"Η αμαρτωλή γυναίκα αλείφει με μύρο τα πόδια του Ιησού" λεπτομέρεια, Jacob Beschey
Το Τροπάριο της Κασσιανής με την έντονη δραματικότητά του μιλά στην ευαίσθητη ψυχή όλων.
Ουδείς αναμάρτητος και ο αγώνας συνεχής για την εξιλέωση.
Μια υπαρξιακή τοποθέτηση, οι στίχοι της ευσεβούς, λόγιας ποιήτριας του Βυζαντίου, μια εκ βαθέων συγκλονιστική εξομολόγηση...
"Κύριε, η γυναίκα που έπεσε, σε τόσες αµαρτίες,
σαν άκουσε, σαν ένοιωσε τη θεϊκή σου Χάρη
σαν µυροφόρας ένδυµα, στα κλάµατα πνιγµένη
µύρα προ του θανάτου Σου,εντάφια σου φέρνει,
και ωιµέ, στενάζει, κλαίει και θρηνεί
πολλή µε δέρνει νύχτα
ασέληνη και σκοτεινή έρως της αµαρτίας
νύχτα που φλέγει και κεντά πόθους ακολασίας.
Δέξου Χριστέ, τα δάκρυα τα πύρινα που χύνω
Συ, που στα σύννεφα τραβάς της θάλασσας το κύµα.
Γύρισε την συµπόνια Σου, στους στεναγµούς µου,
Συ πώγυρες τους ουρανούς στην θεία γέννησή Σου.
Τα πόδια σου τα άγια, άφησε να φιλήσω
και να σκουπίσω άφησε µε τα ξανθά µαλλιά µου
Τα πόδια, που σαν άκουσε τον κρότο τους η Εύα
το δειλινό µεσ” στην Εδέµ κρύφθηκε από φόβο.
Τις τόσες αµαρτίες µου και τη βαθιά Σου κρίση
ποιος να µετρήσει ηµπορεί Χριστέ µου, ψυχοσώστη
Μη µε αφήνεις έρηµη και ταπεινή σου δούλη Σου,
όπου έχεις, ως Θεός άπειρη καλοσύνη".
("Τροπάριον της Κασσιανής", απόδοση από τον Κωστή Παλαμά)
Η Κασσιανή έγραψε το Τροπάριο στο μοναστήρι, όπου κατέφυγε μετά το γνωστό περιστατικό με τον αυτοκράτορα, Θεόφιλο. Εκεί στο ήρεμο και υποβλητικό περιβάλλον ξεδίπλωσε το καλλιτεχνικό της ταλέντο, που σε συνδυασμό με τη βαθιά πίστη και το απαράμιλλο θρησκευτικό της συναίσθημα έγραψε υμνωδίες και τροπάρια. Το κείμενό της αναφέρεται στην αμαρτωλή γυναίκα, που ο Χριστός έσωσε από λιθοβολισμό και πολλοί ταυτίζουν με τη Μαρία Μαγδαληνή.
Από τη γνωστή και κατανυκτικότατη μελωδία του Τροπαρίου εμπνεύστηκαν κι άλλοι συνθέτες.
1. Ο Κερκυραίος συνθέτης Νικόλαος Μάντζαρος, βασικός εκπρόσωπος της Επτανησιακής μας Σχολής μελοποίησε το Τροπάριο της Κασσιανής για τετράφωνη ανδρική χορωδία.
2. Η σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη: "Troparion" ανήκει στα πρώιμα έργα του συνθέτη. Γράφτηκε ων έφηβος και σπουδαστής ακόμη του Ωδείου. Ο Μίκης βασίζεται στα μοτίβα του εκκλησιαστικού ύμνου, χρωματίζοντάς τα με δυτικές αρμονίες. To "Τroparion" εκτελείται από τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα.
"Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:
Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος"
("Τροπάριον της Κασσιανής", απόδοση από τον Φ.Κόντογλου)
3. Έμπνευση από την Κασσιανή είναι και η σύνθεση του Χρήστου Χατζή. Όπως δηλώνει ο ίδιος: "Έχω χωρίσει το κείμενο σε πέντε ενότητες: το πρώτο και το τελευταίο είναι λατρευτικό και εξομολογητικό. Το δεύτερο είναι σκοτεινό (Magdalen: περιγράφει την έλξη που έχει η αμαρτία και το σκοτάδι), το τρίτο είναι γεμάτο κοσμικό μεγαλείο, ενώ το τέταρτο είναι μια σύντομη περιγραφή της αρχικής πτώσης στον Παράδεισο. Τα μέρη της σύνθεσης βασίζονται σε βυζαντινά, δυτικοευρωπαϊκά στοιχεία αλλά και στοιχεία ρομαντισμού, μινιμαλισμού και μπλουζ. Το έργο έχει σχεδιαστεί για να ευδοκιμεί σε ένα μεγάλο ακουστικό χώρο".
4. Ο Ivan Moody, μουσικολόγος, θεολόγος και ιερωμένος, μαθήτευσε στο πλευρό του Τζων Τάβενερ, και το ανατολικό λειτουργικό άσμα είχε μεγάλη επιρροή στη μουσική του. Το έργο του: "Troparion of Kassiani" είναι για γυναικείες φωνές και δομείται σε τρία μέρη.
Για τη σύνθεση "Κασσιανή" του Δ. Μητρόπουλου σε απόδοση του Τροπαρίου από τον Παλαμά μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους κλασικούς συγγραφείς είναι ο Ρακίνας. Θεωρείται ο πρώτος που συνέθεσε αξιόλογες τραγωδίες μετά τους Έλληνες κλασικούς. Πηγή έμπνευσης των έργων του υπήρξαν οι τραγωδίες των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων. Στη μνήμη του (έφυγε σαν σήμερα 21 Απριλίου 1699) αναφερόμαστε στο έργο του "Μιθριδάτης".
Λέγεται πως ο Ρακίνας, τελειοποίησε το κλασικό θέατρο, ένα εκφραστικό όργανο αναπαραγωγής των μύθων, για να εξετάσει από κοντά τα πρόσωπα των ηρώων του και να διαπιστώσει την ατελή τους φύση.
Ετσι στο θεατρικό του, έμπνευση από τον επιφανή Βασιλιά του Πόντου ο οποίος είχε κατακλύσει τα έθνη, όρθιος ακόμα και όταν ηττάται, τον παρουσιάζει ηγετική φωνή, που απειλεί την ίδια τη Ρώμη. Τον μεταφέρει κατ' ευθείαν από τη σκηνή της Ιστορίας στο θέατρο, όπου ο ηρωισμός συνυφαίνεται με τον έρωτα και με τα πιο βίαια πάθη.
Σκηνή από τον "Μιθριδάτη", Ρακίνα
εικονογράφηση-ΜΕΤ
"Άρπαγες διψαλέοι του πλούτου των εθνών που όλους εδώ τους φέρνει η φήμη θησαυρών. Συρρέουν κατά μάζες. Φθόνοι τους τριβελίζουν. Τη γη τους παρατούνε, τη γη μας πλημμυρίζουν. Ολέθρια συμπάθεια που έδωσα και πήρα! Ένωση τόσο τέλεια που ματαιώνει η μοίρα! Αχ! Με τι ορμή παράφορη έσμιξαν οι ουρανοί καρδιές που δεν προόριζαν να ζήσουνε μαζί! " (Ρακίνας: "Μιθριδάτης, ο βασιλιάς του Πόντου")
Ο Μιθριδάτης Στ' ο Ευπάτορας αντιστάθηκε σθεναρά στους Ρωμαίους. Ο Ρακίνας παρουσιάζει αρκετά επεισόδια της ζωής του Μιθριδάτη και, ως συνήθως, δίνει μεγάλη σημασία στις ερωτικές ίντριγκες. Ο Μιθριδάτης ήταν η αγαπημένη τραγωδία του Λουδοβίκου XIV.
Σκηνή από τον "Μιθριδάτη", Ρακίνα εικονογράφηση-ΜΕΤ
Πυρήνας, η σύγκρουση µεταξύ δύο αδελφών (του Ξιφάρη και του Φαρνάκη) που αγαπούν την ίδια γυναίκα. Ο Ρακίνας με το θέμα του Μιθριδάτη "έπληξε" τους Αψβούργους.
Βασισμένος στο κείμενο του Ρακίνα ο 14χρονος Β.Α. Μότσαρτ θα συνθέσει την ομότιτλη ιστορική όπερα seria σε 3 πράξεις. Ηταν το έργο, με το οποίο έδειξε σε όλους το ταλέντο του στη σκηνική μουσική. Το λιμπρέτο ακολουθεί μεν το Ρακίνα, όπου ο βασιλιάς εκτός από ηγέτης παρουσιάζεται και παθολογικά ζηλιάρης, όμως υπάρχει και μια "αντιστροφή ρόλων" με τον θεατρικό συγγραφέα, καθώς ο Μότσαρτ έπαιρνε την εκδίκησή του ταυτίζοντας τους νικητές Ρωμαίους με την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία.
Η πολιτική διάσταση του έργου έγκειται στην καταγωγή του συνθέτη από το Σάλτσµπουργκ της Αυστρίας, στην αυτοκρατορία της οποίας ανήκε τότε η περιοχή του Μιλάνο, όπου ανέβηκε η όπερα μετά την παραγγελία από τον Αυστριακό διοικητή της πόλης. Ενώ στο γαλλικό πρότυπο οι Ρωμαίοι στρατηγοί δεν εμφανίζονται, στο λιμπρέτο του Μότσαρτ κανουν έντονη την παρουσία τους.
"O 14χρονος Μότσαρτ στην Ιταλία", Giambettino Cignaroli
Οι μικρές αλλαγές στην Μοτσάρτια όπερα θέλουν ως αγαπημένη του Μιθριδάτη την Ασπασία, ενώ παραμένουν οι Ξιφάρης, Φαρνάκης και Ισμήνη, πριγκίπισσα των Πάρθων.
Η όπερα είχε τεράστια επιτυχία, καθώς ανέβηκε 21 φορές, παρά τις αμφιβολίες για το νεαρό της ηλικίας του Μότσαρτ.
Η όπερα μπορεί να διαθέτει μόνο δυο ensembles, καθώς διακρίνεται για τις δεξιοτεχνικότατες άριες των βασικών ρόλων, όμως και τα δυο είναι ξεχωριστά και αξιοσημείωτα.
Πρόκειται για το ντουέτο με τους Ξιφάρη, (γιου του Μιθριδάτη) και Ασπασία και το κουιντέτο του φινάλε, χαρακτηριστικό της μπαρόκ opera seria να ολοκληρώνεται με ένα σύντομο χορωδιακό ή tutti. Εδώ είναι μόλις ενός λεπτού. Ερμηνεύεται από τους Ξιφάρη, Ασπασία, Φαρνάκη, Ισμήνη και Αρμπάτη, οι οποίοι υπόσχονται στον Μιθριδάτη πως θα απελευθερώσουν το λαό από τους Ρωμαίους λίγο πριν ο βασιλιάς του Πόντου αυτοκτονήσει προκειμένου να αποφύγει την αιχμαλωσία.
Τα ακούμε και τα δυο μαζί με την ουβερτούρα:
1. "Se viver non degg’io", Duet:
Ξιφάρης:
Αν δεν μου μέλλεται να ζήσω,
κι αν εσύ πρέπει να χαθείς,
άσε με, φως και λατρεμένε,
μαζί σου τουλάχιστον να σβήσω.
Ασπασία:
Μα με αυτά τα λόγια, Θεέ μου,
βαθαίνεις κι άλλο τον καημό μου·
ζητάς πολλά, αγαπημένε,
περισσότερα απ’ όσα αντέχω.
Μαζί:
Τότε… Σιώπα… σε ικετεύω.
Ω, Θεοί…
Αχ, εσύ μονάχα, εσύ είσαι
που σκίζεις την καρδιά μου στα δυο.
Άσπλαχνα άστρα, αχάριστα,
μακάρι τώρα να με λύτρωνε
του πόνου η υπερβολή…
— Ναι. Αλλά θα κουνιέται, θα περπατάει, θα τρέχει. [...] Τότε ο Σαρλός πήγε κατά τα σκουπίδια. Τον έβλεπε να περπατάει έτσι παρτσακλά, με το καπελάκι του το στρογγυλό, το στενό του το σακάκι, το αστείο του το μουστάκι, τα φαρδιά του τα παντελόνια, τα χοντρά του τρύπια παπούτσια και το μπαστουνάκι του κι ένιωσε την καρδιά του να ξαλαφρώνει λίγο. [...] Ήταν τόσο γλυκούλης και τόσο καλός ετούτος ο παράξενος αλητάκος."
(Ντίνος Δημόπουλος, "Τα δελφινάκια του Αμβρακικού", Κείμενα Ν.Ε Λογοτεχνίας)
Παρακολουθείστε ολόκληρη την ταινία στο παρακάτω βίντεο. Η συγκινητική σκηνή "στον κινηματόγραφο" με το Σαρλό στο 31:36:
Ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο γλυκούλης, παράξενος αλητάκος, που μιλούσε με τα μάτια και που η σιωπή του έλεγε περισσότερα από τα λόγια του, εκτός από ηθοποιός και σκηνοθέτης ασχολήθηκε και με τη μουσική, μια τέχνη στην οποία ήταν αυτοδίδακτος.
Δεν γνώριζε να διαβάζει ή να γράφει παρτιτούρες και εμπειρικά έπαιζε βιολί, πιάνο και βιολοντσέλο. Έτσι, συνέθεσε αρκετές μουσικές για ταινίες του αλλά και υπέροχα τραγούδια!
Είχε πολλούς φίλους μουσικούς, που τούς ρώταγε ώστε να τού λύνουν οποιαδήποτε απορία περί μουσικής.
Λάτρευε την κλασική μουσική και κυρίως το λαϊκότροπο στυλ των Ουγγρικών χορών του Μπραμς, το ιμπρεσιονιστικό ύφος του Ντεμπισί, την ανάλαφρη χορευτική μουσική του Τσαϊκόφσκι, τις παραμυθικές, ζωηρές μελωδίες του Κόρσακωφ, τα τρυφερά μουσικά αρώματα του Σοπέν, μα κυρίως λάτρευε την αισθητική, έντονης δραματικότητας, Βαγκνερική μουσική.
Συναναστρεφόταν με βιρτουόζους και τραγουδιστές της εποχής, όπως και συνθέτες, που μαζί τους συχνά ερμήνευε μουσικά έργα...Μενουχίν, Καζάλς, Χάσκιλ, Σαλιάπιν, Ρουμπινστάιν, Μενουχίν, Μπερνστάιν ή Ραχμάνινοφ.
Oι συνθέσεις του δεν διακρίνονται από ιδιαίτερα ή πρωτότυπα μουσικά χαρακτηριστικά, όμως αναδύουν την ευαισθησία του Τσάπλιν, που με στόχο την έκφραση της αλήθειας ξεκινούσε με αφετηρία την καρδιά και το ένστικτό του.
Μουσικές όλο ρομαντισμό και κομψότητα, μελωδίες του τσίρκου, των βαριετέ, των μιούζικ χωλ ή των καμπαρέ αναμιγνύονται με κλασικού ύφους μοτίβα και περιγράφουν τον κόσμο του Σαρλό, που σκορπά γέλιο και συγκίνηση.
Η πρώτη ταινία για την οποία συνέθεσε μουσική ήταν η "City Lights" του 1931.
Επίσης, για τη σύνθεση στην ταινία "Τα φώτα της ράμπας" κέρδισε και το Όσκαρ. Το εισαγωγικό μουσικό θέμα της, που εχει τίτλο "The Terry Theme", είναι από τα δημοφιλέστερα και πιο αγαπητά, γι' αυτό και διασκευάστηκε πολλάκις.
Chaplin: "The Terry Theme"
Η διασκευή για βιολί και πιάνο:
Mε φωνή:
Ο σερ Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν είναι η πρώτη παγκόσμια αναγνωρίσιμη φιγούρα της κινηματογραφικής τέχνης κι ήρθε στον κόσμο σαν σήμερα, 16 Απριλίου 1889.
Χρόνια Πολλά, φίλοι μου! Πάντα προκαλούν δέος οι θρησκευτικές απεικονίσεις και ιδιαίτερα μια "Βαϊφόρος", που προτρέπει σε στοχασμούς για την εύρεση της Άνοιξης εντός μας..., όπως γράφει στο παραπάνω απόσπασμα και ο τρανός μας ποιητής. "Βαϊφόρος" ονομάζεται κάθε απεικόνιση του Χριστού που "καθήμενος επί πώλου όνου" εισέρχεται θριαμβευτής στα Ιεροσόλυμα.
Στην ΕΙΚΟΝΑ, ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα καθισμένος σε υποζύγιο, ενώ οι μαθητές ακολουθούν με επικεφαλής τον Πέτρο. Στην πύλη της πόλης τον αναμένει πλήθος κόσμου με χαρούμενα κι ενθουσιώδη πρόσωπα. Ο γέροντας κρατά κλαδί βαγιάς, σύμφωνα με τη συνήθεια στους Ιουδαίους να κρατούν στα χέρια τους τέτοιους κλάδους όταν υποδέχονταν επίσημα πρόσωπα. Τα "βαΐα των φοινίκων" τα συναντούμε ως σύμβολα της πεποίθησης των πρώτων χριστιανών για τη νίκη της πίστης τους.Πίσω από τον Ιησού, απεικονίζεται βραχώδες τοπίο. Ο αγιογράφος με αυτόν τον τρόπο προσδιορίζει την ακτίνα πορείας του Χριστού. Η σκηνή αποκτά και μια χαριτωμένη διάσταση με τον καλλιτέχνη να απεικονίζει μικρά παιδιά που γελαστά τοποθετούν κλαδιά στο δρόμο που θα περάσει ο "Βασιλιάς της Δόξης".
Μοναδική είναι η θέση που κατέχει στην καρδιά του Ελύτη η Βυζαντινή τέχνη, στοιχεία της οποίας, όπως γνωρίζουμε, χρησιμοποίησε και στα κολάζ του. Ο ποιητής μας απεχθανόταν τη δυτικότροπη απεικόνιση, γι'αυτό και η επιλογή μου μιας "Βαϊφόρου" -λόγω ημέρας- από τη Βυζαντινή εικονογραφία. Αντίθετα με τα εικαστικά, ο Ελύτης αγαπούσε την Μουσική της Δύσης, με μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Μότσαρτ(βρίσκουμε αναφορές σε ποιήματά του) και τον Μπαχ.
Η ΚΑΝΤΑΤΑ του ΜΠΑΧ:
Έτσι, επιλέγω να συνοδεύσω μουσικά τη "Βαϊφόρο" του, με την καντάτα του Bach: "Wie schön leuchtet der Morgenstern (Το όμορφο πρωινό αστέρι λάμπει), BWV 1".
Είναι καντάτα που έγραψε στα χρόνια της Λειψίας. Συγκεκριμένα, τη συνέθεσε το 1725 για την γιορτή του Ευαγγελισμού που εκείνη την χρονιά όμως συνέπεσε με την Κυριακή των Βαΐων κι από τότε καθιερώθηκε να εκτελείται και αυτή τη μέρα χωρίς αλλαγή του λιμπρέτου, που βασίζεται σε ύμνο του Philipp Nicolai.
Εντυπωσιακότατος ο τρόπος που ο νεαρός Μπαχ καταφέρνει να εστιάσει στην έννοια του κειμένου, με μια ποικιλία μουσικών-αρμονικών μέσων και εκπληκτικά χορωδιακά μέρη. Ο συνθέτης εναρμονίζει με απλό τρόπο στις χορωδιακές φωνές και διαχωρίζει την μία από την άλλη με ενδιάμεσες παύσεις. Η ενορχήστρωση είναι πλούσια κι η "λάμψη του πρωινού άστρου" απεικονίζεται από δύο σόλο βιολιά. Το ύφος καθίσταται ιδιαιτέρως λαμπρό και μεγαλοπρεπές με τις μελωδικές φιγούρες των χαλκίνων. Η καντάτα είναι γραμμένη στη φα μείζονα, που οι μουσικολόγοι έχουν αποκαλέσει κλίμακα "προσωπικής χαράς και στοχασμού" για τον μεγάλο κάντορα.
Bach: Cantata BWV 1:"Wie schön leuchtet der Morgenstern":
"Ο Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος οραματιστής, ο βασιλεύς όλων των ποιητών, ένας θεός!", θα πεί ο νεαρός Ρεμπό αποτίοντας φόρο τιμής στον γάλλο ποιητή των "Ανθέων του κακού" και όχι μόνο.
Ο Σαρλ Μπωντλαίρ γεννήθηκε στο Παρίσι σαν σήμερα, 9 Απριλίου 1821 κι ουδείς αμφισβητεί πως είναι μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της γαλλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Υπήρξε επίσης κριτικός τέχνης, δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος.
Έτσι, σήμερα, ημέρα των γενεθλίων του, ξεφυλλίζουμε ένα δοκίμιό του-αναφορά στον Βάγκνερ. Στο δοκίμιό του αυτό, ο Μπωντλαίρ σκιαγραφεί την αισθητική του έργου του δραματουργού του γερμανικού Ρομαντισμού, και σχολιάζει τη λειτουργία των θρύλων που τον ενέπνευσαν, σαν δομή της ανθρώπινης σκέψης.
Η πρώτη μουσική επαφή του με το Βαγκνερικό έργο έγινε με την όπερα "Λόενγκριν".
Γράφει λοιπόν:
"Le Graal, Prélude de Lohengrin", Henri Fantin-Latour
"Στη μουσική υπάρχει -λένε- πάντα ένα κενό που συμπληρώνεται από τη φαντασία του συγγραφέα. Αναμφίβολα αυτός ο προβληματισμός ώθησε τον Βάγκνερ να θεωρήσει τη δραματική τέχνη σαν την κατεξοχήν τέχνη,την πιο συνθετική, και πιο τέλεια.[...] Όσο η μουσική είναι εύγλωττη τόσο οι ευαίσθητοι ακροατές συλλαμβάνουν ιδέες σχετικές με κείνες που ενέπνευσαν τον καλλιτέχνη.[..] Παίρνω ευθύς ένα παράδειγμα, την πασίγνωστη ουβερτούρα του "Λόενγκριν"... [...] Διαβάζω στο πρόγραμμα που διανεμήθηκε εκείνο τον καιρό: "Από τα πρώτα μέτρα η ψυχή του ευσεβούς ερημίτη αναμένει το ιερό σκεύος βυθίζεται σε απέραντες εκτάσεις. Βλέπει να σχηματίζεται σιγά-σιγά ένα παράξενο όραμα... Το όραμα ξεκαθαρίζει περισσότερο και το ιερό Γκράαλ, ο θαυμαστός στρατός των αγγέλων που φέρει το ιερό δισκοπότηρο περνά από μπροστά του. Η ιερή πομπή πλησιάζει. Η καρδιά του εκλεκτού του Θεού εξάπτεται, ξεχειλίζει, διαστέλλεται. Υποκύπτει σε μια μακαριότητα, καθώς βρίσκεται κοντά στο φωτεινό όραμα..." [...]
Τώρα, θα διηγηθώ τη διερμήνευση του ίδιου έργου που έκανε η φαντασία μου, από τη στιγμή, που το άκουσα για πρώτη φορά και ένοιωσα -όπως λέμε- να μην πατώ στη γη: Από τα πρώτα μέτρα μού δημιουργήθηκε μία από αυτές τις ευχάριστες αισθήσεις, που νοιώθουμε μέσω των ονείρων στον ύπνο μας.Αισθάνθηκα απελευθερωμένος από τα δεσμά της βαρύτητας και ξαναβρήκα δια της ανάμνησης την ασύγκριτη ηδονή που συναντάται στους χώρους του "υψηλού". Κατόπιν ενδύομαι την απολαυστική κατάσταση ενός ανθρώπου που πάσχει από βαθιά ονειροπόληση σε απόλυτη μοναξιά που συνοδεύεται από έναν απέραντο ορίζοντα κι ένα άπλετο, διάχυτο φως. Σύντομα ένοιωσα την αίσθηση ενός πιο ζωηρού φωτός, της έντασης της λαμπρότητας η οποία αυξανόταν με τέτοια ταχύτητα που οι προσφερόμενες από το λεξικό αποχρώσεις των εννοιών δεν αρκούσαν για να εκφράσω αυτό το πλεόνασμα θέρμης και λευκότητας που διαρκώς ανανεωνόταν. Συνέλαβα λοιπόν σε όλο της το μεγαλείο, την ιδέα μιας ψυχής που κινείται σε ένα φωτεινό χώρο, μιας έκστασης προερχόμενης από την ηδονή και τη γνώση..."
(Σαρλ Μπωντλαίρ: "Ο Βάγκνερ και ο Τανχόυζερ στο Παρίσι", εκδ. Ερατώ, μτφ.Χ.Μαγουλάς, σελ..45-53)
"Από παιδί δύο συναισθήματα αντιμάχονταν στην καρδιά μου: η φρίκη της ζωής και η έκστασή της", έγραψε ο μέγας ποιητής!
Και δω, η ακρόαση του "Λόενγκριν" τον αφήνει έκθαμβο, εκστασιασμένο μπροστά στον πλούτο της ομορφιάς, της συγκίνησης και κυρίως της γνώσης που περιέχει! Οι τέχνες συνενώνονται σε μια φωνή απροσδιόριστη αλλά επιτακτική, να επιχειρηθεί το φαινομενικά, ανέφικτο, η διάνοιξη ενός δρόμου για την έκφραση του συναισθήματος. Ο Μπωντλαίρ απόλαυσε το Βαγκνερικό δράμα γι'αυτό σκιαγραφεί λεπτομερώς την αισθητική του και το καθρέφτισμά της στο συναισθηματικό κόσμο του.
Ό,τι εκφράζει, το κάνει με απόλυτη ειλικρίνεια! Τα λόγια του, δεν αποτελούν φιλοφρόνηση, αλλά μια κραυγή ευγνωμοσύνης απέναντι στο μεγάλο δημιουργό!Μια γενναιόδωρη χειρονομία για το υπερβατικό δώρο της μουσικής του!Και παρά την παραδοχή της άγνοιάς του για τη μουσική, ο Μπωντλαίρ ταυτίζεται με το συνθέτη και βρίσκει στον Βάγκνερ έναν συν-μεταφραστή της ψυχής...
Ο Λόενγκριν είναι τρίπρακτη ρομαντική όπερα, της οποίας το λιμπρέτο έγραψε επίσης ο Βάγκνερ, κάτι που συνήθιζε. Εκανε πρεμιέρα το 1850 στη Βαΐμάρη υπό την διεύθυνση του Φραντς Λιστ, φίλου και μετέπετα πεθερού του Βάγκνερ, αλλά και θερμού υποστηρικτή του. Ο συνθέτης δεν παρευρέθηκε στην παράσταση, καθώς βρισκόταν αυτοεξόριστος στην Ελβετία. Ο Λόενγκριν είναι ήρωας που αναφέρεται στον γερμανικό μεσαιωνικό θρύλο του Πάρσιφαλ. Είναι ο ιππότης με την κατάλευκη πανοπλία, που καταφθάνει μέσα σε βάρκα που την σέρνει ένας κύκνος.
Η παραμυθική αυτή όπερα ενθουσίασε το νεαρό βασιλιά Λουδοβίκο Β΄ της Βαυαρίας, που έγινε η αγαπημένη του. Το μαρτυρά το παραμυθένιο κάστρο που έχτισε στη νότια Γερμανία, τόσο με το όνομα, που του έδωσε "Neuschwanstein-Βράχος του Νέου Κύκνου", αλλά και με τους πήλινους διακοσμητικούς κύκνους του. Από τότε ο Λουδοβίκος έγινε μέγας υποστηρικτής και οικονομικός χορηγός του συνθέτη.
Η όπερα ξεκινά με την ορχήστρα που εκτελεί το εκστατικό Πρελούδιο. Περιγράφει έναν άγγελο, το ιερό Γκράαλ, που κατεβαίνει εξ ουρανού με το Άγιο Δισκοπότηρο.
Wagner : Lohengrin : Prelude / Joseph Keilberth:
Κείμενά μου για τον Μπωντλαίρ μπορείτε επίσης να διαβάσετε εδώ και εδώ.
[Στη μνήμη του βασικού εκπροσώπου του κυβισμού Πάμπλο Πικάσο, που έφυγε σαν σήμερα 8 Απριλίου 1973]
Η Commedia dell’ Arte άσκησε ανεξάντλητη γοητεία στον Πικάσο, ιδιαίτερα ο Αρλεκίνος. Ένας αινιγματικός υπηρέτης που διακρίνεται για την ευφυία και την πονηριά του!Είναι ήρωας πολυμήχανος, γκαφατζής και συνάμα λίγο αναιδής. Τα θαλασσώνει και τα μπαλώνει. Φυσιογνωμία με δυο πρόσωπα, δηλαδή.
Αυτή η διττή μορφή εντυπωσίασε και τον Πικάσο, που στον Αρλεκίνο έβλεπε μισή δημιουργική θεότητα και μισό καταστρεπτικό δαίμονα. Ο Αρλεκίνος, όπως ο αρχαίος Ερμής, ήταν για τον ισπανό καλλιτέχνη ο αναιδής ανατροπέας του κατεστημένου. Έτσι, έδωσε μια σειρά εικαστικών με θέμα τον αρλεκίνο, χαρακτήρα με τον οποίο, κατά δήλωσή του, ταυτιζόταν.
Με χαρακτήρες της Commedia dell' Arte ασχολήθηκε και ο τσέχος συνθέτης Μπόχουσλαβ Μαρτινού. Στα έργα της πρώιμης συνθετικής περιόδου ανήκουν και οι 14 πιανιστικές μινιατούρες του, γραμμένες τη δεκαετία 1912-1922 που τιτλοφορούνται "Loutky-Μαριονέτες". Είναι συγκεντρωμένες σε τρία βιβλία, γραμμένα σε αντίστροφη σειρά, χρονολογικά [1914 (III), 1918 (II), 1922 (I)] κι απέκτησαν μεγάλη δημοτικότητα εξ αρχής.
Αναφέρονται στις φιγούρες της Κομμέντια ντελ' Αρτε: Πιερότο,Κολομπίνα και Αρλεκίνο, τους εύθυμους χορούς του συγκεκριμένου θεατρικού είδους, αλλά και μουσικές περιγραφές σκηνών από την "ιδιωτική ζωή" των μαριονετών.
Συγκεκριμένα:
ΒΙΒΛΙΟ Ι:
Χορός Κολομπίνας Η νέα κούκλα Η ντροπαλή κουκλα Παραμύθι Ο Χορός της κούκλας
ΒΙΒΛΙΟ ΙΙ: Κουκλοθέατρο Αρλεκίνος Κολομπίνας αναμνήσεις Η άρρωστη κούκλα Το τραγούδι της Κολομπίνας
ΒΙΒΛΙΟ ΙΙΙ: Η Σερενάτα του Πιερότου Το ευαίσθητο βαλς της κούκλας Koλομπίνα Κουκλοθέατρο
Συνδυάζουμε τους "εικαστικούς Αρλεκίνους" του Πικάσο με τον "Αρλεκίνο" από το 2ο Βιβλίο συνθέσεων του Μαρτινού. Ένα allegretto con giusto σε 6/8, φωτεινό και ενεργητικό.Το κύριο θέμα της σύντομης σύνθεσης, πλαισιώνεται από φολκλορικά στοιχεία στην ανάπτυξή του. Ο ρυθμός σύντομα μεταφέρεται σε 3/4, ένα χορευτικό, ανάλαφρο βαλσάκι.Τολμηρές μετατροπίες, ζωηρές, μελωδικές υπομνήσεις σκιαγραφούν τη φιγούρα του Αρλεκίνου, χαρακτήρα που ο Πικάσο είδε ως αναιδή ανατροπέα του κατεστημένου, στοιχείο που δεν χρειάζεται και πολλή φαντασία για να εντοπιστεί στην παρτιτούρα του τσέχου δημιουργού. Η χαριτωμένη μαριονέτα υποκλίνεται στην ήχηση της βαθιάς συγχορδίας που πατιέται κι απ'τα δυο χέρια με ιδιαίτερο δυναμισμό καθ'υπόδειξη "σφορτσάντο" του συνθέτη.
"Η μουσική είναι η ζωή μου! Χωρίς αυτήν νοιώθω νεκρός. Η μουσική τέχνη είναι ό,τι ωραιότερο, ρομαντικότερο και πιο πνευματικό, μπορεί κάποιος να βιώσει!"
(Ραβί Σανκάρ)
Ο σπουδαίος ινδός βιρτουόζος του σιτάρ και συνθέτης, Ραβί Σανκάρ, γεννήθηκε σαν σήμερα, 7 Απριλίου 1920 στο Βαρανάσι.
Βασικός εκπρόσωπος της ινδουστανικής κλασικής μουσικής, ο Σανκάρ έκανε γνωστή τη μουσική της πατρίδας του στη Δύση με τις συνεργασίες του με καλλιτέχνες από όλους τους μουσικούς χώρους. Από το χώρο της κλασικής με τους: Μενουχίν, Όιστραχ, Ροστροπόβιτς, Ζούμπιν Μέτα, Φίλιπ Γκλας, Ζαν-Πιερ Ραμπάλ... Και όλοι τους είχαν να δηλώσουν τα καλύτερα για τον καλλιτέχνη και άνθρωπο, Σανκάρ. Εξαιρετικά συγκινητική υπήρξε η θέση του Μενουχίν: "η ιδιοφυΐα και ο ανθρωπισμός του Σανκάρ μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Μότσαρτ".
Κορυφαίος πρεσβευτής της ινδικής πολιτιστικής κληρονομιάς, ο Σανκάρ είχε συνεργαστεί και με το συγκρότημα των Μπητλς και ιδιαίτερα με τον κιθαρίστα τους, Τζωρτζ Χάρισον.
Άνθρωπος ευαίσθητος, ο Σανκάρ πάντα με τη στάση του υπογράμμιζε την ανθρωπιστική θέση του. Έπαιρνε ηθικές αποφάσεις που βασίζονταν στην ενσυναίσθηση, στο ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο και το καλό της ανθρωπότητας. Πάντα έπραττε με βαθιά την πίστη ότι ο άνθρωπος έχει μια εν δυνάμει αξία, και ο σεβασμός αυτής της αξίας αποτελεί την πηγή όλων των άλλων αξιών και δικαιωμάτων.
Έτσι, όταν...
Τούς παρακολουθούσε καθημερινά να καταφθάνουν σε καραβάνια από το Μπαγκλαντές στην Ινδία. Σκελετωμένοι από την πείνα οι ηλικιωμένοι και τα γυναικόπαιδα . Ο Σανκάρ δεν άντεχε να τούς βλέπει...Η ιδέα να κάνει κάτι, να προσφέρει βοήθεια σε όλους αυτούς τους αδύναμους συνανθρώπους του, στροβίλιζε για μήνες το μυαλό του. Μοιράστηκε την αγωνία του με τον φίλο και μαθητή του, Τζωρτζ Χάρισον, τον κιθαρίστα των Μπητλς, που σχεδόν αμέσως έδωσε την ιδέα οργάνωσης μιας μεγάλης συναυλίας από γνωστούς καλλιτέχνες και τα ποσά που θα συγκεντρώνονταν θα μοιράζονταν στους φτωχούς, ανήμπορους και πεινασμένους από το Μπαγκλαντές.
Η κίνηση του Σανκάρ και του Χάρισον απέφερε 15.000.000 δολλάρια, που μοιράστηκαν μέσω της Unicef σε όσους τα χρειάζονταν.
Οι συναυλίες πραγματοποιήθηκαν το μεσημέρι και το βράδυ της Κυριακής, 1 Αυγούστου 1971, στη Madison Square Garden της Νέας Υόρκης, με περισσότερα από 40.00 άτομα να τις παρακολουθούν. Μετά τις επιτυχημένες παραστάσεις ακολούθησε η ηχογράφηση ενος άλμπουμ με μια "υπερομάδα" ερμηνευτών που περιελάμβανε τα μέλη των Μπητλς και πρώην συεργάτες του Χάρισον, Ντύλαν, Κλάπτον κλπ... Επιπλέον, ο Σανκάρ με τον Ali Akbar Khan(και οι δύο είχαν ρίζες από το Μπαγκλαντές) παρουσίασαν ένα εναρκτήριο σετ ινδικής κλασικής μουσικής.
"Μια από τις πιο συγκινητικές και μουσικές εμπειρίες μου. Ήταν αυτό που αποζητούσε η καρδιά μου", θα πει ο Ραβί Σανκάρ για το "Κονσέρτο για το Μπαγκλαντές", ο παγκόσμιος πρεσβευτής της ινδικής μουσικής, βιρτουόζος του σιτάρ, μια δυναμική προσωπικότητα στα όρια του θρύλου. Ίσως δεν πήρε τυχαία το όνομά του Ραβί=ήλιος...
"Η συναυλία των Αγγέλων, λεπτομέρεια από τον "Ευαγγελισμό", Δ.Θεοτοκόπουλος
"Θα παλέψω, στη Φραγκιά πού πάω, μέ τους πιο τρανούς, για να ζορίσω την ψυχή μου
ή να χαθεί ή να νικήσει...[...]
Σκίζω τις μάσκες, ανασηκώνω τα κρέατα, δε γίνεται, λέω, κάτι αθάνατο υπάρχει κάτω από τά κρέατα, αυτό ζητώ, αυτό θά ζωγραφίσω.
Όλα τά άλλα, μάσκες, κρέατα, ομορφιές, τά χαρίζω στους Τιτσιάνους και Τιντορέτους,
με γειά χαρά τους..."
(Αναφορά στο Γκρέκο, Νίκος Καζαντζάκης)
Πριν από τον Σμαραγδή, και ο Luciano Salce το 1966 είχε σκηνοθετήσει μια ταινία για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο με τον Mel Ferrer στον ρόλο του τίτλου.
Είναι η πρώτη ταινία που επιτράπηκε να γυριστούν σκηνές στον Καθεδρικό Ναό του Τολέδο.
Η υπόθεσή της περιστρέφεται γύρω από την μετάβαση του ζωγράφου στην Ισπανία, την προσπάθειά του να καθιερώσει την εικαστική του προσέγγιση, αλλά και τη σχέση του με την Ντόνα Χερόνιμα ντε λας Κουέβας, γυναίκα ευγενικής καταγωγής από το Τολέδο, που εντυπωσίασε με τα ψυχικά της χαρίσματα αλλά και την αυστηρή της προσωπικότητα τον έλληνα καλλιτέχνη. Εγιναν ζευγάρι και καρπός του έρωτά τους ήταν ο γιος τους Γεώργιος-Εμμανουήλ. Πολλοί πιστεύουν ότι απεικονίσεις της Παναγίας ή της Μαγδαληνής, που έδωσε ο Γκρέκο, έχουν τα χαρακτηριστικά της Χερόνιμα.
Τη μουσική της ταινίας συνέθεσε ο Έννιο Μορρικόνε, απ'όπου θα απολαύσουμε την "Επίκληση".
Η χρήση χορωδιακών φωνών στο 2:40 δημιουργούν μια υπερκόσμια ατμόσφαιρα, διάθεση ευφρόσυνη, αγγελική, όπως εκείνη της "Συναυλίας Αγγέλων", που τόσο περίτεχνα απέδωσε ο Κρης Θεοτοκόπουλος!
Η εικόνα της "συναυλίας" αποτελεί τμήμα του έργου του: "Ευαγγελισμός", μάλλον το τελευταίο έργο πριν το θάνατο του ζωγράφου, όπου Άγγελοι χωρίς φτερά εκτελούν σύγχρονα μουσικά όργανα (βιόλα ντα γκάμπα, άρπα, σπινέτο, φλάουτο) και ένας μελετά παρτιτούρα. Οι Άγγελοι με τα επιμήκη σώματα(χαρακτηριστικό του ζωγράφου) μέσα σε μια πανδαισία από πράσινες, χρυσαφένιες και πορτοκαλιές αποχρώσεις υμνούν κατανυκτικά ορμώμενοι από κάποια εσωτερική φωνή. Χρώμα και φως, διαχωρίζουν το γήινο από το υπερβατικό, αντανακλούν τη βαθιά εσωτερικότητα και το συμβολικό στοιχείο.
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος πέθανε σαν σήμερα, 7 Απριλίου του 1614, σε ηλικία 73 ετών και τάφηκε στο ναό του Αγίου Δομήνικου στο Τολέδο.
Νοερή περιήγηση στο Σέντραλ Παρκ της Ν.Υόρκης, βόλτα στην ύπαιθρο, κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο σήμερα, φίλοι μου, και αφορμή δίνει η "Ημέρα Παιδικού βιβλίου".
2 του Απρίλη έχει καθιερωθεί ως Ημέρα παιδικού βιβλίου, διηγήματος και παραμυθιού, καθώς αυτή τη μέρα γεννήθηκε ο μεγάλος Δανός παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Hταν ο γιός ενός φτωχού τσαγκάρη και μιας πλύστρας που ήθελε να γίνει ηθοποιός, κάτι για το οποίο απορρίφθηκε επειδή ήταν "κοκκαλιάρης και άσχημος"! Ετσι, αφού διέθετε πολλή φαντασία στράφηκε στα παραμύθια. Πίστευε πως το παραμύθι αποτελεί μια ευχάριστη διήγηση με θαυμαστά εξωπραγματικά συμβάντα, που κρύβει πολλές αλήθειες της καθημερινής ανθρώπινης ζωής,μα συγχρόνως νουθετεί.
Το μπρούτζινο γλυπτό του κεντρικού νεοϋορκέζικου παρκου που στήθηκε το 1956 για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Άντερσεν, απεικονίζει καθισμένο το μεγάλο παραμυθά διαβάζοντας το βιβλίο του: "Το ασχημόπαπο". Όταν κάποτε ο Άντερσεν ρωτήθηκε αν θα έγραφε ποτέ την αυτοβιογραφία του εκείνος απάντησε πως ήδη την έχει γράψει με το "Ασχημόπαπο"!
Παραμύθι που εκδόθηκε το 1843 και εν μέρει ο συγγραφέας εμπνεύστηκε από το "Αηδόνι της Σουηδίας",την γνωστή μας, περίφημη υψίφωνο Τζένυ Λιντ. Λέγεται πως ο Άντερσεν είχε ερωτευθεί τη φίλη του Τζένυ, όμως εκείνη τον απέρριψε ερωτικά.
Το "ασχημόπαπο", είναι η ιστορία ενός μικρού κύκνου που γεννήθηκε ανάμεσα σε πάπιες. Ιστορία-αναφορά στη διαφορετικότητα, την αυτογνωσία και αυτοεκτίμηση, στοιχεία που μάς μεταμορφώνουν σε αυτό που αναδεικνύει την πραγματική μας ομορφιά.
Αναγνώστης των παραμυθιών του Άντερσεν υπήρξε και ο Σεργκέι Προκόφιεφ. Μάλιστα το 1914, χρονιά που κέρδισε το Βραβείο Ρουμπινστάιν,και κατά κάποιο τρόπο καθιερώθηκε ως καλλιτέχνης, έγραψε το "The Ugly Duckling". Πρόκειται για ληντ με συνοδεία πιάνου ή ορχήστρας, που αρκετοί το χαρακτηρίζουν αυτοβιογραφικό, υποστηρίζοντας ότι ο Προκόφιεφ είδε τον εαυτό του ως το ασχημόπαπο που εξελίχθηκε στον όμορφο κύκνο. Εκφραστικότατος ο συνθέτης αποδίδει την ιστορία του Άντερσεν με αριστοτεχνικό τρόπο και δυναμική κατάλληλη να αποτυπώσει την άλλοτε μελαγχολική, αγωνιώδη κι άλλοτε παιχνιδιάρικη διάθεση του παραμυθιού.
Την Συμφωνική της Ν.Υόρκης διευθύνει ο Leopold Stokowski: