| "Η Κηδεία του Μπετόβεν", Franz Stοber |
26 Μαρτίου 1827 έσβησε, ύστερα από επιπλοκές πνευμονίας, ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, ο άνθρωπος, που άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος ακούει, αισθάνεται και νοηματοδοτεί τη μουσική.
Στο εικαστικό "Η Κηδεία του Μπετόβεν" του Franz Stοber, η πολυπληθής πομπή προχωρά αργά, τελετουργικά. Τριάντα έξι λαμπαδηδρόμοι ανοίγουν τον δρόμο -ανάμεσά τους και ο Φραντς Σούμπερτ.
Δεν συνοδεύουν το φέρετρο, αλλά το πέρασμα μιας ολόκληρης εποχής στο άγνωστο.
Στο κέντρο, το σώμα σιωπά. Μα γύρω του, όλα μιλούν. Οι μορφές σκεπτικές, θλιμμένες, κουβαλούν τη δραματικότητα και τη βαθιά ευγένεια της μουσικής του.
Ο ουρανός, βαριά συννεφιασμένος, σκύβει πάνω από τη σκηνή συμμετέχοντας στο πένθος. Ο Μπετόβεν στην επιθανάτια κλίνη
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινότητα, υπάρχει κάτι φωτεινό, λαμπρό, που ανυψώνεται...μια αίσθηση ότι το τέλος δεν είναι σιωπή, αλλά μετάβαση σε μια ανώτερη αρμονία.
Κι αυτή η σιωπή είναι η πιο τραγική ειρωνεία. Γιατί ο άνθρωπος που αποχαιρετάται εδώ, είχε ήδη χρόνια πριν αποκοπεί από τον κόσμο των ήχων.
Από το 1796 η ακοή του άρχισε να σβήνει, και το 1802, σε μια στιγμή βαθιάς απόγνωσης, συνέγραψε τη σπαρακτική του εξομολόγηση, τη γνωστή "Διαθήκη του Χάιλιγκενσταντ". Δεν ήταν μια απλή επιστολη...ήταν μια κραυγή προς την ανθρωπότητα:
"Ώ, άνθρωποι… πόσο με αδικείτε… Δεν ξέρετε την μυστική αιτία… Ηταν αδύνατο σε μένα να πω: “φωνάξτε, γιατί είμαι κουφός”… Τέτοια συμβάντα με οδήγησαν στην απελπισία… ήταν μόνο η τέχνη μου που με συγκράτησε…"
Κι έτσι, ανάμεσα στη σιωπή και στην εσωτερική του άβυσσο, γεννήθηκε ένα σύμπαν ήχων που δεν ανήκει πια στον κόσμο των αισθήσεων, αλλά σε κείνον του πνεύματος.
Η πομπή που βλέπουμε στο έργο δεν θρηνεί ένα νεκρό. Συνοδεύει έναν άνθρωπο που έζησε στο σκοτάδι της σιωπής, αλλά χάρισε στην ανθρωπότητα άπλετο φως.
Γιατί ο Μπετόβεν βρίσκεται εκεί όπου ο ήχος γίνεται ιδέα, όπου η οδύνη μεταμορφώνεται σε κάθαρση, όπου ο άνθρωπος αγγίζει το αιώνιο.
Γι’ αυτό η κηδεία του δεν ήταν το τέλος, αλλά η αρχή μιας άλλης, άφθαρτης ακρόασης.
Το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του Μπετόβεν ήταν το "Κουαρτέτο Εγχόρδων αρ. 13" σε Σι ύφεση μείζονα, το οποίο πήρε την τελική του μορφή τον Νοέμβριο του 1826.
Εκανε πρεμιέρα τον Μάρτιο του 1826 και εκδόθηκε το 1827, λίγο πριν το θάνατο του τιτάνα.
Το έργο είναι ιδιαίτερο γιατί αποτελείται από έξι κινήσεις, κάτι ασυνήθιστο για κουαρτέτο. Η δομή του εναλλάσσει διαφορετικούς χαρακτήρες -δυναμικούς, χορευτικούς και λυρικούς- δημιουργώντας μια μεγάλη, πολυδιάστατη μουσική πορεία.
Τα μέρη:
Presto
Andante con moto, ma non troppo
Alla danza tedesca (γερμανικός χορός)
Cavatina (ένα λυρικό, εκφραστικό τραγούδι)
Grobe Fuge ("Μεγάλη Φούγκα")
Ανάμεσα σε αυτά, η Καβατίνα του 5ου μέρους ξεχωρίζει ως η πιο συγκινητική στιγμή του έργου.
Θεωρείται από τα πιο εσωτερικά και βαθιά αποσπάσματα που έγραψε ποτέ ο Μπετόβεν. Ο ίδιος είχε πει ότι τη συνέθεσε "μέσα σε δάκρυα μελαγχολίας και ότι καμία άλλη μουσική του δεν τον είχε αγγίξει τόσο".
Γι’ αυτό και η Καβατίνα συχνά προτείνεται ως το πιο κατάλληλο απόσπασμα για να τιμήσει κανείς τη μνήμη του, μια στιγμή καθαρής, ανθρώπινης συγκίνησης, όπου η μουσική του Μπετόβεν μιλά απευθείας στην ψυχή...Η Καβατίνα βιώνεται σαν εσωτερική μετάβαση, ένα πέρασμα από το εφήμερο στο αιώνιο...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου