Συμβολική η σημερινή ημερομηνία για την ιστορία της μουσικής.
27η Ιανουαρίου είναι η μέρα που γεννήθηκε ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ και η μέρα που σίγησε η φωνή του Τζουζέπε Βέρντι. Σαν να κλείνει και να ανοίγει την ίδια στιγμή ένας μεγάλος κύκλος. Δύο συνθέτες που δεν συναντήθηκαν ποτέ στον χρόνο, αλλά συνομιλούν αδιάκοπα μέσα από την ουσία της μουσικής τους. Μια αόρατη γέφυρα ανάμεσα σε δύο κορυφές, που ανήκουν σε διαφορετικές εποχές αλλά υπηρετούν τον ίδιο, βαθύ σκοπό...τη μουσική ως φορέα αλήθειας.
Ο Μότσαρτ, τέκνο του Διαφωτισμού, εμπιστεύτηκε τη λογική, την ισορροπία και την εσωτερική αρμονία του ανθρώπου. Ακόμη και στα πιο σκοτεινά του έργα, η μουσική του διατηρεί μια διαύγεια σχεδόν υπερβατική, σαν να αναζητά το θείο μέσα από την ανθρώπινη ευαισθησία.
Ο Βέρντι, αντίθετα, σμιλεύεται από την Ιστορία. Το Ρισορτζιμέντο, το πολιτικό πάθος, την ανάγκη για φωνή και ταυτότητα. Η μουσική του δεν αρκείται στο να φωτίζει. Διεκδικεί, συγκλονίζει, συγκρούεται.
Η ουσιαστικότερη συνομιλία τους, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην όπερα, αλλά στα Ρέκβιεμ τους.
Ι. Η "Messa da Requiem" του Βέρντι είναι μεγαλοπρεπής και εκρηκτική, με σαφείς αναφορές στον οπερατικό τύπο που ο ίδιος ανέδειξε μοναδικά. Η θεατρικότητά της είναι τόσο έντονη, ώστε ακόμη και ο πιο ανίδεος ακροατής τη διαισθάνεται αμέσως. Δεν είναι τυχαίο ότι ο φον Μπύλοβ τη χαρακτήρισε επικριτικά ως "όπερα που φορά εκκλησιαστικό ράσο". Ο Μπραμς, όμως, έσπευσε να τον αντικρούσει, επισημαίνοντας το σφάλμα αυτής της κρίσης και προσθέτοντας πως "μόνο μια ιδιοφυία θα μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο έργο"...
Πράγματι, ο κατεξοχήν συνθέτης της όπερας δεν στηρίζεται εδώ τόσο στο θρησκευτικό συναίσθημα, όσο στην απόδοση της δραματικότητας. Το Ρέκβιεμ του Βέρντι είναι ένα εγκώμιο στον θάνατο. Όμως δεν τον παρουσιάζει σαν τέλος, αλλά σαν αναγκαία συνθήκη της ζωής. Είναι ο ανθρώπινος φόβος που υψώνει φωνή, που απαιτεί απάντηση από το άγνωστο.
Η μεγαλόπνοη αυτή "Λειτουργία εις κεκοιμημένους" γράφτηκε το 1874, για την πρώτη επέτειο θανάτου του Αλεσάντρο Μαντσόνι, του συγγραφέα που ο Βέρντι εκτιμούσε βαθύτατα για το πνεύμα και πρωτίστως την ανθρωπιά του. Ο ίδιος ο συνθέτης διηύθυνε την πρεμιέρα, καθοδηγώντας ορχήστρα, χορωδία και σολίστες από το πόντιουμ. Η ιδέα μιας νεκρώσιμης ακολουθίας, ωστόσο, είχε γεννηθεί μέσα του ήδη μια δεκαετία νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της επιδημίας χολέρας που σάρωσε την Ιταλία, καθώς και με αφορμή το ανεκπλήρωτο σχέδιο για το μνημόσυνο του Ροσίνι. Την οριστική απόφαση την πήρε στο νεκροταφείο, στην κηδεία του Μαντσόνι, ομολογώντας πως το έργο αυτό ήταν "αναγκαιότητα της ψυχής και ροπή της καρδιάς".
ΙΙ. Απέναντι σε αυτή τη θύελλα, το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ στέκει αλλιώς. Μεταφυσικό, σκοτεινό, εσωτερικό, μοιάζει περισσότερο με προσευχή παρά με κραυγή. Γραμμένο στη ρε ελάσσονα, με ηχοχρώματα βαριά και θαμπά, αντλεί από την παλαιά εκκλησιαστική παράδοση και την αυστηρή αντίστιξη, ως συνειδητό μέσο πνευματικού βάρους και εσωτερικής έκφρασης. Η φούγκα του "Kyrie", η εσωτερική ένταση του "Dies irae", η εύθραυστη ανάσα του "Lacrimosa" δεν επιδιώκουν τον εντυπωσιασμό, αναπνέουν αγωνία, φόβο, αλλά και μια παράδοξη γαλήνη. Είναι η φωνή ενός ανθρώπου που στέκεται μόνος απέναντι στον Θεό, με ταπεινότητα και τρόμο.
Γραμμένο μέσα στη σκιά του ίδιου του θανάτου του, ανολοκλήρωτο και τυλιγμένο σε μύθους, το "Ρέκβιεμ" του Μότσαρτ γίνεται προσωπική εξομολόγηση. Δεν μιλά για την ανθρωπότητα συνολικά, μιλά για την ψυχή. Για τη στιγμή που η μουσική παύει να είναι τέχνη και γίνεται υπαρξιακή ανάγκη. Έτσι, λέγεται συχνά και όχι άδικα: "ο Μότσαρτ γράφει για τον Θεό..., ο Βέρντι γράφει για τον άνθρωπο που στέκεται μπροστά Του".
Διαφορετικές εποχές και διαφορετικές φωνές συναντώνται σε ένα κοινό, σκοτεινό κέντρο, τη μουσική σαν αποκάλυψη της μοίρας. Σαν αναπόδραστη αλήθεια, γεννημένη μέσα από τον ίσκιο και τη σιωπή. Η 27η Ιανουαρίου δεν υψώνεται σα σύνορο ανάμεσα σε μια γέννηση και έναν θάνατο, αλλά σα νυχτερινό κατώφλι, όπου το θείο και το ανθρώπινο ανταλλάσσουν ψιθύρους...όπου ο χρόνος σκύβει για να αφουγκραστεί τη μουσική της αιωνιότητας....
Θα ακούσουμε το μέρος Lux aeterna - Aιώνιο Φως" και από τα δύο Ρέκβιεμ, ένα τμήμα όπου η μουσική γίνεται προσευχή και στοχασμός για την αιωνιότητα.
"Lux aeterna"
"Είθε αιώνιο φως να τους φωτίζει, Κύριε,
μαζί με τους Αγίους στην αιωνιότητα,
Ελεήμονα Θεέ.
Αιώνια ανάπαυση δώσε τους, Κύριε
και είθε αέναο φως να τους φωτίζει,
μαζί με τους Αγίους στην αιωνιότητα,
Ελεήμονα Θεέ"
Στο Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, η προσευχή αποκτά μορφή εσωτερικής κατάνυξης. Η μουσική αναδεικνύει την ψυχολογική διάσταση της πίστης, η ψυχή εκτείνεται προς το θείο σε μια αέναη αναζήτηση λύτρωσης και γαλήνης. Στο Ρέκβιεμ του Βέρντι, η ίδια ευχή μετασχηματίζεται σε συλλογική έκφραση έντονης θεατρικότητας. Η μουσική αναδεικνύει τον ανθρώπινο φόβο, την αγωνία και την επιθυμία για λύτρωση, τοποθετώντας τον άνθρωπο σε δραματική σχέση με το υπερβατικό. Και στα δύο έργα, το Lux aeterna λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στη θνητή ζωή και την αιώνια διάσταση. Η προσευχή, είτε εσωτερική είτε συλλογική, καθιστά την μουσική μέσο θείας και ανθρώπινης επικοινωνίας, όπου η σιωπή και το φως συναντιούνται στην αιωνιότητα.
Mozart: "Requiem, Lux aeterna" Διευθύνει ο Herbert von Karajan
Verdi: "Requiem, Lux aeterna" Διευθύνει ο Herbert von Karajan
Η Στρεπόνι κρατώντας την παρτιτούρα από την όπερα "Nabucco"
Μέσα στη σιωπή της ιταλικής υπαίθρου, ανάμεσα σε σκιές και ψιθύρους κουτσομπολιών, άνθισε μια σχέση που δεν ήταν απλώς έρωτας. Ήταν η ένωση δύο μοναχικών ψυχών που αναγνώρισαν η μία την άλλη σαν είδωλό τους σε καθρέφτη.
Η Τζουζεπίνα Στρεπόνι, υψίφωνος με φωνή που μπορούσε να σκίσει την ψυχή, δεν ήταν μόνο η φλόγα που ανέστησε τη μουσική του Τζουζέπε Βέρντι. Ήταν το στήριγμά του τις σιωπηλές στιγμές, η συντροφιά στις ώρες της μοναξιάς, η αόρατη δύναμη πίσω από τη δημιουργία του. Εκείνος, συχνά τραχύς και δύστροπος, την αγάπησε βαθιά, όχι με όρκους και φανφάρες, αλλά με την αθόρυβη βεβαιότητα εκείνου που ξέρει πως έχει βρει το λιμάνι του.
Η αγάπη τους δεν ζητούσε την έγκριση του κόσμου, ούτε φώτα, ούτε λάμψη. Ήταν μια συμβίωση ψυχής, ένα βλέμμα που μιλούσε πιο δυνατά από λόγια. Και όταν οι κακεντρεχείς της κοινωνίας τούς έδειχναν με το δάχτυλο, εκείνοι απλώς συνέχιζαν το μονοπάτι τους, να συμπορεύονται υπομονετικά για να αντέξουν τη ζωή, αλλά και για να τη μεταμορφώσουν σε μουσική.
Γνωρίστηκαν μέσα στον κόσμο της όπερας, το 1842, στη Σκάλα του Μιλάνου, όταν εκείνη, με τη δύναμη της φωνής της στην πρεμιέρα του "Nabucco", άφησε ανεξίτηλο σημάδι στην ψυχή του νεαρού συνθέτη. Η Τζουζεπίνα ήταν ήδη διάσημη, μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της, με το ταλέντο και το πάθος της να ξεπερνούν τα στενά όρια μιας συντηρητικής κοινωνίας.
Η ζωή της όμως δεν ήταν εύκολη. Γεννημένη στις 8 Σεπτεμβρίου 1815 στο Λόντι της Λομβαρδίας, πήρε τα πρώτα της μαθήματα μουσικής από τον πατέρα της, που ήταν οργανίστας στον καθεδρικό ναό της πόλης. Όλοι μιλούσαν για το χαρισματικό κορίτσι. Όμως ο πατέρας και μέντοράς της πέθανε ξαφνικά και η Τζουζεπίνα έμεινε χωρίς στήριγμα. Ωστόσο, η νεαρή σοπράνο, τολμηρή και πεισματάρα, κυνήγησε το όνειρό της.
Η επιτυχία δεν άργησε να έρθει. Ξεκίνησε να εμφανίζεται σε μεγάλα λυρικά θέατρα σε όλη την Ιταλία και σύντομα έγινε η κύρια πηγή εισοδήματος για την οικογένειά της. Η Στρεπόνι απέκτησε τη φήμη της διασημότερης τραγουδίστριας της όπερας στα τέλη της δεκαετίας του 1830, προκαλώντας ξέφρενο ενθουσιασμό στους φανατικούς μουσικόφιλους.
Πέρα όμως από τα φώτα της σκηνής, κουβαλούσε τα δικά της μυστικά και πληγές. Σχέσεις που κρίθηκαν αυστηρά, παιδιά εκτός γάμου, όλα στοιχεία που συγκροτούσαν "σκάνδαλα" για την εποχή. Όταν η φωνή της άρχισε να σβήνει, αποσύρθηκε στο Παρίσι, σαν να έψαχνε ένα καταφύγιο από την κοινωνική κριτική.
H Στρεπόνι κάθεται στα δεξιά του Βέρντι
Και εκεί, σαν να την περίμενε η μοίρα, συνάντησε ξανά τον Βέρντι.
Εκείνος δεν άκουσε ποτέ τις φήμες και τα κουτσομπολιά. Έβλεπε μόνο τη γυναίκα, την καλλιτέχνιδα, τον άνθρωπο που μπορούσε να αγαπήσει πέρα από όρια και στερεότυπα. Με υπομονή και σεβασμό, της χάρισε όχι μόνο την αγάπη του, αλλά και τη ζωή του.
Η κοινωνία δεν ήταν έτοιμη γι' αυτή τη σχέση. Η Ιταλία του 19ου αιώνα ήταν σκληρή, και οι παραδοσιακές αξίες της καταδίκαζαν μια τέτοια ένωση. Οι κουτσομπόληδες κοιτούσαν με καχυποψία, οι επίσημοι κύκλοι την αγνοούσαν και ο φόβος της κριτικής κράτησε τον Βέρντι μακριά από τα δεσμά του γάμου για χρόνια. Μα η αγάπη τους άνθισε μέσα στις δυσκολίες, ένα λαμπερό φως που κανείς δεν μπορούσε να σβήσει.
Κι έτσι, μέσα στην απλότητα μιας σιωπηλής συντροφιάς, η Τζουζεπίνα έμεινε ο ακλόνητος βράχος πίσω από το μεγαλείο του Βέρντι. Ήταν τα μάτια του, η καρδιά του, η μούσα του. Κι εκείνος της αφιέρωσε όχι μόνο την τέχνη του, αλλά και την ψυχή του. Το ίδιο και κείνη.
Σε μια επιστολή της, του έγραφε με λόγια που φωτίζουν την αιώνια σύνδεσή τους:
"Χωρίς εσένα, αγαπημένε μου, είμαι ένα σώμα χωρίς ψυχή. Η ύπαρξή μου χάνει το νόημά της, όταν δεν σε νιώθω κοντά μου. Δεν είμαστε σαν αυτούς που χρειάζονται χωρισμούς για να αναζωογονήσουν την αγάπη. Εγώ θα μπορούσα να μένω δίπλα σου για πάντα, χωρίς ποτέ να νιώσω πλήξη ή χορτασμό. Η αγάπη μου ανανεώνεται σιωπηλά, όπως η ανατολή κάθε πρωινού..."
H Μαρία Κάλλας στο ρόλο της Αμπιγκαΐλε
Αυτή η σχέση, πέρα από τον χρόνο, τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τα ταμπού, έγραψε τη δική της συμφωνία στον καμβά της ιστορίας. Μια συμφωνία γεμάτη θάρρος, πίστη και μια αγάπη που όμοιά της γνωρίζει σπάνια ο κόσμος…
Θα απολαύσουμε την άρια της Αμπιγκαΐλε από την όπερα "Ναμπούκο" του Βέρντι, ρόλου που υποδύθηκε στην πρεμιέρα η Τζουζεπίνα Στρεπόνι και αποθεώθηκε, καθιερωνοντας συγχρόνως το συνθέτη σε περίοπτη θέση στον οπερατικό χάρτη. Οι μελωδίες των αριών της Αμπιγκαΐλε είναι εξαιρετικά δεξιοτεχνικές, λόγω της απαιτητικής tessitura τους. Απαιτείται μια έμπειρη ερμηνεύτρια, ικανή να τραγουδήσει τόσο στις χαμηλές όσο και στις υψηλές νότες, με δραματική δύναμη και εκφραστικότητα. Μάλιστα, υπήρξαν ερμηνεύτριες που απέφυγαν τον ρόλο, λόγω του κινδύνου πρόκλησης φωνητικής βλάβης.
Η Μαρία Κάλλας επαινέθηκε ιδιαίτερα για τις εμβληματικές ηχογραφήσεις του ρόλου, ιδιαίτερα για την άρια της 2ης Πράξης "Anch'io dischiuso un giorno". Η ερμηνεία της πριμαντόνας θεωρείται σημείο αναφοράς για τη φωνητική της λαμπρότητα και τη συναισθηματική της ένταση. Η Αμπιγκαΐλε της Κάλλας είναι σκληρή, χυμώδης, ορμητική...
Verdi: "Nabucco - Anch'io dischiuso un giorno, (Abigaille's aria)" Maria Callas
Πορτρέτο του νεαρού Βέρντι την περίοδο σύνθεσης της πρώτης του όπερας "Ομπέρτο"
Σήμερα συμπληρώνονται 210 χρόνια από τη γέννηση του σπουδαίου ιταλού συνθέτη, μεταρρυθμιστή του ιταλικού μελοδράματος, Τζουζέπε Βέρντι.
Γεννήθηκε σ' ένα μικρό χωριό, το Ρόνκολε το 1813...
Ο μικρούλης Βέρντι ως οργανίστας στο Ρόνκολε (meisterdrucke)
Ο Τζουζέπε Βέρντι ως παιδί υπήρξε ένα από τα πλέον μουσικά ταλέντα όλων των εποχών. Ηταν τριών χρόνων όταν οι γονείς του έφεραν στο σπίτι ένα σπινέτο απ'το οποίο δεν σηκωνόταν παρά μόνο για να κοιμηθεί... Άρχισε μαθήματα με τον Πιέτρο Μπαϊστρόκι, οργανίστα στο χωριό του. Ο Τζουζέπε ήταν εννιά χρονών όταν πέθανε ο δάσκαλός του. Ετσι, ο μικρός ανέλαβε τα μουσικά καθήκοντα και την υπεύθυνη θέση του οργανίστα Μπαϊστρόκι, ενώ συνέχισε τις σπουδές του με τον διευθυντή της φιλαρμονικής εταιρείας στο Μπουσέτο, Φερντινάντο Προβέζι. Ο νέος δάσκαλος εντυπωσιάστηκε με το ταλέντο του έφηβου Τζουζέπε και τον παρότρυνε να μεταβεί για σπουδές στο Μιλάνο. Ο Βέρντι προετοιμάστηκε για τις εξετάσεις κι έκανε την αίτηση στο Μιλανέζικο Ωδείο.
"Η τεχνική του Τζ. Βέρντι στο πιάνο είναι λανθασμένη. Ο υποψήφιος έχει μουσική φαντασία και θα μπορούσε θεωρητικά να χαρακτηριστεί ένας πολλά υποσχόμενος συνθέτης, όμως χρειάζεται να πειθαρχήσει στους μουσικούς κανόνες. Επί πλέον έχει υπερβεί το όριο ηλικίας. Ως εκ τούτου, η αίτησή του απορρίπτεται."
Το Ωδείο του Μιλάνου δυστυχώς δεν ενέκρινε την αίτησή του, γνωστοποιώντας του την απόφαση γραμμένη σ' ένα άψυχο λευκό χαρτί.
Ο Βέρντι δεν αποδέχτηκε ποτέ αυτήν την απόρριψη. Πάντα μιλούσε και ένοιωθε πικραμένος και αδικημένος με την απόφαση της αρμόδιας επιτροπής...
Η πορεία του είναι γνωστή... Ο Βέρντι κυριάρχησε ιδίως στην ιταλική σκηνή της όπερας μετά την εποχή των Ροσίνι, Μπελίνι και Ντονιτσέτι, τα έργα των οποίων τον επηρέασαν σημαντικά.
Ήταν εικοσιτεσσάρων χρονών όταν συνέθεσε την πρώτη του όπερα. Ήταν ήδη παντρεμένος με την Μαργκερίτα, κόρη του πάτρονά του, Αντόνιο Μπαρέτσι, κι είχαν αποκτήσει και το πρώτο τους παιδί. Η όπερα τιτλοφορείτο "Ομπέρτο, κόμης του Σαν Μπονιφάτσιο" και το λιμπρέτο ήταν του μετέπειτα συχνού συνεργάτη του Βέρντι, Θεμιστοκλή Σολέρα.
To έργο είχε τεράστια επιτυχία. Κριτικοί και ακροατές εντυπωσιάστηκαν από τον πλούτο των χορωδιακών μερών, την αρτιότητα των ντουέτων και κουαρτέτων...Διάχυτο παντού το μουσικό πάθος του δημιουργού, κατέκτησε και τον πιο απαιτητικό φιλόμουσο.
H υπόθεση διαδραματίζεται στη Β. Ιταλία το 1228. Ο κόμης Ομπέρτο έχει χάσει μια μάχη ενάντια στις δυνάμεις του Εζελίνο. Κατά τη διάρκεια της εξορίας του που ακολούθησε, η κόρη του, Λεονόρα ερωτεύεται τον Ρικάρντο και οι δυο τους προγραμματίζουν το γάμο τους. Όμως εκείνος μετά τη νίκη του Εζελίνο την εγκαταλείπει για να παντρευτεί την αδελφή του, Κουνίζα. Όταν ο Ομπέρτο επιστρέφει από την εξορία και μαθαίνει τα γεγονότα σχεδιάζουν με την κόρη του την εκδίκησή τους. Η Λεονόρα λέει στην Κουνίζα για τη συμπεριφορά του Ρικάρντο και κείνη ακυρώνει τελικά τον γάμο τους, αναγκάζοντας τον άνδρα να τιμήσει το γαμήλιο λόγο του προς τη Λεονόρα. Ο Ομπέρτο όμως, που επουδενί δέχεται την ένωση αυτή, τον προκαλεί σε μονομαχία στην οποία ως γηραιότερος σκοτώνεται. Ο Ρικάρντο μετανιώνει για τη στάση του κι ενώ η Λεονόρα τον συγχωρεί, αποφασίζει να κλειστεί σε μοναστήρι.
Verdi: "Oberto, Conte di San Bonifacio - Overture":
Tην Berliner Philharmoniker διευθύνει ο Herbert von Karajan:
Ο Βέρντι αγαπούσε κι έπινε κρασί... Ο πατέρας του στο Ρόνκολε διατηρούσε πανδοχείο κι ένα μικρό μαγαζάκι, όπου πουλούσε κρασί και διάφορα προϊόντα διατροφής. Από κεί προήλθε πιθανώς η αγάπη και η προσοχή που έδειξε ο συνθέτης για τη γη και τα καλούδια της.
Από κρασιά προτιμούσε εκείνα της Πάρμας, ιδιαίτερα το Malvasia κι όταν αγόρασε το κτήμα στη Villa Sant'Agata, φύτεψε έναν μεγάλο αμπελώνα, τον οποίο περιποιείτο ο ίδιος.
Ο Βέρντι σε τρελό φαγοπότι με φίλους(Φωτο του 1899)
Συχνά στις όπερές του στήνει σκηνές με δείπνα και λαμπρές γιορτές, όπου ο οίνος ρέει άφθονος. Ας θυμηθούμε το περίφημο "μπρίντιζι"* από την "Τραβιάτα": "Libiamo ne' lieti", ανάμεσα στον Αλφρέδο και τη Βιολέτα:
"Ας πιούμε, ας πιούμε από τα εύθυμα κύπελα
που η ομορφιά στολίζει
και η περαστική στιγμή θα μεθύσει από χαρά!
Ας πιούμε απ'τα γλυκά αναριγίσματα
που η αγάπη ξεσηκώνει..."
*μπρίντιζι: οπερατικός όρος, που χρησιμοποιείται σε φωνητικά μέρη όπου παροτρύνεται η κατανάλωση ποτού.
Verdi: "Traviata - Libiamo ne' lieti":
Aπό τα διασημότερα επίσης μπρίντιζι του Βέρντι είναι εκείνο από την όπερά του "Οθέλος". Το τρίο Ιάγου-Ροντερίγο και Κάσιου στη σκηνή της ταβέρνας:
-Φέρτε και δω λίγο κρασί, παλικάρια!
(Ο Ιάγος γεμίζει τρία ποτήρια: το δικό του, ένα για τον Ροντερίγκο, ένα για τον Κάσιο)
-Ορίστε!Βρέξτε το λαρύγγι σας!
Πιείτε, πιείτε!
Υψώνοντας τα ποτήρια:
-Είναι αυτό μάννα αληθινό του αμπελιού θολώνει το μυαλό με τα εκστατικά οράματά του.
Verdi:"Un ballo in maschera", τo εξώφυλλο τη παρτιτούρας των εκδ. Ricordi
Ο Βέρντι το 1859
Ένα μουσικό αριστούργημα, κάνει πρεμιέρα σαν σήμερα, 17 Φεβρουαρίου1859 στο Teatro Apollo της Ρώμης, ίσως το αποκορύφωμα της Βερντικής δημιουργίας στο σύνολό της, όπου συνυπάρχουν έγκλημα, προδοσία, μαύρη μαγεία, ζήλεια και εκδίκηση... Όλα, υπό την καλύπτρα της φάρσας, της διασκέδασης και της ανεμελιάς που προσφέρει ένας "Χορός Μεταμφιεσμένων".
Είναι από τις όπερες του Βέρντι, που ξεχωρίζουν από μουσική άποψη, καθώς ο συνθέτης κι έχοντας τη γαλλική όπερα ως πρότυπο συνδυάζει το ιταλικό πάθος με την λαμπρότητα της γαλλικής σκηνής. Ένα κράμα μελωδικότητας, λυρισμού και δραματικής έντασης.
Το λιμπρέτο της τρίπρακτης όπερας "Un ballo in maschera" ήταν του Αντόνιο Σόμμα και βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Συγκεκριμένα στη δολοφονία του Γουσταύου του Γ΄, βασιλιά της Σουηδίας, που τη νύχτα της 16ης Μαρτίου του 1792 γίνεται απόπειρα δολοφονίας εναντίον του κατά τη διάρκεια ενός χορού μεταμφιεσμένων που ο ίδιος είχε διοργανώσει. Πεθαίνει μετά από κάποιες μέρες από μόλυνση του τραύματός του.
Ο Βέρντι αντιμέτωπος με τη λογοκρισία (καρικατούρα της εποχής)
Λόγω του πολιτικά ευαίσθητου θέματος της όπερας, η λογοκρισία της εποχής ζήτησε από τον Βέρντι να κάνει πολλές αλλαγές στο έργο καθώς η σκηνική παρουσίαση της δολοφονίας ευρωπαίου μονάρχη δεν ήταν ανεκτή.
Έτσι, τόπος και δράση της υπόθεσης μεταφέρθηκαν στη Βοστόνη στα τέλη του 17ου αιώνα και ο βασιλιάς Γουσταύος Γ' έγινε κυβερνήτης με το όνομα Ριχάρδος .
ΥΠΟΘΕΣΗ:
Ο βασιλιάς είναι κρυφά ερωτευμένος με την Αμέλια, γυναίκα του Γραμματέα και πιστού φίλου του. Όμως και κείνη τρέφει αισθήματα αγάπης για κείνον, κάτι που τής δημιουργεί ενοχές γι' αυτό καταφεύγει στη μάγισσα Ούλρικα, που τής προτείνει να βρει και να μασήσει το βοτάνι της λήθης που φύεται σ'ενα τόπο απαγχονισμού καταδίκων. Ο βασιλιάς την παρακολουθεί και τής εκμυστηρεύεται τον έρωτά του. Όμως το ανακαλύπτει κι ο σύζυγος, που συντετριμμένος από την υποτιθέμενη απιστία της Αμέλιας, συνεργάζεται με συνωμότες και τον δολοφονεί σ' ένα Χορό Μεταμφιεσμένων, που διοργανώνεται στο παλάτι...Λίγο πριν πεθάνει διαβεβαιώνει τον σύζυγο ότι η γυναίκα του είναι αθώα. Τον συγχωρεί για την πράξη του και ξεψυχά.
Ο Βέρντι γράφει συγκλονιστική μουσική...Ορμητικές άριες και χορωδιακά "ειρωνικού σχολιασμού", ντουέτα γεμάτα πάθος, χαρίζουν στην όπερα αυτή την αθανασία. Ο μάστορας Βέρντι πλάθει μοναδικούς χαρακτήρες, σκιαγραφεί τον ψυχικό τους κόσμο, φωτίζει ακραίες καταστάσεις...
Από τους εξαιρετικά απαιτητικούς ρόλους φωνητικά, αν και μη πρωταγωνιστικούς, είναι εκείνος της μάγισσας Ουλρίκα. Φαίνεται πως ο Βέρντι στέκεται γενναιόδωρος απέναντι στη φωνή της κοντράλτο, προσφέροντας έναν από τους πλέον ενδιαφέροντες χαρακτήρες -υποκριτικά και μουσικά- που βρίσκουμε στα έργα του.
H Anderson στο ρόλο της Ulrica (1955 ΜΕΤ) (πηγή: wrti.org)
Η νέγρα Ουλρίκα εμφανίζεται στην Πρώτη Πράξη.. Στην καλύβα της "σκαρώνει" τα μαγικά της... Η φωτιά καίει, το μεγάλο καζάνι αχνίζει πάνω στο τρίποδο...Η φωνή της μάντισσας ακούγεται σαν απ' τα έγκατα της γης στην άρια: "Re dell' abisso, affretati" να καλεί τον βασιλιά της αβύσσου να της εκμυστηρευτεί τα μαγικά του ξόρκια.
Στο ρόλο αυτό ξεχώρισε η σπουδαία αφροαμερικανή Μάριον Άντερσον. 'Ηταν ο ρόλος με τον οποίο έκανε το ντεμπούτο της στη σκηνή της ΜΕΤ το 1955, ενώ στο πόντιουμ βρισκόταν ο Δ. Μητρόπουλος.
Αυτή ήταν μια ριψοκίνδυνη κίνηση για την Άντερσον, που ήταν γνωστή ως καλλιτέχνης συναυλιών και ποτέ δεν είχε τραγουδήσει έναν οπερατικό ρόλο. Ο πλούσιος όμως τόνος της φωνής της, ο όγκος της, η άνετη τοποθέτηση στα ανώτερα, αλλά κυρίως στα κατώτερα τονικά ύψη, την καθιέρωσαν, τόσο ώστε τής ζητήθηκε να παίξει το ρόλο ξανά την επόμενη σεζόν.
Η βαθιά και δραματική μελωδία της άριας σε συνδυασμό με το απότομο άλμα από τη χαμηλή στην υψηλή περιοχή ή το αντίστροφο, δίνει στο ακροατήριο την αίσθηση πως τα πνεύματα αιωρούνται και γενικά αίσθηση ύπαρξης σκοτεινής μαγείας...
Μας αφήνει άφωνους η άνεση της Άντερσον στις φωνητικές μετατοπίσεις, μα κυρίως εκείνο το χαμηλό σολ κάτω από το πεντάγραμμο στο φινάλε, που μοιάζει να αναδύεται μυστηριακά από τα έγκατα της γης!
Verdi: Un ballo in Maschera, Ulrica’s aria / Marion Anderson, MET 1955
Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στο Moυσικό Περιοδικό TAR.
Για την όπερα του Βέρντι "Χορός Μεταμφιεσμένων" μπορείτε να διαβάσετε και σε παλαιότερο άρθρο εδώ.
[Στη μνήμη του Τζουζέπε Βέρντι - 27 Ιανουαρίου 1901]
Ένας φανταστικός χαρακτήρας που έπλασε ο Σαίξπηρ είναι ο καυχησιάρης Sir John Falstaff, που τον παρουσιάζει σε κάποια από τα θεατρικά του, αρχικά στον "Ερρίκο τον Δ'" και στη συνέχεια στις "Εύθυμες Κυράδες του Ουίνδσορ".
Ο Φάλσταφ είναι ένας άξεστος μέθυσος, εύθυμος καβγατζής και γλεντζές αρχιψευταράς, που παραμυθιάζει τους πάντες, τούς κοροιδεύει, τούς χλευάζει και διασκεδάζει μαζί τους, απολαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο τη ζωή. Αγαπάει πολύ το φαγητό και το ποτό γι' αυτό και εμφανισιακά ο Σαίξπηρ τον σκιαγραφεί παχουλό με φουσκωτά, ροδαλά μάγουλα και πρικοίλι.
Ο Σαιξπηρικός χαρακτήρας του Φάλσταφ βασίστηκε στον σερ Τζον Όλντκαστλ, έναν ιππότη, που απαγχονίστηκε ως αιρετικός και συνωμότης κατά του βασιλιά γι' αυτό και στα αρχικά κείμενα ο Φάλσταφ ονομαζόταν Όλντκαστλ.Στη συνέχεια όμως, μάλλον επειδή διαμαρτυρήθηκαν οι απόγονοι του σερ Τζον, το άλλαξε.
Ανάμεσα στους πολλούς συνθέτες που εμπνεύστηκαν από τον χαρακτήρα του άγγλου δραματουργού Σαίξπηρ είναι και ο τιμώμενος σήμερα, Τζουζέπε Βέρντι.
Ο "Φάλσταφ" είναι η τελευταία όπερα του ιταλού συνθέτη και η δεύτερη κωμωδία στην πολύχρονη συνθετική του πορεία.
Ο Βέρντι γοητεύτηκε από τον χαρακτήρα Φάλσταφ, έναν τύπο που απολαμβάνει όλες τις χαρές της ζωής, κι έτσι ανέθεσε στο φίλο του, Αρρίγκο Μπόιτο να γράψει το λιμπρέτο.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Αγγλία. Ο παχύς και φαιδρότατος σερ Τζων Φάλσταφ ερωτεύεται δύο εύθυμες αρχόντισσες στο Ουίνδσορ και αποφασίζει να τούς εξομολογηθεί τον έρωτά του γράφοντάς τους τρυφερά ραβασάκια γεμάτα ερωτόλογα. Όμως, καθώς οι δυο κυρίες είναι φίλες και γειτόνισσες συγκρίνουν τις ερωτικές επιστολές που το περιεχόμενό τους είναι ίδιο κι απαράλλαχτο κι αποφασίζουν να τιμωρήσουν τον Φάλσταφ για την κοροϊδία του. Στήνουν μία φάρσα με ψεύτικες ερωτοτροπίες, όπου διαδραματίζονται πολλά ευτράπελα επεισόδια, με τον Φάλσταφ να γίνεται ο περίγελος του Ουίνδσορ...Στο τέλος θριαμβεύει ο έρωτας, το κέφι και η χαρά της ζωής...
Ο Βέρντι στο μεγαλύτερο μέρος της όπεράς του αποφασίζει να αξιοποιήσει μοτίβα που η μελωδία, ο ρυθμός, η δυναμική τους ενισχύουν το εύθυμο ύφος, όπου σκέρτσο και νάζι περισσεύουν σε κάθε σκηνή. Ετσι, οι μελωδίες είναι εορταστικές, χαρούμενες, καθώς ο Φάλσταφ ενδιαφέρεται για όλες τις χαρές της σάρκας, λατρεύει το φαγητό και το ποτό...
Πρόκειται για αριστουργηματική κωμική όπερα του Βέρντι, που με τη σύνθεσή της απαντάει στις αιχμές του Ροσσίνι που κάποτε τού είχε πει πως "δεν θα είναι ποτέ ικανός να ασχοληθεί με επιτυχία με μια θεατρική κωμωδία"...
Η πρεμιέρα της όπερας έγινε στη Σκάλα του Μιλάνου στις 9 Φεβρουαρίου 1893, μια πεντετία σχεδόν από την τελευταία παρουσίαση Βερντικού έργου κι έτσι το κοινό ανυπομονώντας να ακούσει τη νέα δημιουργία του συνθέτη δεν δίστασε να πληρώσει το φουσκωμένο αντίτιμο εισιτηρίου.
Εκείνο το βράδυ της πρώτης παράστασης παρέστησαν στη Σκάλα βασιλείς, εκπρόσωποι ευγενών και αριστοκράτες φιλόμουσοι, κριτικοί και καλλιτέχνες από κάθε χώρο. Η επιτυχία ήταν τεράστια και στο τέλος κλήθηκαν στη σκηνή ο συνθέτης και ο λιμπρετίστας που το ενθουσιώδες κοινό χειροκροτούσε επί μία ώρα!
Στην πρεμιέρα του Βερολίνου δε, λίγους μήνες αργότερα, παραβρέθηκε ο Ferruccio Busoni που εντυπωσιασμένος έγραψε στον Βέρντι πως ο "Φάλσταφ κατά την άποψή του προκάλεσε επανάσταση στα μουσικά χρονικά, τόση ώστε να σηματοδοτεί μια νέα εποχή στην καλλιτεχνική ζωή της Ευρώπης". Χαρακτήρισε δε τον Βέρντι ως "κορυφαίο συνθέτη της Ιταλίας και ένα από τα ευγενέστερα πρόσωπα της εποχής"!
Προτείνω να ακούσουμε το χορωδιακό φινάλε της κωμικής όπερας. Κι αυτό γιατί παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα να ολοκληρώνεται σε μορφή φούγκας. Ευφάνταστη και σαφώς ασυνήθιστη σκέψη και μάλιστα περισσότερο εντυπωσιακή αν σκεφτούμε πως είναι μια μοντέρνα και πέρα από τα τετριμμένα, προσέγγιση ενός "ηλικιωμένου" δημιουργού...Σίγουρα δεν είναι σύνηθες στην σύνθεση μελοδραμάτων να τελειώνει με φούγκα μια όπερα...
Ακούμε το "Tutto nel mondo e burla - Όλα σ' αυτόν τον κόσμο είναι μια φάρσα", από το κύκνειο άσμα του Τζουζέπε Βέρντι, όπου σε μορφή φούγκας χρωματίζεται η φαιδρή, λεπτά ειρωνική και φιλοσοφική διάθεση της όλης όπερας-μπούφα.
Verdi: "Falstaff" , Fuga finale - "Tutto nel mondo è burla":
Πολλοί διακρίνουν ένα τελείως διαφορετικό συνθετικό ύφος στην τελευταία αυτή όπερα του Βέρντι, όπως και στην προηγούμενή του "Οθέλλος", κάτι που παραπέμπει στην επιρροή που ίσως ο συνθέτης δέχτηκε από τον σύγχρονό του, Ρίχαρντ Βάγκνερ. Ο γερμανός στοχεύοντας στη δραματική ενότητα, υιοθετεί μια συνεχή ροή της μελωδίας του. Λέγεται πως ακολουθώντας τα βήματά του, παρόμοια κινείται και ο Βέρντι και πως ο "Φάλσταφ" αποτελεί -τρόπον τινά- τη μουσική του απάντηση στο Βαγκνερικό "Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης".
Αξίζει να αναφέρουμε πως μια μεγάλη μερίδα βρετανών μουσικοκριτικών μετά τον "Φάλσταφ" ισχυρίζονται πως αυτή η όπερα αποτελεί "την κορωνίδα της μουσικής κωμωδίας! Είναι η ωραιότερη όπερα, εμπνευσμένη από τον μεγαλύτερο δραματουργό όλων των εποχών και τον πιο ταλαντούχο συνθέτη όπερας που γέννησε μέχρι τώρα ο κόσμος".
Ο Βέρντι πέρασε στην αιωνιότητα σαν σήμερα 27 Γενάρη του 1901 ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Την κηδεία του συνόδευσαν πάνω από 200.000 συνάνθρωποι, που αναγνώρισαν τον καλοσυνάτο χαρακτήρα του και τις αγαθοεργίες του. Αξίζει να αναφερθεί πως ο Βέρντι διακριτικά χρηματοδότησε την ανέγερση νοσοκομείου και δημιούργησε έναν Οίκο Ανάπαυσης για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς, σε μια κρύπτη του οποίου τάφηκε και ο ίδιος.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο μουσικό περιοδικό TAR Magazine.
Στο μπλογκ υπάρχουν πάρα πολλά κείμενα για τον Βέρντι. Περιηγηθείτε!
"…ήταν η πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι
ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι…"
(Μιγκέλ ντε Θερβάντες)
Ο ισπανός συγγραφέας αναφέρεται στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου στην οποία συμμετείχε και έχασε το αριστερό χέρι του.. Έλαβε χώρα στις 7 Οκτωβρίου 1571, και θεωρείται ιστορικής σημασίας. Αντίπαλοι ήταν τα χριστιανικά κράτη της Δύσης και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έληξε με θριαμβευτική επικράτηση των Δυτικών.
"Όταν απαντηθήκανε οι δυο χοντρές αρμάδες, βροντοκοπούν οι κανονιές γίνεται η μέρα νύχτα ποδάρια χέρια και κορμιά γιομίζουν τα καράβια
πλώρη με πλώρη σμίγουνε, κατάρτι με κατάρτι
λαμποκοπάνε τα λαμιά , βροντάνε τα τρομπόνια
ποδάρια χέρια και κορμιά γιομίζουν τα καράβια..."
Έτσι περιγράφεται στο γνωστό δημοτικό τραγούδι η -κομβική για την Ιστορία- Ναυμαχία της Ναυπάκτου.
Ο θρύλος θέλει την παραμονή της μεγάλης ναυμαχίας ο Πάπας να διέταξε μοναχούς και λαό να προσευχηθούν στην "Παναγία με το ροζάριο" να δώσει τη νίκη. Στη Ναύπακτο, η προσευχή έγινε στην Παναγία τη Ναυπακτιώτισσα που μετά τη νίκη ονομάστηκε "Παναγία του Ροδαρίου" και η γιορτή της καθιερώθηκε την 7 Οκτωβρίου, ημερομηνία της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου. Στους Δυτικούς ολόκληρο το μήνα Οκτώβριο ψάλλεται με το ροζάριο ο λατινικός ύμνος: "Ave Maria".
"Ave Maria Gratia plena
Ave, ave Dominus
Tecum
Benedicta tu in mulieribus
Et benedictus fructus ventris tuae
Ventris tuae, Jesus
Ave Maria..."
"Χαίρε Μαρία
Παρθένα επουράνια
Κεχαριτωμένη και ευσεβή Μητέρα
που δέχεσαι πάντων τις εγκάρδιες προσευχές
μην αρνείσαι
σ’ αυτόν τον χαμένο εμένα την αγάπη
την λύτρωση στον πόνο του!
Χαμένη η ψυχή μου γυρνάει σε Σένα
και γεμάτη ελπίδας πέφτει στα πόδια Σου
Σε επικαλείται και προσμένει την αληθινή ειρήνη
που μόνο Εσύ μπορείς να δώσεις
Χαίρε Μαρία!"
Στην Gallerie dell'Accademia της Βενετίας εκτίθεται το εικαστικό αριστούργημα του Πάολο Βερονέζε: "Η Νίκη στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου με την επέμβαση της Παναγίας του Ροδαρίου".
O ζωγράφος χωρίζει τον πίνακα σε δυο μέρη. Στο κάτω μέρος απεικονίζει το στόλο των αντιμαχομένων, Χριστιανών και Οθωμανών. Στο πάνω και ανάμεσα σε νέφη τους Αγίους Ρόκκο, Μάρκο, Πέτρο και Ιουστίνο να παρακαλούν την Παναγία να βοηθήσει τις χριστιανικές δυνάμεις, ενώ μια ομάδα Αγγέλων ψάλλουν το "Αβε Μαρία"... Η Παναγία συγκατατίθεται κι έτσι ο Άγγελος με τον πορφυρό χιτώνα εκσφενδονίζει βέλη με φλόγες προς τα τουρκικά πλοία.
Από τις μουσικές μελοποιήσεις του Ύμνου προς την Θεοτόκο διακρίνονται και επιλέγω εκείνες των: Κερουμπίνι , Ντονιτσέτι, Γκουνώ και Βέρντι.
Για να προλάβω ορισμένους που θα σκεφτούν την υπέροχη σύνθεση του Σούμπερτ να θυμίσουμε πως το κείμενο στη Σουμπερτική σύνθεση βασίζεται στο ποίημα του Γουόλτερ Σκωτ: "Η κυρά της λίμνης". Oι πρώτες λέξεις(Χαίρε Μαρία), έδωσαν την ιδέα να προσαρμοστεί αργότερα όλο το λατινικό κείμενο πάνω στη μελωδία του. Ετσι, λανθασμένα αναφέρεται ως "Άβε Μαρία" του Σούμπερτ.
1. Cherubini:
μελοποιεί τον ύμνο με δραματικότητα και εκκλησιαστική σοβαρότητα. Η σύνθεση φέρει τα χαρακτηριστικά της εκκλησιαστικής πολυφωνίας με εμφανείς επιρροές από το αυστηρό ύφος της σχολής Παλεστρίνα, αλλά μέσα από το πρίσμα της προκλασικής αρμονίας.Το έργο συχνά ερμηνεύεται σε καθολικές λειτουργίες.
2. Donizetti:
Η εκδοχή του διακρίνεται για τη μελωδική τρυφερότητα, ευαισθησία κιι έντονο λυρισμό. Η εκδοχή του δεν ανήκει στο αυστηρά εκκλησιαστικό ρεπερτόριο. Αντίθετα, φέρει τη φραστική και μελωδική πλαστικότητα της όπερας, με εύκολα αναγνωρίσιμα μοτίβα, φωνητική εκφραστικότητα και έναν αέρα σχεδόν ερωτικό, όχι με την έννοια του κοσμικού, αλλά με το πάθος της πνευματικής αγάπης και ικεσίας προς την Παναγία.
3. Gounod:
συνδύασε τον λατινικό ύμνο με το Πρώτο Πρελούδιο του Μπαχ σε μια εκδοχή από τις πιο διάσημες παγκοσμίως. Η σύνθεση αποτελεί υπόδειγμα σύνθεσης πάνω σε προϋπάρχουσα αρμονία (καθώς το πρελούδιο του Μπαχ παραμένει σχεδόν ανέπαφο) και δημιουργεί έναν διάλογο ανάμεσα στον κλασικό μπαρόκ κόσμο του Μπαχ και τον ρομαντικό μελωδισμό του Γκουνώ. Η ενορχήστρωση, είτε για πιάνο, είτε για έγχορδα και φωνή, είναι διακριτική, αφήνοντας χώρο στη φυσική εκφραστικότητα της φωνής, που λειτουργεί σαν ευλαβικό ψίθυρο ή γλυκιά ικεσία.
4. Verdi:
Ο συνθετης συμπεριέλαβε το "Ave Maria" στην όπερά του Otello, δίνοντας του ένα βαθύ, σχεδόν δραματουργικό χαρακτήρα. Στην 4η Πράξη, λίγο πριν τον θάνατό της, η Δυσδαιμόνα ψάλλει μια προσευχή προς την Παναγία, γνωστή ως "Ave Maria" της Δυσδαιμόνας.
Αν και δεν πρόκειται για αυτούσια μελοποίηση του παραδοσιακού λατινικού ύμνου, η σκηνή δανείζεται τον τίτλο και το πνεύμα του. Η μελωδία του Βέρντι είναι σπαρακτική, σχεδόν προφητική, γεμάτη φόβο, πίστη και αποδοχή του αναπόφευκτου. Η ορχηστρική συνοδεία είναι ελάχιστη, σχεδόν ανεπαίσθητη, για να αναδειχθεί η φωνή της ηρωίδας που, μόνη, μέσα στη νύχτα, καταθέτει την ψυχή της στην Παναγία λίγο πριν το τέλος. Η μουσική αυτή σκηνή αποπνέει μια δραματουργική ιερότητα και έχει συγκινήσει γενιές ακροατών και θεατών.
Σήμερα, αιώνες μετά, η Ναυμαχία της Ναυπάκτου δεν είναι μονάχα ένα πολεμικό γεγονός. Είναι μια στιγμή όπου η Ιστορία, η Πίστη και η Τέχνη -μουσική, ποίηση και ζωγραφική- σμίγουν για να θυμίζουν τον αγώνα του ανθρώπου για ελευθερία, ενότητα και ελπίδα.
"Το τραγούδι υπήρξε μέρος ολάκερης της ζωής μου! Αυτό, εξηγεί το γιατί οι αναμνήσεις μου κατακλύζονται από ήλιο!"
Jussi Björling
Συμπληρώνονται σήμερα 60 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο, μόλις στα 49 του. Κορυφαίος ο σουηδός τενόρος με τη βελούδινη κι εξαιρετικά ελεγχόμενη φωνή, το απαράμιλλο βιμπράτο, τις αναπνοές "ακρίβειας"...
Ξεκίνησε να διδάσκεται μουσική με πρώτο δάσκαλο τον τενόρο πατέρα του, David Bjorling. Μεσαίος γιος της οικογένειας, ο Γιούσι μαζί με τα τρία αδέρφια και τον πατέρα του συγκρότησαν το περίφημο κουαρτέτο " Bjorling", με το οποίο ο τενόρος έκανε το ντεμπούτο του στην ηλικία των πέντε χρόνων.
Ο Μπγιέρλινγκ διέπρεψε σε ερμηνείες τραγουδιών Σουηδών συνθετών, αλλά και σε οπερατικούς ρόλους, πρωταγωνιστής σε μεγάλες μουσικές σκηνές, τη ΜΕΤ και τη Σκάλα του Μιλάνου. Ο Björling είχε πραγματικά ένα ευρύ ρεπερτόριο, αλλά οι συνθέτες που πιθανότατα καθόρισαν την καριέρα του ήταν ο Βέρντι και ο Πουτσίνι.
Eπίσης ήταν η επιλογή του Toσκανίνι για την ηχογράφηση του Βερντικού "Ρέκβιεμ", μια από τις καλύτερες στιγμές του Björling!
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο ίδιος ο Pavarotti έγραψε ότι "μοντελοποίησε" την καριέρα του με πρότυπο τον μεγάλο σουηδό τενόρο, για τον οποίο η χήρα του Καρούζο είχε πει πως "είναι ο μόνος που αξίζει να φορά το στέμμα του Ενρίκο", στοιχείο που οδήγησε στο να δοθεί στον Μπγιέρλινγκ ο τίτλος του "Σουηδού Καρούζο".
Ο Παβαρόττι επίσης είχε δηλώσει σε συνέντευξή του πως όταν μελετούσε ένα νέο ρόλο, άκουγε πρώτα την ερμηνεία του Μπγιέρλινγκ, καθώς ο δρόμος του σουηδού τενόρου ήταν ο δρόμος που και κείνος ήθελε να χαράξει στην καριέρα του: "Θέλω βαθειά οι άνθρωποι να με συγκρίνουν με τον Jussi", έλεγε συχνά...
Η μοναδική φορά που ο Μπγιέρλινγκ συνεργάστηκε με τη Μαρία Κάλλας ήταν το 1955 στο Σικάγο στον "Τροβατόρε" του Βέρντι. Δυστυχώς δεν υπάρχει καταγραφή αυτής της παράστασης καθώς από λάθος η πρίζα αποσυνδέθηκε...
Η σύζυγος του Μπγιέρλινγκ, Άννα-Λίζα γράφει στα απομνημονεύματά της στο θαυμασμό που ο Γιούσι είχε για την ελληνίδα υψίφωνο:
"Είχε μια απαράμιλλη ακτινοβολία! Η σκηνική παρουσία της μαγνητιζε, μαγευε το κοινό", λέει ο Μπγιέρλινγκ... "Στην Κάλλας περισσότερο εκτιμούσα την προσπάθειά της να μένει πιστή στις προθέσεις του συνθέτη. Παρατηρούσε κάθε σημείο της παρτιτούρας, δεν ξέφευγε από τις σημειώσεις..."
Σχετικά με την ερμηνεία της Κάλλας στο ρόλο της Ελεωνόρα στην όπερα "Τριοβατόρε" που ερμήνευσαν στο Σικάγο ο Μπγιέρλινγκ τη χαρακτήρισε: "Τελειότητα!!Μια Λεονορα που δεν συγκρίνεται με καμμιά από όσες είχα συνεργαστεί στο παρελθόν!"
O σουηδός τενόρος δίπλα στην ντίβα μας κράτησε το ρόλο του Μανρίκο.
Θα τον ακούσουμε στην μικρής διάρκειας, αλλά απαιτητικότατη cabaletta "Di quella pira"...
Ακούγεται στο τέλος της τρίτης πράξης όπου οι δυο αγαπημένοι, Μανρίκο και Λεονόρα ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας αγάπης, όταν εισβάλλει στη σκηνή αναστατωμένος ο σύντροφος του Μανρίκο για να τον ενημερώσει πως συνέλαβαν τη μητέρα του και σε λίγο θα τη ρίξουν στην πυρά. Έτσι και η Λεονόρα μαθαίνει το μυστικό.
"Η φρικτή φωτιά εκείνης της πυράς
κατακαίει κάθε ίνα της ύπαρξής μου
Σβήστε την αχρείοι, ειδάλλως
θα τη σβήσω εγώ με το αίμα σας!
(προς την Λεονόρα:)
Ήμουνα γιος της πριν να σ'αγαπήσω
δεν ειναι αρκετός ο πόνος σου για να με σταματήσει
Μπορεί να ακούγεται παράξενο, ακόμα και τρελό.Ομως επιστήμονες ισχυρίζονται πως η κλασική μουσική βοηθά στην υγιή ανάπτυξη των αμπέλων. Κατά καιρούς διάφορα πειράματα διεξάγονται σε οινοποιεία ανά τον κόσμο, προσπαθώντας να αποδείξουν την ισχύ της θεωρίας. Σύμφωνα με τις μελέτες, τα ηχητικά κύματα της μουσικής ενεργοποιούν την ανταλλαγή στοιχείων, όπως καλίου και ασβεστίου μεταξύ των κυττάρων των φυτών, καθιστώντας τα πιο ανθεκτικά στις ασθένειες. Ετσι, όλο και περισσότεροι αμπελουργοί επιλέγουν να καλλιεργούν τα αμπέλια τους συνοδεία κλασικής μουσικής, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο ένα είδος ηχοβιολογικού αμπελώνα.
Η μυστική ζωή της βλάστησης είναι γεμάτη παραξενιές και εκπλήξεις! Δεν ξέρω αν τα αμπέλια εκτιμούν την κλασική μουσική, όμως φαίνεται να επηρεάζονται θετικά από τις ηχητικές δονήσεις και συχνότητές της, κρίνοντας από την ποιότητα των σταφυλιών.
***
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ για το ΕΙΚΑΣΤΙΚΟ:
Πούλησε μονάχα έναν πίνακα. Κι αυτόν λίγους μήνες πριν πεθάνει...Ήταν το "Κόκκινο αμπέλι" που φιλοτέχνησε ο Βαν Γκογκ το 1888...
Με φόντο έναν λαμπρό, χρυσοκίτρινο ήλιο αποτυπώνει τη σκληρή αγροτική ζωή, την περίοδο της συγκομιδής των σταφυλιών... Τον ζωοδότη ήλιο, που η λάβρα του, άλλοτε βοηθά κι άλλοτε δυσκολεύει τη ζωή και την εργασία. Οι αγρότες μοχθούν σκυμμένοι...Μαζεύουν με κόπο το γλυκό καρπό μέσα στα μεγάλα καλάθια, που φλογίζονται απ' το κατακόκκινο χρώμα των σταφυλιών, χρώμα κυρίαρχο στο εικαστικό, που τού δίνει και τον τίτλο...
***
Συνθέτες που τούς άρεσε να το...τσούζουν έχουμε και στο χώρο της κλασικής.
1. Ας θυμηθούμε πρώτα την περίπτωση του Γ.Σ.Μπαχ, που εκτός από οπαδός του καφέ, αρεσκόταν και στον οίνο και μάλιστα προτιμούσε κρασί από αμπελώνες της Ρηνανίας. Στο σπίτι του δε, διέθετε κελάρι, όπου αποθήκευε το κρασί της χρονιάς.
2. O Xένρυ Πέρσελ αγαπούσε και κείνος το κρασί και σύχναζε σε κρασοκαπηλειά. Μάλιστα τού στοίχισε ίσως και τη ζωή του αυτή η αδυναμία του...Ενα βροχερό βράδυ που είχε μπλέξει με φίλους και τα έπιναν σε Λονδρέζικη ταβέρνα, γυρνώντας στο σπίτι βρήκε την πόρτα κλειδωμένη από τη γυναίκα του, με αποτέλεσμα να περάσει όλο το βράδυ μέσα στο κρύο και τη βροχή. Πέθανε λίγες μέρες αργότερα από βαριά πνευμονία. Aς ακούσουμε το τραγούδι Purcell: "Come, let us drink - Ελάτε, ας πιούμε", έναν χαριτωμένο τρίφωνο κανόνα, που δημοσιεύθηκε στο δεύτερο βιβλίο Κανόνων του συνθέτη το 1700:
3. Λάτρης των αφρωδών οίνων ήταν ο Μότσαρτ, που πάντοτε έπινε όταν συνέθετε. Το μπουκάλι με το κρασί δεν έλειπε ποτέ πάνω από το πιάνο, λένε... Και ήταν εκείνο που του προκαλούσε ευφορία και διάθεση να δημιουργεί. Τα σαμπανιζέ κρασιά που προτιμούσε, τα συνόδευε πάντα με οστρακοειδή.
Στη 2η Πράξη της όπερας του: "Ντον Τζιοβάννι" έχει στηθεί ένα εορταστικό δείπνο με φασιανό και εξαιρετικό οίνο marzimino!
"Αχ, τι όρεξη!
Θα τα κάνω μια χαψιά!
Νομίζω, θα λιποθυμήσω!
Ρίξτε μου κρασί!
Εξαιρετικό το marzimino!
κι αυτός ο φασιανός...
Ω, μού τρέχουν τα σάλια..."
4. Εκτός από την αγάπη προς τη φύση και τους περιπάτους στους αμπελώνες του Γκρήντσιχ, ο Μπετόβεν είχε αδυναμία και στο κρασί. Ο κορυφαίος συνθέτης καταγόταν από μια οικογένεια που σχετιζόταν με το κρασί, καθώς ο παππούς και ο προπάππος του ήταν οινέμποροι. Βέβαια, ο τιτάνας δεν έπινε σε υπερβολικά επίπεδα, όπως ο μέθυσος πατέρας του, όμως ήταν ικανά να προκαλέσουν βλάβη στην υγεία του, όπως κι έγινε. Πέθανε εξαιτίας κίρρωσης του ήπατος. Είναι γνωστό πως και στο νεκροκρέβατό του ακόμη, ζήτησε να τού φέρουν ένα κιβώτιο από το αγαπημένο του ημίγλυκο .Το κρασί έφτασε μια μέρα πριν τον θάνατό του κι ο θρύλος θέλει να ψιθύρισε τα λόγια: "Κρίμα, είναι πολύ αργά να το γευτώ".
5. Πάθος ήταν το κρασί και για τον Τζοακίνο Ροσίνι, ο οποίος εκτός από τις γαστριμαργικές προτιμήσεις του , λάτρευε και να τα πίνει. Μάλιστα εκτός από τα ιδιαίτερα πιάτα που φέρουν το όνομα του, υπάρχει και το κοκτέιλ "Ροσίνι" με βάση το Prosecco. Ωστόσο προτιμούσε στην κάβα του να αποθηκεύει ξηρά κρασιά Μπορντό και Μαδέρας με τα οποία συνόδευε τις περίφημες μακαρονάδες του.
6. Αδυναμία στα γλυκά κρασιά είχε ο Γιοχάνες Μπραμς, όπως και στο καλό φαγητό.. Είχε πάντα ένα στέκι να πίνει σε πόλεις που ταξίδευε. Στη Βιέννη πάντα τον περίμενε ένα βαρέλι με γλυκό ουγγαρέζικο Tokaji, το "βασιλιά των οίνων", όπως χαρακτηριστικά λέγεται επειδή είναι η φράση που αναφώνησε ο Λουδοβίκος ο 15ος όταν πρωτοδοκίμασε την ποικιλία αυτή κρασιού...
Και γι' αυτόν λέγεται πως ζήτησε να δοκιμάσει λίγο κρασί πριν πεθάνει...Ήπιε μια γουλιά και μουρμούρισε: "Ααα, είναι πολύ γευστικό! Ευχαριστώ!"
7. Kι ο Χάυντν απολάμβανε το κρασί, και μάλιστα ο κόμης Εστερχάζυ στην Αυλή του οποίου εργάστηκε για 30 ολόκληρα χρόνια είχε οινοποιείο και ο συνθέτης κάποιες φορές δέχτηκε φιάλες κρασιών από τον Πρίγκιπα ως μέρος της ετήσιας πληρωμής του.
Από το κοσμικό Ορατόριο του: "Εποχές" και το μέρος του "Φθινοπώρου", ένα έργο της ωριμότητας του Χάυντν, το οποίο όπως έλεγε, τον εξάντλησε, ακούμε το χορωδιακό: "'Ωωωω! Το κρασί είναι εδώ!" σε λιμπρέτο του κόμη φαν Σβήτεν.
Ο Βέρντι σε τρελό φαγοπότι με φίλους (φωτογραφία του 1899)
8. Και ο Βέρντι αγαπούσε κι έπινε κρασί...Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης πανδοχείου κι ενός μικρού μαγαζιού στο Ρόνκολε , όπου πουλούσε κρασί και διάφορα προϊόντα διατροφής. Από κεί προήλθε πιθανώς η αγάπη και η προσοχή που έδειξε ο συνθέτης για τη γη και τα καλούδια της. Από κρασιά προτιμούσε εκείνα της Πάρμας, ιδιαίτερα το Malvasia κι όταν αγόρασε το κτήμα στη Villa Sant'Agata, φύτεψε έναν μεγάλο αμπελώνα, τον οποίο περιποιείτο ο ίδιος.
Συχνά στις όπερές του στήνει σκηνές με δείπνα και λαμπρές γιορτές, όπου ο οίνος ρέει άφθονος. Ας θυμηθούμε το περίφημο "μπρίντιζι" από την "Τραβιάτα": "Libiamo ne' lieti", ανάμεσα στον Αλφρέδο και τη Βιολέτα:
"Ας πιούμε, ας πιούμε από τα εύθυμα κύπελα
που η ομορφιά στολίζει
και η περαστική στιγμή θα μεθύσει από χαρά!
Ας πιούμε απ'τα γλυκά αναριγίσματα
που η αγάπη ξεσηκώνει..."
9. Τα ροζέ φρουτώδη κρασιά προτιμούσε ο Φραντς Σούμπερτ, από αμπελώνες της περιοχής της Στυρίας. Συχνά δοκίμαζε διάφορες ποικιλίες στις Σουμπερτιάδες βραδιές μετά μουσικής και φίλων...Ας θυμηθούμε τα "Skolie" του...Τίτλος λήντερ εμπνευσμένος από το αρχαιοελληνικό "σκόλιο", ένα είδος λυρικής ποίησης που τραγουδιόνταν στα συμπόσια. Κάθε συμποσιαστής τραγουδούσε κρατώντας στο χέρι κλαδί μυρσίνης κι ένα ποτήρι με κρασί, το οποίο παρέδιδε σε κείνον που θεωρούσε άξιο να τραγουδήσει και να πιεί...
Χαρούμενη, όλο ζωντάνια μουσική, που υποδηλώνει το κέφι και την ευθυμία που προξενείται από κατανάλωση αλκοόλ.
Ο "Ναμπούκο" υπήρξε η όπερα η οποία άλλαξε την τύχη του Βέρντι σηματοδοτώντας την πρώτη μεγάλη επιτυχία του. Κι έκανε πρεμιέρα σαν σήμερα, 9 Μαρτίου 1842 στη Σκάλα του Μιλάνου.Το τετράπρακτο λυρικό δράμα είναι βασισμένο στο έργο "Ναβουχοδονόσορ" των Α. Ανισέ-Μπουρζουά και Φ. Κορνύ.
Είναι η εποχή που ο Βέρντι έχει χάσει τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κι επί πλέον το μελόδραμά του "Μιας μέρας βασιλιάς" είχε παταγώδη αποτυχία. Έτσι, δεν έχει και πολλή όρεξη να συνθέσει, παρότι μόλις πήρε στα χέρια του το νέο λιμπρέτο του Σολέρα.
Ο ίδιος γράφει:
"Ήταν φθινόπωρο του 1841. Επιστρέφοντας ένιωθα μια απροσδιόριστη δυσφορία, μια βαθιά θλίψη, έναν πόνο στην καρδιά μου!.. Έφτασα σπίτι, πέταξα το χειρόγραφο με μια βίαιη κίνηση στο τραπέζι και στάθηκα μπροστά του. Όπως έπεσε στο τραπέζι, το λιμπρέτο άνοιξε τυχαία σε κάποια σελίδα και τα μάτια μου καρφώθηκαν στη φράση "Πέτα σκέψη σε χρυσά φτερά". Εξακολούθησα να διαβάζω με συγκίνηση, πολύ περισσότερο που το κείμενο αποτελούσε παράφραση της Βίβλου που με συντρόφευε συχνά. Διάβασα ένα πρώτο απόσπασμα και αμέσως ένα δεύτερο. Ωστόσο, σταθερός στην απόφασή μου να μη συνθέσω άλλη όπερα, έκλεισα το λιμπρέτο και έπεσα για ύπνο!.. Ωστόσο, ναι, ο Ναμπούκο γύριζε μες στο κεφάλι μου! Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σηκώθηκα και διάβασα το λιμπρέτο όχι μία αλλά δύο ή τρεις φορές, έτσι ώστε το πρωί ήξερα σχεδόν απ’ έξω το κείμενο του Σολέρα". (Το Βήμα)
O Bέρντι την εποχή σύνθεσης του "Ναμπούκο"
Παρά την πολιτική διάσταση που απέδωσαν οι Ιταλοί στην όπερα, οι κατακτητές δεν διέκριναν τίποτε ανησυχητικό. Έτσι, η λογοκρισία δεν ταλαιπώρησε το συνθέτη, που με τον "Ναμπούκο" δεν αναφερόταν στην αιχμαλωσία των Εβραίων.Αυτό ήταν η πρόφαση να αναφερθεί στο Ριζορτζιμέντο και την ενοποίηση της Ιταλίας.
Ο "Ναμπούκο" είναι η τρίτη όπερα του Βέρντι, αλλά εκείνος συνήθιζε να λέει πως: "ήταν εκείνη που τον επέβαλλε ως συνθέτη". Ειναι ένα αριστούργημα για την ύβρη και τον αιώνιο αγώνα για ελευθερία.
Στην πρεμιέρα, το ρόλο της "Αμπιγκαΐλε" υποδύθηκε η Τζουζεπίνα Στρεπόνι , από τις δημοφιλέστερες σοπράνο της εποχής, που αργότερα θα γινόταν η δεύτερη σύζυγoς του Βέρντι.
Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε με τον τίτλο "Ναβουχοδονόσορας". Το "Ναμπούκο" καθιερώθηκε μετά από μία παράσταση στην Κέρκυρα τον Σεπτέμβριο 1844 στο θέατρό της Σαν Τζάκομο.
Πολύ γλαφυρά σε ένα μικρό στιγμιότυπο αναφέρεται σχετικά η Πηνελόπη Κουρτζή στο μυθιστόρημά της: "Το Πριγκιπότο", εκδ. Ψυχογιός, σελ 24:
"Το Σαν Τζάκομο άλλαξε μέχρι και το όνομα της όπερας του Βέρντι σε "Ναμπούκο", ακούστηκε να λέει ο Ντε Τζόρτζο -γνωστός ευγενής της Ζακύνθου που είχε πάει στην Κέρκυρα ειδικά γι’ αυτή την παράσταση- στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει τους παριστάμενους. Οι δύο κοπέλες γύρισαν το κεφάλι τους. -"Ναι, δεσποσύνες μου, έτσι είναι!" συνέχισε ο Ντε Τζόρτζο εστιάζοντας την προσοχή του στις νεαρές, ενθουσιασμένος που βρήκε όμορφο ακροατήριο. "Είστε μικρές, αλλά πρέπει να ξέρετε πως, το 1844, στο Σαν Τζάκομο ανέβηκε η περίφημη όπερα του Βέρντι Ναβουχοδονόσωρ.Κι επειδή ο λαός εδώ δεν μπορούσε να προφέρει όλο αυτό το όνομα, απλώς το συντόμευσε σε Ναμπούκο. Και, φυσικά, αφού η Ελλάδα κινεί τις πολιτιστικές εξελίξεις παντού -ξερόβηξε δυνατά, γελώντας συγχρόνως αυτάρεσκα- η όπερα έγινε γνωστή με το όνομα Ναμπούκο. Επίσης, όμορφες δεσποσύνες μου, θα έπρεπε να γνωρίζετε πως αυτό καθόλου δε δυσαρέστησε τον Βέρντι! Αντίθετα, μάλιστα, τον ικανοποίησε, καθώς ήταν μεγάλος θαυμαστής του νησιού και της κουλτούρας μας κι ερχόταν τακτικά ινκόγκνιτο για διακοπές εδώ..."
Η όπερα φημίζεται για τα υπέροχα χορωδιακά της. Μάλιστα πολλοί ειδικοί λένε πως αυτά δεσπόζουν και κλέβουν την παράσταση από τα σολιστικά μέρη... H περίοδος σύνθεσης του "Ναμπούκο" ήταν περίοδος μεγάλης καταπίεσης. Έτσι, ο Βέρντι ένιωσε ότι ο λαός του έθνους του χρειαζόταν μια φωνή!Toύ την έδωσε με τα χορωδιακά, που αντιπροσωπεύουν τις απελπισμένες ψυχές κάθε καταπιεσμένης εποχής...
Έτσι, προτείνω να ακούσουμε τα αγαπημένα μου:
1. Verdi: Nabucco - ΠΡΑΞΗ Α΄/ Giuseppe Sinopoli:
2. Verdi: Nabucco - ΠΡΑΞΗ Γ', "È l'Assiria una regina" / Giuseppe Sinopoli:
Με τον "Ναμπούκο" ο Βέρντι ανέδειξε το ταλέντο του, θέτοντας τέλος στις συνθετικές αποτυχίες του, φίλοι μου. Άφησε πίσω του μια περίοδο μεγάλης θλίψης στην προσωπική του ζωή κι αναδείχθηκε σε εθνικό σύμβολο της Ιταλίας.