Translate

fb

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

Τ' Αγιαννιού του Κλήδονα, λαμπερές φωτιές και μαγικά πηγάδια...

"Φωτιές τη νύχτα τ' Αη-Γιαννιού", Nikolai Astrup



24 Ιουνίου γιορτάζουμε το Γενέθλιο του Ιωάννη του Προδρόμου, γνωστού ως "Κλήδονα"...

Πολλά είναι τα έθιμα που συνδέονται με τη γιορτή του Αγίου...
  • Πηδούμε τις φωτιές γιατί σύμφωνα με την παράδοση, η φωτιά, επιφέρει την κάθαρση και οι άνθρωποι ξορκίζουν έτσι το κακό. 
  • Άλλο έθιμο είναι το "αμίλητο νερό", μια μαντική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία αποκαλύπτεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου. Τα ανύπαντρα κορίτσια πήγαιναν στο πηγάδι για νερό και κατά τη διάρκεια της επιστροφής στο σπίτι δεν έπρεπε να μιλήσουν καθόλου μέχρι ν'ακούσουν όνομα ή λέξη, που τα συσχέτιζαν με την τύχη και τη μελλοντική τους ζωή...
"Στο πηγάδι", Paul Signac
Δεν είπαν τυχαία τον Αη-Γιάννη "Κλήδονα", λέξη που προκύπτει από το αρχαίο: "Κληδών" που σημαίνει οιωνός, μαντικό σημάδι, φήμη, αγγελία.

  • Υπάρχει κι άλλο έθιμο, που συνδέεται με την μαντεία σχετικά με τον γαμπρό...
    Το μεσημέρι της γιορτής, ώρα δώδεκα ακριβώς, τα κορίτσια πήγαιναν στο πηγάδι του χωριού, σκέπαζαν το κεφάλι τους μ' ένα μαντήλι και έσκυβαν πάνω απ' το πηγάδι για να δούν στην επιφάνεια του νερού το πρόσωπο εκείνου που θα παντρευτούν ή κάτι που να παραπέμπει στο επάγγελμά του. Αν π.χ έβλεπαν κανένα καράβι, πίστευαν πως θα παντρεύονταν ναυτικό...

    Άλλες πάλι πήγαιναν σε παρέες στο πηγάδι με έναν καθρέφτη η κάθε μια, που τον γύριζε προς την επιφάνεια του νερού για να δούν τον καλό τους, απαγγέλοντας:

"Άη Γιάννη Λαμπαδιάρη, πού' χεις του Θεού τη χάρη,
έχεις το χρυσό βαγγέλιο και της εκκλησιάς θεμέλιο,
δείξε και φανέρωσέ μου ποιός θα' ναι το ταίρι μου..."




Παρόμοια έθιμα συναντάμε και σε άλλες χώρες, όπως στην Τσεχια...

Vilém Blodek
Στα έθιμα της φωτιάς του Αη Γιαννιού και κείνο με το πηγάδι, που φανερώνει τον μέλλοντα γαμπρό βασίζεται η πλοκή της όπερας "V studni-Στο πηγάδι" του Vilém Blodek, ενός συνθέτη που μαζί με τον Μπέντριχ Σμέτανα και τον Αντονίν Ντβόρζακ αποτελούν την σπουδαία τριάδα των μουσικών δημιουργών της χώρας.

Από τις τσέχικες όπερες, η όπερα "V studni" έχει δύο πρωτιές:
είναι η πρώτη μονόπρακτη όπερα και
η πρώτη κωμική όπερα της Τσεχίας.


Η υπόθεση διαδραματίζεται σε ένα τσέχικο χωριό στις 23 Ιούνη, παραμονή του Αη-Γιάννη...
Η όμορφη Λιντούνκα είναι ερωτευμένη με το νεαρό αγρότη Bόιτεχ, όμως οι δικοί της θέλουν να την παντρέψουν με έναν χήρο, τον Ζάνεκ. Πηγαίνει να συμβουλευτεί τη Βερούνα, μια γερόντισσα με μαντικές ικανότητες. Εκείνη την προτρέπει την ημέρα του Κλήδονα να πάει στο μαγικό πηγάδι για να της αποκαλυφθεί το μελλοντικό της ταίρι.
Όμως στη μάγισσα Βερούνα έρχεται και ο νεαρός Βόιτεχ ζητώντας βοήθεια, παίρνοντας τη συμβουλή: την κατάλληλη στιγμή να σκαρφαλώσει στο δέντρο πάνω απ' το πηγάδι ώστε το κορίτσι να δει το πρόσωπό του στο νερό του.
Την προτροπή της αντιλαμβάνεται και ο χήρος Ζάνεκ που κρυφακούει. Αποφασίζει ως μέλλων μνηστήρας να ανέβει και κείνος στο δέντρο, όπως και πράττει.
Τη στιγμή που η Λιντούνκα κοιτάζει στην επιφάνεια του νερού αντικρίζει έντρομη το πρόσωπο του χήρου! Εκείνος φοβούμενος μην αποκαλυφθεί, αναγκάζεται να πάει σε ψηλότερο κλαδί, που όμως σπάζει, με τον άντρα να βρίσκεται ευθύς μεσ' το πηγάδι. Τα κορίτσια βλέποντάς τον ξεκαρδίζονται στα γέλια. Η Λιντούνκα απορρίπτει ευγενικά την πρόταση γάμου του Ζάνεκ, ο οποίος παραιτείται της διεκδίκησης της νεαρής νύφης κι έτσι τίποτε πια δεν στέκει εμπόδιο στην ευτυχία των δυο ερωτευμένων. Οι εορτασμοί για την Ημέρα του Αγίου Ιωάννη μπορούν να συνεχιστούν με το ζευγάρι να τραγουδά κλείνοντας την όπερα:

"Όταν κοιταζόμαστε στα μάτια νοιώθουμε ο ένας τον άλλον
Αυτά είναι τα μαγικά πηγάδια, που ποτέ δεν θα μας απογοητεύσουν.
Καθένας μας στα μάτια του άλλου, παντοτινά θα βλέπει την ψυχή του!"

Vilém Blodek: "V studni - Overture":



Σάββατο 21 Ιουνίου 2025

Η Κυρία Παραφωνία και το Φεστιβάλ της Ευηχίας...

(η φωτο αλιευμένη από το διαδίκτυο επεξεργασμένη από μένα)



Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή μελωδική πολιτεία που λεγόταν Ηχηλίδα, ζούσαν τρεις καλοσυνάτοι κάτοικοι:

η Κυρία Μουσική, ευγενική και εκφραστική,
η Κυρία Αρμονία, γλυκιά και ισορροπημένη,
και ο Κύριος Ρυθμός, ζωηρός και σταθερός, που του άρεσε να χτυπάει παλαμάκια όταν περπατούσε.

Όλοι στην πόλη ζούσαν ήρεμα, μέσα σε μελωδίες, συμφωνίες και γλυκόηχες συζητήσεις.

Όλοι… εκτός από την Κυρία Παραφωνία.

Η Παραφωνία ήταν πάντα εκτός τόπου και χρόνου. Μιλούσε με σκληρή φωνή, διέκοπτε, φώναζε άσχετα σχόλια και λάτρευε να κουτσομπολεύει:

-"Είδα την Αρμονία να βγαίνει από το σπίτι της Μουσικής! Λες να γράφουν νέα συμφωνία πίσω από την πλάτη του Ρυθμού;"

Οι κάτοικοι της Ηχηλίδας κουνούσαν απογοητευμένοι το κεφάλι τους. Η παρουσία της χαλούσε τη γλυκύτητα της καθημερινότητάς τους. Και το χειρότερο; Κάθε φορά που πλησίαζε η Παραφωνία, τα πουλάκια στα δέντρα σώπαιναν, και οι μελωδίες χάνονταν.

Κάποια μέρα, η Κυρία Μουσική, η Αρμονία και ο Ρυθμός μαζεύτηκαν στο Ωδείο της πόλης για να βρουν μια λύση.

-"Δεν γίνεται να τη διώξουμε," είπε η Μουσική. "Κάθε ήχος έχει θέση - αρκεί να τον μάθουμε να τραγουδά σωστά."
– "Ίσως της λείπει η σωστή συγχορδία," 
είπε η Αρμονία.
– "Ή ίσως… ο σωστός ρυθμός!" πρότεινε γελώντας ο Ρυθμός.

Έτσι, ετοίμασαν ένα σχέδιο. Κάλεσαν την Παραφωνία στο πρώτο Φεστιβάλ Ευηχίας.

Εκείνη ήρθε, ντυμένη -όπως πάντα- με ένα φόρεμα σε ασύμβατα χρώματα και μια "τσιριχτή" κορδέλα στο κεφάλι της. Μπήκε και αμέσως άρχισε τα σχόλια:

-"Ωχ, πολύ αργό αυτό το κομμάτι…Μήπως ο Ρυθμός πήγε για υπνάκο; Ή μπλέχτηκε στα παπούτσια του και περπατάει σαν χελώνα;"

- Αχού! Αυτή η μελωδία είναι τόσο γλυκιά, που θα μου κολλήσει στα μαλλιά σαν καραμέλα!"

Αντί να θυμώσουν, οι συμπολίτες της απάντησαν με καλοσύνη.

- "Θες να ανέβεις στη σκηνή μαζί μας;" ρώτησε η Αρμονία.
- "Θα σου δείξουμε πώς να τραγουδάς με τη φωνή σου -όχι για να φωνάζεις, αλλά για να… συντονίζεσαι," είπε τρυφερά η Μουσική.

Η Παραφωνία, για πρώτη φορά, ένιωσε να μην την κρίνουν, αλλά να την καλούν να ανήκει κάπου.

Αργά-αργά, άρχισε να αλλάζει. Έμαθε να ακούει πριν μιλήσει. Να περιμένει το σωστό χρόνο όπως της έμαθε ο Ρυθμός. Να επιλέγει φράσεις που δένουν με τις φράσεις των άλλων όπως της έδειξε η Αρμονία. Και με την καθοδήγηση της Μουσικής, έμαθε να μην τραγουδά δυνατά, αλλά να τραγουδά με νόημα και κυρίως συναίσθημα.

Στο τέλος του Φεστιβάλ, βγήκε στη σκηνή με ένα νέο φόρεμα φτιαγμένο από απαλές συγχορδίες, στολισμένο με χαμόγελα και ταιριαστά χρώματα -γαλάζια, ροζ, πράσινα και κίτρινα. Ήταν το φόρεμα της Ευηχίας.

Από τότε, η Παραφωνία δεν ήταν πια η κουτσομπόλα της γειτονιάς. Ήταν η Κυρία Επινόηση, που με τις παλιές της παραφωνίες, έφτιαχνε νέες, ενδιαφέρουσες μελωδίες που κανείς δεν είχε φανταστεί πριν.

Και έτσι, στην Ηχηλίδα, κάθε ήχος είχε τη θέση του.
Και όλοι έζησαν καλά, αρμονικά και ρυθμικά...


(*Αφιερωμένο στα τέσσερα εγγονάκια μου, το Δημήτρη, τον Πάνο, τον Πάνο και την Ελπιδούλα.
Τους εύχομαι στη ζωή τους να βρίσκουν πάντα την εσωτερική αρμονία, όπως οι νότες που συναντιούνται τέλεια σε μια συμφωνία καρδιάς και νου. Εύχομαι επίσης τα λόγια και οι πράξεις τους να εμπνέουν, να γαληνεύουν και να ομορφαίνουν τον κόσμο γύρω τους...)










"Αλληγορία της Μουσικής": Από τη Μεσαιωνική μικρογραφία στον Μοντεβέρντι...

 

"Allegory of Music", (Echecs amoureux)


Σήμερα, 21 Ιουνίου, η παγκόσμια κοινότητα υποκλίνεται σε μια τέχνη που δεν γνωρίζει σύνορα, γλώσσες ή εποχές, τη Μουσική. Η Ημέρα δεν αποτελεί απλά μια εορταστική ημερομηνία, αλλά μια υπενθύμιση πως ο ήχος, ο ρυθμός και η μελωδία συνιστούν μία από τις πιο βαθιές και πολύπλοκες εκφράσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η μουσική, εκτός από ύψιστη τέχνη, είναι ταυτόχρονα μια δημιουργική εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει μέσα από την εμπειρία, τη μνήμη και το συναίσθημα, αγγίζοντας κατευθείαν τα μύχια της ψυχής.

Όπως εύστοχα υπενθυμίζει ο Ρίχαρντ Βάγκνερ "εκεί όπου τελειώνει η δύναμη των λέξεων, αρχίζει η δύναμη της μουσικής", μια φράση που συμπυκνώνει τη μοναδική της ικανότητα να εκφράζει το ανείπωτο, να μεταμορφώνει το συναίσθημα σε ήχο και την εσωτερική σιωπή σε αρμονία.

Το "Νότες και Ελπίδα - MusicArt" συμμετέχει στον εορτασμό με ένα υπέροχο εικαστικό, που τιτλοφορείται "Αλληγορία της Μουσικής".
Πρόκειται για μικρογραφία του μεσαιωνικού χειρογράφου "Echecs amoureux", όπου η Μουσική εικονίζεται σαν επιβλητική γυναικεία μορφή, ενδεδυμένη με βασιλική μεγαλοπρέπεια. Οι αποχρώσεις του βαθύ μπλε και του χρυσού δεν λειτουργούν μόνο διακοσμητικά, αλλά υποδηλώνουν τη θεϊκή σοφία, την εσωτερική αρμονία και την πνευματική καθαρότητα που αποδίδονταν στη μουσική σκέψη του μεσαίωνα.

Καθισμένη σε θρόνο με γοτθική διακόσμηση, η μορφή κρατά ψαλτήριο, όργανο συνδεδεμένο με την ουράνια και υμνητική διάσταση της μουσικής. Πλαισιώνεται από δύο κύκνους, των οποίων οι καμπύλες του λαιμού θυμίζουν ρέουσες μελωδικές γραμμές, ενώ στα πόδια της απλώνονται μουσικά χειρόγραφα και όργανα όπως η άρπα κι ένα φορητό εκκλησιαστικό όργανο, δηλώνοντας την πολυμορφία της μουσικής έκφρασης.
Στο βάθος, μουσικοί με αυλούς και τρομπέτες, μαζί με χορωδούς, συνθέτουν ένα πολυφωνικό σύνολο που υπενθυμίζει τη συλλογική διάσταση της τέχνης. Το δάπεδο, διαμορφωμένο σαν σκακιέρα, εισάγει τη συμβολική ένταση του έρωτα ως στρατηγικού παιχνιδιού επιλογών, όπου κάθε κίνηση εμπεριέχει ηθικό και συναισθηματικό βάρος.

Μέσα σ' αυτή τη σύνθετη εικονογραφία, η μουσική προβάλλεται σαν αισθητική εμπειρία, αλλά και σαν αρετή. Σαν δύναμη που γεφυρώνει το συναίσθημα με τη λογική, προσφέρει μέτρο, εσωτερική πειθαρχία και πνευματική καθοδήγηση. Η "Aλληγορία της Μουσικής" αναδεικνύει έτσι τη μουσική ως καθρέφτη της ψυχής και ως αναγκαίο θεμέλιο της ηθικής και πνευματικής καλλιέργειας του ανθρώπου.


Στο πνεύμα αυτής της εικαστικής αλληγορίας, όπου η Μουσική ενθρονίζεται σαν υπέρτατη δύναμη αρμονίας, σοφίας και εσωτερικής εξύψωσης, το βλέμμα μας μεταφέρεται από τη μεσαιωνική εικόνα στην αναγεννησιακή και πρώιμη μπαρόκ μουσική σκέψη, όπου η ίδια έννοια αποκτά ζωντανή δραματική φωνή και σκηνική παρουσία.

Το έξοχο μεσαιωνικό εικαστικό δημιούργημα θα συνδυάσουμε με μια σκηνή από την μπαρόκ όπερα του Κλαούντιο Μοντεβέρντι, "Orfeo, favola in musica - Ορφέας, μύθος μελοποιημένος", όπου στον πρόλογό της η Μουσική εμφανίζεται σαν γυναικεία μορφή που κρατά λύρα. Κατεβαίνει από τον Παρνασσό σαν μυθική μούσα και ζωντανή δύναμη που ενσαρκώνει την ίδια την ψυχική ενέργεια του ανθρώπου, μια δύναμη ικανή να μεταμορφώνει το συναίσθημα, να κατευνάζει τις ταραγμένες καρδιές και ταυτόχρονα να αφυπνίζει όσους έχουν περιπέσει στην αδιαφορία και την έλλειψη ενσυναίσθησης.

Με λόγο ποιητικό και τελετουργικό, η Μουσική απευθύνεται στους ανθρώπους, δηλώνοντας την καταγωγή και την αποστολή της:

"Από τον ωραίο Παρνασσό, έρχομαι σε σας,
επιφανείς Ήρωες κι ευγενικης γενιάς Βασιλείς

Εγώ είμαι η Μουσική, που με γλυκούς ήχους
γνωρίζω πώς να γαληνεύω καθε ταραγμένη καρδιά,
και πότε με ευγενή θυμό και πότε με αγάπη
μπορώ να φλογίσω και τα πιο παγωμένα μυαλά.

Πάνω σε χρυσή κιθάρα τραγουδώντας συνηθίζω
να γοητεύω το ανθρώπινο αυτί
και έτσι, με την ηχηρή αρμονία,
εμπνέω τις ψυχές να υψωθούν στη λύρα του Ουρανού

γι’ αυτό επιθυμώ να σας μιλήσω για τον Ορφέα
που με το τραγούδι του ηρέμησε τα θηρία,
και έκανε τον Άδη υπάκουο στις προσευχές του
αθάνατη δόξα της Πίνδου και του Ελικώνα".

Η όπερα "Ορφέας" έκανε πρεμιέρα το 1607 στη Μάντοβα της Ιταλίας, κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού, σαν λαμπρή αυλική παραγγελία της οικογένειας των Γκοντζάγκα, ηγεμόνων της πόλης, σε μια εποχή όπου η μουσική δημιουργία συνδεόταν άμεσα με την πολιτική αίγλη και την πολιτισμική επίδειξη ισχύος. Το λιμπρέτο έγραψε ο Alessandro Striggio, ο οποίος συνέθεσε ένα ποιητικό κείμενο υψηλής δραματικής έντασης, αντλώντας το υλικό του από τον ορφικό μύθο, σύμβολο της δύναμης της μουσικής να υπερβαίνει ακόμη και τα όρια του θανάτου...


Claudio Monteverdi - L'Orfeo: Act 1 Prologue "Dal mi permesso"


Στο μπλογκ υπάρχουν πολλά κείμενα για την Ημέρα της Μουσικής. Μπορείτε να τα βρείτε πληκτρολογώντας στη γραμμή αναζήτησης "Ημέρα Μουσικής".








Τρίτη 17 Ιουνίου 2025

Alfred Brendel: ένα ποίημα για τον Μότσαρτ...

(πηγή: nytimes)



"Όταν δολοφονήθηκε ο Μότσαρτ,
κανείς, ούτε καν ο Χάυντν,
δεν θα μπορούσε να μαντέψει
ότι ο Μπετόβεν ήταν
αυτός που είχε διαπράξει την ειδεχθή πράξη.
Κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής
ενώ ο Μότσαρτ
εξαντλημένος από το παιχνίδι
ξεκουραζόταν στο γρασίδι,
ο Μπετόβεν
μεταμφιεσμένος σε Σαλιέρι ,
πλησίασε
αθόρυβα σαν γάτος
και έριξε δηλητήριο
στο αυτί του δημιουργού της "Νυχτερινής Μουσικής".

Στο σημείο αυτό ας αναφερθεί
ότι στη ζωή του Μπετόβεν υπήρχε
ένα καλά φυλαγμένο μυστικό:
Ο Μπετόβεν ήταν νέγρος
κι ο Μότσαρτ το' χε ανακαλύψει.
Μετά από έναν από τους θαυμαστούς αυτοσχεδιασμούς του Μπετόβεν,
ο Μότσαρτ είχε ψιθυρίσει στον Συσμάιερ:
"Όχι άσχημα για έναν νέγρο".
Τώρα κείτονταν εκεί
με το δηλητήριο να κυλά στις φλέβες του.
Γελώντας απαίσια,
ο ένοχος έφυγε κρυφά
έχοντας στην κατοχή του το κλειδί της Ντο ελάσσονας,
που από δω και πέρα
​​κανείς δεν θα του έπαιρνε"

("Όταν δολοφονήθηκε ο Μότσαρτ", ποίημα του πιανίστα Alfred Brendel)
(μτφ δική μου)

***


"Το πιάνο είναι ο τόπος που συντελείται μια "μεταμόρφωση". Μπορεί ο πιανίστας, αν το θέλει, με τον ήχο του να μάς θυμίσει το τραγούδισμα της ανθρώπινης φωνής, τη χροιά άλλων οργάνων ή της ορχήστρας, ένα ουράνιο τόξο, ακόμη και την αρμονία των σφαιρών. Η μεταμορφωτική αυτή ικανότητα και αλχημεία είναι ο πλούτος μας."

Αυτά σημειώνει ο σπουδαίος αυστριακός πιανίστας Αλφρεντ Μπρέντελ , βαθύς γνώστης της μουσικής, μα και της ποίησης και της ζωγραφικής στο βιβλίο του: "Αλφαβητάρι ενός πιανίστα, το εγχειρίδιο ενός πιανομανούς".

("Η σαγήνη του πιάνου", ανθολογία Cecile Balavoine, εκδ. ΑΓΡΑ, Γ. Σιδέρης, σελ. 80)



Ο Άλφρεντ Μπρέντελ, ένας από τους πιο καταξιωμένους πιανίστες στον κόσμο, πέθανε χτες 17 Ιουνίου 2025 σε ηλικία 94 ετών. Υπήρξε από τους σπουδαιότερους βιρτουόζους του πιάνου στον 20ό αιώνα. Ιδιαίτερα γνωστός για την ερμηνεία του στο έργο του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, υπήρξε ο πρώτος πιανίστας που ηχογράφησε ολόκληρο το έργο του συνθέτη για πιάνο. Παράλληλα, συνέβαλε καθοριστικά στην καθιέρωση των έργων του Σούμπερτ, όπως και άλλων.

amazon
Ήταν επίσης γνωστός ως διακεκριμένος δοκιμιογράφος και ποιητής, με αστείρευτο χιούμορ, στοιχεία που εντοπίζουμε στο παραπάνω ποίημά του, "Όταν δολοφονήθηκε ο Μότσαρτ", όπου παρουσιάζει μια σατιρική και ευφάνταστη αναπαράσταση του θανάτου του Μότσαρτ, συνδυάζοντας ιστορικά πρόσωπα με φανταστικά στοιχεία. Αποτελεί μέρος της συλλογής του Μπρέντελ: "Kleine Teufel -Μικροί Διάβολοι", η οποία εκδόθηκε το 1999.



Καθώς το ποιητικό ύφος του Μπρέντελ αποτελεί κράμα στοιχείων Ιστορίας της μουσικής με χιούμορ και ειρωνεία, καταλαβαίνουμε πως ο τίτλος του ποιήματος, "Όταν δολοφονήθηκε ο Μότσαρτ", υπαινίσσεται την ιστορική αντιπαλότητα μεταξύ Μότσαρτ και Σαλιέρι, αν και ο Μπρέντελ την αντιστρέφει και παρουσιάζει τον Μπετόβεν ως μυστικό δολοφόνο.
Η ιδέα ότι ο Μπετόβεν δολοφόνησε τον Μότσαρτ για να μονοπωλήσει την κλίμακα Ντο ελάσσονα είναι μια χιουμοριστική υπερβολή που υπογραμμίζει τη σημασία αυτής της κλίμακας στην ιστορία της μουσικής.
Επίσης, η προκλητική χρήση του όρου "Νέγρος" για τον Μπετόβεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σχόλιο στο ζήτημα του ρατσισμού στην ιστορία της μουσικής.



Μεγάλα πανεμιστήμια του κόσμου(Οξφόρδης, Κέιμπριτζ, Τζούλιαρντ, Γέηλ) αναγνωρίζοντας την προσφορά του Μπρέντελ στην τέχνη της Μουσικής, του απένειμαν θέσεις επίτιμου διδάκτορα, ενώ τιμήθηκε με διεθνή βραβεία, ανάμεσά τους το "Herbert von Karajan Music Prize" για το σύνολο του έργου του. Στα τελευταία του χρόνια, καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα με την ακοή του είχε σταματήσει τις εμφανίσεις, όμως έγραφε ποίηση και δοκιμιακά κείμενα κι έδινε διαλέξεις περί μουσικής...

Την πιανιστική καριέρα του ολοκλήρωσε ο Μπρέντελ το 2008, δίνοντας το τελευταίο ρεσιτάλ του στη Βιέννη με το "Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 9", του Μότσαρτ. Η συναυλία αυτή ψηφίστηκε ως ένα από τα 100 σπουδαιότερα πολιτιστικά δρώμενα της δεκαετίας.Ο Άλφρεντ Μπρέντελ αποκαλούσε αυτή τη Μοτσάρτια σύνθεση "ένα από τα θαύματα του κόσμου". 
Eίναι το πρώτο μεγάλο κοντσέρτο για πιάνο του Μότσαρτ και σημείο καμπής στο συνθετικό του ύφος, πολύ πρωτοποριακό για την εποχή του, καθώς είναι από τα πρώτα κοντσέρτα για πιάνο όπου το όργανο μπαίνει αμέσως αντί να ακολουθεί την παρουσίαση της ορχήστρας.

Ήταν έφηβος όταν ξεκίνησε να παίζει Μότσαρτ, αν και όπως ισχυριζόταν ο Μπρέντελ, δυσκολεύτηκε με τη μουσική για πιάνο του Σαλτσβουργιανού. Ήταν αργότερα και μετά τη διδασκαλία του Έντουιν Φίσερ που τού ανοίχτηκε η τεράστια πύλη της μουσικής του.
Στα νιάτα του αντιλαμβανόταν τη Μοτσάρτια μουσική περισσότερο χαριτωμένη και παιγνιώδη. Όμως στην πορεία μελετώντας αντιλήφθηκε όλο το φάσμα του Μότσαρτ, διέκρινε το βάθος του, εντόπισε τους "δαίμονες" στη μουσική του, τους οποίους αποφάσισε να επιτρέψει να εμφανιστούν στις ερμηνείες του...



Το "
Piano Concerto No. 9" 
Ο 21 χρονος Μότσαρτ την εποχή σύνθεσης του Κονσέρτου Ν.9
αποτελεί ένα από τα πολυαγαπημένα κονσέρτα του Μπρέντελ γιατί εκτός από το ότι διαθέτει μία από τις σπουδαιότερες καντέντσες, έχει ένα μέρος του σε Ντο ελάσσονα - μια από τις ιδιαιτέρως αρεστές κλίμακες του πιανίστα και εξίσου σημαντική για τον Μότσαρτ όσο και για τον Μπετόβεν.


Το Κονσέρτο φέρει το προσωνύμιο: "Jeunehomme". Ο συνθέτης ήταν 21 ετών όταν το συνέθεσε για τη Βικτουάρ Ζεναμί, φίλη του και βιρτουόζο πιανίστα της οποίας οι εκτελέσεις τον είχαν ενθουσιάσει. Παλαιότερα, υπήρχαν κάποιοι που ισχυρίζονταν ότι ο Μότσαρτ έγραψε το έργο για ένα νεαρό Γάλλο πιανίστα "Jeunehomme" (στα γαλλικά "νεαρός άνδρας") με τη σύγχυση των ονομάτων να οφείλεται στο γεγονός ότι στις επιστολές τους ο Μότσαρτ και ο πατέρας του την αναφέρουν ποικιλοτρόπως: jenomy...Madame jenomè..κλπ.


Ο Μπρέντελ ωστόσο δεχόταν την ύπαρξη της γυναίκας καλλιτέχνιδας να εμπνέει τον αυστριακό συνθέτη για την οποία -όπως έλεγε- του άρεσε να τη φαντάζεται πανέμορφη, με ένα ιδιαίτερο κάλλος εξωτερικό και εσωτερικό, ικανό να πυροδοτήσει αυτές τις εκπληκτικές μουσικές ιδέες σε ένα κονσέρτο με άφθαστη κομψότητα, φρεσκάδα και λεπτότητα.



Θα απολαύσουμε τον διακεκριμμένο πιανίστα στο 2ο μέρος του Κονσέρτου γραμμένο στην περιβόητη Ντο ελάσσονα κλίμακα.

Ο Μπρέντελ, σαν ποιητής εκτός από μουσικός, μια προσωπικότητα με ευρεία ακαδημαϊκή μόρφωση προσεγγίζει το πιάνο, μ'ένα πρωτόγνωρα βελούδινο άγγιγμα!
Ο σπουδαίος πιανίστας πετυχαίνει να εκφράσει την καλλιτεχνική δύναμη του δημιουργού, και να την συνδυάσει με άφθαστο λυρισμό. Ερμηνεία χρωματισμένη, παίξιμο με ευαισθησία με στόχο την αναζήτηση της μουσικής ψυχής...


Mozart: Piano Concerto No. 9, K.271 - "Jeunehomme" 
Mov. 2: Andantino





Burne-Jones: "O Βασιλιάς Κοφέτουα", πίνακας της χρονιάς...

 


Edward Burne-Jones: "King Cophetua and the Beggar Maid"




[Στη μνήμη του κορυφαίου Άγγλου ζωγράφου, εικονογράφου και χαράκτη, Σερ Έντουαρντ Μπερν - Τζόουνς, του οποίου τα έργα συγκαταλέγονται στα τελευταία δείγματα της προραφαηλιτικής τεχνοτροπίας αφιερώνεται το σημερινό κείμενο.

Πέθανε στις 17 Ιουνίου 1898 μετά από κρίση γρίπης, την οποία η φιλάσθενη κράση του δεν άντεξε. Μετά τον θάνατο του Μπερν-Τζόουνς και με παρέμβαση του πρίγκιπα της Ουαλίας, πραγματοποιήθηκε επιμνημόσυνη δέηση στο Αββαείο του Γουέστμίνστερ. Ήταν η πρώτη φορά που αποδίδονταν τόσο υψηλές τιμές σε έναν καλλιτέχνη].



Γεννημένος στο Μπέρμιγχαμ, ο Μπερν - Τζόουνς φοίτησε αρχικά στη Σχολή Καλών Τεχνών της γενέτειράς του και Θεολογία στην Οξφόρδη, όπου γνώρισε τον Ουίλλιαμ Μόρρις, αλλά και τον προραφαηλίτη Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέττι, η γνωριμία με τον οποίο υπήρξε καθοριστική για τη σταδιοδρομία του.

Ως οπαδός του Ροσέτι, η θεματογραφία του Μπερν-Τζόουνς επικεντρώθηκε στο ρομαντισμό της μεσαιωνικής ιπποσύνης,

Aπό τα διασημότερα έργα του είναι "Ο Βασιλιάς Κοφέτουα και η Ζητιάνα", που το Art Journal, (το σημαντικότερο βρετανικό περιοδικό τέχνης του 19ου αι.) το ανακήρυξε ως τον "πίνακα της χρονιάς", ενώ οι Times τον χαρακτήρισαν σαν "μια από τις ωραιότερες ελαιογραφίες που φιλοτεχνήθηκαν ποτέ από Άγγλο καλλιτέχνη".

Ο πίνακας απεικονίζει το θρύλο του αφρικανού βασιλιά Κοφέτουα, ο οποίος ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα μια φτωχή κοπέλα, που ο ζωγράφος γνώριζε από την ομώνυμη Ελισσαβιετιανή μπαλάντα, αλλά και το δεκαεξάστιχο ποίημα του λόρδου Άλφρεντ Τένυσσον: "Ο Βασιλιάς και η Ζητιάνα":

"Τα χέρια έβαλε στο στήθος.
Ήταν πιο όμορφη από ό,τι τα λόγια μπορούν να πουν:
Ξυπόλητη ήρθε η ζητιάνα
μπρος στο βασιλιά Κοφέτουα
Εκείνος με πανοπλία και στέμμα κατέβηκε,
για να τη συναντήσει και να της απευθύνει χαιρετισμό
"Δεν είναι περίεργο", είπαν οι άρχοντες,
"Είναι πιο όμορφη κι από το φως του ήλιου".



Όπως το φεγγάρι λάμπει σε συννεφιασμένους ουρανούς,
Ετσι και κείνη φάνηκε με τα φτωχά της ρούχα:
Ένας επαίνεσε τους αστραγάλους της, ένας τα μάτια της,
άλλος τα σκούρα της μαλλιά της και τ' απερίγραπτο κάλλος της:
Τόσο γλυκιά στο πρόσωπο κι η χάρη της αγγελική,
που σ' ολάκερη την πλάση ποτέ δεν θα υπάρξει:
Ο Κοφέτουα στη βασιλική του τιμή, ορκίστηκε:
"Αυτή η ζητιάνα θα γενεί η βασίλισσά μου!"

(Alfred Tennyson: "The Beggar Maid")


Ο πίνακας που ολοκληρώθηκε το 1884 ξεχώρισε για την ιδιαίτερη απεικονιστική του συναισθήματος κι αποτελεί εικαστικό σχόλιο για τη δύναμη του έρωτα και την ικανότητά του να υπερβαίνει εμπόδια, όπως η κοινωνική τάξη. Επίσης ο πίνακας αναδεικνύει θέματα εξουσίας και πλούτου, που σε ορισμένες εποχές κυριάρχησαν έναντι του κάλλους και της αρετής.

Σχεδόν σκοτεινό, το εικαστικό μεταφέρει τη σκηνή της συνάντησης του Κοφέτουα (ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έχει νιώσει ουδεμία έλξη για γυναίκα) με μια ζητιάνα ντυμένη μ'ένα γκρίζο κουρελιασμένο φόρεμα, την οποία και ερωτεύεται κεραυνοβόλα.
Η εικαστική σύνθεση, που αναπτύσσεται κάθετα, παρουσιάζει έντονη θεατρικότητα. Ο Τζόουνς τοποθετεί τη ζητιάνα στο κέντρο υπερυψωμένη πάνω σε σκάλα, λουσμένη στο φως, τονίζοντας την αγνότητα και την πνευματική της ομορφιά παρά την ταπεινή της θέση. Ο βασιλιάς Κοφέτουα υποκλινόμενος στο φυσικό κάλλος την κοιτάζει με θαυμασμό και δέος γονατιστός και λίγο χαμηλότερα, συμβολίζοντας τη συναισθηματική και ιπποτική του καταγωγή. Μπορεί η ζητιάνα να' ναι ξυπόλητη, χλωμή και ντυμένη ευτελώς, όμως οι αρετές και αρχές της δεν κρύβονται. Η στάση του σώματός της είναι σεμνή, σχεδόν παθητική, ωστόσο οπτικά είναι ανώτερη από το βασιλιά.

Ο βασιλιάς Κοφέτουα φοράει περίτεχνο μανδύα και πανοπλία που μαρτυρούν τον πλούτο του. Όμως χωρίς καμμιά υπεροψία γονατίζει μπρος στη γυναίκα, βγάζει το στέμμα του και τής προτείνει να γίνουνε ταίρι. Όλα αυτά δηλώνονται μέσα από την ελισσαβετιανή μπαλάντα την οποία γνώριζε ο καλλιτέχνης και αυτό υπογραμμίζεται από τις δυο μορφές στο μπαλκόνι που μελετώντας παρτιτούρα φαίνεται να ερμηνεύουν το αφηγηματικό τραγούδι που σε κάποιους από τους στίχους του αναφέρει πως ο βασιλιάς:

"κατεβαίνει απ' το άλογό του, βγάζει το χρυσό του στέμμα
και την κοιτάζει θαμπωμένος.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή παίρνει την απόφαση να την παντρευτεί
κι αν η γυναίκα δεν δεχτεί, να θέσει τέλος στη ζωή του.
Η ζητιάνα ενθουσιασμένη με την πρόταση, δέχεται.
Κυβερνούν μαζί ειρηνικά κι αγαπημένοι
μέχρι το θάνατό τους..."



ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ:

Ο θρύλος του βασιλιά Κοφέτουα ενέπνευσε στον πολωνό συνθέτη, Ludomir Rozycki, το συμφωνικό του ποίημα: "Król Kofetua-Βασιλιάς Κοφέτουα", μια σύνθεση του 1912, που κέρδισε πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό που διοργανώθηκε για την 10η επέτειο της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βαρσοβίας. Είναι ένα από τα πρώτα ορχηστρικά του έργα, το οποίο του χάρισε μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση.

Ο συνθέτης δεν ακολουθεί πιστά σε ύφος το κείμενο της μπαλάντας, που είναι αρκετά παιχνιδιάρικο, αλλά έναν μουσικό δρόμο πιο φιλοσοφημένου και πνευματώδους χαρακτήρα, με εξισωτική τάση ώστε ο χαμηλότερος κοινωνικά να είναι ίσος με τον υψηλότερο, παρά το γεγονός ότι η πλοκή απαιτεί την προϋπόθεση του έρωτα.
Έτσι, το θέμα της εισαγωγής ακούγεται αρκετά απόκοσμο και μυστηριώδες, παρουσιασμένο αρκετές φορές και σε διαφορετικές διαθέσεις για να δείξει το κενό του βασιλιά σε αντίθεση με τη λαχτάρα που προκαλεί η ζητιάνα. Ακολουθεί μελωδία περισσότερο ενεργητική και "οικεία", αναλαμβάνοντας αφηγηματική λειτουργία... Προς το τέλος τα θέματα συγκρούονται, με την ενορχήστρωση που θυμίζει Ρίχαρντ Στράους ή Σιμανόφσκι, χωρίς ωστόσο η σύνθεση να αποκλίνει από το τυπικό στυλ της Σχολής των "Νέων Πολωνών" *.

H πλούσια αρμονική γλώσσα, η δραματική ενορχήστρωση, η μελωδική ευαισθησία και η εκφραστική ένταση του Ρόζιτσκι 
τον τοποθετούν ξεκάθαρα στο ύστερο ρομαντικό κίνημα, ενώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως τα λογοτεχνικά και εικαστικά θέματα αποτελούσαν συχνή πηγή έμπνευσης για τον πολωνό συνθέτη.

Ludomir Rozycki: "Król Kofetua":


*"Νέα Πολωνία" είναι η πολωνική εκδοχή του μοντερνισμού στην Τέχνη. Στην τέχνη της μουσικής, οι συνθέτες της στόχευαν να αναζωογονήσουν τη μουσική κουλτούρα της γενιάς τους, με πρωτότυπες δημιουργίες όπου η πολωνική μουσική εναρμονιζόταν με την ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα. Διακήρυτταν ότι η μεγάλη τέχνη μπορεί να είναι εθνική χωρίς να καταφεύγει στη συμβατική λαογραφία.
 





Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Έγκον Σίλε: Μια αδιάσπαστη διαδοχή χρωμάτων, ρυθμών και διαθέσεων...

Egon Schiele - Leopold Czihaczek am Klavier

 




Η οικογένεια του Έγκον Σίλε.
Οι γονείς,  Άντολφ και Μαρί Σίλε με τα 3 παιδιά τους
Έγκον, Μέλανι και Ελβίρα.

Ο αυστριακός ζωγράφος, Έγκον Σίλε είναι γνωστός για τις τραχιές, δύσκαμπτες, αποστεομένες, σχεδόν αποτρόπαιες φιγούρες του.
Ιδιαίτερος, εκκεντρικός, απογυμνώνει την ομορφιά από κάθε τι εξωραϊστικό, με τρόπο αριστοτεχνικά βέβηλο! Στο έργο του συναντάς την ερωτική εκδοχή ενός σκληρού πεπρωμένου.


Γεννήθηκε σαν σήμερα, 12 Ιουνίου 1890 στο Τουλλν της Κάτω Αυστρίας . Από μικρός άρχισε να σχεδιάζει, όμως ο πατέρας του, που θεωρούσε πως η ζωγραφική τον αποσπούσε από τα μαθήματά του κατέστρεφε κάθε ζωγραφική του δημιουργία.
Σαν παιδί, ο Έγκον ηταν ντροπαλός και συνεσταλμένος, διόλου καλός μαθητής, εκτός από τον αθλητισμό και τα καλλιτεχνικά, όπου τα κατάφερνε με άριστες επιδόσεις.

Ο Σίλε ήταν 14 ετών, όταν πέθανε ο πατέρας του από σύφιλη. 
Την κηδεμονία του Εγκον και της μικρότερης αδερφής του ανέλαβε ο θείος τους, Λέοπολντ Τσίχατσεκ, ανώτερος σιδηροδρομικός υπάλληλος και ερασιτέχνης πιανίστας. Στο σπίτι του στη Βιέννη διατηρούσε 2 πιάνα με ουρά, στα οποία καθόταν τα βράδια και τα απογεύματα της Κυριακής να χαλαρώνει παίζοντας.

O 15χρονος Έγκον Σίλε
(Αυτοπροσωπογραφία)
Εκεί τον έχει απεικονίσει ο 15χρονος Σίλε με ύφος που διόλου θυμίζει τα μετέπειτα έργα του σπουδαίου ζωγράφου. 
Το πινέλο του Σίλε με τα παστέλ χρώματα αποκαλύπτει τάσεις ύστερου ιμπρεσιονισμού. Ο νεαρός καλλιτέχνης αξιοποιώντας τη φωτοσκίαση χειρίζεται δραματουργικά το θέμα αποτυπώνοντας τον άνδρα καθισμένο στο πιάνο μπροστά από τη μεγάλη τζαμαρία, βυθισμένο στην έκσταση που του προσφέρει η μελωδία.
Χαρακτηριστικό του έργου αποτελούν τα χέρια του ερμηνευτή, που ο Σίλε αποδίδει «θολά», σαν αποκομμένα από το υπόλοιπο σώμα για να τονιστεί η εκστατική κατάσταση που η μουσική έχει υποβάλλει τον θείο του, Λέοπολντ Τσίχατσεκ.

Απορροφημένος και δοσμένος ολοκληρωτικά στην ερμηνεία της μελωδίας, μας κάνει να αναρωτιόμαστε…

-Τι να παίζει άραγε;

Σκέφτομαι πως αφού το εικαστικό φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη γύρω στα 1905-10 κι επειδή καλλιτέχνες που μεσουρανούσαν τότε στην αυστριακή πρωτεύουσα ήταν οι Μάλερ, Σαίνμπεργκ, Βέμπερν και Μπεργκ, θα φανταστώ πως ο Τσίχατσεκ ερμηνεύει κάποιο από τα πιανιστικά έργα του πρωτεργάτη της ατονικής μουσικής, Αρνολντ Σαίνμπεργκ εκείνης της περιόδου. Ίσως κάποιο από τα «Drei Klavierstücke-Τρία Κομμάτια για Πιάνο», πρώτο παράδειγμα ατονικότητας του συνθέτη.

Schoenberg's portrait, Egon Schiele
Αν και ελαφρώς απομακρυσμένες από τονικά κέντρα, αυτές οι τρεις σύντομες συνθέσεις παρουσιάζουν στοιχεία κλασικής φόρμας και αρμονίας. Διακρίνονται επίσης αποχρώσεις λυρισμού, συνοδεία με πλατιές συγχορδίες, εκφραστικές αποτζιατούρες και περίτεχνη χρήση πεντάλ δημιουργώντας βάθος στο άκουσμα.

Χαρακτηριστικό των συνθέσεων είναι η έλλειψη δομημένης εξέλιξης και η απόρριψη παραδοσιακών εννοιών. Αντιστοιχίζοντας το ύφος τους με σύγχρονα στυλ στις εικαστικές τέχνες, ο Σαίνμπεργκ -που ήταν ο ίδιος και ζωγράφος- περιγράφει εύγλωττα τη ζωγραφική «χωρίς δομή... μια συνεχώς μεταβαλλόμενη, αδιάσπαστη διαδοχή χρωμάτων, ρυθμών και διαθέσεων», θέση που κάλλιστα θα άρμοζε στο ύφος του τιμώμενου Εγκον Σίλε, του οποίου οι εμπνεύσεις ορίζουν η δυναμική και η συναισθηματική φόρτιση. Η τέχνη του Έγκον Σίλε ακτινοβολεί μια σπλαχνική ένταση, που χαρακτηρίζεται από διαδοχή συναισθηματικών και οπτικών στοιχείων. Η χρήση του χρώματος ήταν ωμή και εκφραστική, συχνά ενοχλητική αλλά βαθιά σκόπιμη. Οι ρυθμοί των γραμμών του γωνιώδεις, παραμορφωμένοι και αδυσώπητοι- αντηχούν έναν σχεδόν μουσικό ρυθμό, σαν οι φιγούρες και οι συνθέσεις του να είναι παγιδευμένες σε έναν χορό αγωνίας και ομορφιάς συγχρόνως.


Schönberg: «Drei Klavierstücke Op. 11»:

Mässige (μέτρια)
Mässige (πολύ αργά)
Bewegte (με κίνηση)


(Στο πιάνο ο Γκλεν Γκουλντ)


Παλαιότερο κείμενο για τον Έγκον Σίλε μπορείτε να διαβάσετε εδώ.













Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Σίλλερ: "Αχ, Έμμα, για την αγάπη μου δεν ζεις ..."

"Πορτρέτο του Φρίντριχ Σίλλερ", Gerhard von Kügelgen

 

Ο Φρήντριχ φον Σίλλερ συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγαλύτερους δραματικούς συγγραφείς. Έγραψε θεατρικά έργα, σονέτα και μπαλάντες, που διακρίνονται για την δραματικότητα, τη στοχαστική τους διάθεση και την ανάδειξη υψηλών εννοιών. Ο Σίλλερ εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους συγχρόνους του, oι οποίοι εκτός από τα πεζά και ιστορικά γραπτά του, αναγνώρισαν και την αξία στη λυρική του ποίηση.

Ο Σίλλερ αντιλαμβανόταν την ποίηση σαν φωτεινή διέξοδο, σαν μέσο απελευθέρωσης από κάθε τι που φαντάζει τροχοπέδη στην πνευματική ανάταση και την επαφή με το "Υψηλό". Η τέχνη της ποίησης ικανοποιούσε τη δίψα του για τελειότητα, τη λαχτάρα για εσωτερική αρμονία και της υπογράμμισης πως η τέχνη θριαμβεύει πάνω στην φύση.


"Στην Έμμα"

Μακριά, στo γκρίζο ομιχλώδες,
αναπαύεται μία ευτυχία περασμένη,
μοναχά σ’ αστέρι ονειρώδες
το βλέμμα αγαπά και αναμένει·
και όμως, σαν αστροφεγγιά
η ψευδαίσθηση απλώνεται μες τη νυχτιά.


Κι αν του θανάτου ύπνος μακρύς,
σφράγιζε τη δική σου ματιά,
η θλίψη μου θα σε κυρίευε αιφνής,
και θα ζούσες στη δική μου καρδιά.
Αχ! Μα τώρα ζεις στο φως,
για την αγάπη μου δεν ζεις τελικώς.


Της αγάπης η γλυκιά επιθυμία,
Έμμα, πώς μπορεί να είναι εφήμερη;
Το τέλος και η αποδημία,
Έμμα, μήπως είναι αγάπη αληθινή;
Της φλόγας της το ουράνιο φως –
αργοσβήνει σαν επίγειος καρπός;

(Μτφ: Αντώνης Κερασνούδης)



Ο Σίλλερ στο νεκροκρέβατό του
Σχέδιο του Ferdinand Jagemann, 1805



Για την προσφορά του στα Γράμματα και την Τέχνη του λόγου το 1802 αποδόθηκε στον Σίλλερ 
από τον Δούκα της Βαϊμάρης τίτλος ευγενείας, γι' αυτό στο όνομά του προστέθηκε το "φον".
Ο τιμώμενος άνδρας παρέμεινε στη Βαϊμάρη μέχρι το θάνατό του το 1805 από φυματίωση, σαν σήμερα, 9 Μαΐου 1805. Ήταν 45 χρονών.

Πέντε χρόνια πριν πεθάνει ο Σίλλερ δημοσίευσε το παραπάνω ποίημά του "An Emma".
Αναπτύσσεται σε 3 στροφές των 6 στίχων και ασχολείται με ένα σύνηθες θέμα στη ρομαντική λογοτεχνία, εκείνο της ανεκπλήρωτης αγάπης.
Ο ποιητής αναδεικνύει τη συναισθηματική αναταραχή της ρομαντικής ευαισθησίας μέσα από την έντονη αντίθεση μεταξύ της έντονης λαχτάρας του ομιλητή και του ανέφικτου της αγάπης του.

Είναι από τα λίγα ποιήματα του Σίλλερ που δεν εκφράζει τη φιλοσοφική διάθεση του δημιουργού, αλλά εστιάζει στα προσωπικά συναισθήματα, αντανακλώντας τη ρομαντική έμφαση στην ατομικότητα και την αυτοέκφραση.

Το ποίημα χαρακτηρίζεται από την απλότητα και την αμεσότητά του. Ο Σίλλερ χρησιμοποιεί απλή γλώσσα και συνοπτικούς στίχους για να μεταφέρει τα συναισθήματα του ομιλητή, προσέγγιση που επιτρέπει στον αναγνώστη να συνδεθεί βαθύτερα με τον πόνο του.



Το ποίημα έτυχε πολλών μελοποιήσεων από συνθέτες διαφόρων εποχών.

  • Σήμερα, 
    προτείνω να ακούσουμε κατ' αρχήν την προσέγγιση του Φραντς Σούμπερτ, ο οποίος στο ομώνυμο ληντ του με τρομερή επιδεξιότητα αποδίδει το ύφος, που υποβάλλει το ποίημα.
    Η πιανιστική συνοδεία δεν περιορίζεται στην απλή υποστήριξη της φωνής, αλλά αναλαμβάνει ανεξάρτητο ρόλο σκιαγραφώντας την ατμόσφαιρα του ποιητικού κειμένου.
    Στο ληντ που γράφτηκε το 1821, μια πρώτη ενότητα από τρεις εξάμετρες φράσεις αποτελεί την εισαγωγή του, την οποία διαδέχεται μια άλλη από τέσσερεις τετράμετρες. Η τρίτη στροφή του ποιήματος σε μορφή σύντομης απαγγελίας ως μορφή ρετσιτατίβο έπεται, με μέρη μελωδικής προσφώνησης να ολοκληρώνουν τη θαυμάσια προσέγγιση. Tρυφερή μελωδία σε μέτριο τέμπο, που διακόπτεται από ταραγμένη αίσθηση πόνου της συνειδητοποίησης της απώλειας στη φράση: 
    "Αber ach, du lebst im Licht - Αχ! Μα τώρα ζεις στο φως"...

    Schubert: "An Emma, D.113":

    Ερμηνεύει ο Dietrich Fischer-Dieskau
    Στο πιάνο συνοδεύει ο Gerald Moore





  • Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1820, στο ίδιο ποίημα του Σίλλερ είχε δώσει τη δική του εκδοχή μελοποίησης ο γιος του Μότσαρτ, Φραντς Ξάβερ Βόλφγκανγκ, το μικρότερο από τα δύο επιζώντα παιδιά του Σαλτσβουργιανού.

    Το μουσικό ύφος του ληντ κινείται στα όρια του πρώιμου ρομαντισμού και οι επιρροές από το ώριμο ύφος του πατέρα Μότσαρτ είναι εμφανείς.


Franz Xaver Mozart: "An Emma, op. 24":
Ερμηνεύει η Barbara Bonney






"O Γκαίτε κρατά στα χέρια του το κρανίο του Σίλλερ"
(πηγή: iliasmalevitis.wordpress)
Αξίζει να σημειωθεί πως τρεις ημέρες μετά τον θάνατο του Φρήντριχ Σίλλερ στις 9 Μαΐου 1805, το σώμα θάφτηκε βιαστικά σε ένα Μαυσωλείο στη Βαϊμάρη για διακεκριμένους πολίτες των οποίων οι οικογένειες δεν είχαν οικογενειακό τάφο. Η ταφή έγινε γρήγορα και χωρίς τελετή κι όπως έγραψε ο νομπελίστας Τόμας Μαν : "δεν υπήρχε καμμιά πένθιμη μελωδία, καμμιά λέξη από στόμα ιερέα ή φίλου...".

Μόνο μια εικοσαετία αργότερα ο δήμαρχος της πόλης, δεινός λάτρης της γραφής του Σίλλερ έδωσε εντολή εκταφής των λειψάνων του. Η ανακομιδή έφερε στο φως πλέον του ενός κρανίων. Αποφασίστηκε πως το μεγαλύτερο ήταν του γερμανού ποιητή, συγγραφέα και φιλοσόφου. Δεν γνωρίζουμε πώς, πάντως το κρανίο βρέθηκε στα χέρια του Γκαίτε ο οποίος υπήρξε φίλος του Σίλλερ και μέγας θαυμαστής του έργου του. Το κράτησε για χρόνια τυλιγμένο ευλαβικά σε βελούδινο ύφασμα και μάλιστα έγραψε ένα ποίημα γι' αυτό με τίτλο "Bei Betrachtung von Schillers Schädel - Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ", όπου περιέγραψε το κρανίο ως "μυστηριώδες αγγείο":

Στο κοιμητήρι το βαθύ και σκοτεινό κοιτάω
με πόση τάξη αραδιαστά σωπαίνουν τα κρανία
και μεσ’ στο νου τις εποχές που ἐφύγαν μελετάω.

Μένουν πλάϊ-πλάϊ ὅσοι ἄλλοτε μισοῦνταν μὲ μανία·
κόκκαλα ποὺ ὡς τὸ θάνατον ἀλληλοχτυπηθῆκαν,
τώρα ἡσυχάζουν σταυρωτὰ μέσα στὴν ἡσυχία.

Σκόρπιες κουτάλες… Από ποιά φορτιά να κυρτωθῆκαν,
κανένας δε ρωτάει. Μέλη γιερά, γεμᾶτα ζέση,
χέρια και πόδια, π’ απ’ τῆς ζωῆς τη ἄρθρωση λυθῆκαν…

Ὤ, κουρασμένοι, ἀνώφελα στη γῆς ἔχετε πέσει.
Δὲ σᾶς ἀφήνω ἀνάπαψη στὸν τάφο. Στὴν ἡμέρα,
στὴν ἅγια ζήση καὶ στὸ φῶς σᾶς ἔχω ἐδῶ καλέσει:

Τι εν’ ἄθλιο τσώφλι εἶν’ ἄσκοπο να ὑψώνω στον ἀγέρα,
κι ἂς εἶχε τὸν ἐγκέφαλο τὸν πιὸ εὐγενῆ κλεισμένο.
Μα να, που ἕνας παλιός χρησμὸς μ’ ἀκολουθεῖ ἐδῶ πέρα,

(σ’ ἐλάχιστους το νόημά του τό ’χει φανερωμένο)
ὅταν, στὴ μέση ἀπὸ σωροὺς κοκκάλων καὶ κρανίων,
μια ἀτίμητα ἱερὴ μορφὴ στὰ μάτια μου ἀνασταίνω.

Και ἰδέ, σ᾽ αὐτὴ τη στενωσιά, στη μούχλα καὶ στὸ κρύο,
μ’ αἴστηση λευτεριᾶς πλατειᾶς εὐτὺς ἀναγαλλιάζω,
ὡς να ’βγαινε ἀπ’ το θάνατο ζωῆς ἀνάμα θεῖο!

Μὲ ποιά γοητεία μυστηριακὴ τὴν ὄψη σου ἀναπλάζω!
Τὰ θεῖα χαρακτηριστικά, πού ’χε ἄλλοτε κρατήσει!
Μὲ μιὰ ματιὰ μέσ’ στὴ γνωστή μου θάλασσα βουλιάζω,

ποὺ τόσες ξεχειλίζοντας μορφὲς εἶχε ἀναβρύσει.
Σκεῦος, ἱερό, πού ’χεις χρησμοὺς στὸν κόσμο τόσους δώσει,
στὰ χέρια πὼς εἶμ’ ἄξιος νὰ σ’ ἔχω ἐτοῦτα κλείσει;

Ἀπό τη μούχλα, ὦ Θησαυρέ, ψηλὰ σ’ ἔχω σηκώσει,
και προς τα αἰθέρια τ’ ἀνοιχτά, πρὸς τὴν πλατειὰ τὴ σκέψη,
προς το ἠλιοφῶς ἔχω μὲ σὲ τὸν ἴδιο ἐμένα ὑψώσει.

Τι πιο πολὺ μπορεῖ κανεὶς στὸν κόσμο νὰ γυρέψει,
τὴ θέαιανα Πλάση ἂν τοῦ δοθεῖ στὰ μάτια νὰ κοιτάξει,
σὲ πνεῦμα πῶς τὰ πιὸ σκληρὰ μπορεῖ νὰ μετατρέψει,

κι αἰώνια πῶς τοῦ πνεύματος τα τέκνα να φυλάξει.

(Μτφ: Λ.Αλεξίου, πηγή: iliasmalevitis.wordpress)

Σάββατο 3 Μαΐου 2025

Νικολό Μακιαβέλι: Ποίηση και μουσική, μαδριγάλια και ιντερμέδια...




3 Μαΐου 1469 γεννιέται στη Φλωρεντία ο πολιτικός φιλόσοφος, συγγραφέας, ποιητής, μεταφραστής κλασικών έργων και ιστορικός, Νικολό Μακιαβέλι, μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της Αναγέννησης, που με το έργο και τη σκέψη της άσκησε βαθειά επίδραση στη διαμόρφωση του πνεύματος και απόψεων μεταγενέστερων στοχαστών. 

Δεν είναι λίγοι εκείνοι, που επέκριναν τον Μακιαβέλι και τον χαρακτήρισαν αυταρχικό ή κυνικό ακόμα και διεφθαρμένο, ωστόσο υπάρχει μεγάλη μερίδα ερευνητών-αναλυτών που τον αποδέχονται πλήρως και τον αποκαλούν "πρωτεργάτη της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης".


Καταγόταν από μια έκπτωτη οικογένεια αριστοκρατών. Η μητέρα του ήταν λάτρης της μουσικής, είχε καλή φωνή και μάλλον είναι από κείνη που κληρονόμησε την αγάπη προς την τέχνη των ήχων. Οι γονεις του μερίμνησαν ώστε ο νεαρός Νικολό να λάβει σύμφωνη με τα κλασικά πρότυπα της εποχής, ουμανιστική εκπαίδευση και αναμφίβολα είχε τις βασικές μουσικές γνώσεις, καθώς στην εποχή του μορφωμένος και πραγματικός "κύριος" θεωρείτο ο γνώστης γραμματικής, ρητορικής, λατινικών και φυσικά μουσικής.
Έτσι διδάχτηκε θεωρητικά της μουσικής και έμαθε να παίζει αρκετά όργανα, λαούτο, βιέλα κλπ...

Αξιοσημείωτο είναι πως ο Μακιαβέλι αναλογίστηκε τη χρήση της μουσικής για επικοινωνία κατά τη διάρκεια μαχών. 
Στο έργο του "Η Τέχνη του Πολέμου" του 1519, εμπνεύστηκε από τη ρωμαϊκή και ελληνική αρχαιότητα και ανέλυσε τη χρήση διαφορετικών ειδών μουσικής και ηχοχρωμάτων προκειμένου να κατευθύνουν τα στρατεύματα.
Ο Μακιαβέλι καθορίζει ποια όργανα πρέπει να χρησιμοποιούνται, από ποιον και πώς.
Όπως γράφει:
"Κοντά στον στρατηγό, τοποθετώ τις σάλπιγγες, ως καλύτερα ταιριασμένες από οποιοδήποτε άλλο όργανο για να ακούγονται πάνω από κάθε είδους θόρυβο και κρότο.  Κοντά στους διοικητές των ταγμάτων, εύχομαι να υπάρχουν φλάουτα και μικρά τύμπανα, που να εκτελούνται όχι όπως στο στρατό, αλλά όπως παίζονταν συνήθως στα αρχαία συμπόσια..."


Αξιοποιώντας τα ποιητικά και μουσικά του ταλέντα, άρχισε να συνθέτει τραγούδια, γράφοντας λόγια και μουσική, για να τα μοιράζεται σε φιλικές συγκεντρώσεις, πίνοντας... Απολάμβανε να γράφει "canti carnivaleschi", είδη εύθυμων τραγουδιών που εκτελούντο κατά τη διάρκεια των ετήσιων εορτασμών του καρναβαλιού με σατιρικό-αλληγορικό ύφος.



"Δείτε! Πόσο χαρούμενη είναι η μέρα
Καθώς γιορτάζετε αρχαίες παραδόσεις και ήθη.
Το βλέπετε γιατί
όλοι αυτοί οι καλοσυνάτοι άνθρωποι
συγκεντρώνονται εδώ για τη γιορτή.

Και γω νύμφη και σεις βοσκοί
που ζούμε σε δάση και κοιλάδες
ερχόμαστε,
τραγουδώντας όλοι μαζί
τους έρωτές μας".


Το παραπάνω ποίημα μελοποιήθηκε στο ύφος του μαδριγαλίου από τον Γάλλο συνθέτη Φιλίπ Βερντελό για μια κωμωδία που είχε γράψει τo 1525 ο Μακιαβέλι και τιτλοφορείτο "Klizia". Το έργο βασίζεται σε ένα κλασικό θεατρικό έργο του Λατίνου κωμωδιογράφου, Τίτου Μάκκιου Πλαύτου, με τίτλο "Κασίνη (Casina)"

Η πλοκή επικεντρώνεται σε έναν ακόλαστο Φλωρεντίνο άρχοντα ονόματι Νικόμαχο, ο οποίος ερωτεύεται μια ορφανή κοπέλα που είχε μεγαλώσει στο σπίτι του ως ψυχοκόρη. Όμως για το κορίτσι ενδιαφέρεται κι ο νεαρός γιος του Νικόμαχου, ενδιαφέρον στο οποίο η κοπέλα ανταποκρίνεται. Οταν κανονίζεται η ημέρα του γάμου με το γέρο Νικόμαχο, επεμβαίνει η πρώην σύζυγός του και μητέρα του γιου του και στέλνει στη γαμήλια τελετή κάποιον άντρα ντυμένο νύφη. Ευτράπελα τα επεισόδια που δημιουργούνται, οδηγούν σε αίσια έκβαση την πλοκή με τους δυο ερωτευμένους να ενώνονται, τελικά...

Η υπόθεση της κωμωδίας είχε όλα όσα αγαπούσε το αναγεννησιακό κοινό: ένα όμορφο νεαρό ανυπεράσπιστο κορίτσι, έναν λάγνο γέρο, την κωμική περίπτωση λανθασμένης ταυτότητας και φυσικά ένα happy end.  Όμως το αξιοσημείωτο είναι πως για πρώτη φορά η μουσική χρησιμοποιήθηκε για να συμπληρώσει την κωμωδία, κάτι σαν μουσικό διάλειμμα, που έμελλε να αλλάξει το θέατρο για πάντα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, τα λεγόμενα "ιντερμέδια" έγιναν τακτικό χαρακτηριστικό των θεατρικών παραστάσεων και η δημοτικότητά τους είχε εμπνεύσει την ανάπτυξη μιας εντελώς νέας μορφής μουσικού θεάτρου, της όπερας. Τα ιντερμέδια αποτελούνταν συνήθως από σόλο ερμηνείες, μαδριγάλια και άλλα πολυφωνικά τραγούδια.

Στην περίπτωση της "Clizia" μια από τις ηθοποιούς ήταν η Μπάρμπαρα Σαλουτάτι με την οποία ο Μακιαβέλι είχε σχέση. Έτσι διάνθισε το έργο με ανάλαφρα μαδριγάλια, που ακούγονται πριν και μετά από κάθε πράξη, ώστε να της δώσει μεγαλύτερο ρόλο. Κανείς δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο.
Ο Μακιαβέλι σε αυτό το εγχείρημά του συνεργάστηκε με τον σπουδαίο -Φλαμανδικής καταγωγής- συνθέτη Φιλίπ Βερντελό, που δραστηριοποιείτο στην Ιταλία, για να διασφαλίσει ότι η μουσική θα επέτρεπε στην καλλιτέχνιδα ερωμένη του να επιδείξει τα ιδιαίτερα φωνητικά και υποκριτικά ταλέντα της.

Από την κωμωδία "Clizia" ακούμε το μαδριγάλι "Quanto sia lieto il giorno - Πόσο χαρούμενη είναι η μέρα", το κείμενο του οποίου έγραψε ο τιμώμενος ιταλός ποιητής και φιλόσοφος και διαβάζουμε παραπάνω.
Πρόκειται για σύνθεση για τέσσερις φωνές, ομοφωνικού χαρακτήρα εμπλουτισμένη με αντιστικτικά περάσματα, ενώ ορισμένες φράσεις του ποιητικού κειμένου χρωματίζονται μουσικά με στόχο την βέλτιστη απόδοση του εκφραστικού τους περιεχομένου.

Ο Φιλίπ Βερντελό έζησε στη Φλωρεντία από το 1521 έως το 1527. Τα μαδριγάλια του αποτελούν την πιο σημαντική παραγωγή της πρώιμης Αναγέννησης και αυτή στην οποία βασίστηκε σαφέστερα η μελλοντική ανάπτυξη της μορφής. Ο Βερντελό είναι χαρακτηριστικός των συνθετών της περιόδου που μετακόμισαν από τις βόρειες χώρες στην Ιταλία αναζητώντας εργασία.

Philippe Verdelot / Niccolo Machiavelli : "Quanto sia lieto il giorno":



Λένε πως αν ο Μακιαβέλι δεν είχε κερδίσει τη φήμη του ως πολιτικός φιλόσοφος μετά τον θάνατό του, "ο ρόλος του στη μουσική της Αναγέννησης αναμφίβολα θα του είχε χαρίσει μια θέση στην ιστορία". Αν και τα τραγούδια του σπάνια ερμηνεύονται σήμερα, τα μαδριγάλια του έμελλε να αλλάξουν για πάντα το χαρακτήρα αυτής της μουσικής.

Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο ότι πριν από τον θάνατό του συμβούλευε τον γιο του Γκουίντο: 
"Να εργάζεσαι σκληρά για να μάθεις γράμματα, αλλά και μουσική. Βλέπεις πόσο βοήθησε εμένα αυτή η μικρή μου δεξιότητα".






Για τη σύνταξη του άρθρου χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία και από: historytoday

Σάββατο 5 Απριλίου 2025

Ο Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ και το ατίθασο κορίτσι της "αιώρας"...


"The Happy Accidents of the Swing", Jean Honore Fragonard



"Tίποτ' άλλο δεν ποθεί η αγκαλιά του κήπου
απ' τον αστράγαλό σου
του κορμιού σημείο κι αυτό, αφανέρωτο!
Ατίθαση κόρη,
σε λέω φωνή της άνοιξης και ηδονή του έρωτα
σε λέω ομορφιά πλασμένη από απριλιάτικη αύρα...
Μιας τέλειας ώρας μυστικό, που αιωρείται ανέμελα...
Μέσα σε υπόνοιες...ν' αρμενίσει ψηλά τη ζωή.
Αmoroso, con affondato appassionato et scherzo,
αφήνεις "λίγα" να φανούν,
εσύ πονηρό κι απείθαρχο κορίτσι της αιώρας!"

(Ε.Ν)




Ο γάλλος Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ, δεν θεωρείτο και τόσο "σοβαρός" ζωγράφος στην εποχή του. Είχε τη φήμη του ακόλαστου γιατί εργαζόταν για την ερωμένη του Λουδοβικου και για παρόμοιες παράνομες σχέσεις των πλουσίων βαρόνων.Ετσι, οι περισσότεροι περιφρονούσαν την τέχνη του.

Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ, αυτοπροσωπογραφία
Λέγεται πως ένας βαρόνος-πελάτης του είχε προσκαλέσει κάποιον άλλον ζωγράφο προκειμένου να απεικονίσει την πανέμορφη ερωμένη του να "αιωρείται" στον κήπο. Τού ζήτησε να την τοποθετήσει στην κούνια και κάποιον να την σπρώχνει. Απαραίτητη προϋπόθεση για να τού ανατεθεί όμως το έργο, ήταν να αποτυπώσει και τον βαρόνο να κάθεται σε τέτοια θέση, ώστε να είναι ο μόνος που θα βλέπει τον αστράγαλό της γιατί η δεσποσύνη είχε φλογίσει την καρδιά του με τα καλλίγραμμα πόδια της.

Ο "σοβαρός" ζωγράφος σκανδαλισμένος, δεν δέχτηκε τη "μιαρή" πρόταση, αλλά σύστησε τον πλέον κατάλληλο, τον Φραγκονάρ, που απεικόνισε τη σκηνή στο αριστούργημά του "Αιώρα", που εκτίθεται στην Wallace Collection στο Λονδινο.


Η κυρία απεικονίζεται ανάμεσα σε πλούσιας βλάστησης πανύψηλα δένδρα του κήπου, κομψά ενδεδυμένη καθισμένη σε αιώρα την οποία κουνά ο υπηρέτης. Ο κήπος διακοσμημένος με περίτεχνα αγάλματα ερωτιδέων, το ένα μάλιστα στ' αριστερά με το δάχτυλό του μπροστά στα χείλη του, κάνοντας συνθηματικά -θαρρείς- νόημα να σιωπήσουν...Με τη φόρα της αιώρησης το φουστάνι της κυρίας έχει ανασηκωθεί και το καλόγουστο πασουμάκι της ξεφεύγει προς τον ουρανό.
Ο ερωτευμενος με τη γυναίκα μαρκήσιος αποσβολωμένος παραμένει άφωνος, σχεδόν μαρμαρωμένος ανάμεσα στις φυλλωσιές...

Ο Ζαν Ονορέ Φραγκονάρ σε αυτό το έργο του απεικονίζει τη χαλαρότητα των ηθών της αστικής τάξης τη
ς εποχής του. Πρόκειται για εικαστικό ηδονιστικού ύφους που εύγλωττα μαρτυρά τον τρόπο διασκέδασης της εποχής και τα ερωτικά μυστικά ανάμεσα στα ζευγάρια. Ο ζωγράφος αιχμαλωτίζει την αίσθηση του φωτός και της ατμόσφαιρας, αποτυπώνει με περίτεχνο τρόπο τον αισθησιασμό της ζωής, κλείνοντας το μάτι στον παρατηρητικό-διεισδυτικό φιλότεχνο να αφουγκραστεί τον ακόλαστο τρόπο "συνεύρεσης ψυχών και σωμάτων" που υπονοείται... 


Ο Φραγκονάρ γεννήθηκε 5 Απριλίου 1732 και υπήρξε μαθητής του Φρανσουά Μπουσέ . Θαυμάστηκε για την πιστότητα την οποία απέδιδε τις χρωματικές αποχρώσεις στη φύση, τις λεπτομερείς εκφράσεις των ανθρώπων και τα γεμάτα ζωντάνια υφάσματα των ρούχων.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ διαφορετικά από εκείνα της μεγάλης καλλιτεχνικής του ακμής. Η Γαλλική Επανάσταση είχε αλλάξει ριζικά την κοινωνία και το πολιτιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο είχε αναδειχθεί ο Φραγκονάρ. Ο κόσμος του ροκοκό, με την κομψότητα, τον έρωτα, το παιχνίδι και την αριστοκρατική ανεμελιά, είχε πλέον περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο Φραγκονάρ έφυγε από τη ζωή σε μια Γαλλία εντελώς διαφορετική από κείνη που είχε αποτυπώσει στους πίνακές του. Ήταν 74 ετών και το ημερολόγιο έγραφε 22 Αυγούστου 1806. Ένας καλλιτέχνης που είχε υμνήσει όσο λίγοι τη χαρά, τον έρωτα και την ανάλαφρη ομορφιά του ροκοκό, έζησε αρκετά ώστε να δει τον κόσμο εκείνο να χάνεται.




"The Swing", Jean Honore Fragonard
(Εθνική Πινακοθήκη Ουάσιγκτον)

Στα τ
έλη της δεκαετίας του 1770 αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον του Φραγκονάρ για τα τοπία και τους κήπους. Έτσι, φιλοτέχνησε έναν ακόμη καμβά με τίτλο "Αιώρα", καθώς απεικονίζει έναν καταφυτο κήπο, όπου χαλαρώνουν κομψά ντυμένοι ενήλικες και παιδιά, ενώ στο κέντρο του μια γυναίκα αιωρείται σε κούνια κρεμασμένη από τα πανύψηλα δέντρα. Στην χρωματική παλέτα κυριαρχούν το πράσινο σε όλους τους τόνους και το απαλό κίτρινο του άχυρου. Το τοπίο γεμίζει ο γαλαζοπράσινος ουρανός με τα γκριζόλευκα σύννεφα. Στ' αριστερά δυο μαρμάρινα στηθαία σηματοδοτούν την είσοδο του πάρκου. Πάνω τους στέκονται περίτεχνα καμωμένα λέοντες ως συντριβάνια. Γυναίκες, άνδρες και παιδιά περιφέρονται. Κάποιοι απ' αυτούς παρακολουθούν μυστικά και άλλοι δείχνουν τη γυναίκα που αιωρείται.  
Πρέπει να θυμήσουμε πως τέτοιου είδους απεικονίσεις θεωρήθηκαν από τους αναλυτές πως αντιπροσωπεύουν την απιστία ή την πρώτη σεξουαλική φαντασίωση-εμπειρία μιας γυναίκας.
Ο πίνακας αυτός σήμερα εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον.


Η πολυβραβευμένη Jessica Krash γεννημένη στην πολιτεία της Ουάσιγκτον θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες της εποχής μας αμερικανίδες συνθέτριες και πιανίστες.

"Μου αρέσει όταν η μουσική είναι μια εξερεύνηση ιδεών, αξιών και κοσμοθεωρίας. Μου αρέσει να σκέφτομαι τη μουσική σαν να κατευθύνει τον τρόπο που κινούνται οι σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Μου αρέσει να σκέφτομαι τα μουσικά κομμάτια ως μικρόκοσμους ή εφευρεμένες πραγματικότητες, κάθε κομμάτι ένας κόσμος με τους ορίζοντες και τους τρόπους του."

Ήταν το 2012 όταν η Εθνική Πινακοθήκη και το National Museum of Women in the Arts
 της Ουάσιγκτον παρήγγειλαν στην συνθετιδα να γράψει ένα έργο βασισμένο σε έργα τέχνης με γυναικείες απεικονίσεις από διάφορες εποχές.
Η Krash επέλεξε 14 πίνακες από το μακρινό παρελθόν ως το σήμερα(Τζιότο, Ντα Βίντσι, Μοντιλιάνι, Φρίντα Κάλο, Ματίς κ.α) για να συνθέσει το τιτλοφορούμενο "Be Seeing You-Να σε βλέπω", για κουαρτέτο με πιάνο και κλαρινέτο, ανάμεσα τους και η "Αιώρα" του Φραγκονάρ.



Στη σύνθεση της που παίρνει τον τίτλο του ροκοκό πίνακα "Fragonard, The Swing", η μουσική της Krash πλάθει μια σκηνή ροκοκό, έναν κόσμο που διέπεται από ευφορία και ενθουσιασμό, κόσμο χαριτωμένο, αισθησιακό, αλλά και
επικίνδυνο, κάτι που μαρτυρά το συνεχές τρέμολο στα έγχορδα. Τα πιανιστικά μοτίβα ηχούν ενεργητικά, αγωνιώδη κι ανταποκρίνονται στη δράση. Η ηχοχρωματική σύμπραξη έχει το ρόλο αναζήτησης, εξερεύνησης ιδεών και κοσμοθεωρίας, όπως ακριβώς επιθυμεί και η αμερικανίδα δημιουργός.

Jessica Krash: "Be Seeing You, Jean-Honore Fragonard, The Swing"





Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

"Μουσικοί της Βρέμης", ένα διδακτικό παραμύθι των Αδερφών Γκριμ...






"Πορτραίτο των αδελφών Γκριμ", Elisabeth Jerichau-Baumann, 
Μουσείο Βερολίνου, 1855

Κάθε χρόνο στις 2 Απριλίου -ημέρα γέννησης του Δανού παραμυθά, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν- γιορτάζεται και η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου με σκοπό της να εμπνεύσει στα παιδιά την αγάπη για το διάβασμα και να κατευθύνει την προσοχή στο παιδικό βιβλίο.

Ημέρα και μνεία, που κεντρίζει το ενδιαφέρον των παιδιών για τα βιβλία και βοηθάει στην καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας.

Τα παραμύθια του Άντερσεν αποτελούν ευχάριστες διηγήσεις, που χαρακτηρίζονται από πολύ πλούσια φαντασία. Ακόμη και η υπερβολή που συχνά διακρίνουμε στις αράδες τους, όπως κι αναφορές σε εξωπραγματικά συμβάντα, κρύβουν αλήθειες της ανθρώπινης ζωής, προσφέροντας σοφά διδάγματα, συμβουλεύουν, προτείνουν, νουθετούν. Μην ξεχνάμε και τις προτροπές του Αϊνστάιν προς τους γονείς να διαβάζουν στα παιδιά τους παραμύθια για να γίνουν περισσότερο ευφυή.

Σπουδαίοι παραμυθάδες και 
από τους δημοφιλέστερους συλλέκτες παραδοσιακών παραμυθιών υπήρξαν κι οι αδελφοί Γκριμ, Γιάκομπ και Βίλχελμ, γεννημένοι στο Χάναου της Γερμανίας.
Σπούδασαν νομικά, εργάστηκαν σαν βιβλιοθηκάριοι και ως καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, όπως επίσης εργάστηκαν πάνω στην ιστορική εξέλιξη των γερμανικών γλωσσών, συμμετέχοντας στη σύνταξη του λεξικού της  Γερμανικής Γλώσσας, "Deutsches Wörterbuch". 


"Αδερφοί Γκριμ"
Άρχισαν να συλλέγουν παραμύθια το 1807, τα οποία ο Βίλχελμ προσάρμοσε για παιδιά, δίνοντάς τους την κατάλληλη λογοτεχνική μορφή.

Λίγα χρόνια αργότερα , το 1812 εκδόθηκε και η πρώτη τους συλλογή κι ακολούθησαν κι άλλες, επτά συνολικά, που περιλαμβάνουν πολλά αγαπημένα παραμύθια με τα οποία μεγαλώσαν οι παππούδες οι γονείς, εμείς, τα παιδιά και τα εγγόνια μας και θα συνεχίσουν να διαβάζονται από τις γενιές που θα'ρθουν...



Ανάμεσα στα αμέτρητα και διδακτικά παραμύθια των συλλογών τους ξεχωρίζει και κείνο που αναφέρεται στους "Μουσικούς της Βρέμης".



Μια φορά κι έναν καιρό -μας ιστορεί- ήταν τέσσερα ζώα: ένας γαϊδάρος, ένας σκύλος, μια γάτα κι ένας κόκορας, που δούλευαν πολλά χρόνια υπομονετικά, χωρίς παράπονα και διαμαρτυρίες για το ίδιο αφεντικό. Τα χρόνια όμως είχαν περάσει και τα αφεντικά γερασμένα πια, παραμελούσαν και κακομεταχειρίζονταν τα συμπαθητικά ζώα. Μια μέρα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το σπίτι και να πάνε στη Βρέμη να γίνουν μουσικοί. Όμως στο δρόμο συνάντησαν ληστές, που με εξυπνάδα και λίγη... πονηριά κατάφεραν να τούς διώξουν από το κρησφύγετό τους που έγινε το καινούργιο τους σπίτι. Η εικόνα με τα ζώα να σχηματίζουν μια πυραμίδα με τα σώματά τους προκαλώντας τρόμο και φρίκη στους ληστές είναι το απόλυτο μοτίβο δραματικής κορύφωσης της ιστορίας:

"...Οι τέσσερις φίλοι σκέφτηκαν να βρουν έναν τρόπο για να διώξουν τους κλέφτες από το σπίτι. Επιτέλους κατέληξαν σ’ ένα σπουδαίο σχέδιο που θα απαιτούσε να συνεργαστούν όλοι μαζί. Ο γάιδαρος θα στεκόταν μπροστά στο παράθυρο με τα μπροστινά πόδια του ακουμπισμένα πάνω στο πεζούλι, ο σκύλος θα πηδούσε στην πλάτη του, η γάτα θα σκαρφάλωνε πάνω στο σκύλο και ο τελευταίος απ’ όλους ο κόκορας θα πηδούσε και θα γαντζωνόταν στο κεφάλι της γάτας. Μετά θα έκαναν τρομερό θόρυβο να φοβίσουν τους ληστές.
Έτσι κι έγινε. Μόλις δόθηκε το σύνθημα, άρχισαν όλοι μαζί τη μουσική, καθένας το κομμάτι του. Ο γάιδαρος γκάριζε, ο σκύλος γάβγιζε, η γάτα νιαούριζε και ο κόκορας έκραζε. Μετά όρμησαν από το παράθυρο μέσα στο δωμάτιο και ήταν τόση η ορμή τους και ο θόρυβος της μουσικής τους που σείστηκε το σπίτι. Οι κλέφτες πετάχτηκαν όρθιοι νομίζοντας ότι έρχεται φάντασμα και από το φόβο τους έτρεξαν και χάθηκαν μέσα στο δάσος...[...]
Από τότε οι κλέφτες δεν τόλμησαν να πλησιάσουν ξανά στο σπίτι. Αντίθετα, οι τέσσερις μουσικοί ήταν τόσο πολύ ευχαριστημένοι στο όμορφο σπιτάκι τους που ποτέ ξανά δεν τους πέρασε η ιδέα να το αφήσουν και να πάνε στη Βρέμη.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα..."

(Το απόσπασμα του παραμυθιού είναι από: paidika-paramythia)

Οι μουσικοί ζούσαν ικανοποιημένοι στο σπίτι των ληστών. Έτρωγαν και έπιναν χαρούμενοι και χαμογελαστοί πάντα και καθημερινά έδιναν μια μουσική συναυλία και διασκέδαζαν με την καρδιά τους. Το στιγμιότυπο της συναυλίας απεικονίζεται στην παραπάνω καρτ ποστάλ.




Το 200 χρόνων παραμύθι, που είναι διδακτικότατο, καθώς προσεγγίζει με μαεστρία τις έννοιες της φτώχειας, της βίας, της μετανάστευσης και υπογραμμίζει τα οφέλη της συνεργατικότητας και αλληλεγγύης, δεν έχασε ποτέ τη σημασία του και αποτέλεσε μια ιδιαίτερη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες κάθε μορφής.



1. Μουσικά, έχουμε ιδιαίτερες εμπνεύσεις, όπως εκείνη του αυστραλού συνθέτη, Malcolm Williamson, που βασισμένος στο παραμύθι των γερμανών αδερφών έγραψε μια φωνητική σύνθεση για 6 ανδρικές φωνές που συνεργάζονται a capella και περιγράφουν τις περιπέτειες των τεσσάρων ζώων. Oι έξι ερμηνευτές, δύο κόντρα τενόροι, ένας τενόρος, δύο βαρύτονοι και ένας βαθύφωνος, υποδύονται, εκτός των ζώων, τα σκληρά αφεντικά αλλά και τους ληστές κι εχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς τον τρόπο που χρησιμοποιείται η φωνή στις αλλαγές των ρόλων.
Το ακούμε από τους King's Singers.

Malcolm Williamson: The Musicians of Bremen:





2. Mια σύνθεση για ορχήστρα δωματίου δίνει το 1998 ο γερμανός και γεννημένος στην πόλη της Βρέμης, συνθέτης και μαέστρος, Erke Duit. Ο ταλαντούχος δημιουργός κινείται στο πνεύμα του λαϊκού παραμυθιού κάνοντας χρήση ιδιαιτερων οργανων προκειμένου να αναπαραστήσει τους ήχους των ζώων, τις ευτράπελες καταστάσεις και περιβάλλοντα.
Ακούμε τη χαριτωμένη, πολύχρωμη, αφηγηματικού ύφους, ουβερτούρα:

Erke Duit: "Die Bremer Stadtmusikanten, Ouvertüre":