Μύθοι σύντομοι, περιεκτικοί, διδακτικοί και συχνά πνευματώδεις.
Δίκαια οι ειδικοί χαρακτηρίζουν τους μύθους του Αισώπου την «αρχέτυπη αγωγή του πολίτη», αφού διαμορφώνουν τη σκέψη του, κοινωνική και πολιτική. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί πως σε αντίθεση με τα κλασικά ευρωπαϊκά παραμύθια, οι Αισώπιοι μύθοι δεν περιέχουν τα στοιχεία του μεταφυσικού και του φόβου.
Η σημερινή ιστορία του αρχαίου μας πρόγονου υπογραμμίζει την προνοητικότητα και την ανάγκη να φροντίζουμε εγκαίρως για κάτι προτού συμβεί...
Θέρους ὥρᾳ μύρμηξ περιπατῶν κατὰ τὴν ἄρουραν πυροὺς καὶ κριθὰς συνέλεγεν, ἀποθησαυριζόμενος ἑαυτῷ τροφὴν εἰς τὸν χειμῶνα. Κάνθαρος δὲ τοῦτον θεασάμενος ἐθαύμασεν ὡς ἐπιπονώτατον, εἴγε παρ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν μοχθεῖ παρ’ ὃν τὰ ἄλλα ζῷα πόνων ἀφειμένα ῥᾳστώνην ἄγει.
Ὁ δὲ τότε μὲν ἡσύχαζεν· ὕστερον δέ, ὅτε χειμὼν ἐνέστη, τῆς κόπρου ὑπὸ τοῦ ὄμβρου ἐκλυθείσης, ὁ κάνθαρος ἧκε πρὸς αὐτὸν λιμώττων καὶ τροφῆς μεταλαβεῖν δεόμενος.
Ὁ δὲ ἔφη πρὸς αὐτόν:
«Ὦ κάνθαρε, ἀλλ’ εἰ τότε ἐπόνεις, ὅτε ἐμόχθουν καὶ ἐμὲ ὠνείδιζες, οὐκ ἂν νῦν τροφῆς ἐπεδέου.»
Οὕτως οἱ παρὰ τὰς εὐθηνείας τοῦ μέλλοντος μὴ προνοούμενοι παρὰ τὰς τῶν καιρῶν μεταβολὰς τὰ μέγιστα δυστυχοῦσιν.
Στα Nέα Ελληνικά
Το μυρμήγκι όλο το καλοκαίρι αγωνιζόταν επίπονα μαζεύοντας και αποθηκεύοντας σπόρους και κάθε είδους τροφή. Το σκαθάρι, που τρεφόταν με κοπριά και την είχε μπόλικη, έβλεπε αυτήν τη συμπεριφορά πολύ εκκεντρική και κορόιδευε το μυρμήγκι.
Ύστερα, όταν ήρθε ο χειμώνας, δεν βρισκόταν για το σκαθάρι κοπριά να τρώει, ακόμη και εκεί όπου τα βόδια έβγαιναν στην εξοχή και κόπριζαν, οι βροχές και άνεμοι σκόρπιζαν την κοπριά, έτσι το σκαθάρι πεινούσε. Πήγε τότε στο μυρμήγκι και του ζήτησε λίγη τροφή:
«Εσύ έχεις αρκετή τροφή, αφού μάζευες όλο το καλοκαίρι. Δώσε λίγη τροφή και σε μένα, γιατί θα ψοφήσω από την πείνα.»
-«Αν ήθελες να μην πεινάσεις, έπρεπε και εσύ να μαζεύεις. Εγώ σου έδινα το καλό παράδειγμα, αλλά εσύ αντί να με μιμηθείς, με κορόιδευες»
Ο μύθος μάς διδάσκει την προνοητικότητα. Πρέπει να φροντίζουμε για το μέλλον, ιδιαίτερα αν γνωρίζουμε τις ανάγκες, που θα προκύψουν από πριν, καθώς όπως λέει και η παροιμία, μια άλλη μορφή έκφρασης της λαϊκής σοφίας: «Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν»...
Ο μεγάλος παραμυθάς πολύ διασκεδαστικά μάς υπενθυμίζει πως αν είμαστε προσεκτικοί και προνοητικοί, ελαχιστοποιούνται οι απρόβλεπτες καταστάσεις, καθώς και οι κίνδυνοι να βρεθούμε σε δύσκολη θέση.
Κάποιοι, ανάμεσά τους και ο Ζαν Ζακ Ρουσώ θεώρησε διφορούμενο το μύθο και δύσκολο να ερμηνευθεί. Ο Λαφονταίν στη δική του επεξεργασία αναδεικνύει και τους δύο χαρακτήρες, αναφερόμενος από τη μια στο ατομιστικό και αστικό πνεύμα του μυρμηγκιού και απ' την άλλη στην καλλιτεχνική και μποέμ συμπεριφορά του τζίτζικα.
Μέχρι σήμερα οι Μύθοι του Αισώπου έχουν ταξιδέψει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έχουν επηρεάσει ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης.
Ο μύθος του τζίτζικα και του μέρμηγκα είναι δημοφιλέστατος γι' αυτό και αποτέλεσε τη βάση μουσικών δημιουργιών σε διάφορες περιόδους.
Eυρηματική συνθετική γραφή και μελωδική φυσικότητα...
3. Εκπρόσωπος του ύστερου ρομαντισμού είναι ο Μπενζαμέν Γκοντάρ ήταν
4. Επανεπεξεργασία των Μύθων του Αισώπου κάνει ο Λαφονταίν το 1668 και ο μύθος για το τζιζίκι και το μυρμήγκι είναι ο πρώτος του 1ου Βιβλίου των γάλλου μυθογράφου.
Εκεί τον διάβασε ο Σαρλ Γκουνώ, συνθέτης που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Μελετητής κάθε είδους μουσικής, η μουσική γλώσσα του αντικατόπτριζε το μέτρο, την αγνότητα έκφρασης με το ξεκάθαρο περίγραμμά της και την ευχάριστη μελωδικότητά της. Ίσως ξαφνιάζει κάποιους πως ασχολήθηκε με τη μυθολογία ο συνθέτης του εξαίσιου Αve Maria, του Φάουστ και του Ρωμαίου και Ιουλιέτας, που θεωρούνται αριστουργήματά του. Όμως η εργασία του Γκουνώ είναι ξεχωριστή, καθώς αναθέτει την αφήγηση των μύθων του Λαφονταίν σε χορωδία για τρεις φωνές. Ο Γκουνώ τονίζει το ιδιαίτερο ύφος του κειμένου με τη γραμμική απαλότητα της μελωδίας του, την οποία χαρακτηρίζει ποιητικότητα και συγκρατημένη έξαρση ευθυμίας. Aριστοτεχνική και ευφάνταστη παρτιτούρα, δικαιολογεί πλήρως τη φήμη του δημιουργού της ως σημαντική προσωπικότητα στη γαλλική μουσική του 19ου αιώνα.
Οι κριτικοί συχνά αναφέρονταν στην κομψότητα της συνθετικής γραφής του και τον επαινούσαν για «το ελαφρύ άγγιγμα της μουσικής του, το λυρισμό και τη φινέτσα της».
Βασισμένη χαλαρά στην εκδοχή των Αισώπου - Λαφονταίν, η όπερα εστιάζει στις ζωές δύο νεαρών γυναικών. Η μία μοιάζει στο μυρμήγκι, είναι συνετή και προνοητική, αντίθετα με την άλλη που σαν τον τζίτζικα είναι απερίσκεπτη, επιπόλαιη και πράττει χωρίς να σκέπτεται τις επιπτώσεις των ενεργειών της.
Η διαφορά του λιμπρέτου από τον κλασικό μύθο είναι το αίσιο τέλος. Σε αντίθεση με τον μύθο του Αισώπου, το «μυρμήγκι» φροντίζει το άπορο «τζιτζίκι», χωρίς όμως να δείχνει αν τελιά άλλαξε τακτική και έβαλε μυαλό...
Επίσης είναι αξιοσημείωτο πως ο ίδιος ο συνθέτης προσαρμόζει το σενάριο δίνοντας μια πιο ανθρώπινη μορφή στα διάφορα ζώα...Ο ίδιος είπε για τον συγκεκριμένο μύθο:
«Το τζιτζίκι παρουσιάζεται σαν γερασμένη μπαλαρίνα και το μυρμήγκι σαν γριά επαρχιώτισσα».
«Μάγος των λέξεων, ποιητής και εφευρέτης ρυθμών», όπως τον χαρακτήριζαν, εδώ τον συνοδεύει ο Τζάνγκο Ράινχαρντ για να μας αφηγηθεί τον Αισώπιο μύθο με το προσωπικό του νοσταλγικό στυλ.








.jpg)


















