλοτεχνημένο από τον Marcellin Desboutin 
)





"Je suis venu au monde très jeune... dans un temps très vieux
δηλαδή
Ήρθα στον κόσμο πολύ νέος, σε καιρούς πολύ γερασμένους"


Ο Eρίκ Σατί γεννήθηκε σαν σήμερα, 17 Μαΐου 1866 και παίρνω αφορμή να σας καλημερίσω με ένα έργο του που ανήκει στη "μυστικιστική" περίοδο του συνθέτη...
Μιας εποχής υπερβατικής πνευματικότητας και αναζήτησης της σχέσης του ανθρώπου με το θείο, αντιλήψεων που γνώρισε ο Σατί στους κόλπους του Τάγματος των Ροδόσταυρων.

Πρόκειται για ένα πρελούδιο που -κατά δήλωσή του- είναι το πιο αγαπημένο του, γι’αυτό και το αφιέρωσε στον εαυτό του…


"Je me dédie cette œuvre", θα γράψει στην παρτιτούρα.


Το "Prélude de la porte héroïque du ciel" είναι μια σύνθεση για πιάνο, που ο Ερίκ Σατί έγραψε το 1894(η μοναδική σύνθεσή του εκείνη τη χρονιά) σαν μουσική εισαγωγή στο θεατρικό του Jules Bois: "Η Ηρωική Πύλη του Ουρανού".

Ποιητικό, αέρινο, μυστηριώδες και αινιγματικό, σιβυλλικό και γριφοειδές...

Σύντομα μοτίβα που επαναλαμβάνονται ήρεμα, γλυκά, με μια ταπεινότητα, που οι ειδικοί χαρακτήρισαν "δειλή ευσέβεια", χωρίς ίχνος μουσικής έπαρσης, πιστός στις ιδέες των Ροδόσταυρων και ίσως με μια ειρωνική διάθεση απέναντι στο  θρησκευτικό συναίσθημα, θέμα του θεατρικού κειμένου που έπεται. 

Το έργο του Bois  αναφέρεται σ' έναν ποιητή που αναλαμβάνει την αποστολή να εκθρονίσει τη Θεοτόκο και να την αντικαταστήσει με την  αιγυπτιακή θεά Ίσιδα, ενώ χαρακτήρες από τη Βίβλο ανακατεύονται με κείνους από τη Μυθολογία της Αιγύπτου.

Kάποιοι χαρακτήρισαν την απόπειρα του Bois "παρακμιακό μείγμα Αιγυπτιολογίας, Βιβλικών ιστοριών με το Παρίσι του 19ου αι., μια ειρωνική μελέτη θρησκευτικού συναισθηματισμού".
Ο ίδιος ο Ερίκ Σατί  περιγράφει το πιανιστικό έργο σαν: "ένα μικρό πρελούδιο γεμάτο μυστικιστική γλυκύτητα, εκστατική χαρά, ένα μικρό πρελούδιο γεμάτο οικεία καλοσύνη..."

Πάντως, οι κριτικοί της εποχής έκαναν λόγο για "σύνθεση αμιγούς ηδονισμού χωρίς απώτερα κίνητρα, ο οποίος εκφράζεται ξεκάθαρα μέσα από μια αρμονία που ίσως και να υπερβαίνει σε φινέτσα τα καλύτερα συνθετικά δείγματα αυτού του είδους του Σατί". 


Απείθαρχος και ατίθασος ο Σατί, ένας ανεξάρτητος και πρωτοπόρος της εποχής του, που η μουσική αισθητική του αποτέλεσε πρόκληση! Πολυσχιδής προσωπικότητα, πολυδαίδαλη μουσική σκέψη, στο έργο του αυτό με άκρως αυθεντικό τρόπο η ιδιαίτερη, νεωτεριστική φύση του.
Έργο, που 
αναδεικνύει το θαυμαστό στο Σατί να προσεγγίζει την μουσική από μια διαφορετική οπτική, με μια εκκεντρικότητα μεν, που πολλοί είπαν παράνοια, εγώ την ονομάζω ανάγκη απομόνωσης, προσωπικής ενδοσκόπησης, μουσικού φιλτραρίσματος που μεταβάλλεται όταν ωριμάσει σε εκτόνωση και έκφραση μέσα από μια καινοτόμα, αρμονική γλώσσα.

Στην πιανιστική σύνθεση υποδεικνύονται ιδιαίτεροι τρόποι εκτέλεσης και ερμηνείας, γνωστοί εκφραστικοί μέθοδοι του Σατί:

Ήρεμα και με βαθιά ευγένεια
Δεισιδαιμονικά
Με σεβασμό
Με εσωτερική σιωπή
Με δειλή ευσέβεια
Αποφυγή κάθε ιερόσυλης ανάτασης
Χωρίς κομπασμό
Με καλοσύνη

Erik Satie: "Prélude de la porte héroïque du ciel"
(στο πιάνο ο Φρανσίς Πουλένκ)


Το 1911 τo "Prelude to the Heroic Gate of Heaven" μεταγράφηκε για ορχήστρα και παρουσιάστηκε στο Παρίσι σε μια συναυλία που ο συνθέτης δεν παραβρέθηκε "λόγω έλλειψης αξιοπρεπούς ένδυσης", όπως είπε με το γνωστό ειρωνικό και συγχρόνως χιουμοριστικό ύφος του...


Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Ζωρζ Μπρακ: η φιλία με τον Ερίκ Σατί

 

Georges Braque, Guitar and glass | Georges Braque (1882-1963… | Flickr
Georges Braque: "Guitar and glass" 
(από: pinterest)



Ο Ζωρζ Μπράκ εκτός από τα χρώματα και τα πινέλα του, αγαπούσε πολύ τη μουσική!
Είχε μουσική εκπαίδευση, καθώς έπαιζε φλάουτο, βιολί και ακορντεόν. Γι' αυτό συχνά συναντάμε αυτά τα όργανα στις εικαστικές του συνθέσεις, μαζί με αποσπάσματα μουσικών παρτιτούρων και ονόματα συνθετών...Ένοιωθε τις εικαστικές δημιουργίες του σαν τα άψυχα μουσικά όργανα, που ζωντανεύουν με την αφή των εκτελεστών τους... Ετσι εμφυσά πνοή και η ματιά του θεατή στους πίνακές του.

Από συνθέτες παλαιοτέρων εποχών, όπως φαίνεται παρατηρώντας τα έργα του, είχε αδυναμία στους Μπαχ και Μότσαρτ. Συνδέθηκε δε στενά με τον Ερίκ Σατί.
Oι δυο τους γνωρίστηκαν μέσω των κοινών φίλων τους, Πικάσο και Ντιάγκιλεφ και αρχικά τούς έφερε κοντά η κοινή τους Νορμανδική καταγωγή. 
Η μακροχρόνια φιλία τους σκιαγραφήθηκε και εικαστικά.

Georges Braque
Ο Μπρακ σε μια από τις εικαστικές εκδοχές του θέματος:  "Κιθάρα και γυαλί", που βλέπετε παραπάνω, απεικονίζει το εξώφυλλο της παρτιτούρας του συνθέτη φίλου του από το συμφωνικό ποίημα,"Socrates".
Η παρτιτούρα διακρίνεται εμφανώς ανάμεσα σε κωδικοποιημένα αντικείμενα δοσμένα γεωμετρικά, που χρωματικά ποικίλλουν.
Η κιθάρα τοποθετείται στο κέντρο της σύνθεσης με το χαρούμενο πράσινο και εκτυφλωτικό κίτρινο χρώμα της να εισβάλλουν στον πίνακα. 
Λαμπερά, φρέσκα ​​και δροσερά χρώματα, παρόμοια και στο ποτήρι, που σχεδόν αιωρείται μπρος από την κιθάρα, καταργώντας φυσικούς νόμους, φωτίζοντας  τα σχηματοποιημένα και κερματισμένα σε διάφορα επίπεδα αντικείμενα του χώρου προκαλώντας με την χρωματική αντίθεση του λευκού της παρτιτούρας τον θεατή να την προσέξει. Ο Μπρακ επιτυγχάνει μια οπτική ένταση ισοδύναμη με την ένταση της μουσικής ακρόασης.

Είναι σύνθεση από απλά αντικείμενα της καθημερινότητας, όμως  εμποτισμένη με δυναμική ποιότητα.
Το εικαστικό φιλοτεχνήθηκε το 1921 και διακρίνεται για την απολύτως πρωτότυπη εικονογραφική γλώσσα, τη νέα προσέγγιση και εννοιολογική αισθητική θεωρία.



Kαι οι δυο καλλιτέχνες αρνούνται να συμμορφωθούν με την παραδοσιακή άποψη για την Τέχνη.

Erik Satie
Αυτό φαίνεται και στο "Socrate", ένα έργο για φωνή και πιάνο (ή μικρή ορχήστρα) του Ερίκ Σατί. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1919.Το κείμενο περιλαμβάνει αποσπάσματα  από τους Διαλόγους του Πλάτωνα, όλα τα επιλεγμένα κείμενα που αναφέρονται στον Σωκράτη .
Η  σύνθεση ανατέθηκε από την Βιναρέτα Σίνγκερ, η οποία είχε την ιδέα να χρησιμοποιηθούν μόνο γυναικείες φωνές, που θα διάβαζαν μεγαλοφώνως κείμενα αρχαίων φιλοσόφων, σε αντίθεση απ’ ότι στην αρχαιότητα, που κάτι τέτοιο μπορούσαν να κάνουν μόνο άνδρες. 

Η ιδέα μιας σύνθεσης με στοιχεία μελοδράματος δεν άρεσε στον Σατί, οπότε εγκαταλείφθηκε. Όμως προέκυψε σύνθεση για μια γυναικεία φωνή με πιανιστική συνοδεία ή  μικρή ορχήστρα, ένα έργο απόλυτης ηχητικής ηρεμίας και λεπτής ομορφιάς.  Ο συνθέτης δομεί το έργο στο ύφος ενός κοσμικού ορατορίου σε τρία μέρη:

I. "Portrait de Socrate - Πορτρέτο του Σωκράτη", κείμενο που λήφθηκε από το Συμπόσιο του Πλάτωνα και το διάλογο ανάμεσα στον φιλόσοφο και τον Αλκιβιάδη.

II. "Les bords de l'Ilissus - Οι όχθες του Ιλισσού", κείμενο από τον Φαίδρο του Πλάτωνα και

III. "Mort de Socrate - Θάνατος του Σωκράτη", από το κείμενο του Πλάτωνα: "Φαίδων".

Η μουσική χαρακτηρίζεται από απλούς επαναλαμβανόμενους ρυθμούς, συνεχόμενες καντέντσες, και μακράς έκτασης, οστινάτι.

Eric Satie: "Socrate":




H βαθιά φιλία των δυο καλλιτεχνών εκφραζεται και σε άλλες συνεργασίες, όπως στην έκδοση της σύντομης λυρικής κωμωδίας του Ερίκ Σατί:  "The Ruse of Medusa",  όπου ο καλός του Ζωρζ Μπράκ συνέβαλε  με 3 έγχρωμες ξυλογραφίες, την πρώτη του είσοδο στην απεικόνιση βιβλίων:

Georges Braque | MoMA
(από: moma.collection)


Η "The Ruse of Medusa" είναι μια μονόπρακτη λυρική κωμωδία, της οποίας ο Σατί υπογράφει εκτός από τη μουσική (ένα σύνολο χορών, βαλς, μαζούρκα, πόλκα, κλπ) και το κείμενο.
Με στοιχεία από το θέατρο του παραλόγου, στήνει ένα μουσικό, σουρεαλιστικό σκηνικό με το χιούμορ που ως γνωστόν τον διακρίνει.
Με το έργο αυτό πρωτοεμφανίστηκε η μορφή του προετοιμασμένου πιάνου, καθώς ο συνθέτης στην πρεμιέρα είχε τοποθετήσει σελίδες χαρτιού ανάμεσα στις χορδές του πιάνου, αλλοιώνοντας τον φυσικό του ήχο. 

Aπολαμβάνουμε την ορχηστρική εκδοχή.

Satie: "The Ruse of Medusa":




Braque: "The Round Table"
(https://www.georgesbraque.org/the-round-table.jsp)
Αλλά και στο  εικαστικό του Μπρακ με τίτλο: "The Round Table" που ο ζωγράφος φιλοτέχνησε μετά το θάνατο του Σατί, το 1929, (διπλανή εικόνα) με 
αποχρώσεις του καφέ να κυριαρχούν, τοποθετούνται  ευρηματικά, ανάμεσα σε πολλά αντικείμενα, και κάποια μουσικού ενδιαφέροντος, που παραπέμπουν και πάλι στον αγαπημένο γάλλο φίλο του. 

Στο πλάνο και στη γωνία ενός δωματίου εντάσσει ένα τραπέζι. Ο  καλλιτέχνης χωρίζει τα αντικείμενα, τα αναλύει και τα ανασυνθέτει σε μια αφηρημένη μορφή. Έτσι, τοποθετεί πάνω στο τραπέζι ένα μαχαίρι, ένα μπουκάλι, μία κιθάρα και σελίδες παρτιτούρων από μια Εtude, όπως μαρτυρά το τίτλος στο εξώφυλλο.

Ήδη από νωρίτερα, ο Μπρακ είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί γράμματα στα κυβιστικά του έργα, καθώς -όπως ισχυριζόταν-: "βοηθούσαν στη διάκριση των αντικειμένων".
Μουσικά στοιχεία και σύμβολα  σ'ένα πνευματώδη διάλογο με τα άλλα αντικείμενα του χώρου.

Παρατηρείστε πως σε όλες τις ανοιχτές σελίδες εμφανίζονται τα γράμματα: E ATIE.
(Η ενσωμάτωση γραμμάτων στα έργα του αποτελεί στοιχείο που συνδέεται άμεσα με τη μποέμικη ζωή των καλλιτεχνών) 


Πολλοί μελετητές εικάζουν πως η επιλογή τους υπαινίσσεται τον φίλο του, συνθέτη Erik Satie.


[Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη γενέθλια επέτειο του  Ζωρζ Μπρακ. Γεννήθηκε στις 13 Μαΐου του 1882 στο Argenteuil, μια μκρή πόλη πάνω στον Σηκουάνα και κοντά στο Παρίσι].

Παλαιότερο κείμενο για τον Μπρακ μπορείτε να διαβάσετε και εδώ.








Κυριακή 9 Απριλίου 2017

"Tα Βάγια, ο βακαλάος και ο Σατί..."

Αποτέλεσμα εικόνας για satie the dreamy fish analysis
discogs



"Βάγια, Βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό, κι ως την άλλη Κυριακή με το κόκκινο αυγό!", 

λέει ο λαός μας, που σήμερα Κυριακή των  Βαΐων, το ψάρι καταλύεται και όπως πιστεύω όλοι μας θα τιμήσαμε το βακαλάο δεόντως...

Πέρα όμως από το έθιμο, που απαιτεί ψάρι για τη μέρα και το Βαγιάτικο τραπέζι, ο μπακαλιάρος είναι από τα ψάρια που μαγειρεύω συχνά και σε διάφορες παραλλαγές.
Μ'αρέσει εκτός από τηγανητός,  και σούπα με λαχανικά, ή ασπρογιάχνι με φρέσκα μυρωδικά, σε παραλλαγή κροκέτας με πιπεριά,  μαϊντανό και λεμόνι, αλλά και πλακί με ντοματούλα και κρεμμυδάκι!!!

Αδυναμία στο μπακαλιάρο είχε και ο αγαπημένος, εκκεντρικός συνθέτης Ερίκ Σατί...
Και λέω εκκεντρικός γιατί πολλά γνωρίζουμε για τις ιδιορρυθμίες του, όπως π.χ να φορά μονάχα γκριζόχρωμα κοστούμια ή να επιμένει στην κατανάλωση  αποκλειστικά λευκών τροφών, όπως αυγά, ζάχαρη, αλάτι, καρύδες, ρύζι, γογγύλια,  άσπρο τυρί, και λευκά ψάρια με αδυναμία στο βακαλάο, που είχε χαμηλά λιπαρά, πολλές πρωτεΐνες και κυρίως, όπως τόνιζε, πυκνή λευκή σάρκα.

Από την κίνηση του βακαλάου, λένε, είναι εμπνευσμένη και η πιανιστική σύνθεσή του: "Le poisson reveur", βασισμένη σε ένα παραμύθι του καταλανού ποιητή Lord Cheminot.
Μια ημιτελής σύνθεση, που στο ύφος και τη φόρμα παρουσιάζει ομοιότητες με τον Ντεμπισί.
Παιχνιδιάρα και σκερτσόζα η μουσική του, δεν απεικονίζει την ζοφερή ψυχική κατάσταση την οποία βίωνε ο Σατί την περίοδο που συνέθεσε το έργο.

"Βαριέμαι μέχρι θανάτου", γράφει σε επιστολή προς τον αδελφό του , "περισσότερο θλίβομαι επειδή συνειδητοποιώ πως γεννήθηκα σε λάθος εποχή. Σ' εποχή, που δεν μου παρέχει τίποτε, ενώ ό,τι εγώ δίνω δεν γίνεται κατανοητό"...
Το "ονειροπόλο ψάρι" ωστόσο, φαίνεται μέσα από το όνειρο και το "χορό" του να αποφεύγει την ζοφερή κατάσταση του νου.

Γνωστός για την ελαφρότητά του και την αίσθηση του χιούμορ, ο Σατί, ένας "αδέξιος αλλά ταλαντούχος εξερευνητής", όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Ραβέλ, επικυρώνοντας έτσι τη σημασία του "νεωτερισμού" στο  έργο του, αποτυπώνει μουσικά ένα παιχνίδισμα της κίνησης του ψαριού μέσα στο νερό, ένα κρυφτούλι με τον αλιευτή και το δόλωμά του.
Εnjoy!!

Erik Satie : "Le poisson reveur"



Kαι η εκδοχή για ορχήστρα και πιάνο: 




Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Eric Satie: "Les trois Gymnopédies", μια διαφορετική έμπνευση...

 

Puvis de Chavannes: "Νεαρά κορίτσια δίπλα στη θάλασσα"


"Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.
Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.
Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα..."


Ένα μικρό απόσπασμα από την αγαπημένη "Γυμνοπαιδία Α΄-Σαντορίνη" του Γ. Σεφέρη είναι το παραπάνω...
Μια συλλογή, που ο ποιητής μας έγραψε το 1935 μετά την γνωριμία του με το ομότιτλο πιανιστικό έργο του Ερίκ Σατί: "Les trois Gymnopédies".


Erik Satie, την περίοδο σύνθεσης των "Gymnopedies"
Ήταν μόλις 22 χρονών ο Σατί, όταν συνέθεσε τις "3 Gymnopédies" εμπνεόμενος -λένε- από την ετήσια γιορτή των Σπαρτιατών, όπου γυμνοί έφηβοι χόρευαν και τελούσαν γυμναστικές ασκήσεις προς τιμήν του Απόλλωνα και αφιερωμένες στη μνήμη των πεσόντων στη μάχη της Θυρέας.

Άλλοι υποστηρίζουν πως το ερέθισμα σχετίζεται με την όμορφη ιέρεια της Καρχηδόνας, Σαλαμπό, καθώς ο Σατί όταν συνέθετε τις "Γυμνοπαιδίες" διάβαζε το ομότιτλο βιβλίο του Φλωμπέρ, οπότε δεν αποκλείεται να εμπνεύστηκε τον τίτλο από τα γυμνά της, καλλίγραμμα πόδια...




Άλλοι τοποθετούν την πηγή έμπνευσης σε ποίημα του  σύγχρονού του, De Latour στο οποίο υπάρχουν οι στίχοι:
"...εκεί που τα κεχριμπαρένια σώματα, φωτιά πυροδοτούν, σμίγοντας τη σαραμπάντα με τη γυμνοπαιδία..."



Μια εκδοχή λιγότερο γνωστή θα μάς απασχολήσει σήμερα...


Puvis de Chavannes.jpg
 Puvis de Chavannes

Προέρχεται από  εικαστικό του συμβολιστή ζωγράφου, Πυβί ντε Σαβάν με τίτλο: "Νεαρά κορίτσια δίπλα στη θάλασσα ", που ήταν και ο πλέον αγαπημένος πίνακας του γάλλου συνθέτη.

Ο Πυβί ντε Σαβάν, γάλλος κι αυτός, γεννήθηκε 24 Οκτώβρη 1824 και θεωρείται ζωγράφος τοιχογραφιών, σπουδαίος δάσκαλος μιας καθαρά προσωπικής ζωγραφικής με ιδεαλιστικές τάσεις.

Στο συγκεκριμένο πίνακα, ο καλλιτέχνης πλάθει μια ονειρική ατμόσφαιρα με τρεις γυναικείες γυμνές φιγούρες σε παράκτια τοποθεσία.
Χρησιμοποιεί το ίδιο μοντέλο και για τις τρεις γυναίκες, δίνοντας διαφορετικό χρώμα στα μαλλιά τους. Καστανή, ξανθιά και κοκκινομάλλα.
Επιθυμεί να απεικονίσει την ίδια γυναίκα σε τρεις διαφορετικές θέσεις. Δεν θέλει ούτε να σοκάρει, ούτε να αποπλανήσει. Επιδιώκει τη νηφαλιότητα, τη γαλήνη της ομορφιάς.
Η γυναίκα του κέντρου με γυρισμένη την πλάτη στον θεατή ατενίζει τη θάλασσα χτενίζοντας τα μαλλιά της...
Η άλλη στα δεξιά φαίνεται χαμένη στις σκέψεις της, ενώ η τρίτη με διάθεση στοχαστικής μελαγχολίας.
Ο ουρανός αχνός. Μπογιατισμένος απαλά από τα χρώματα ενός ήρεμου δειλινού...
Σχεδόν ακύμαντη και η θάλασσα, στιλπνό μετάξι, ενισχύει το αίσθημα της ερημιάς και την ονειροπόληση. Ένας μόνο γλάρος "γλιστρά" πάνω από το γλυκόστρωτο νερό...



Η σύνθεση, η οποία διακρίνεται για την απλότητά της και τη μειωμένη χρωματική ένταση, αντιπαραβάλει  τη φαντασία, το όνειρο και την πνευματικότητα ως αναπόσπαστο μέρος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και εκτείνεται πέραν του αισθητού, στον κόσμο της παραίσθησης και του μυστηρίου.

Μια ατμόσφαιρα που κανείς δεν αμφισβητεί πως πλάθεται με τις νότες του Σατί στις "Γυμνοπαιδίες" του, γι' αυτό κι έκανε πολλούς ειδικούς να ισχυρίζονται πως το εικαστικό του 
Πυβί ντε Σαβάν έδωσε στο συνθέτη το ερέθισμα για τη δημιουργία του.

Ένα έργο που αποτελεί την πρώιμη εισαγωγή στη μουσική του 20ού αιώνα και με το οποίο κάθε ακροατής "αφήνεται".
Ένα ιδεώδες ακρόαμα, που ερεθίζει τη φαντασία, ανακαλεί μνήμες, βοηθά το νου να τρέχει και ταυτόχρονα να γαληνεύει...
Ένα ατμοσφαιρικό τρίπτυχο σε ρυθμό 3/4:

1. Lent et douloureux
2. Lent et triste
3. Lent et grave

Satie: "Trois Gymnopedies" / Aldo Ciccolini


Τρίτη 17 Μαΐου 2016

ERIK SATIE: "Πράγματα που βλέπουμε προς τα δεξιά και τ' αριστερά (χωρίς γυαλιά)"



"Je suis venu au monde très jeune... dans un temps très vieux
Ήρθα στον κόσμο πολύ νέος, σε καιρούς πολύ γερασμένους"...



Η φράση ανήκει στον γεννημένο σαν σήμερα, 17 Μαΐου 1866, Eρίκ Σατί.
Έναν συνθέτη εκκεντρικότατο και με πολλές ιδιορρυθμίες, όπως π.χ  επιθυμούσε να συστήνεται, όχι  ως "μουσικός", αλλά ως "phonometrican", δηλαδή εκείνος που μετρά τον ήχο...
Επίσης επέλεγε να φορά μονάχα γκριζόχρωμα κοστούμια ή επέμενε στην κατανάλωση αποκλειστικά λευκών τροφών ...

Γνωστός για την ελαφρότητά του και την αίσθηση του χιούμορ, ο Σατί, είναι ένας "αδέξιος αλλά ταλαντούχος εξερευνητής", όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Ραβέλ, επικυρώνοντας έτσι τη σημασία του "νεωτερισμού" στο έργο του.
Οι συνθέσεις του ήταν πρωτότυπες, μινιμαλιστικές και συχνά παράξενες, ενώ η μουσική του χαρακτηρίζεται από έντονο ρεαλισμό, μακριά από ρομαντικές εξάρσεις.

Η εκκεντρικότητά του τον οδηγεί να διαλέγει συχνά για τα έργα του διάφορους παράξενους και  χιουμοριστικούς τίτλους όπως:
"Choses vues à droite et à gauche(sans lunettes)"  
δηλαδή: 
"Πράγματα που βλέπουμε προς τα δεξιά και τ' αριστερά (χωρίς γυαλιά)"


Πρόκειται για έργο μουσικής δωματίου (χώρος που σπάνια κινήθηκε ο συνθέτης), ένα ντουέτο για βιολί και πιάνο στον τύπο της σουίτας, που έγραψε το 1914, και αποτελεί τη μοναδική σύνθεση του Σατί για αυτό το συνδυασμό οργάνων.

Πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν τη σύνθεση  ένα μουσικό χλευασμό για την Schola Cantorum  του Παρισιού, της οποίας υπήρξε σπουδαστής, και γενικότερα  ως μουσική παρωδία της Ακαδημαϊκής μουσικής εκπαίδευσης του καιρού του.

Η σουίτα αναπτύσσεται σε τρεις επιμέρους συνθέσεις, όπου ο Σατί αναδημιουργεί παλιές μουσικές φόρμες της μπαρόκ περιόδου (χορικό, φούγκα) με σύγχρονους όρους, αρμονικά και δομικά και παρουσιάζει:



1. Στο "Choral hypocrite" μετατρέπει τις Μπαχικές υποδείξεις για ένα χορικό σε μελωδία. Σατιρίζει τη στείρα, επιτηδευμένη γνώση. Με εύστοχες παρεμβάσεις-υποδείξεις στην παρτιτούρα εκφράζει  την  ανία, τη μονοτονία και  δυσαρέσκειά του για τον τρόπο διδασκαλίας και έκφρασης.

2. Μια χαλαρή σε ρυθμό, φούγκα είναι η δεύτερη σύνθεση(1:11) με τίτλο: "Fugue à tâtons", όπου  η είσοδος γίνεται από το πιάνο μέσα από ένα παιχνιδιάρικο μοτίβο που διαρκώς μετασχηματίζεται.
Το πληκτροφόρο ξεκινά ένα τρυφερό διάλογο με το βιολί υποδηλώνοντας τον  τρόπο που θα πρέπει να διδάσκεται μια φούγκα έναντι της στεγνής, κατά γράμμα και ανούσιας απόδοσης, που συνηθίζεται.

3. Με ειρωνικότατη διάθεση η τρίτη σύνθεση(3:07): "Fantaisie musculaire", που βιρτουοζικές κινήσεις υπογραμμίζουν την απαιτούμενη δεξιοτεχνία του βιολονίστα, καθώς τεχνικές από τρίλιες, πιτσικάτι ή γκλισάντι μαρτυρούν τον ενθουσιασμό της έναρξης των μαθημάτων, που σιγά-σιγά ξεθωριάζει σε μια ψυχρή, διεκπεραιωτική απόδοση των φθόγγων.


Ο  Σατί, αυτός ο παράξενος, παιχνιδιάρης Νορμανδός συνθέτης, συνδυάζει και εναρμονίζει τη ρομαντική ηχώ του 19ου αι. με τον φορμαλισμό του 20ού.
Είναι ένας  πειραματιστής, που με δραστικό τρόπο, δημιουργεί ένα έργο  ιδιαίτερο σε βάθος και ποιότητα.

Γίνεται διακριτικά λυρικός, ανεπαίσθητα ειρωνικός, με ήχο χιουμοριστικό, και ύφος που το διακρίνει μια λεπτή μελαγχολία, που αναδύεται ενίοτε μέσα από μικρές, κρυστάλλινες ατμόσφαιρες.
Κι άλλοτε με μουσικές νύξεις εκνευρισμού ή αύρες ενθουσιασμού, που δημιουργούνται από τα εμπνευσμένα μοτίβα και  τους ιδιόμορφους μελωδικούς σχηματισμούς  των δυο οργάνων.




Erik Satie: "Choses Vues à Droite et à Gauche (Sans Lunettes)"/ Rogé-Juillet


Ελπίζω να σάς άρεσε το ιδιαίτερο, αυτό έργο του Σατί, στο οποίο επιθυμεί να υψώσει ανάστημα, αρθρώνοντας μουσικό λόγο έναντι στο συντηρητικό, οστέινο σύστημα εκπαίδευσης στη Γαλλία της εποχής του. 
Μην ξεχνάμε πως ο Σατί υπήρξε  απείθαρχος και ατίθασος σπουδαστής, ένας ανεξάρτητος και πρωτοπόρος, που η μουσική αισθητική του αποτέλεσε πρόκληση!
Ταπεινή μου άποψη όμως, είναι πως  το θαυμαστό στο Σατί είναι πως  προσεγγίζει μουσικά τα θέματά του από μια διαφορετική οπτική, με μια εκκεντρικότητα μεν, που πολλοί είπαν παράνοια, εγώ την ονομάζω ανάγκη απομόνωσης, προσωπικής ενδοσκόπησης, μουσικού φιλτραρίσματος που μεταβάλλεται όταν ωριμάσει σε εκτόνωση και έκφραση μέσα από μια καινοτόμα, αρμονική γλώσσα.







"A Quiet Corner Where We Can Talk", Jeffrey Perry
Tandfonline
Καθημερινή, Ηλίας Μαγκλίνης
webtheatre.fr/Satie
nytimes

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

18η Απριλίου, Ημέρα Μνημείων: η Κνωσσός και ο Σατί...




Mε αφορμή την 18η Απριλίου, Ημέρα Μνημείων και Τοποθεσιών, σας χαιρετώ με μιαν αναφορά σ' έναν υψίστης σημασίας αρχαιολογικό χώρο, παρότι -όσο κι αν ακούγεται παράξενο- δεν ανήκει στα Μνημεία της Ουνέσκο...

Περιγράφει ο Νίκος Καζαντζάκης:


"...την άλλη μέρα, Κυριακή, την ώρα που χτυπούσαν οι καμπάνες κι οι χριστιανοί πήγαιναν στον Αϊ-Μηνά να λειτουργηθούν, κίνησα για άλλο εγώ προσκύνημα, να χαιρετήσω την Άγια Κρήτη, που τα χρόνια εκείνα είχε ξεθαφτεί από τα παμπάλαια χώματα της Κνωσού. [...]
- Να η μεγάλη βασιλικιά αυλή, 60 μέτρα πλάτος, 29 μάκρος· να οι αποθήκες με τα θεόρατα ξομπλιαστά πιθάρια· εδώ μέσα έβαζε τις σοδειές του ο βασιλιάς και τάιζε το λαό του· βρήκαμε στα πιθάρια κατακάθια από λάδι και κρασί, κουκούτσια από ελιές, κουκάκια, ρεβίθια, σιτάρι, κριθάρι και φακές - όλα είχαν γίνει κάρβουνο από τις πυρκαγιές.
[...]
Καθίσαμε ανάμεσα σε δυο κολόνες· ο ουρανός ήταν πύρινος κι έλαμπε σαν ατσάλι· γύρα από το Παλάτι, μέσα από τον ελαιώνα, τα τζιτζίκια ξεκούφαιναν τον αέρα. Κανένας δε μιλούσε· νιώθαμε πως η στιγμή ετούτη είναι άγια, ο τόπος ετούτος είναι άγιος και μονάχα η σιωπή ταίριαζε.[...]
Ο νους ξεχείλιζε ρωτήματα· πέρασαν πάλι από τα μάτια οι εξαίσιες τοιχογραφίες -μάτια μεγάλα, μυγδαλάτα, μαύρες πλεξούδες κυματιστές... πουλιά, φασιανοί και πέρδικες, μαϊμούδες γαλάζιες, βασιλόπουλα με φτερά παγονιού στο κεφάλι, άγριοι άγιοι ταύροι, νιούτσικες ιέρειες με τα μπράτσα περιτυλιμένα με ιερά φίδια, ένας κόσμος όλο μυστήριο[...]
 Τι κόσμος είναι ετούτος, συλλογιζόμουν, πότε θ' ανοίξει τα χείλια του να μιλήσει; Τι άθλους να 'καμαν και τούτοι οι πρόγονοι, απάνω στο χώμα εδώ που πατούμε;"


Η πόλη της Κνωσσού δημιουργήθηκε κατά την νεολιθική περίοδο, ανάμεσα σε 7000-5000 π.Χ. Εδώ άκμασε ο μινωικός πολιτισμός και στο σημείο διασώζονται σήμερα απομεινάρια από μεγάλα οικοδομικά συγκροτήματα, έργα τέχνης και τα μινωικά συστήματα γραφής.Eδώ, σύμφωνα με τη μυθολογία ζούσε ο Μινώταυρος στο Λαβύρινθό του και η βασιλοπούλα Αριάδνη που βοήθησε το Θησέα με το μίτο της να βρει την έξοδο απ' αυτόν...

Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν από τον Ηρακλειώτη αρχαιολόγο, Μίνωα Καλοκαιρινό το 1878 και ακολούθησαν ανασκαφές από τον Αρθουρ Έβανς.

***

Λέγεται, πως έμπνευση από την Κνωσσό, τον μύθο της Αριάδνης και του Μινώταυρου και τους αρχαίους "Κνώσιους χορούς" είναι η σύνθεση του Ερίκ Σατί "Gnossiennes", εκδοχή που ενισχύεται από κάποιους με το επιχείρημα πως πολλά αρχαιολογικά ευρήματα που σχετίζονται με το θέμα είχαν ανασκαφεί την εποχή σύνθεσης του έργου.
Eπίσης την περίοδο που συντέθηκαν οι "Γνωσσιανές", ο Σατί συμμετείχε σε παγανιστικές τελετές.

O τίτλος χρησιμοποιήθηκε από τον Σατί για να περιγράψει ένα νέο είδος μουσικής δημιουργίας καθώς αρκετές ήταν οι φορές, που συναντάμε πρωτότυπα ονόματα για τα έργα του. Όμως και πριν τον Σατί η λέξη "gnossienne" υπήρχε στη γαλλική λογοτεχνία και στα Γαλλικά λεξικά με αναφορά σε "τελετουργικό χορό του λαβύρινθου της Κνωσσού, που δημιούργησε ο Θησέας για να γιορτάσει τη νίκη του επί του Μινώταυρου".

Μια άλλη εκδοχή θέλει την προέλευση από την λέξη "Γνώση".


Πρόκειται για επτά πιανιστικές συνθέσεις με ελεύθερο μέτρο, ρυθμό και αρμονική δομή που μαρτυρά την πειραματική διάθεση του δημιουργού. Oι τρεις πρώτες Gnossiennes γράφτηκαν το διάστημα 1890-1892 και δημοσιεύτηκαν αμέσως μετά. Οι επόμενες δεν συμπεριλήφθησαν ποτέ από το συνθέτη στις Γνωσσιανές. Λόγω όμως της ομοιότητας στο ύφος ομαδοποιήθηκαν σε εναν ενιαίο κύκλο από τους αναλυτές και δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατο του συνθέτη.

Οι μελωδίες των Gnossiennes είναι γεμάτες από αποτζιατούρες, κρατημένες νότες και τρίτονα πλάθοντας την εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα της ελληνικής αρχαιότητας που τόσο αγαπούσε ο Σατί.

Οι αινιγματικές "Γνωσσιανές" είναι μουσικές δημιουργίες γεμάτες μυστήριο, ποιητικές φαντασίες απελευθερωμένες από συμβάσεις. Είναι ερμηνείες ονείρου και οραμάτων χωρίς ξεκάθαρη αρχή, ούτε λογικό τέλος, πέρα από το χρόνο, χαμένες στην αιωνιότητα των ιδεών και της αρχικής τους σύλληψης για να τονίζεται το μεγαλείο και η διαχρονική ποιότητά τους.

Με τις Gnossiennes ο Σατί ολοκλήρωσε την πρώτη του "περίοδο αναζήτησης". Είχε βρει έναν νέο, πρωτότυπο μα κυρίως προσωπικό τρόπο σύνθεσης. Η Γαλλίδα μουσικολόγος Anne Rey είχε χαρακτηριστικά γράψει: "Κανείς δεν είχε συνθέσει πριν με παρόμοιο τρόπο, ούτε κανείς θα το έκανε μετά από τον Σατί..."

Satie: "Gnossiennes 1-7"



Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Eric Satie και οι ατμοσφαιρικές Gnossiennes του...

Πορτραίτο του Σατί από τη Suzanne Valadon
με την οποία ο συνθέτης είχε μια σύντομη, αλλά θυελλώδη σχέση


O τίτλος Gnossienne χρησιμοποιήθηκε από τον Ερίκ Σατί για να περιγράψει ένα νέο «είδος» σύνθεσης, καθώς αρκετές ήταν οι φορές, που συναντάμε πρωτότυπα ονόματα για τα έργα του.
Μια εκδοχή θέλει την προέλευση από την λέξη «ΓΝΩΣΗ» και μια δεύτερη ως έμπνευση από την «ΚΝΩΣΣΟ» και τον μύθο της Αριάδνης και του Μινώταυρου…

Η δεύτερη εκδοχή ενισχύεται από κάποιους με το επιχείρημα πως πολλά αρχαιολογικά ευρήματα που σχετίζονται με το θέμα είχαν ανασκαφεί την εποχή, που ο Σατί συνέθεσε τις Gnossiennes.



Δείτε μια φωτογραφία από το Library of Congress από παράσταση των «Martha Graham dancers performing Satie's Gnossienne» εδώ.


Κάποιοι μελετητές κάνουν λόγο και για «Gnossiennes Dances», οπότε συνδέουν και με τους αρχαίους «Κνώσιους χορούς», που υπέροχα περιγράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Στ. 590-606).

Κνώσιος χορός, που ιστορεί ο Ήφαιστος στην ασπίδα του Αχιλλέα :

«Ξόμπλιαζε ακόμα ο κοντσοπόδαρος θεός και χοροστάσι,
όμοιο μ' εκείνο πού 'χε ο Δαίδαλος της ομορφομαλλούσας
της Αριάδνης στην απλόχωρη Κνωσό παλιά φτιαγμένο.
Άγουροι εκεί κι ακριβαγόραστες παρθένες είχαν στήσει
χορό, κι ο ένας τον αλλού εκρατούσανε πα στον αρμό τα χέρια.
Λινό αγανό εψορονσαν όλες τους, καλόφαντους εκείνοι
χιτώνες, απαλά που εγυάλιζαν με λάδι ποτισμένοι.
Φορούσαν όλες ανθοστέψανα στην κεφαλή, κι εκείνοι
χρυσά μαχαίρια που ανακρέμουνταν από λουριά ασημένια.
Κι όλοι τους πότε αντάμα εχόρευαν με πόδια μαθημένα,
τόσο αλαφριά
και πότε πάλι αράδες έτρεχαν, η μια στην άλλη αντίκρα.
Γύρω εστεκόταν και καμάρωνε τον όμορφο χορό τους
κόσμος πολύς
και πλάι τους κάθουνταν βαρώντας την κιθάρα
ο θείος τραγουδιστής- κι ως άνοιγε το στόμα του να ψάλει,
εκεί στη μέση τούμπες άρχιζαν να κάνουν δυο ακροβάτες...»

(Μετ. Ν. Καζαντζάκη -Ι. Κακριδή)

Ακούμε και βλέπουμε την Gnossienne No. 1 από την ταινία «Satie and Suzanne» σε χορογραφία και εκτέλεση από το Cirque du Soleil: