Όταν η μητέρα Λέα Μέντελσον-Μπαρτόλντι (πιανίστα η ίδια και μαθήτρια του Κίμπεργκερ, ο οποίος με τη σειρά του ήταν μαθητής του Γ.Σ.Μπαχ) πήρε το νεογέννητο στην αγκαλιά της, κοίταξε τα δάκτυλά του μωρού κι αναφώνησε: "Το πεπρωμένο της μικρούλας είναι δεμένο με τη μουσική! Έχει δάκτυλα κατασκευασμένα να εκτελούν τις Φούγκες του Μπαχ!"
Το νεογέννητο ήταν η Φάννυ Μέντελσον μετέπειτα Χένσελ, η μεγαλύτερη αδελφή του Φέλιξ Μέντελσον και το ίδιο ταλαντούχα με τον διάσημο αδελφό της.
Η προφητεία της μαμάς επαληθεύτηκε, όταν η Φάννυ παιδάκι ακόμα έπαιξε από μνήμης και τα 24 Πρελούδια του κάντορα. Αγαπούσε πολύ την αντιστικτική του μορφή σύνθεσης και μεγαλώνοντας έγραψε και κείνη 32 Φούγγες σύμφωνα με το στυλ του Γ.Σ.Μπαχ. Μάλιστα ο δάσκαλός της, Kαρλ Τσέλτερ, για την θαυμαστή επίδοσή της παρομοίασε τη Φάννυ με το Μπαχ...
Η περίπτωση της Φάννυ φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των ταλαντούχων γυναικών που οι αστικές προκαταλήψεις εμπόδισαν την ανάδειξή τους. Ο πατέρα της επέμενε πως η σύνθεση δεν είναι για τις γυναίκες. Ευτυχώς, ο σύζυγός της, ζωγράφος Βίλχελμ Χένσελ, την ενθάρρυνε στην εξέλιξη του συνθετικού της ταλέντου. Έτσι, χάρη στον ανοιχτόμυαλο Χένσελ έχουμε δείγματα της συνθετικής της γραφής.
Τα χειρόγραφα της Φάννυ Μέντελσον βρίσκονται στη Βιβλιοθήκη του Βερολίνου και αποτελούν μέρος του Αρχείου Μέντελσον, μιας ολοκληρωμένης συλλογής με υλικό που σχετίζεται με ολόκληρη την ταλαντούχα οικογένεια Mεντελσον.
Το παλαιότερο χειρόγραφο της Φάννυ είναι το ληντ: "Ihr Töne schwingt euch fröhlich durch die Saiten-Οι ήχοι στροβιλίζονται χαρούμενοι", που η κοπέλα συνέθεσε όταν ήταν 14 ετών.
Το ληντ ως μουσικό είδος κυριαρχεί στη συνθετική δραστηριότητα τη Φάννυ. Είναι το μόνο στο οποίο στάθηκε απολύτως συνεπής σε όλη τη διάρκεια της καριέρας της. Έγραψε πάνω από 250 λήντερ, λίγο περισσότερο αριθμητικά από το μισό του συνόλου των συνθέσεών της.
Ο πατήρ, Αβραάμ Μέντελσον, Wilhelm Hensel
Στο συγκεκριμένο ληντ, παρότι γραμμένο από μια έφηβη, αναδύεται το ιδιαίτερο χάρισμά της, καθώς καταφέρνει με αρμονίες και μοτίβα κατάλληλα συνδυασμένα να αναδείξει το ποιητικό κείμενο και να σκιαγραφήσει τις εικόνες του. Πρόκειται για ένα γλυκό δείγμα της συνθετικής ευρηματικότητας και μουσικής φαντασίας τη Φάννυ, που προμηνύει την αγάπη της για το στροφικό τραγούδι. Απλό, εγκάρδιο, τρυφερό, ευαίσθητο δείγμα, στο οποίο η νεαρή συνθέτις πειραματίζεται με αρμονικό χρωματισμό.
Ένα πολύτιμο φωνητικό διαμαντάκι που η Φάννυ Μέντελσον έγραψε με την ευκαιρία των γενεθλίων του αγαπητού πατέρα της Aβραάμ στις 11 Δεκεμβρίου του 1819.
Το κείμενο προφανώς είχε γράψει κάποιος φίλος της οικογένειας και κλήθηκαν να μελοποιήσουν και τα δυο αδέρφια, ο 10χρονος Φέλιξ και η κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του, Φάννυ.
Πρώτα ερμηνεύτηκε η σύνθεση του μικρού Φέλιξ, που φέρει τον τίτλο: "Lied zum Geburgtstag des Vaters-Τραγούδι για τα γενέθλια του μπαμπά". Ο περήφανος Αβραάμ λέγεται πως έσκυψε στο αυτί ενός φίλου που παρεβρίσκετο στη γενέθλια γιορτή και τού είπε:
"Κάποτε ήμουν γιος ενός διάσημου πατέρα, του φιλόσοφου Μωυσή Μέντελσον. Από δω και πέρα θα' μαι πατέρας ενός διάσημου γιου".
Και η σύνθεση της Φάννυ φαίνεται να εντυπωσίασε τον Αβραάμ που καμάρωνε, χωρίς όμως να αφήνει να φανεί ελεύθερα ο ενθουσιασμός του. Ούτε αυτή, ούτε και άλλες συνθέσεις της Φάννυ που ακολούθησαν, στάθηκαν ικανές ώστε να επιτρέψει στην προικισμένη θυγατέρα του να ασχοληθεί με τη μουσική και να αναθεωρήσει τις απόψεις του...
Πάντα, κάτω απ' τα δόντια η απάντησή του ήταν έτοιμη να ειπωθεί:
"Η μουσική ίσως γίνει το επάγγελμα του αδερφού σου, όμως για σένα πρέπει και θα παραμείνει πάντα στολίδι"...
Fanny Mendelssohn: "Ihr Töne schwingt euch fröhlich durch die Saiten":
Η σύνθεση του δεκάχρονου Φέλιξ: "Lied zum Geburgtstag des Vaters":
Μια σπουδαία φωνή σίγησε για πάντα σήμερα, 13 Μαϊου 2022.
Η χαρισματικότατη ισπανίδα μεσόφωνος, Τερέζα Μπεργκάνθα, η "Hija Predilecta - Αγαπημένη κόρη" της Μαδρίτης, όπως τη χαρακτήριζαν οι συμπατριώτες της θαυμάστηκε για την φωνητική της ευλυγισία, την υποκριτική της δεινότητα και την σαγηνευτική σκηνική της παρουσία.
"H Teresa Berganza είναι από τις πλέον χαρισματικές ερμηνεύτριες του λυρικού τραγουδιού. Τραγουδά πιστά την παρτιτούρα, με τελειότητα τεχνικής, έκφρασης, ακρίβειας ρυθμού",
θα γράψει γι' αυτήν ο αυστηρός μουσικοκριτικός, Harold Schonberg.
Η Τερέζα μικρή είχε εκδηλώσει την επιθυμία να γίνει μοναχή. Πίστευε πως οι σπουδές της στο Ωδείο, όπου διδασκόταν πιάνο, τσέλο, όργανο, μουσική δωματίου και μονωδία θα την προετοίμαζαν να ηγηθεί μιας χορωδίας μοναστηριού ή να διδάξει μουσική σε θρησκευτικό σχολείο. Όμως, ήταν η δασκάλα της στη φωνητική, που τελικά την έπεισε για το ταλέντο της και ότι θα ήταν κρίμα να αποσυρθεί από την κοσμική ζωή.
Υπήρξε σπουδαία ερμηνεύτρια στον Ροσίνι και ήταν εκείνη που συμμετείχε ουσιαστικά στην αναγέννηση των έργων του κρατώντας τους βασικούς ρόλους σε όπερές του λιγότερο ερμηνευμένες.
"H ερμηνεία της στη λυρική, ανάλαφρη, "λουλουδάτη" μουσική και η ικανότητά της να χρωματίζει λέξεις και φράσεις την καθιστούν την ιδανική τραγουδίστρια του Ροσίνι", θα έλεγε ο διακεκριμμένος άγγλος μουσικοκριτικός, συγγραφέας και παρουσιαστής εκπομπών με θέμα την όπερα, Χάρολντ Ρόζενταλ.
Berganza and Callas
H Tereza Berganza θαυμάστηκε κι από την δική μας Μαρία Κάλλας, η οποία όταν την πρωτάκουσε αναφώνησε: "Πόσο όμορφη φωνή!" υπογραμμίζοντας πως διέθετε μια από τις πιο αιθέριες γυναικείες φωνές όλων των εποχών. Μπορούσε να τραγουδήσει με έναν τρόπο που ηχούσε οικείος και πρωτόγνωρος, ζεστός και αγνός, σχεδόν μυστικιστικός με ένα ηχόχρωμα μοναδικό, που το χρησιμοποίησε με κομψή μουσικότητα, χωρίς υπερβολές.
Επίσης η Berganza ξεχώρισε για την ερμηνεία της ως "Κάρμεν" στην ομότιτλη όπερα του Μπιζέ, αλλά και στον Μότσαρτ.
Η ισπανίδα ερμηνεύτρια κάποτε ομολόγησε ότι θα ήθελε να είχε υπάρξει "ερωμένη του Μότσαρτ, ώστε ο Σαλτσβουργιανός να είχε γράψει γι'αυτήν ένα τραγούδι"...
Με αυτή τη δήλωσή της μάς δίνεται η ευκαιρία να αναφέρουμε ότι η πρώτη επαφή της με τη μουσική ήταν μέσω του Μότσαρτ. Προερχόταν από μια οικογένεια που λάτρευε τη μουσική. Ο πατέρας της ήταν ερασιτέχνης πιανίστας και άφηνε την μικρή Τερέζα να παίζει πιάνο με το ένα δάχτυλο. Άρχισε λοιπόν να εξασκείται παίζοντας με ένα δάχτυλο τη Σονάτα σε Ντο μείζονα του Μότσαρτ.
Ας θυμηθούμε επίσης πως και το ντεμπούτο της το έκανε σε Μοτσαρτική όπερα.
Ήταν το 1957 στο "Ετσι κάνουν όλες", που υποδύθηκε το ρόλο της Dorabella . Ενας ρόλος που έγινε η αιτία την επομένη να γραφτεί στις εφημερίδες δίπλα στο ονομά της: "Η μεσόφωνος του αιώνα, γεννιέται".
Πάντα θυμόταν με νοσταλγία αυτό το ρόλο, που άρεσε στην Μπεργκάνθα για την τρέλα που κουβαλούσε. "Η Ντοραμπέλα ήταν αστεία, πολύ λαμπερή, παθιασμένη. Χάρηκα που την τραγουδησα", έλεγε.
Tην απολαμβάνουμε στην εκφραστικότατη άρια "È amore un ladroncello - Κλέφτης είναι η αγάπη". Νεανικός ήχος, κεφάτος, μια ερμηνεία που ξεχωρίζει για την ικανότητά της να χρωματίζει λέξεις και φράσεις ...
Teresa Berganza / Cosi fan tutte:
Μπορεί η μεσόφωνος Τερέζα Μπεργκάνθα να διέπρεψε σε οπερατικούς ρόλους των Μότσαρτ, Ροσίνι και άλλων, όμως η "ισπανική" γεμάτη φλόγα χροιά της φωνής της την έχρισαν μοναδική ως ερμηνεύτρια παραδοσιακής ισπανικής μουσικής και τραγουδιών. Υπερασπίστηκε με πάθος την ισπανική μουσική, από τη θαρθουέλα ως τις συνθέσεις των Λόρκα, Γρανάδος ή ντε Φάγια.
Την απολαμβάνουμε σε μια "Sevillana" από τα "Δεκατρία Παλιά Ισπανικά Τραγούδια" του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.
"Γειά σου Σεβίλια, λένε οι Σεβιλλιάνες
και στην μαντίλια το όνομα σου κεντάνε
γειά σου Σεβίλια
Γειά σου Τριάνα, γειά σας οι Τριανέροι
αχ, την Τριάνα, γειά σας οι Σεβιλλιάνοι
κι οι Σεβιλλιάνες
Παντού το λέω, σ΄ολη τη Μακαρένα
χάρες σαν τις δικές σου, αλλού δε βρήκα
παντού το λέω
Πόσο μ΄ αρέσεις της Σεβίλιας ποτάμι
μες στα πράσινα δέντρα και στ΄ασπρα σπίτια
πόσο μ΄ αρέσεις"
Sevillanas, F.G. Lorca
Ερμηνελύει η Teresa Berganza, στην κιθάρα ο Narciso Yepes:
Η μέρα αποτελεί την ελάχιστη πράξη ηθικής ανταμοιβής στο έργο και την προσφορά των νοσηλευτών και η ημερομηνία επιλέχτηκε για να τιμήσει την εθελόντρια Florence Nightingale και ιδρύτρια της σύγχρονης νοσηλευτικής, καθώς είναι η ημέρα γενεθλίων της.
H Nightingale υπήρξε πρωτοποριακή στις απόψεις της, που υποστήριζαν ότι στην αποτελεσματική λειτουργία ενός Νοσοκομείου συμβάλλουν και άλλα πράγματα, όπως η αρχιτεκτονική και ο σωστός φωτισμός του, αλλά και η μουσική, που τυχόν επιλέγεται για την ακρόαση των ασθενών. Συγκεκριμένα, σχετικά με την επιρροή της μουσικής γράφει στις "Σημειώσεις Νοσηλευτικής" :
"Δεν έχει κανείς μιλήσει ή γράψει για την επίδραση της μουσικής σε κάποιον άρρωστο. Ωστόσο, θα υποστηρίξω μετά από παρατηρήσεις μου την άποψη αυτή. Θα υπογραμμίσω δε πως τα πνευστά και τα έγχορδα όργανα, συμπεριλαμβανομένης της ανθρώπινης φωνής, που έχουν τη δυνατότητα εκτέλεσης συνεχόμενων ήχων, θα είχαν ευεργετικό αποτέλεσμα.
Μια μελωδία, όπως εκείνη από το "Home, Sweet Home" ή το "Assisa a piè d'un salice", θα ηρεμούσε και θα ανακούφιζε τον ασθενή..."
(Florence Nightingale: "Notes on Nursing", 1898)
(Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως η Νάιτινγκέιλ θεωρούσε πως ο ήχος του πιανοφόρτε μεμονωμένος, δεν ήταν κατάλληλος για τη θεραπευτική αγωγή των ασθενών).
Σπουδαία προσωπικότητα και πρωτοπόρος η Νάιτινγκέιλ, ευφυής, δραστήρια και δυναμική με μια σπάνια για την εποχή της μόρφωση, πλούσια ψυχικά χαρίσματα και μια ισχυρή εσωτερική ώθηση προσφοράς...
μπορεί στις "Σημειώσεις" της να μην έχει εκτενείς αναφορές στην ευεργετική επίδραση της Μουσικής στην θεραπεία των αρρώστων, όμως και μόνο αυτή η μικρή σκέψη-αναφορά της μαρτυρά την παρατηρητικότητα που διέθετε, πέρα από την ευρηματικότητα και τον αλτρουισμό της φυσικά.
Είναι γνωστή ως η "Κυρία με τη λάμπα", καθώς κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου προσφέρθηκε να βοηθήσει εθελοντικά. Οργάνωσε την νοσηλευτική φροντίδα των Άγγλων μέσα σε άθλιες συνθήκες, ενώ κάθε βράδυ τριγυρνούσε και έκανε τακτικούς ελέγχους κρατώντας ένα φανάρι.
***
1. Το "Home, Sweet Home", που αναφέρει η Nightingale, είναι τραγούδι, τη μουσική του οποίου έγραψε ο άγγλος Sir Henry Bishop και αναφέρεται στο νόστιμον ήμαρ, στη λαχτάρα της επιστροφής στα πάτρια, στην ανάμνηση του πατρικού σπιτιού και των οικείων. Εχει χρησιμοποιηθεί από τον Ντονιτσέτι στην όπερά του "Anna Bolena", αλλά και άλλοι πάνω στη μελωδία του έχουν γράψει παραλλαγές ή φαντασίες, όπως οι Thalberg, Henry Wood, Al. Guilmant και Gottschalk.
Henry Bishop: "Home, Sweet Home", με τη Joan Sutherland:
2. Το "Assisa a piè d'un salice" είναι άρια από την όπερα "Οθέλλος", που συνέθεσε ο Ροσίνι το 1816. Γνωστή και ως "Το τραγούδι της ιτιάς - Willow Song" , τραγουδιέται από τη Δεισδαιμόνα σ'αυτόν τον κάπως διαφορετικό "Οθέλλο" καθως αποκλίνει ελαφρώς από το Σαιξπηρικό κείμενο, κλείνοντας με ευτυχή κατάληξη το σενάριο. Η άρια της Δεισδαιμόνας, η πιο μακροσκελής άρια απ'όλα τα μελοδράματα(η διάρκειά της αγγίζει τα δέκα λεπτά) δεν κουράζει αφού η μελωδική της γραμμή υπογραμμίζει τη μαγική, κατανυκτική ατμόσφαιρα!
Rossini: "Assisa a pie d'un salice", με τη Montserrat Caballe:
Salvador Dali : "Portrait of the Violoncellist Ricardo Pichot", 1920 (wiki)
Πολλοί τον χαρακτήρισαν παραδοξολόγο, μεγαλομανή, σκανδαλώδη, ως και παρανοϊκό!
Όμως, κανείς δεν αμφισβήτησε την καλλιτεχνική του μεγαλοφυία!
Κυρίες και κύριοι, ο σουρεαλιστής Σαλβαντόρ Νταλί υπήρξε εκκεντρική και ιδιόρρυθμη προσωπικότητα, από τις εντυπωσιακότερες φυσιογνωμίες της σύγχρονης τέχνης!
Γεννήθηκε στις 11 Μαϊου 1904 στο Φιγκέρες της Ισπανίας και σήμερα με αφορμή ένα πορτραίτο της εφηβείας του απολαμβάνουμε ισπανική μουσική γραμμένη από έναν σπουδαίο ρώσο καλλιτέχνη...
"Στη μέση της σάλας υπήρχε ένα πιάνο. Πιάνο με ουρά.
Ήταν τεράστιο κι αναδυόταν -θαρρείς- μέσα από βράχους θεόρατους...
Εκεί, αμούστακο αγόρι στο σπίτι των Pichot πρωτοάκουσα μουσικές στο φως του φεγγαριού.
Αυτός ήταν κι ο λόγος, που ζωγραφίζω πιάνα πάνω σε πέτρες ή καταμεσίς στην έρημο
ή δίπλα σε πανύψηλα κυπαρίσσια...
Δεν είναι ονειροπόληση, αλλά πράγματα που τα' χω δει και με εντυπωσίασαν"...
Αυτά δήλωνε ο Σαλβαντόρ Νταλί. Πρωτοείδε πιάνο με ουρά και τον εντυπωσίασε στο σπίτι της οικογένειας Pichot.
Ο ζωγράφος υποστήριζε πως από τους ανθρώπους που είχαν ασκήσει θετική επίδραση στην καλλιτεχνική διαμόρφωση και εξέλιξή του ήταν τα μέλη της οικογένειας Pichot. Ο Pepito Pichot, καρδιακός φίλος του πατέρα του Νταλί ήταν εξάλλου εκείνος, που τον παρότρυνε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική γιατί διέκρινε την ιδιαίτερη κλίση του. Πάντα ο Νταλί τον σύστηνε ως τον πρώτο του μέντορα.
Τα παιδιά του Πεπίτο ήταν εξαίρετοι μουσικοί. Ιδιαίτερα ταλαντούχος ήταν ο Ρικάρντο. Αυτό το αγόρι με το χαμηλωμένο, πάντοτε, βλέμμα έπαιζε τσέλο και είχε μαθητεύσει δίπλα στον Πάμπλο Καζάλς. Έφηβος ακόμα είχε βραβευτεί με το πρώτο βραβείο στο Ωδείο του Παρισιού για τις εκπληκτικές επιδόσεις του.
Ο Ισπανός ζωγράφος θαύμαζε την δημιουργική εμμονή του νεαρού τσελίστα. Τον εντυπωσίαζαν η άνευ προηγουμένου παρόρμησή του και η επιθυμία του για πειραματισμό.
Ο Ρικάρντο θύμιζε πολύ στον Νταλί τον εαυτό του. Ήταν και κείνος ιδιόρρυθμος και αρκετά εκκεντρικός... Ένας τσελίστας που με το ύφος και τις πράξεις του ασκούσε πάνω του απίστευτη γοητεία. Θυμάται, που κάποια φορά είχε χωθεί μες σε μια βάρκα με το τσέλο παραμάσχαλα. Ξανοίχτηκε στη θάλασσα κι άρχισε να παίζει κάτω από το φεγγαρόφωτο... Άλλη πάλι φορά, τόλμησε ο θεοπάλαβος να παίξει το τσέλο του για ένα κοπάδι γαλοπούλες...Και διατυμπάνιζε πως η απόλαυσή τους από την ακρόαση ήταν εμφανής από το ασταμάτητο γλουγλούρισμά τους...
Ίσως γι' αυτό ήταν ο Ρικάρντο, στον οποίο ζήτησε ο δεκαεξάχρονος Νταλί να τού ποζάρει για να τον ζωγραφίσει. Ήταν πρωτοφανής η οικειότητα, που τού έβγαζε ο ιδιόρρυθμος, ταλαντούχος τσελίστας...
Ο Ρικάρντο αποδέχτηκε την πρόσκληση του Νταλί να τον ζωγραφίσει. Με τον όρο, όμως, όση ώρα θα πόζαρε να μελετά βιολοντσέλο. Επί μία εβδομάδα το μοντέλο κάθε πρωί αμέσως όταν ξύπναγε στεκόταν μπρος στο παράθυρο της μεγάλης σάλας φορώντας τις τριανταφυλλί μεταξωτές πυτζάμες του παίζοντας τσέλο κι ο Σαλβαντόρ τον αποτύπωνε με κάθε λεπτομέρεια...
Ο Νταλί αναπολούσε συχνά αυτές τις στιγμές, που ο Ρικάρντο έπαιζε σπανιόλικες μελωδίες και του μιλούσε για τον Ρίμσκυ-Κόρσακωφ... Από κείνον έμαθε πως στα μοτίβα της μουσικής του ρώσου συνθέτη ανακαλύπτεις εύκολα μια χαμπανέρα ή ένα τσιγγάνικο σκοπό...
Ο Ρικάρντο τις μέρες, που ο ζωγράφος φιλοτεχνούσε το πορτρέτο του συνήθιζε να παίζει το "Capriccio espagnol, Op . 34" σε μεταγραφή για τσέλο. Γραμμένη το 1887, αυτή η πενταμερής ορχηστρική σύνθεση του Ρίμσκυ-Κόρσακωφ βασίζεται σε ισπανικές λαϊκές μελωδίες.
Ο Νταλί απόρησε για την πιστότητα με την οποία ένας μη Ισπανός δημιουργός είχε αποτυπώσει το σπανιόλικο ύφος της σύνθεσης...
"Μα, ο Κόρσακωφ υπήρξε αξιωματικός του Ναυτικού", τού εξήγησε ο Ρικάρντο. "Ταυτόχρονα όμως μελετούσε μουσική, παρακολουθούσε συναυλίες και όπερες, γοητευμένος ιδιαίτερα από τη μουσική του Γκλίνκα, που είχε επιβάλλει ως μόδα την ισπανική μουσική με τα έργα του", διευκρίνησε...
Ο νεαρός Νταλί ενθουσιαζόταν με όσα άκουγε και μάθαινε, αλλά δεν το έδειχνε... Ο Ρικάρντο έσυρε το δοξάρι του στις χορδές και για να καταλάβει ο ζωγράφος έπαιξε κάποια μοτίβα από τη "Jota aragonesa" και το "Μια νύχτα στη Μαδρίτη" του Γκλίνκα...
Του εξήγησε πως ο Κόρσακωφ -αν και βόρειος- παθιάστηκε με την μουσική της Ισπανίας τόσο, που για να μπορεί να μιμηθεί κάποια στιγμή τον μεγάλο δάσκαλο μελέτησε την πολύχρωμη ισπανική λαογραφία .
Κάποια στιγμή γυρνώντας με το πλοίο του από ένα ταξίδι στην Αμερική έπιασαν Ισπανικό λιμάνι. Ενθουσιασμένος ο νεαρός αξιωματικός προμηθεύτηκε λογής βιβλία ισπανικής λαογραφίας και παρτιτούρες παραδοσιακών ισπανικών τραγουδιών, απ' όπου εμπνεύστηκε μερικά από τα θέματά του για το "Ισπανικό Καπρίτσιο", που όλες αυτές τις μέρες έπαιζε ο Ρικάρντο όσο ο Νταλί γέμιζε τον καμβά με χρώματα...
Τα πέντε μέρη της αριστουργηματικής σύνθεσης που γοήτευσε τον Νταλί χωρίζονται σε δύο ενότητες, που περιλαμβάνουν τα πρώτα δύο και τα τρία τελευταία μέρη, αντίστοιχα:
I. Alborada-Τραγούδι τη Αυγής II. Variazzioni III. Alborada IV: Σκηνή και τραγούδι Τσιγγάνων, V: Fandango asturiano
Η Αλμποράδα είναι το ισπανικό πρωινό τραγούδι που κανονικά παίζεται από αυλό και ταμπόρ κάτω από τα παράθυρα μιας όμορφης σπανιόλας. Είναι ένα τραγούδι που ξυπνά και νεκρούς με τον ενθουσιασμό και την ηχηρότητά του. Αντί αυλού και ταμπόρ, ο Κόρσακωφ αναθέτει σε κλαρινέτο και μια ορχήστρα κρουστών το τραγούδι της αυγής.Το κλαρινέτο ηχεί πάνω από ένα εξαιρετικής γραφής πιτσικάτο εγχόρδων.
Κυρίως από τα λαμπρού ηχοχρώματος κόρνα αποδίδεται το τρυφερό ανδαλουσιάνικο θέμα πάνω στο οποίο είναι γραμμένες οι Παραλλαγές. Τα κόρνα ενισχύονται από τα ξύλινα και τα βελούδινα έγχορδα.
Η Αλμποράδα επιστρέφει, αυτή τη φορά στις τρομπέτες και την άρπα συνοδεία κλαρινέτου και κουδουνιών με μελωδικού εξωτισμού ποικίλματα γραφής.
Στη συνέχεια τα χάλκινα αποδίδουν την ομοφωνία της έναρξης των τσιγγάνικων σκηνών. Το βιολί σαγηνεύει με την αυτοσχεδιαστική του καντέντσα, ενώ ακούγεται μια σύντομη πλην ζωηρή, χορευτική φιγούρα από το φλάουτο και το κλαρινέτο.
Ο χορός που σιγά-σιγά εντείνεται σε ρυθμό, μεταπίπτει σ'ένα μεθυστικό φαντάνγκο με καστανιέτες. Ηχητικές νύξεις από την αρχική Αλμποράδα εμφανίζονται σε τύπο coda για το εκρηκτικό κλείσιμο...
Ο έφηβος Νταλί είχε ιδρώσει από το αέρινο, λεπτεπίλεπτο, μα συγχρόνως εκρηκτικό και αισθησιακό άκουσμα του "Capriccio espagnol"... Ενας ρώσος δημιουργός είχε καταφέρει με τα ισπανικής αυθεντικότητας θέματα και μια ενορχήστρωση πλούσια σε ηχοχρώματα να πλάσει την ατμόσφαιρα της χώρας, να μεταδώσει τον ηδονικό παλμό της, το ακαταμάχητο ταμπεραμέντο, τον απροκάλυπτο ερωτισμό της.
Ίσως γι' αυτό το ηδονικό και αισθησιακό ροδί να κάλυψε σαν πέπλο το σύνολο του πορτρέτου που τόση ώρα φιλοτεχνούσε...Παρότι πρωί, ήταν το χρώμα του δειλινού που τρύπωνε από το ανοιχτό παράθυρο παρέα με τις μεθυστικές μυρωδιές της ισπανικής γης...
Έπιασε τον καμβά στα χέρια και τον γύρισε προς τον Ρικάρντο, που ενώ είχε τελειώσει την ερμηνεία συνέχιζε να κοιτά χαμηλά. Του είπε: -Εξακολουθώ να ψάχνω και ενίοτε βρίσκω. Σ' αυτό το έργο μου ξεκουφαίνει ο Κόρσακωφ. Φωτίζεται η λατρεία γι' αυτό το ρώσο που μου σύστησες...
Ο ινδός ποιητής, Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ ασχολήθηκε με την ποίηση από πολύ μικρός, όπως επίσης ταλαντούχος ήταν στη ζωγραφική και τη μουσική. Ας θυμηθούμε πως εκτός από τους στίχους, ο Ταγκόρ έχει γράψει και τη μουσική του Εθνικού ύμνου της Ινδίας, που τιτλοφορείται:"Jana Gana Mana - Διαχειριστή του πεπρωμένου", πάνω σε βραχμανικό ύμνο, γραμμένου στα σανσκριτικά.
Ένας σπουδαίος ποιητής, φιλόσοφος και συνθέτης ο ινδός μυστικιστής, μετέφερε την ινδική κουλτούρα και παράδοση σε ολόκληρο τον κόσμο και έγινε φωνή της ινδικής κληρονομιάς. Ήταν ο πρώτος μη Ευρωπαίος που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1913 με το βιβλίο του "Gitanjali".
Ήταν ο μικρότερος γιος της οικογένειας και όπως και τα υπόλοιπα αδέρφια του δέχτηκε μουσική ανατροφή, καθώς ανήκε σε γένος λογίων και μουσικών. Μεγάλωσε ακούγοντας, μαθαίνοντας και εντρυφώντας στις παραδόσεις της ινδουστανικής κλασικής μουσικής. Από τα αγαπημένα παιχνίδια με τον αδερφό του ήταν εκείνος να συνθέτει αυτοσχέδιες μελωδίες στο πιάνο και ο Ταγκόρ να προσαρμόζει πάνω τους στίχους του σύμφωνα με τις ράγκα.
O Tαγκόρ παίζει και τραγουδά σε όπερα
"Η μουσική είναι η πιο αγνή μορφή τέχνης, εκείνη που γεμίζει το κενό ανάμεσα σε δύο ψυχές. Ο κόσμος μού μιλά με χρώματα, η ψυχή μου απαντά με μουσική.."
(Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ)
Στα τραγούδια του Ταγκόρ η μουσική συνυφαίνεται άρρηκτα με τον ποιητικό λόγο. Ο Ταγκόρ για να συνθέσει, "δανείστηκε" απ' όλες τις μουσικές μορφές που αγαπούσε κι έβρισκε ενδιαφέρουσες.
O νεαρός Ταγκόρ στο Λονδίνο
Όταν πρωτοταξίδεψε στην Αγγλία το 1878, εξοικειώθηκε με την αγγλική, ιρλανδική και σκωτσέζικη μουσική. Όπως δήλωνε: "δεν είχε βιώσει σε βάθος την ευρωπαϊκή μουσική, ωστόσο, τον προσέλκυσε έντονα ως ακροατή κι ένιωσε στη μουσική αυτή το ρομαντισμό, την ευαισθησία της και την έκφραση της διαφορετικότητας στη ζωή".
Πολλά από τα τραγούδια του Ταγκόρ επηρεάστηκαν από αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Ένα τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί το "Auld Lang Syne" του σκωτσέζου ποιητή, Robert Burns, που έχει καθιερωθεί να ερμηνεύεται την Πρωτοχρονιά, καθώς ο τίτλος σημαίνει: "Πολύ καιρό πριν" κατά το "Πάει ο παλιός ο χρόνος", με αναφορές στις παλιές φιλίες, από το οποίο ο Tαγκόρ διασκεύασε το τιτλοφορούμενο: "Purano Shei Diner Kotha-Μιλώντας για εκείνες τις παλιές εποχές". Χαρακτηριστικό είναι πως ο ινδός ποιητής δεν προσάρμοσε μόνο τη μελωδία πάνω στους ινδικούς στίχους, αλλά και την κεντρική ιδέα τους. Έτσι, και το ινδικό τραγούδι αναφέρεται στην ανάμνηση παλιών, αγαπημένων φίλων.
Σκοπός του Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ ήταν με τα κείμενά του να διδάξει την απλότητα της ζωής και την καλλιέργεια της εσωτερικής και πνευματικής ομορφιάς.
Λίγο πριν του απονεμηθεί το 1913, το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας μεταφράζει ο ίδιος στην αγγλική γλώσσα την πασίγνωστη σήμερα ποιητική συλλογή του "Gitanjali", που εκδίδεται με τον τίτλο: "Λυρικά αφιερώματα", πέντε ποιήματα από τα οποία μελοποίησε και ο συμπατριώτης μας Γιάννης Κωνσταντινίδης και έχω αναφερθεί σχετικά σε παλαιότερο κείμενο, που μπορείτε να διαβάστε εδώ.
Έξι ποιήματα από τη συλλογή του "Gitanjali" μελοποίησε ο αμερικανός, John Alden Carpenter (1876-1951). Πρόκειται για αξιολογότατο συνθέτη των ΗΠΑ, που ταξίδεψε στην Ευρώπη προκειμένου να εμπλουτίσει τις μουσικές γνώσεις του και μαθήτευσε στο πλευρό του Έντουαρντ Έλγκαρ.
Από τον κύκλο τραγουδιών του που έχει τον ίδιο τίτλο με την ποιητική συλλογή του Ταγκόρ θα ακούσουμε το: "The Sleep That Flits On Baby's Eyes" .
"-Ο ύπνος που γλαρώνει τα μάτια του μωρού
γνωρίζει κανείς από πού να' ρχεται ;
-Ναι, μια φήμη υπάρχει ότι το σπίτι του έχει
στο νεραϊδοχώρι· ανάμεσα σε σκιές του δάσους
αμυδρά φωτισμένες από πυγολαμπίδες
εκεί κρέμονται δύο άνθια αθωότητας.
Από κεί είναι που' ρχεται ο ύπνος
να γλαρώσει τα μάτια του μωρού"
(σε ελεύθερη απόδοση της γράφουσας)
Πρόκειται για γλυκύτατη, νανουριστική, ήπια σύνθεση, που πατά σε ήρεμη, μελωδική βάση, ομαλότατη ρυθμικά με διάχυτο λυρισμό και τρυφερότητα... Μια ηχητική πανδαισία διαποτισμένη συναισθήματα άδολης, λεπτής αγάπης. Οι στίχοι ευωδιάζουν νηφαλιότητα μοναδική και μια σπάνιας ποιότητας κρυφή μουσική, την οποία κάλεσαν το συνθέτη να ανακαλύψει...
"Gitanjali, The Sleep That Flits On Baby's Eyes" (Rabindranath Tagore - John Alden Carpenter)
Το πνεύμα του Ταγκόρ εμφανίζει ο Φίλιπ Γκλας στο δεύτερο μέρος της τριλογίας του που έχει τίτλο "Satyagraha". Σχετικό κείμενό μου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Το όνομά του στα ελληνικά ήταν Γεώργιος Καστριώτης, ή γνωστότερος ως Σκεντέρμπεης, εθνικός ήρωας των Αλβανών και μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της βαλκανικής ιστορίας.
Η μητέρα του ήταν Σέρβα αριστοκρατικής καταγωγής και ο πατέρας του για πολλούς ιστορικούς, ελληνικών ριζών. Το όνομα Σκεντέρμπεης του δόθηκε από το σουλτάνο που εκτιμώντας την ανδρεία του, τον παραλλήλισε με τον Μεγαλέξαντρο(Ισκεντέρ) και του έδωσε τον τίτλο του "Μπέη"(Ισκεντέρ Μπέης-Σκεντέρμπεης).
Αρχικά ήταν Χριστανός, όταν όμως σε μικρή ηλικία τον πήραν στον οθωμανικό στρατό, εξισλαμίσθηκε. Ατρόμητος και γενναίος, ο θρύλος λέει πως με μια σπαθιά μπορούσε να κόψει στα δυο τον αντίπαλό του ή να αποκεφαλίσει έναν μαινόμενο ταύρο. Ετσι έκαναν λόγο για σπαθί με "μαγικές ιδιότητες".
Θαυμαστός ήταν ο ζήλος του για τη διάσωση του αλβανικού έθνους. απέκρουσε ηρωικά τις τουρκικές εισβολές και αναγνωρίστηκε ως ηγέτης των αλβανικών φυλών.
Τρεις σουλτάνοι, ο Μουράτ, ο Μεχμέτ και ο Μωάμεθ ο Πορθητής, θα εκστρατεύσουν εναντίον του, αλλά θα αποτύχουν παταγωδώς.
Ο Σκεντέρμπεης με τα ανδραγαθήματά του προκάλεσε τον θαυμασμό των Ευρωπαίων, αλλά και καλλιτεχνών από τον οποίο εμπνεύστηκαν στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, αλλά και τη μουσική.
Ο Σκεντέρμπεης ήταν μια μορφή που εμφανίστηκε στην ελληνική λογοτεχνία του 19ου αι. όπου τον παρουσιάζουν ως υπερασπιστή του Χριστιανισμού και "περήφανο Ηπειρώτη", απόγονο του βασιλιά Πύρρου.
Πολύ ενδιαφέρον έχει απόσπασμα από τη "Βίβλο Βασιλειών" του Δαπόντε:
Πορτρέτο του Σκεντέρμπεη φιλοτεχνημένο από τον Ρέμπραντ
MOYΣΙΚΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ
Το 1718 ο Antonio Vivaldi θα συνθέσει ένα μουσικόδραμα σε τρεις πράξεις σε ιταλικό λιμπρέτο του Antonio Salvi με φόντο τη ζωή και τις ηρωικές αναμετρήσεις του Αλβανού ήρωα του 15ου αι., Σκεντέρμπεη. Η ρομαντική όπερα με πλοκή απαραίτητα διανθισμένη και με το ερωτικό στοιχείο θα ενθουσιάσει το κοινό. Ο κοκκινοχαίτης ιερέας ξετυλίγει μια ιστορία αγάπης του Αλβανού ήρωα και της μελλοντικής συζύγου του, Ντονίκα Αριανίτη που όμως ποθεί και ο σουλτάνος Μουράτ. Πολλές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που το ζευγάρι θα πρέπει να υπερπηδήσει, όμως τελικά τα καταφέρνουν και η όπερα κλείνει με αίσιο τέλος.
Το μεγαλείο της Βιβαλντικής όπερας ενισχύεται από το γεγονός ότι παρουσιάστηκε με την ευκαιρία των εγκαινίων του διάσημου Teatro de la Pergola στη Φλωρεντία το 1718.Μεγάλο μέρος της όπερας χάθηκε γι' αυτό συμπληρώθηκε από τον Francesco Venerucci. Είναι η όπερα που επιλέχθηκε να παρουσιαστεί το 2012 με αφορμή τα 100 χρόνια από την ανεξαρτησία της Αλβανίας.
Vivaldi: "Skenderbeu":
Δυο δεκαετίες αργότερα, το ταλαντούχο δίδυμο των Γάλλων συνθετών, Françoise Rebel και Françoise Francoeur (μουσικοί διευθυντές της Όπερας του Παρισιού) θα συνθέσει την όπερα "Scanderbeg", ένα είδος μουσικής τραγωδίας σε 5 πράξεις με πρόλογο και σε παρόμοια υπόθεση με κείνη του Βιβάλντι. Η όπερα αναθεωρημένη παρουσιάστηκε και το 1763 στο Βασιλικό Θέατρο στο Φονταινεμπλώ παρουσία του Λουδοβίκου XV και της φιλόμουσης πολωνής συζύγου του, Μαρία Λεστσύνσκα. Η παράσταση ενθουσίασε το φιλότεχνο βασιλικό ζεύγος, που συνεχάρη προσωπικά τους συντελεστές γεμίζοντάς τους δώρα.
Ακούμε την Ουβερτούρα:
Το 1968 κάνει πρεμιέρα η όπερα του σπουδαίου Αλβανού συνθέτη κλασικής μουσικής, Prenkë Jakova με τίτλο: "Gjergj Kastrioti Skënderbeu-Γεώργιος Καστριώτης Σκεντέρμπεης" για την 500ή επέτειο από το θάνατο του ήρωα. Το παρασκήνιο αναφέρει πως η παραγγελία έγινε από τον ίδιο το Χότζα με το συνθέτη να απαντά: "οι όπερες δεν είναι καρβέλια ψωμί να μπαίνουν στο φούρνο ανά πάσα στιγμή". Ο Χότζα γέλασε και διαβεβαίωσε τον Jakova ότι θα δούλευε χωρίς παρεμβάσεις και λογοκρισία.. Ο Jakova μετά λίγους μήνες και δουλεύοντας νυχθημερόν έδωσε το οπερατικό αποτέλεσμα που όταν στάλθηκε στα Τίρανα για έγκριση, του ζητήθηκε να αναθεωρήσει πολλά μέρη της. Ο συνθέτης αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ο Χότζα κράτησε την υπόσχεσή του και δέχτηκε. Η παράσταση έκλεψε εντυπώσεις, καταχειροκροτήθηκε κι έλαβε συγχαρητήρια από κριτικούς και τον ίδιο το Χότζα. Σήμερα θεωρείται από τα σπουδαιότερα έργα Αλβανικής μουσικής δημιουργίας του είδους.
Θα ακούσουμε το "Χορωδιακό των Πολεμιστών" και την επιβλητική "Άρια του Σκεντέρμπεη":
Οι "Fanfares for the Uncommon Woman" είναι μια σύνθεση αποτελούμενη από έξι σύντομης διάρκειας μέρη της πολυβραβευμένης αμερικανίδας, Joan Tower η μουσική της οποίας, πολύχρωμη, τολμηρή και γεμάτη ενέργεια έχει επαινεθεί επανειλημμένως.
Διαβάζοντας τον τίτλο, η σκέψη κάθε φιλόμουσου θα οδηγηθεί ακαριαία στη σύνθεση του Άαρον Κόπλαντ: "Fanfare for the Common Man".
Και όντως...Η συνθέτις εμπνεύστηκε τη δημιουργία της ως απάντηση σε κείνη τη σύνθεση του Κόπλαντ και μοιάζουν αρκετά ως προς την ενορχήστρωση, μόνο που στη σύνθεση της Τάουερ προστίθενται περισσότερα, συνηθισμένα ή μη, κρουστά.
"ήταν τις δεκαετίες του '70, με την άνθιση του φεμινιστικού κινήματος, που το γυναικείο φύλο επικρίνονταν...Πολύ μεγάλο ποσοστό των ανδροκρατούμενων κοινωνιών υποστήριζαν στερεοτυπικές απόψεις ότι οι γυναίκες δεν είχαν αρκετή δύναμη ή εισόδημα...Αυτό με έτρωγε για χρόνια... Συγκυριακά κάποια χρόνια αργότερα η Συμφωνική του Χιούστον μου ζήτησε να γράψω μια φανφάρα... Η μοναδική φανφάρα που ήξερα, ήταν η "Fanfare for the Common Man" του Κόπλαντ, και ο τίτλος με ενοχλούσε πολύ. "Φανφάρα για τον κοινό άνθρωπο;"... Μου ακουγόταν πολύ ελιτίστικο. Έτσι, έπρεπε να "αντισταθώ" και προέκυψε η "ασυνήθιστη γυναίκα" η γυναίκα που ρισκάρει, που εκτίθεται με όποιο κόστος".
Η Τάουερ χρειάστηκε σχεδόν 3 δεκαετίες για να ολοκληρώσει το έργο, με την πρώτη φανφάρα να γράφεται το 1987 και την έκτη το 2016.
Οι έξι φανφάρες αποτελούν φόρο τιμής σε κάθε γυναίκα που τολμά, επιμένει, παίρνει ρίσκα και προχωρά στο στόχο της παραμερίζοντας τους κινδύνους...
Η Τάουερ αφιέρωσε κάθε φανφάρα σε μια εμπνευσμένη και χαρισματική προσωπικότητα της τέχνης, όπως τις μαέστρες , Marin Alsop και JoAnn Falletta, την δ/ντρια συμφωνικής και συναυλιακής μουσικής του ASCAP, Frances Richard, την Joan Briccetti υπεύθυνη της Συμφωνικής του St. Louis κλπ..
Carnegie Hall
Προτείνω να ακούσουμε την Τρίτη Φανφάρα -ανάθεση από το Carnegie Hall για να εκτελεστεί ανήμερα στην 100στή γενέθλια επέτειο από την ίδρυσή του.
Ο Νεουορκέζικος Ναός της Μουσικής άνοιξε τις πύλες του, 5 Μαΐου 1891, με μια μεγαλειώδη συναυλία, κατά την οποία παρευρέθηκε και ο ίδιος ο Τσαϊκόφσκυ, διευθύνοντας.
Ο ρώσος συνθέτης εγκωμίασε το Kάρνεγκι Χολ, που φημιζόταν για την άψογη ακουστική του, χαρακτηρίζοντας την αίθουσα ένα "Θαύμα"!
5 Μαΐου του 1991, εκατό χρόνια από την ίδρυση του Κάρνεγκι και με τον Zubin Mehta στο πόντιουμ κάνει πρεμιέρα η διαισθητικής προσέγγισης και δυναμισμού φανφάρα της Joan Tower, συναυλία η οποία βιντεοσκοπήθηκε και θα απολαύσουμε ευθύς.
Τα κόρνα παίζοντας ένα κατιόν διάστημα αναγγέλουν την έναρξη της φανφάρας, ζητώντας την προσοχή μας. Υποβλητική ατμόσφαιρα, προετοιμάζει ηχητικά την είσοδο των τρομπετών που το ηχόχρωμά τους είναι το πλέον κατάλληλο για τον απαιτούμενο ενθουσιαστικό, εορταστικό τόνο. Η ανάλαφρη, λυρική μελωδία ηχεί με ηπιότητα, και συνεχίζει πληθωρικά σε δυναμική έξαρση με τα υπόλοιπα αστραφτερού ηχοχρώματος χάλκινα να πλαισιώνουν μοναδικά, ενισχύοντας την δύναμη και τον όγκο της ορχήστρας. Το θριαμβικό παραλήρημα δίνει τη σκυτάλη σε μια ήρεμη, αργή coda για το κλείσιμο.
Joan Tower: "Fanfares for the Uncommon Woman, Μov. III for Carnegie Hall":
Τη μνήμη του Αγίου Φλωριανού γιορτάζει η Εκκλησία μας, σήμερα, 4 Μαΐου.
"Άγιος Φλωριανός", Francesco del Cossa
O Φλωριανός υπηρέτησε ως αξιωματούχος του Ρωμαϊκού στρατού, στα χρόνια του Διοκλητιανού.
Ήταν υπεύθυνος για το Πυροσβεστικό Σώμα, οργάνωσε και εκπαίδευσε μια επίλεκτη στρατιωτική ομάδα με αποκλειστικό καθήκον την καταπολέμηση των πυρκαγιών, γι’ αυτό θεωρείται κι ο "Προστάτης των Πυροσβεστών".
Ασπάστηκε το Χριστιανισμό, βασανίστηκε σκληρά για την πίστη του, ώσπου τέλος οι διώκτες του τον έριξαν στο Δούναβη αφού πρώτα τού είχαν δέσει μια πέτρα στο λαιμό. Έτσι τέλειωσε η ζωή του. Μετά το μαρτύριό του ανακηρύχτηκε ένας από τους προστάτες Αγίους της Αυστρίας.
Το οδυνηρό τέλος του απεικονίζει στο θαυμάσιο εικαστικό του ο γερμανός, Άλμπρεχτ Άλτντορφερ, βασικός εκπρόσωπος της Σχολής του Δούναβη, που βλέπετε παραπάνω. Το έργο μαρτυρά την ιδιαίτερη αγάπη του καλλιτέχνη για τα θρησκευτικά θέματα που φιλοτεχνήθηκαν σε έντονο, εξπρεσιονιστικό ύφος.
Πάνω στην ξύλινη γέφυρα του Δούναβη ο Φλωριανός γυμνός, με τη μυλόπετρα δεμένη από τους βασανιστές του στο λαιμό και με βαθιά πίστη στον Κύριο περιμένει καρτερικά το τέλος της γήινης ζωής του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιθυμία του ζωγράφου της ανάδειξης ατμοσφαιρικών τοπίων μέσα στα οποία εντάσσεται το θέμα του. Έτσι, εδώ η φύση απεικονίζεται μυστηριώδης, παγερή, μη θέλοντας να συμμετάσχει στο μαρτύριο που υποβάλλεται ο Χριστιανός αξιωματούχος Φλωριάν. Τα νερά εμφανίζονται σε ψυχρές αποχρώσεις λευκού και γκρίζου σχεδόν στάσιμα και οι βραχώδεις ακτές κάνουν το τοπίο να μοιάζει απόμακρο...Περίτεχνη είναι η χρήση του φωτός από τον Άλτντορφερ, αποσυνθέτοντας το περίγραμμα των αντικειμένων, που δημιουργεί αίσθηση μυστηρίου...
Δημοφιλέστατη και περίφημη είναι η 2η Συμφωνία του Ρώσου Άλφρεντ Σνίτκε, που φέρει τον υπότιτλο "St. Florian", αφού η έμπνευση ήρθε μετά την επίσκεψη του συνθέτη στο Μοναστήρι Αυγουστίνων, όπου είναι θαμμένος ο Άγιος Φλωριανός. Σχετικά έχω αναφερθεί στο παρελθόν και μπορείτε να διαβάσετεεδώ.
Σήμερα προτείνω τη σύνθεση του Thomas Doss, ενός σύγχρονου κλασικού αυστριακού συνθέτη, γεννημένου στο Λιντς. Προερχόμενος από μουσική οικογένεια (και οι δύο γονείς ήταν μέλη της τοπικής συμφωνικής ορχήστρας) έδειξε από πολύ νωρίς τη μουσική του κλίση και ξεκίνησε μαθήματα μουσικής με έμφαση στο τρομπόνι, το πιάνο, τη σύνθεση και τη διεύθυνση ορχήστρας. Σπούδασε στο Ωδείο Bruckner στο Λιντς, στο Ινστιτούτο Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, το Mozarteum στο Σάλτσμπουργκ και μεγάλα ιδρύματα των ΗΠΑ. Ακολούθησαν βραβεύσεις και θέσεις μαέστρου, δασκάλου και καθοδηγητή σε μεγάλες ορχήστρες. Το πάθος του για τα σύνολα πνευστών όμως, έδωσε υπέροχες και ευφάνταστες συνθετικές εμπνεύσεις του, ανάμεσά τους και το "Χορικό για τον Άγιο Φλωριανό", καθώς είναι ο Άγιος-προστάτης του Λιντς, γενέτειρας του Ντος. Γράφτηκε το 1998 για την Bruckner Sinfonie Orchestra της πόλης.
Καθώς ο μέγας Μπρούκνερ εργάστηκε και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φλωριάν, η σύνθεση του Ντος αποτελεί το σεμνό και ειλικρινέστατο φόρο τιμής του συνθέτη σε αυτόν τον μεγάλο δάσκαλο, του οποίου η μουσική επηρέασε και διαμόρφωσε τη συνθετική γραφή του. Ενα εντυπωσιακό χορικό-τιμητικό αφιέρωμα στον Άγιο Φλωριανό και τον συμπατριώτη και πρότυπό του, Άντον Μπρούκνερ.
Tο Μοναστήρι St. Florian στο Λιντς, όπου και ο τάφος του Αγίου
Στην έναρξη της σύνθεσης ηχεί γαλήνια το απέριττο μοτίβο που αναδύεται ομιχλώδες από τα ξύλινα πνευστά. Η μεγάλη εσωτερική δύναμη που διαθέτει, αναδεικνύεται όταν ακούγεται στη συνέχεια από το σύνολο της ορχήστρας μια παραλλαγμένη επανάληψη του θέματος. Τα χάλκινα δίνουν αστραφτερή ηχητική όψη στο ακρόαμα, που ξετυλίγεται με αρμονικά και υφολογικά συμφραζόμενα αντιθετικών μεταξύ τους τμημάτων. Διακριτικά ξεσπάσματα από τα χάλκινα εναλλάσσονται με μελωδικά μοτίβα γλυκιάς εσωστρέφειας των ξύλινων πνευστών... Μεγαλοπρεπές, υποβλητικό και βαθιά εκφραστικό έργο, χωρίς όμως μυστικοπαθή διάθεση, αγαλλιαστικής και ευφρόσυνης χροιάς, οδηγείται μέσα από μια ήπια ορχηστρική κλιμάκωση σε εκθαμβωτική αποθέωση του εναρκτήριου μοτίβου. Μια μουσική κατάθεση "ομολογίας πίστεως", που συνταιριάζεται -θα έλεγε κανείς- με τη βαθιά θρησκευτική πίστη του εμπνευστή της σύνθεσης, Μπρούκνερ, αλλά και την καρτερική στάση του Αγίου που μαρτύρησε για την πίστη του, οδηγήθηκε στο θάνατο, όταν τον έριξαν στο Δούναβη αφού πρώτα τού έδεσαν μια μυλόπετρα στο λαιμό, κλείνοντας έτσι την ιστορία του επί γης, για να ανοίξει όμως η αιωνιότητα, η χαρμόσυνη διαρκής σχέση με το Θείο στη Βασιλεία των Ουρανών...
Σήμερα η μουσική πλάθει την πιο εκλεπτυσμένη γυναικεία φιγούρα!!
O Πυγμαλίων θαυμάζει το δημιούργημά του" Jean Raoux, 1717
O νεαρός γλύπτης του 5ου π.Χ αι., Πυγμαλίων φιλοτεχνεί την ιδανική γυναίκα! Ετσι, δημιουργεί ένα γλυπτό, που όμοιό του δεν έχει συλλάβει η τέχνη! Τόσο εκπληκτική ήταν η δημιουργία του, που την ερωτεύτηκε παθιασμένα και ζητά από τη θεά Αφροδίτη να της δώσει ζωή!
Ο μύθος του Πυγμαλίωνα ανήκει στους μύθους που δίνουν την αφορμή να συζητείται το θέμα αν η τέχνη είναι μίμηση της πραγματικότητας και της φύσης, αν η τέχνη έχει αξία ως μίμηση... Θέτει το ερώτημα για τη σχέση του καλλιτέχνη με το δημιούργημά του, της ανωτερότητας δηλαδή του ιδεατού έναντι του πραγματικού και το αντίστροφο.
Ο γνωστός μύθος από τις Mεταμορφώσεις του Οβίδιου αποτυπώνεται μουσικά στο ομώνυμο μπαλέτο από τον Ζαν Φιλίπ Ραμώ, η μεγαλόπρεπη ουβερτούρα του οποίου θα μας κρατήσει αυτή τη φωτεινή μέρα συντροφιά...
Rameau: "Pygmalion - Overture":
Το έργο θεωρείται από τα καλύτερα μονόπρακτα του Ραμώ, παρόλο το σύντομο χρόνο σύνθεσής του, μόλις οκτώ ημέρες!
Ήταν το 1720 όταν ο Ραμώ εγκαταστάθηκε στο Παρίσι ως αρχιμουσικός στην ιδιωτική ορχήστρα του φιλότεχνου πλούσιου πάτρονά του Alexandre Jean Joseph Le Riche de la Pouplinière, στην έπαυλη του οποίου συναναστρεφόταν προσωπικότητες του κύκλου του αριστοκράτη αφεντικού του, όπως ο Βολταίρος και ο Ρουσσώ. Οι διάσημοι θαμώνες απολάμβαναν τη μουσική και την παρέα του, παρότι ήταν δύσκολος χαρακτήρας, φωνακλάς, ευέξαπτος και κάποιες φορές αγενής. Όμως η μουσική του αποτέλεσε το "διαβατήριό" του στους κύκλους ευγενών, αναπληρώνοντας την όποια έλλειψή του σε καλούς τρόπους.
Ήταν στο αρχοντικό του Πουπλινιαίρ, που ο Ραμώ γνώρισε τον ερασιτέχνη ποιητή Ballot de Sauvot, στον οποίο ο συνθέτης εμπιστεύτηκε το λιμπρέτο του "Πυγμαλίωνα". Οι δυο τους προσάρμοσαν την ιστορία του Οβίδιου, με τον Ραμώ να προτείνει κάποιες αλλαγές, όπως την προσθήκη νέων ρόλων, ανάμεσά τους την Κηφισία, ερωτευμένη με τον γλύπτη, αλλά και τον φτερωτό θεό Έρωτα. Το καστ, εκτός του Πυγμαλίωνα και του αγάλματος(από πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς έχει ονομαστεί Γαλάτεια) συμπληρώθηκε επίσης από πολυμελές μπαλέτο και χορωδούς.
Μετά τη μεγαλόπρεπη ουβερτούρα, η αυλαία ανοίγει κι εμφανίζεται θλιμμένος ο Πυγμαλίων καθώς έχει ερωτευτεί ένα άψυχο πλάσμα, που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον έρωτά του. Ερμηνεύει μια συγκινητικότατη άρια με αναφορά στη "Fatal Amour" που διακρίνεται για τη λεπταίσθητη ενορχήστρωσή της, μια μελωδία εξαιρετικά τρυφερή με χαρακτήρα ελεγειακό - παρηγορητικό.
Rameau: "Pygmalion's aria - Fatal Amour":
"Μοιραία αγάπη, σκληρέ κατακτητή πόσα επέλεξες αγκάθια να μου τρυπήσεις την καρδιά..."
Στην υπόθεση, το άγαλμα που σμίλευσε ο Πυγμαλίων ζωντανεύει μαγικά κι αρχίζει να κινείται. Χορεύει και τραγουδά, όταν φτάνει ο Έρως και εντυπωσιασμένος με το γλυπτό επαινεί τον Πυγμαλίωνα για το ύψιστο ταλέντο και την καλλιτεχνία του. Εκείνος του απαντά πως ήταν η πίστη του στη δύναμη του θεού Έρωτα που τού εδωσαν την έμπνευση και το χάρισμα. Ακολουθούν εορταστικοί χοροί, η χορωδία υμνεί τη δύναμη της αγάπης και στο ρυθμικό θριαμβευτικό φινάλε ο Πυγμαλίων πλέκει το εγκώμιο του έρωτα αποδεχόμενος την κυριαρχία του επί της ανθρώπινης ύπαρξης σε μια ελκυστική και γεμάτη χάρη, αριέττα.
Rameau: "Pygmalion - Règne, Amour"
"Κυριάρχησε, Έρωτα, κάνε τις φλόγες σου να λάμψουν,
τα βέλη σου εκτόξευσε στις καρδιές μας.
Σε καρδιές που υποκλίνονται στους νόμους σου,
άδειασε τη φαρέτρα σου.
Μας δίνεις, γοητευτικέ θεέ, την πιο ευτυχισμένη μοίρα.
από σένα κρατώ εκείνο που ευφραίνει την ψυχή μου,
είναι δημιούργημα αγάπης, που αναπνέει κι έχει ζωή
από τις φλόγες της θεϊκής σου δάδας" (απόδοση δική μου)
Για την πρώτη όπερα του Ντονιτσέτι, βασισμένη επίσης στο μύθο του "Πυγμαλίονα" μπορείτε να διαβάσετε παλαιότερο άρθρο, εδώ.
Σήμερα φαίνεται αφύσικο, αστείο, ακόμη και γελοίο ως στοιχείο αμφίεσης για τον άνδρα(παρότι ακούγεται ρατσιστικό), όμως στην εποχή του Γιόζεφ Χάυντν και σύμφωνα με τις επικρατούσες αντιλήψεις, η λευκή περούκα με τις πλαϊνές μπούκλες ήταν εκείνη που "έκανε" τον άνδρα και τού πρόσθετε σε αρρενωπότητα, κομψότητα και στυλ. Η περούκα, εκτός από το ότι έκρυβε την ανεπιθύμητη φαλάκρα, ήταν και σύμβολο αριστοκρατικής θέσης.
Έτσι, ο Γιόζεφ Χάυντν προμηθευόταν τις περούκες του από το καλύτερο κομμωτήριο της πόλης, εκείνο του Γιόχαν Πέτερ Κέλερ στο κέντρο της Βιέννης.
Σύντομα άρχισε να παραδίδει μαθήματα πιάνου στην κόρη του Κέλερ, Άννα Μαρία. Στο σπίτι των Κέλερ γνώρισε τη μικρότερη αδελφή της, την Τερέζα, για την οποία σκίρτησε ερωτικά. Ο Χάυντν ήταν έτοιμος να τη ζητήσει σε γάμο, όταν η κοπέλα αποφάσισε πως θα αφιερωνόταν στο Θεό.
Έτσι, ο Χάυντν, που από τη μια κουβαλούσε ένα σύνδρομο κατωτερότητας, καθώς θεωρούσε ότι ήταν άσχημος και κακοφτιαγμένος, και από την άλλη νοιώθοντας υποχρέωση προς τον πατέρα Κέλερ που φρόντιζε όσο καλύτερα μπορούσε την κώμη και γενικά την εμφάνισή του, αποφάσισε να ζητήσει το χέρι της Άννας-Μαρίας.
Ο γάμος όμως αποδείχθηκε αταίριαστος και προβληματικός. Η γυναίκα του αδιαφορούσε για τη μουσική του συζύγου της. Είχε αυταρχικό χαρακτήρα, ήταν ψυχρή, μεγαλομανής, αγαπούσε τη μεγάλη ζωή, και είχε ακριβά γούστα. Απαιτούσε ακριβά κοσμήματα και ρούχα από τον Χάυντν, ο οποίος αναγκαζόταν να δανείζεται για να τής τα παρέχει. Δεν ευλογήθηκαν και με ένα παιδί, έτσι μη αντέχοντας τα καμώματά της "έβρισκε παρηγοριά" στην αγκαλιά εφήμερων ερωμένων...
Απ' όλους τους δεσμούς του, περισσότερο πολύχρονος ήταν εκείνος με τη νεαρή ιταλίδα Λουίτζα Πολτσέλι, μια σοπράνο παντρεμένη με συμπατριώτη της βιολονίστα. Το ζευγάρι ήρθε στο Παλάτι των Εστερχάζυ που υπηρετούσε ο συνθέτης, το 1779. Η Λουίτζα ήταν τότε 19 χρόνων και είχε ένα δίχρονο αγοράκι. Οι κακές γλώσσες λένε πως δεν άργησε να σχετιστεί ερωτικά με το μαέστρο Χάυντν. Μάλιστα, αργότερα, όταν απέκτησε κι έναν ακόμη γιο, οι φήμες οργίαζαν ότι ήταν καρπός του έρωτά της με τον Χάυντν, που φαίνεται να έδειχνε ιδιαίτερη αδυναμία στο μικρό αγόρι. Ο σύζυγος της Λουίτζα είχε προσβληθεί από φυματίωση κι έτσι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει όπως απαιτείτο στα καθήκοντα του στην ορχήστρα της Αυλής του φιλόμουσου κόμη. Επιπροσθέτως επειδή οι φωνητικές ικανότητες της Λουίτζα ήταν μέτριες, ο Χάυντν αναγκαζόταν να μεταγράφει πολλές από τις άριες που θα τραγουδούσε στα μέτρα της, χωρίς φιοριτούρες, δεξιοτεχνικά περάσματα, και φωνητικό εύρος. Καθώς ο κόμης Εστερχάζυ γνώριζε καλά από φωνές υψηλής ποιότητας, κατάλαβε τη μετριότητα της Λουίτζα, όπως και την ασυνέπεια του συζύγου της κι αποφάσισε να τούς απολύσει. Τότε ήταν που για χάρη της ερωμένης, μεσολάβησε ο Χάυντν.
Όπως αναφέρθηκε, ο συνθέτης προσάρμοζε τις άριες που προορίζονταν για τη Λουίτζα, πάνω στη φωνή της τραγουδίστριας-ερωμένης του. Λέγεται ότι από τις τόσες όπερες που έγραψε στο Παλάτι του Ούγγρου πρίγκηπα, σε μόνο μία ανέθεσε ρόλο στην Πολτζέλι. Ήταν ο ρόλος της Σύλβια στην όπερα "Το ακατοίκητο νησί", σε λιμπρέτο του Μεταστάζιο. Παρουσιάστηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την ονομαστική γιορτή του πρίγκηπα Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου του 1779.
Η υπόθεση διαδραματίζεται σε ένα έρημο νησί, όπου εκεί ζουν απ' όταν ναυάγησε το πλοίο τους εδώ και μια δεκαετία, δυο αδερφές, η Κωνστάντζα και η μικρότερη Σύλβια.
Το σύζυγο της πρώτης με τον σύντροφό του, απήγαγαν πειρατές. Η Κωνστάντζα είναι απεγνωσμένη. Οι δυο άνδρες και μετά από πολλές κακουχίες καταφέρνουν τελικά να αποδράσουν. Αναζητούν και ξαναβρίσκουν τις κοπέλες, με την όπερα να ολοκληρώνεται με ευχάριστη κατάληξη.
Το έργο θριάμβευσε, με την Εισαγωγή να βρίσκει μεγάλη απήχηση, γι' αυτό μέχρι σήμερα εκτελείται συχνά ως αυτόνομη σύνθεση. Το αντιθετικό ύφος της είναι εκείνο που τη χαρακτηρίζει και σαγήνευσε τους ακροατές, καθώς ο συνθέτης επιστρατεύει απρόσμενες αρμονικές μετατροπίες για να τονίσει δραματικές καταστάσεις, τις οποίες όμως παντρεύει ευφάνταστα με ανάλαφρα και χαριτωμένα, μοτίβα.
Αρμονίες και μοτίβα, που ακούγονται και στις άριες της όπερας αργότερα, υπογραμμίζοντας την άμεση σχέση της εισαγωγής με το περιεχόμενο, στοιχείο καινοτόμο στην εποχή του Χάυντν, αφού αυτή η φόρμα υιοθετήθηκε στις όπερες του Γκλουκ.
Συνθετική γραφή και ενορχήστρωση της εισαγωγής,που εντάσσεται στο ιδεολογικό ρεύμα "Θύελλα και ορμή", υποδηλώνουν την τρικυμία που έριξε στο "έρημο νησί" τους πρωταγωνιστές της όπερας.
Ακούμε από την 6η Σκηνή την Άρια της Σύλβια, ρόλου που υποδύθηκε η ερωμένη Λουίτζα, όταν ανάστατη αρχικά παρακολουθεί κρυφά τους δυο άγνωστους άντρες, που στην ουσία είναι ο σύζυγος της αδερφής της με τον πιστό φίλο του. Την έλκει ο νεαρός και την κάνει να απορεί η αμφίεση του γαμπρού της, που είναι τυλιγμένος με υφάσματα, ντυμένος -στα δικά της μάτια- σαν γυναίκα... Τής μοιάζει γελοίος, όπως για κάποιους φαντάζει παράταιρη στο ισχυρό φύλο η μακριά λευκή περούκα που "έκανε" τον άνδρα ελκυστικότερο και με στυλ, στα χρόνια του αγαπητού Χάυντν...
L'isola disabitata, Silvia's aria "Fra un dolce deliro":
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη γενέθλια επέτειο του Γιόζεφ Χάυντν. Σήμερα συμπληρώνονται 290 χρόνια από τη γέννησή του στο Ρόραου της Αυστρίας στις 31 Μαρτίου 1732. Ο Χάυντν υπήρξε από τους σημαντικότερους συνθέτες της κλασικής εποχής, ανήκει στη Σχολή της Βιέννης μαζί με τους Μότσαρτ, Μπετόβεν και Σούμπερτ και θεωρείται ο "πατέρας" της συμφωνίας και του κουαρτέτου.