Στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η Βραζιλία αναζητούσε ακόμη το πρόσωπο της νεότερης ταυτότητάς της, εμφανίστηκε μια μορφή που έμελλε να μετατρέψει τον ήχο της χώρας σε συμφωνικό σύμπαν, ο Heitor Villa-Lobos.
Γεννημένος στο Ρίο ντε Τζανέιρο στις 5 Μαρτίου 1887, μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου η γνώση και η περιέργεια συνυπήρχαν με τη μουσική. Ο πατέρας του, άνθρωπος των γραμμάτων, αλλά και ερασιτέχνης μουσικός, συνήθιζε να οργανώνει μικρές μουσικές βραδιές. Ο μικρός Εϊτόρ παρατηρούσε κρυμμένος στη σκάλα και μάθαινε.
Η Βραζιλία εκείνων των χρόνων άλλαζε ριζικά. Η κατάργηση της δουλείας και η πτώση της αυτοκρατορίας άνοιγαν μια νέα εποχή, ενώ και η μουσική ζωή άρχιζε σιγά-σιγά να απομακρύνεται από την αποκλειστική επιρροή της Ευρώπης. Ο Βίλα-Λόμπος δεν πέρασε από τη στενή πειθαρχία των ωδείων. Η μαθητεία του υπήρξε περισσότερο βιωματική παρά ακαδημαϊκή. Έμαθε να παίζει διάφορα όργανα, αλλά κυρίως να ακούει τον κόσμο γύρω του.
Νεαρός ακόμη, γύρω στο 1905, άφησε τις γειτονιές του Ρίο και ταξίδεψε προς την ενδοχώρα. Εκεί, ανάμεσα σε τόπους άγριους και μακρινούς από την αστική ζωή, ήρθε σε επαφή με μουσικές παραδόσεις που κουβαλούσαν τον παλμό των αυτόχθονων πολιτισμών. Για τα ταξίδια αυτά έχουν ειπωθεί πολλές ιστορίες, ακόμη και πως ο συνθέτης συνελήφθη και απέδρασε από τους ιθαγενείς. Οι εμπειρίες εκείνων των χρόνων γέννησαν έναν δημιουργό, που ένιωθε τη φύση, τους ανθρώπους και τον ρυθμό της γης σαν ενιαίο ηχητικό σώμα.
Από αυτή τη βαθιά σχέση με τη βραζιλιάνικη πραγματικότητα γεννήθηκε αργότερα η μεγάλη σειρά έργων "Chôros". Αν και ο τίτλος παραπέμπει στο ομώνυμο αστικό είδος του Ρίο ντε Τζανέιρο, ο Βίλα-Λόμπος μεταπλάθει το υλικό σε νέα συμφωνική γλώσσα. Τα 14 έργα της σειράς καλύπτουν ένα εντυπωσιακό φάσμα σχηματισμών, από σόλι όργανα έως τεράστια σύνολα, σαν διαφορετικές όψεις ενός και μόνο ηχητικού κόσμου.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το "Chôros No. 10", γραμμένο το 1926. Το έργο, γνωστό και με τον συγκινητικό υπότιτλο "Rasga o Coração - Ξερίζωσε την καρδιά", απλώνεται σε έναν μεγάλο καμβά για συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία.
Η αρχή του είναι μυστηριακή. Πριν εμφανιστεί οποιαδήποτε καθαρή μελωδία, η μουσική μοιάζει να γεννιέται από ένα ακαθόριστο βάθος. Ήχοι πνευστών, θραύσματα ρυθμών, διάσπαρτες φωνητικές παρεμβολές. Η υφή αυτή δημιουργεί την εντύπωση ενός ζωντανού φυσικού περιβάλλοντος. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί μουσικολόγοι μιλούν για μια "ηχητική ζούγκλα", έναν χώρο όπου τα όργανα και οι φωνές συμπεριφέρονται σαν πλάσματα του δάσους.
Μέσα σε αυτή τη ζωντανή ατμόσφαιρα εισέρχεται η χορωδία με παράξενες, ρυθμικές συλλαβές "ja-ka-tá ka-ma-ra-já", που ο συνθέτης έχει πει πως προέρχονται από διάλεκτο των Ίνκας. Η σημασία τους είναι περισσότερο ηχητική παρά λεκτική. Έτσι, οι φωνές λειτουργούν σαν κρουστά όργανα, σαν συλλογική αναπνοή που δίνει ρυθμό στο μουσικό τοπίο. Η επίμονη ρυθμική βάση λειτουργεί σαν θεμέλιο του εκρηκτικού λυρισμού του χορού, καθώς μοιάζει να ανακαλεί το πνεύμα μιας αρχέγονης ιθαγενούς ψαλμωδίας.
Σιγά-σιγά, μέσα απ' αυτή την πυκνή, άγρια ορχηστρική υφή, αρχίζει να διακρίνεται μια πιο καθαρή και αναγνωρίσιμη μελωδία. Πρόκειται για ένα παλιό βραζιλιάνικο τραγούδι, πάνω στη μελωδία του οποίου η χορωδία τραγουδά το ποίημα "Rasga o coração - Ξερίζωσε την καρδιά". Οι στίχοι αντιπαραβάλλουν τον ανθρώπινο πόνο με την απεραντοσύνη της φύσης, με τον ουρανό και τη θάλασσα που μοιάζουν αδιάφορα μπροστά στη βαθιά προσωπική οδύνη. Η χορωδία τραγουδά με έναν τόνο εξομολογητικό, σαν φωνή που εκφράζει τον κρυφό καημό της ανθρώπινης καρδιάς:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου