Σαν σήμερα, 4 Ιουλίου 1992 στο Μπουένος Άιρες πεθαίνει ο "Μέγας Άστορ", ο πιο σημαντικός συνθέτης του τάνγκο κατά το δεύτερο μισό του 20ού αι. Οι συνθέσεις του έφεραν επανάσταση στο παραδοσιακό τάνγκο, ενσωματώνοντας σ' αυτό στοιχεία τζαζ και κλασικής μουσικής, δημιουργώντας το nuevo tango . Θυμόμαστε πως ήταν η Νάντια Μπουλανζέ εκείνη που τον προέτρεψε να αναζητήσει νέους δρόμους σε αυτό το μουσικό είδος, καθως είχε εντοπίσει ακούγοντάς τον τον προσωπικό του παλμό και φλόγα παίζοντας τάνγκο στο μπαντονεόν.
Έτσι, άλλαξε η ζωή του, καθώς εκείνη τον ενθάρρυνε να συνεχίσει την καριέρα του στο τάνγκο, αναγνωρίζοντας ότι αυτό ήταν το αληθινό μουσικό του ταλέντο. Αυτή ήταν μια ιστορική συνάντηση και ένα σταυροδρόμι στην καριέρα του Πιατσόλα.…
Στο Παρίσι υπέγραψε συμβόλαιο για σύνθεση τάνγκο με διάφορες εταιρίες... Ο Πιατσόλα θαύμαζε κάθε νέα καλλιτεχνική κίνηση. Από τους εικαστικούς είχε μια αδυναμία στους Ζωρζ Μπρακ και Πάμπλο Πικάσο, εισηγητές από κοινού του πρωτοποριακού κινήματος του κυβισμού… Και οι δυο προκάλεσαν επανάσταση στη ζωγραφική του 20ου αι. και η συνάντησή τους αποτελεί σημείο αναφοράς.
Δύο από τα τάνγκο του Πιατσόλα είναι εμπνευσμένα από τους συγκεκριμένους εικαστικούς καλλιτέχνες.
Zωρζ Μπρακ
1. Το πρώτο έχει τίτλο "Καφετί και μπλε" και είναι εμπνευσμένος από τα κατεξοχήν χρώματα στην παλέτα του γάλλου ζωγράφου.
Tα χρώματα που κυριαρχούν στα έργα του Μπρακ είναι κυρίως τα γήινα, καφετιά με πινελιές από κοβαλτί, εκείνο το έντονο μπλε, που μαγνητίζει τα βλέμματα… Θυμίζουμε ότι ο Ζωρζ Μπράκ, εκτός από τα χρώματα και τα πινέλα του, αγαπούσε πολύ τη μουσική, είχε μουσική εκπαίδευση, καθώς έπαιζε φλάουτο, βιολί και ακορντεόν, ενώ από συνθέτες παλαιοτέρων εποχών είχε αδυναμία στους Μπαχ και Μότσαρτ. Οπότε, τα κοινά ενδιαφέροντα τον έφεραν κοντά στον Πιατσόλα με ατέρμονες συζητήσεις περί τέχνης και μουσικής δημιουργίας.
Τα καφέ και κοβαλτί που ο Ζωρζ Μπρακ προτιμούσε, έδωσαν την έμπνευση στη μουσική δημιουργία του Πιατσόλα: "Maron y azul - Καφετί και μπλε".
Piazzola: "Maron y azul":
Φυσικά, υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή σχετικά με τον τίτλο της έμπνευσης, που έχει ενδιαφέρον να την αναφέρουμε…Λέγεται ότι κάποια μέρα που ο Άστορ τοιμάστηκε να βγει
Πάμπλο Πικάσο
απ΄το σπίτι, η Ντεντέ(Dedé Wolff, η πρώτη σύζυγος του Πιατσόλα) παρατήρησε την έντονη χρωματική αντίθεση ανάμεσα στο καφετί σακάκι και την μπλε γραβάτα του συζύγου της. Αυθόρμητα τον ρώτησε: -"Τι συνδυασμός είν’αυτός; Καφέ με μπλε;" για να πάρει ευθύς την απάντηση από τον Πιατσόλα: -"Μόλις τιτλοφόρησες το επόμενο τάνγκο μου".
2. Όσο για τον Πάμπλο Πικάσο, ο Άστορ είχε από καιρό κατά νου μία σύνθεση που επιθυμούσε να τής δώσει το όνομά του. Χρειαζόταν όμως την συγκατάθεσή του για κάτι τέτοιο. Λέγεται πως η απάντηση του Πικάσο ήταν αρνητική, όμως η σύνθεση τελικά συνοδεύτηκε με το επώνυμο του κυβιστή δημιουργού, έστω και ανεπίσημα, κι έτσι ειναι γνωστή μέχρι σήμερα.
("Ο Μικρός πρίγκιπας και η αλεπού", από: users.uoa.gr)
"...Γεια σου, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό:δεν βλέπει κανείς πολύ καλά παρά μονάχα με την καρδιά. Ότι είναι σημαντικό, δεν το βλέπουν τα μάτια.
Ότι είναι σημαντικό δεν το βλέπουν τα μάτια, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
Είναι ο χρόνος που έχεις χάσει για το τριαντάφυλλό σου και που το κάνει τόσο σημαντικό.
Είναι ο χρόνος που έχω χάσει για το τριαντάφυλλό μου … έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού. Όμως εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Να γίνεις υπεύθυνος για πάντα εκείνου που έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου …
Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου… επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας, για να μην το ξεχάσει.
("Ο Μικρός Πρίγκιπας, κεφ. 21ο", Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ)
Πορτρέτο του Εξυπερύ και εικόνες από τον "Μικρό Πρίγκιπα" σε χαρτονόμισμα των 50 φράγκων
Το βιβλίο του Εξυπερύ "Ο Μικρός Πρίγκηπας" μεταφράστηκε σε 250 γλώσσες και στη λίστα με τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία παγκοσμίως κατέχει τη δεύτερη θέση μετά τη Βίβλο.
Εμπνευσμένο από τον αγαπημένο και διαχρονικό "Μικρό Πρίγκιπα", ένα βιβλίο συμβολικό και βαθιά φιλοσοφημένο, όπου εξαίρονται αρχές, αξίες και αρετές και που παρότι γράφτηκε για παιδιά καταφέρνει με ευφυέστατο τρόπο να καυτηριάσει τον κόσμο των μεγάλων, είναι το μουσικό έργο του ιταλού σύγχρονου κλασικού συνθέτη, Federico Truzzi, με τον ομώνυμο τίτλο: "Τhe Little Prince".
Πρόκειται για σύνθεση για μικρό οργανικό σύνολο σε 4 μέρη, καθένα με αναφορές σε στιγμιότυπα και ιστορίες του βιβλίου:
1. "Μy red rose"
2. "From a star to another one"
3. "The fox"
4. "Returne to my rose"
Θα ακούσουμε το μέρος της "Αλεπούς" από το 21ο κεφάλαιο του βιβλίου. Σύνθεση παραμυθική, νοσταλγική, αιθέριας και κομψής αρμονίας για κουιντέτο εγχόρδων, δυο κιθάρες και πιάνο. Σποραδικά, πινελιές από ηχοχρώματα μεταλλόφωνου μεγεθύνουν το παραμυθικό στοιχείο της δημιουργίας του Σαιντ Εξυπερύ, τα συναισθήματα και τα μηνύματα που ήθελε να μεταφέρει με το αριστούργημά του. Η κεντρική θεματική ιδέα του μέρους συνίσταται σε μιαν αναστοχαστική λυρική μελωδία του τσέλου, που συνοδεύεται από το υπόλοιπο ορχηστρικό σώμα και μάς θυμίζει πως την αληθινή ουσία των πραγμάτων τη γνωρίζουμε με την ψυχή, υπογραμμίζοντας τη σημασία της συναισθηματικής επαφής...
Federico Truzzi: "Τhe Little Prince, Μov. III: The Fox "
Ο γεννημένος σαν σήμερα, 29 Ιουνίου 1900, Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ είχε ο ίδιος κάνει τα σχέδια του βιβλίου του, απ' όπου και η εικόνα στην αρχή του κειμένου.
Ο Γιόρις Ίβενς υπήρξε ένας από τους εμβληματικότερους καλλιτέχνες του αιώνα, συγγραφέας και πρωτοπόρος στον τομέα του ντοκυμαντέρ, σκηνοθέτης. Απεβίωσε σαν σήμερα, 28 Ιουνίου 1989. Ο Ίβενς ήταν ταγμένος στο ρεπορτάζ και το πολιτικό ντοκυμαντέρ, και στη ζωή του συνειδητά ακολούθησε τη διαδρομή ελευθερίας ενός "πολίτη του κόσμου", συμμετέχοντας σε λογής διεθνείς παραγωγές. Το σινεμά του πηγάζει από την έμφυτη "εμμονή" του να αιχμαλωτίσει την αλήθεια της ζωής.
Στη μνήμη του αβάν-γκαρντ δημιουργού θα δούμε το μοναδικής σύλληψης: "Rain", ένα από τα θρυλικά του ντοκυμαντέρ, όπου με πυρήνα τη βροχή προσπαθεί να "σχολιάσει" τις μεταβαλλόμενες διαθέσεις. Ξεκινά με μια σινεπεριπλάνηση στους ηλιόλουστους δρόμους του Άμστερνταμ, όταν ξαφνικά πιάνει βροχή. Οι σταγόνες πέφτουν ρυθμικά στην επιφάνεια των νερών των καναλιών και απότομα μετατρέπονται σε ορμητική μπόρα και χαλάζι που ρίχνεται μανιωδώς πάνω σε παραθυρόφυλλα και στέγες. Ο αέρας παίρνει τις ομπρέλες, ο κόσμος τρέχει να προφυλαχτεί, οι δρόμοι αδειάζουν έως ότου ο ήλιος ξανακάνει την εμφάνισή του προσφέροντας τη γαλήνη στις ψυχές των θεατών...
Η ταινία περιγράφηκε από τους ειδικούς ως "ciné Poeme", μια πολύ ποιητική ταινία, με εξαιρετικά ευκρινή και πνευματώδη προσέγγιση του δημιουργού του θέματος της βροχής και του παραλληλισμού του με τις διακυμάνσεις της διάθεσης και τις μεταβαλλόμενες συναισθηματικές καταστάσεις.
O τρόπος που προσεγγίζει το θέμα ο Ίβενς μαρτυρά τη διαίσθηση και τη φιλοσοφία ενός ανθρώπου που δεν αδιαφόρησε ποτέ και δεν έμεινε αμέτοχος σε ο,τιδήποτε σχετικό με τον ανθρώπινο ψυχισμό.
Ο Ίβενς χρειάστηκε περισσότερα από δύο χρόνια για να κινηματογραφήσει αρκετές βροχές σε διαφορετικές τοποθεσίες της Ολλανδικής πρωτεύουσας για να καταφέρει να συνθέσει το έργο, που προσφέρει μια λυρική, ιμπρεσιονιστική εικόνα μιας πόλης σε άσπρο-μαύρο, κι επενδύθηκε μουσικά από αρκετούς συνθέτες.
Ένας απ' αυτούς, ο αυστριακός Hanns Eisler, που το 1941 καταπιάνεται με το θέμα στα πλαίσια ενός "πειράματος" για το Μουσικό Πρόγραμμα του ιδρύματος Ροκφέλερ στη Νέα Υόρκη. Ο ταλαντούχος και πολυβραβευμένος συνθέτης δεν στοχεύει στην αντιστοίχιση μουσικής με τη διάθεση κάθε εικόνας και σκηνής της ταινίας, αλλά στη διερεύνηση των διαταραχών της διάθεσης και των υφών της θλίψης και μελαγχολίας, που οδηγούν.
Η σουίτα δωματίου με βάση τη μουσική της ταινίας ήταν από τα αγαπημένα έργα του Eisler, καθώς αποτελεί μια μελέτη πάνω στο επικοινωνιακό ύφος της δωδεκαφθογγικής μουσικής, είδος που γνώρισε και διδάχτηκε από τον πρωτεργάτη της, Άρνολντ Σαίνμπεργκ, ο οποίος προσφέρθηκε να τού κάνει μαθήματα αφιλοκερδώς διότι αναγνώρισε το ταλέντο του. Ο Άισλερ πήγαινε δύο φορές την εβδομάδα με το τοπικό τρένο και όταν δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα χρειαζόταν να περπατήσει 15 χιλιόμετρα για να παρακολουθήσει το μάθημα με τον δάσκαλο και μετέπειτα καρδιακό φίλο του, Σαίνμπεργκ.
Ο ολοκληρωμένος τίτλος της σουίτας είναι: " Vierzehn Arten den Regen zu beschreiben-Δεκατέσσερεις τρόποι για να περιγράψεις τη βροχή" και ο Άισλερ την αφιέρωσε στον Σαίνμπεργκ.
Joris Ivens - Hanns Eisler: "Regen":
Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο ηλεκτρονικό περιοδικό iporta.gr
Ο Φραντς Σούμπερτ είναι ένας πολυαγαπημένος συνθέτης, που μεγαλούργησε στο μεταίχμιο κλασικισμού-ρομαντισμού, ιδιαίτερα στον τομέα των λήντερ .
Βέβαια, την εποχή της νιότης του οι προτιμήσεις του κοινού γέρνουν προς την όπερα. Έτσι, το 1818 (περίοδο αρκετά γόνιμη για το συνθέτη από μουσική άποψη, αλλά και ανετότερη οικονομικά, καθώς ο Σούμπερτ έχει αναλάβει την μουσική εκπαίδευση των δύο παιδιών του κόμη Εστερχάζυ στην Ουγγαρία), οι φίλοι του προσπαθούν να προβάλλουν το μελοδραματικό του έργο, είδος που αντιπροσωπεύει λιγότερο την τέχνη του.
Την περίοδο αυτή ο Βιεννέζος νεαρός συνθέτης γράφει τη μονόπρακτη όπερα (ζίνγκσπηλ, είδους οπερέττας σε γερμανική γλώσσα που συνδυάζει θεατρική πρόζα και μουσικά-φωνητικά μέρη): "Οι Δίδυμοι - Die Zwillingsbrueder", που έκανε πρεμιέρα σαν σήμερα, 14 Ιουνίου 1820 στη Βιέννη...
Το λιμπρέτο έγραψε ο γνωστός συνεργάτης του ποιητής, Γκέοργκ φον Χόφμαν.
Πρόκειται για μια κωμωδία, η υπόθεση της οποίας αναφέρεται στη νεάνιδα κόρη του δημάρχου, την Λίσεν, που όταν γεννήθηκε, ο πατέρας της υποσχέθηκε όταν μεγαλώσει να την παντρέψει, με τον Φραντς, παρά τη διαφορά ηλικίας τους, επειδή ο δεύτερος τον βοήθησε σε περίοδο οικονομικών προβλημάτων.
Ο Φραντς είχε ένα δίδυμο αδερφό, τον Φρήντριχ. Και οι δυο φεύγουν αμέσως μετά τη γέννηση του κοριτσιού για τον πόλεμο. Για 18 χρόνια θεωρούνται αγνοούμενοι, καθώς δεν έχουν δώσει σημεία ζωής. Όλοι, τούς θεωρούν νεκρούς.
Η αυλαία της κωμικής όπερας ανοίγει και το σκηνικό μάς μεταφέρει σε μια αγροτική περιοχή στις όχθες του Ρήνου. Η μικτή χορωδία που εκπροσωπεί τους χωρικούς, υμνεί με χαριτωμένα μοτίβα τη λαμπρή μέρα που ξημέρωσε. Σήμερα είναι τα 18α γενέθλια της Λίσεν και καθώς ενηλικιώνεται ανακοινώνεται ο προσεχής γάμος της με τον αγαπημένο της, Άντον.
Οι ετοιμασίες του γάμου προχωρούν, όταν εμφανίζεται ο σαραντάρης πια, Φραντς επιστρέφοντας από τον πόλεμο. Όλα ανατρέπονται. Ο πατέρας πρέπει να τηρήσει το λόγο του και να του παραδώσει για σύζυγο τη θυγατέρα του. Την ίδια στιγμή συμπτωματικά, επιστρέφει ζωντανός και ο δίδυμος αδερφός, Φρήντριχ. Καθώς μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό και δεν πετυχαίνει ποτέ ο ένας τον άλλο στο ίδιο μέρος την ίδια χρονική στιγμή, οι χωρικοί τούς μπερδεύουν.
Οι συμπεριφορές και τα λεγόμενα των διδύμων δεν ταιριάζουν, όμως. Ο ένας αδελφός προσπαθεί να κανονίσει το γάμο του με την κοπέλα, ενώ ο άλλος δέχεται ευχαρίστως να αποσυρθεί του δικαιώματός του να την παντρευτεί.
Αυτές οι διαφορετικές αντιδράσεις, προκαλούν σύγχυση και βάζουν τον πατέρα σε σκέψεις πως ο υποψήφιος γαμπρός υπέστη στον πόλεμο βαριά ψυχική βλάβη και ταλαντεύεται για το αν θα πρέπει τελικά να δώσει την κόρη του σε έναν "τρελό".
Μεσολαβούν αρκετά ευτράπελα επεισόδια μέχρι τη στιγμή που τα δίδυμα αδέρφια συναντιούνται και η αλήθεια αποκαθίσταται. Το happy end δεν αργεί. Οι δίδυμοι είναι ευτυχισμένοι, που είναι και οι δυο στη ζωή, ευγνωμονούν για την τύχη τους και συμφωνούν να αφήσουν τους δυο ερωτευμένους νέους να παντρευτούν και να χαρούν την αγάπη τους στην κοινή τους ζωή.
Το Kärntnertortheater στη Βιέννη, όπου έκανε πρεμιέρα το ζίνγκσπηλ του Σούμπερτ
Το μελωδικό περιεχόμενο του ζίνγκσπηλ διαθέτει ρυθμική και εκφραστική ενέργεια, η οποία υποστηρίζεται από χαριτωμένα ποικίλματα στις άριες, τα ντουέτα, τα κουαρτέτα και τα χορωδιακά. Ιδιαίτερα φαίνεται να κυριαρχούν οι μεταπτώσεις της δυναμικής, που ενισχύουν τις εναλλαγές των σκηνών και των συναισθημάτων. Οι θεματικές ιδέες κινούνται σε μια ακολουθία εντάσεων και χαλαρώσεων, με αλλεπάλληλες σφριγηλές και λυρικές στιγμές, πλαισιωμένες με ηχοχρωματικούς συνδυασμούς και δυναμικούς τονισμούς, που ενισχύουν μουσικά τα κωμικά στιγμιότυπα.
Πρόκειται για ευφάνταστη κωμωδία παρεξηγήσεων με πλήθος ανατροπών, ανάλαφρη και διάφανη καθ’ όλη την εξέλιξή της, που η ακρόασή της προκαλεί ευφορία ψυχής...Μια σύνθεση που κανείς διακρίνει στοιχεία από κωμικά Μοτσάρτια σκηνικά έργα και μαρτυρά το ταλέντο του αγαπημένου Σούμπερτ και στη μελοδραματική μουσική. Ο βιεννέζος δημιουργός δεν είναι "μάστορας" μόνο στα λήντερ, αλλά εφευρίσκει τρόπους να σκιαγραφήσει την διάθεση και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των προσώπων της όπεράς του χρησιμοποιώντας κατάλληλα και εύστοχα τις αλλαγές δυναμικής της φωνητικής τους περιοχής.
Θα ακούσουμε την χαρωπού χαρακτήρα ουβερτούρα και το τρυφερό ντουέτο αγάπης ανάμεσα στην Λίσεν και τον Άντον.
Schubert: "Die Zwillingsbrueder - Overture"
Το ντουέτο:
ANTON:
Μπροστά από το γυναικείο στήθος ανθίζει
ό,τι η αγάπη σε σένα τιμά
Αλλά στα βάθη της καρδιάς
είναι για μένα φυλαγμένη
μια μικρούλα θέση
LIESCHEN:
Όταν εδώ και καιρό μαραίνεται η ανθοδέσμη
μπροστά από το πάντα πιστό στήθος
ζει ακόμα στα βάθη της καρδιάς
ο αγαπημένος, ο πόθος μου!
LIESCHEN, ANTON:
Η αγάπη αντιστέκεται στα στοιχεία
που ένας κόσμος δημιουργεί.
Η χαρά μεταφέρει καινούργια χαρά
Τα πάθη δίνουν τεράστια δύναμη!
(Η μτφ. από τα γερμανικά είναι της καλής μου συναδέλφου, καθηγ. Γερμανικών, Στέλλας Ανυφαντή)
Το ζίνγκσπηλ κλείνει με το σύντομο, θριαμβευτικού χαρακτήρα, χορωδιακό:
"Die Brüder haben sich gefunden".
"Ο ένας αδερφός βρήκε τον άλλο
Δείτε τους ευτυχισμένους διδύμους!
Δείτε και τους εραστές ενωμένους,
που οδηγούνται στον ιερό ναό
Να ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός! Ζήτω και οι δίδυμοι!"
Ο Λουίς ντε Καμόες, ο εθνικός ποιητής της Πορτογαλίας σήμερα τοποθετείται για το μεγαλείο της έμπνευσης και του λογοτεχνικού έργου του δίπλα στον Όμηρο, το Βιργίλιο και τον Σαίξπηρ.
Γλυπτή φιγούρα του Καμόες στο Μνημείο των Ανακαλύψεων στη Λισαβώνα
Καταγόταν από έκπτωτους αριστοκράτες, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Κόιμπρα και με την ευρεία μόρφωση και τη μεγαλοσύνη της καλλιτεχνικής και πνευματικής φύσης του κατάφερε να επανενταχθεί στην αριστοκρατική κοινωνία της Λισαβώνας και να γίνει δεκτός στη βασιλική αυλή..
Πέθανε σαν σήμερα, 10 Ιουνίου 1580 σε ηλικία 55 ετών, λόγω της κλονισμένης υγείας του από τις κακουχίες και την πανώλη…H μέρα αυτή θεωρείται "Εθνική Ημέρα της Πορτογαλίας".
Αρχικά, μη μπορώντας να αποκτήσει αποδοχή στην πατρίδα, ο Καμόες ταξίδεψε στην Αφρική για να πολεμήσει ενάντια στους Μαυριτανούς, ώστε να ανέλθει κοινωνικά μέσω στρατιωτικών αξιωμάτων. Σε μια από τις μάχες, τραυματίστηκε κι έχασε το δεξί μάτι του.
Οι αυλικοί του έρωτες έγιναν αιτία να εξοριστεί από την πόλη της καρδιάς του...Συμμετείχε στις αποστολές των θαλασσοπόρων και στο αριστουργηματικό έπος του "Λουσιάδες" αφηγείται τα κατορθώματά τους. Έζησε στην Ινδία και το Μακάο της Κίνας, όπου ολοκλήρωσε το έργο του.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής στην Πορτογαλία, το πλοίο του ναυάγησε. Ο ποιητής μπροστά στο χάος και την αγωνία του ναυαγίου, το μόνο που σκέφτηκε ήταν να σώσει το χειρόγραφο του ποιήματος. Κολύμπησε για ώρες κρατώντας το στα χέρια του έξω από το νερό.
Στο έμμετρο ποίημά του επαινεί τα κατορθώματα των υιών του Λούσου(Λουσιάδων, όπως ονομάζονταν οι Πορτογάλοι από τους Ρωμαίους). Τελικά οι Λουσιάδες δημοσιεύτηκαν το 1572 και γνώρισαν εξαιρετική επιτυχία.
Παρόλα αυτά, ο Καμόες πέρασε τα τελευταία του χρόνια μέσα σε μεγάλη φτώχεια. Στην ταφόπλακα του σκαλίστηκε η επιγραφή:
"Εδώ βρίσκεται ο Λουίς Καμόες, ο Πρίγκιπας των Ποιητών της εποχής του.
Έζησε φτωχός και παραμελημένος και έτσι πέθανε.
Καλοκαίρι MDLXXIX"
O τάφος του Καμόες
Είναι θαμμένος στο Μοναστήρι των Ιερωνυμιτών αντίκρυ στην έτερη, άξια θαυμασμού, προσωπικότητα των Πορτογάλων, τον θαλασσοπόρο Βάσκο ντα Γκάμα.
Η πλοκή των "Λουσιάδων" αφηγείται το ταξίδι του Πορτογάλου θαλασσοπόρου και εξερευνητή προς την Ινδία. Ο ποιητής ακολουθώντας τα πρότυπα των δυο επών του Ομήρου ξεκινά με την επίκληση για έμπνευση στις Μούσες των Πορτογάλων, τις Ταγίδες, Νύμφες του Τάγου ποταμού.
Ο Καμόες διαβάζει τις "Λουσιάδες" στον βασιλιά Σεβαστιανό
Ο Καμόες, που αφιέρωσε το έμμετρο ποίημα του στη μνήμη του ευεργέτη του, βασιλιά Σεβαστιανού, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια σταυροφορίας στο Μαρόκο το 1578 κινείται τόσο σε ιστορικό, όσο και μυθολογικό επίπεδο.
Χαρακτηριστική είναι η σκέψη του ποιητή να συμπεριλάβει στον λογοτεχνικό κολοσσό του και τους Ολύμπιους θεούς, οι οποίοι συσκέπτονται για να καθορίσουν την τύχη της αποστολής. Οι Πορτογάλοι έχουν συμπαραστάτιδα τη θεά της ομορφιάς, Αφροδίτη, ενώ ο Διόνυσος τάσσεται εναντίον τους. Η αφήγηση του Καμόες εμπλουτίζεται με πολεμικές μάχες, ερωτικά επεισόδια και θαλασσοταραχές, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Ο γεννημένος στη Λισαβώνα, πιανίστας, συνθέτης και μουσικοπαιδαγωγός, João Domingos Bomtempo(1775 - 1842) ήταν γιος ενός ιταλού, ομποϊστα στην ορχήστρα της Πορτογαλικής Αυλής.
Ο Bomtempo "έσπασε" την ιταλική τάση που επικρατούσε τότε στην Πορτογαλία, ακολουθώντας τις καινοτομίες του βιεννέζικου κλασικισμού των Χάυντν, Μότσαρτ και Μπετόβεν.
Το έργο του δημοσιεύτηκε από τους κυριότερους αγγλικούς και γαλλικούς οίκους, απόδειξη του κύρους του ονόματός του και της εκτίμησης που έχαιρε ο καλλιτέχνης.
Αριστούργημά του θεωρείται το "Requiem Op.23" σε ντο ελ., που συνέθεσε στη μνήμη του ποιητή των Λουσιάδων, όπως δηλώνεται στον αφιερωματικό υπότιτλο: "À memória de Camões".
Πρόκειται για εξαίρετο δείγμα ιερής μουσικής του πρώιμου ρομαντισμού, που γράφτηκε για 4 σολίστ, μικτή χορωδία και μεγάλη ορχήστρα συνοδευμένα από πληκτροφόρο, τη διετία 1819-1820, ακολουθώντας τον τύπο της επικήδειας Λειτουργίας στις κύριες ενότητες:
Introit Kyrie - Dies Irae Offertorium - Sanctus Benedictus - Agnus Dei
Το Ρέκβιεμ του Bomtempo με λιμπρέτο στα Λατινικά, πρωτοπαρουσιάστηκε σε ιδιωτική συναυλία στη γαλλική πρωτεύουσα κατά τη διάρκεια μιας σύντομης παραμονής του συνθέτη στο Παρίσι, κάτι που εξηγεί τη γαλλική μορφή του αρχικού τίτλου: "Mees de Requiem consacrée à la mémoire de Camoes" και επαναλήφθηκε με μεγάλη επιτυχία στο Λονδίνο. Ο εμπνευσμένος δημιουργός κινείται σ' ένα συνθετικό στυλ από το οποίο αναδύεται το μουσικό άρωμα της Βιεννέζικης Σχολής. Ως επί το πλείστον ομοφωνική γραφή με διατονικές συνηχήσεις, που μαρτυρά -όπως αναφέραμε, κάτι σπάνιο σε συνθέτες της Ιβηρικής της εποχής- την αφομοίωση της γερμανικής μουσικής της κλασικής περιόδου των Χάυντν και Μότσαρτ.
Η μικτή χορωδία και η εντυπωσιακού εύρους σύνθεση της ορχήστρας αξιοποιούνται ευρηματικά είτε σε συνδυασμό με τις σολιστικές φωνές, είτε σε επιβλητικά, μεγαλόπρεπα χορωδιακά. Παρά το θρησκευτικό τυπικό της δομής της σύνθεσης, δεν παραχωρείται το δικαίωμα στον ακροατή να ξεχάσει πως πρόκειται για "εγκωμιαστικό" μνημόσυνο στον Πορτογάλο εθνικό ποιητή.
João Domingos Bomtempo: "Requiem, Op.23 - À memória de Camões"
"Το πιο σπουδαίο είναι η εξάσκηση του αυτιού. Προσπάθησε από νωρίς, ν' αναγνωρίζεις τονικότητα και φθόγγο. Να είσαι ικανός να αναγνωρίζεις τον φθόγγο που παράγει ένα τζάμι που τρίζει, ο κούκος του ρολογιού, ένα κουδούνι…
("Συμβουλές σε Νέους Μουσικούς", Robert Schumann)
Τα έργα του ξεχωρίζουν για το λυρισμό και την ευαισθησία τους, τη μοναδική τους έμπνευση και την πληθώρα συμβολισμών.
Ο Ρόμπερτ Σούμαν, ένας από τους μεγάλους εκπροσώπους της ρομαντικής σχολής της μουσικής γεννήθηκε σαν σήμερα, 8 Ιουνίου του 1810, στο Τσβίκαου της Σαξωνίας.
Ο Ερμάνος συναντά τη Δωροθέα (χαρακτικό εμπνευσμένο από το ποίημα του Γκαίτε)
Την Ουβερτούρα του "Hermann und Dorothea" θα ακούσουμε, σύνθεση βασισμένη σ' ένα επικό ποίημα του Γκαίτε. Ένα ειδύλλιο που έγραψε ο γερμανός ποιητής το 1792 και διαιρείται σε εννέα cantos, καθένα από τα οποία έχει το όνομα και μιας Μούσας. Η υπόθεσή του διαδραματίζεται σε μια μικρή γερμανική πόλη στην ανατολική πλευρά του Ρήνου την περίοδο της Επανάστασης. Πρόσφυγες έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή, καθώς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στην απέναντι όχθη του ποταμού όταν αυτά καταλήφθηκαν από Γαλλικά στρατεύματα. Ενα ειδύλλιο αναπτύσσεται ανάμεσα στον Ερμάνο, γιο μιας οικογένειας ντόπιων, και μια προσφυγοπούλα, τη Δωροθέα. Ο πατέρας του νεαρού αντιδρά σε αυτή τη σχέση, όμως με τη βοήθεια της μητέρας, τελικά οι δυο νέοι καταφέρνουν να πάρουν την ευχή του πατέρα για κοινή ζωή.
Ο Γκαίτε λέγεται πως είχε ακούσει μια σχετική ιστορία από τις αρχές του 1730 για ένα κορίτσι Πρωτεσταντών που εκδιώχθηκε από την Αρχιεπισκοπή στην Ανατολική Πρωσία και στη συνέχεια παντρεύτηκε εκεί έναν πλούσιο νεαρό άνδρα. Ίσως την ιστορία να διαμόρφωσε στο έμμετρο ποίημά του. Σίγουρα όμως υπάρχει και μια σχέση με τον ίδιο, ο οποίος κατά τη γαλλική εισβολή το 1792 έγινε αυτόπτης μάρτυρας της εκδίωξης των Γερμανών από το Ρήνο προς τα ανατολικά.
Αυτό το πόνημα του Γκαίτε εκτιμήθηκε ιδιαίτερα επειδή αντανακλούσε τις αστικές ιδέες της εποχής για τα στερεότυπα της ζωής, των φύλων, των αξιών και ιδανικών.
Η εισαγωγή του Ρόμπερτ Σούμαν γράφτηκε την ίδια εποχή με την πιο δημοφιλή του εισαγωγή για το Σαιξπηρικό "Μάνφρεντ". Ως γιος βιβλιοπώλη και εκδότη, ο Σούμαν είχε από μικρός πρόσβαση σε κλασικά λογοτεχνικά κείμενα, τα οποία μελετούσε μανιωδώς, ανάμεσά τους -εκτός από Σαίξπηρ- ποίηση του Λόρδου Μπάυρον, νουβέλες του Γκαίτε, ποιητικές συλλογές του Σίλλερ και τα κείμενα του Ζαν Πωλ Ρίχτερ, που έτρεφαν τη νεανική φαντασία του και τού δίδασκαν τη λεπτή γλώσσα του συναισθήματος.
Είναι η περίοδος που ο συνθέτης έχει μετακομίσει με την οικογένειά του στο Ντίσελντορφ, μια μικρή πόλη, που όμως τού διαθέτει για τις συνθέσεις του ορχήστρα και χορωδία. Ετσι, άρχισε να συνθέτει έργα μεγάλης κλίμακας και για τα δύο.
"Goethe's Hermann and Dorothea", Eugen Napoleon Neureuther
Η Εισαγωγή "Hermann und Dorothea" , που σχεδιάστηκε από τον Σούμαν τον Δεκέμβριο του 1851, ακολουθεί μέτριο τέμπο και στηρίζεται σε δυο θέματα.
Το πρώτο ανατίθεται στις βιόλες, τα τσέλα και τα φαγκότα, ένας ασυνήθιστος ηχοχρωματικός συνδυασμός, απ' τον οποίο αναδύεται μια ιδιαίτερα μελαγχολική αύρα.
Το δεύτερο θέμα έρχεται γρήγορα από τα φλάουτα και πίκολι και παραπέμπει στη γνωστή "Μασσαλιώτιδα". Μοτίβο το οποίο επιλέγει ο Σούμαν, καθώς η πρώτη σκηνή αναφέρεται στην αποχώρηση των Γαλλικών στρατευμάτων.
Διάφορα μοτίβα των δυο αυτών θεμάτων, περνώντας με άφθαστη ευρηματικότητα από μεριάς δημιουργού από διάφορες ομάδες οργάνων, αναπτύσσονται αντιστικτικά με μετατροπίες που οδηγούν από τη μια στην άλλη τονικότητα σε μια μοναδικής ομορφιάς μουσική πλοκή, που μαρτυρά την συνθετική ωριμότητα του συνθέτη. Ενώ το έργο ξεκινά στη σι ελ. , η τελευταία ενότητα ολοκληρώνεται σε μορφή εγκωμίου στη Σι μείζονα.
Πληροφορικά να αναφέρουμε πως ο Σούμαν ολοκλήρωσε τη σύνθεση σε μόλις 5 ημέρες. Αρχικά είχε κατά νου να συνθέσει μια όπερα βασισμένη πάνω στο έμμετρο επικό δράμα του Γκαίτε, κάτι που μετάνοιωσε και άρχισε να δουλεύει ως singspiel. Τελικά, προέκυψε η ουβερτούρα που ενθουσίασε με τη θεματική χρήση της "Μασσαλιώτιδας", που πέρα από την πλοκή εκφράζει και τα βιώματα του ίδιου του Σούμαν, καθώς στο Ντίσελντορφ εγκαταστάθηκε μετά τις επαναστατικές εξεγέρσεις του 1848 στη Δρέσδη, όπου ζούσε.
Αδιαμφισβήτητα είναι εμφανές και σε αυτή την περίπτωση το λογοτεχνικό υπόβαθρο της μουσικής του Σούμαν, με τον προσωπικό χαρακτήρα βαθιάς εσωτερικότητας, που σκιαγραφεί ένα καλλιτέχνη που μέσω των ήχων του συλλογάται και συγχρόνως συνομιλεί με τον εαυτό του. Ένα έργο, όπου τρυφερότητα, πατριωτισμός και πάθος συμπράττουν σ' ένα σπάνιο συνδυασμό...
Robert Schumann: "Hermann und Dorothea, Ouvertüre"
Από τα εικαστικά που κατά μια εκδοχή εμπεριέχουν συμβολικό μήνυμα και λαμβάνονται ως κριτική κατά του καπνίσματος είναι ο τιτλοφορούμενος "Schedel met een brandende sigaret- Κρανίο με αναμμένο τσιγάρο" του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, που βλέπετε παραπάνω. Για πολλούς αποτελεί προειδοποίηση πως το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία και οδηγεί στο θάνατο.
Πρόκειται για πρώιμο έργο του Ολλανδού ζωγράφου, που ανήκει στο είδος της Vanitas τέχνης, που χρησιμοποιεί συμβολισμούς για να δείξει την παροδικότητα της ζωής, τη ματαιότητα της απόλαυσης και τη βεβαιότητα του θανάτου.
Πάντως παρότι ο Βίνσεντ με αυτό το έργο του δίνει ένα εικαστικό σχόλιο "κατά" του καπνίσματος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ζωγράφος υπήρξε μανιώδης καπνιστής και συνέχισε να καπνίζει μέχρι το θάνατό του.
"Ο καπνιστής", Βαν Γκογκ
Όπως διαπιστώνεται μελετώντας τις επιστολές του, το κάπνισμα, ήταν ζωτικής σημασίας για τον Βίνσεντ, καθώς το θεωρούσε παρηγοριά στις δυσκολίες της ζωής του. Η πίπα του αποτελούσε αχώριστο σύντροφό του και το κάπνισμα την ανάγκη για την αναζωπύρωση της σκέψης, την ηρεμία του μυαλού του, την έμπνευση...
Όπως γνωρίζουμε ο Βαν Γκογκ δεν πούλησε, παρά μόνο έναν πίνακα κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ωστόσο, έδωσε μια δημιουργία του στον καπνοπώλη του προκειμένου να τακτοποιήσει το χρέος του από αγορά καπνού.
Αναφέραμε πως κάπνιζε μέχρι το τέλος της ζωής του, κυριολεκτικά. Μετά τον τραυματισμό του με όπλο στα χωράφια της Οβέρ, κατάφερε με πολύ κόπο να γυρίσει στο πανδοχείο που διέμενε. Σύμφωνα με κάποιους μάρτυρες, όταν ήρθε ο γιατρός Γκασέ, ο Βαν Γκογκ τού ζήτησε τη πίπα του. Ο Βίνσεντ άρχισε να καπνίζει σιωπηλός. Μετά από λίγες ώρες θα άφηνε την τελευταία του πνοή.
Πολλοί είναι οι πίνακες που φιλοτέχνησε με τον ίδιο να καπνίζει ή άλλους καπνιστές.(πχ. "Ο καπνιστής")
"Οι πιο όμορφοι πίνακες είναι αυτοί που ονειρεύεται κανείς όταν καπνίζει μια πίπα στο κρεβάτι του",
"Δεν επινόησα τον χορό, υπήρχε πριν από εμένα. Κοιμόταν όμως κι εγώ τον ξύπνησα"
(Ισιδώρα Ντάνκαν)
27 Μαϊου 1877, γεννιέται η "μητέρα του σύγχρονου χορού", Ισιδώρα Ντάνκαν, γνωστή ως "ξυπόλητη χορεύτρια", καθώς προτιμούσε να χορεύει χωρίς παπούτσια, στοιχείο πoυ τής επέβαλε το ελεύθερο πνεύμα της.
Μικρή, ξεκίνησε μαθήματα πιάνου, αγαπούσε τη μουσική, το ρυθμό και την αρμονία της, όμως την κέρδισε ο χορός. Εντυπωσιάζει το γεγονός πως εξάχρονο κοριτσάκι και παίζοντας με τις φίλες της γειτονιάς, τίς δίδασκε μπαλετικές, χορευτικές κινήσεις αυτοσχεδιάζοντας.
Χαρακτηριστικές είναι όντως οι επηρεασμένες από τη φύση, κινήσεις της. Τα κύματα, οι κινήσεις των κλαδιών των δέντρων, καθώς φυσάει ο άνεμος, τα σύννεφα κλπ, την εμπνέουν, όπως την εμπνέει και η αρχαιοελληνική γλυπτική.
Εκτός από το να χορεύει ξυπόλητη, επιλέγει να φορά αέρινα, ανάλαφρα ρούχα, όμοια με τους χιτώνες των αρχαίων Ελλήνων.
Εκτός όμως από την ένδυση, η λατρεία της Ντάνκαν για την χώρα μας φαίνεται από την επιλογή της να ζήσει στο Βύρωνα, να χορέψει στους Δελφούς και στο αρχαίο θέατρο του Διονύσου.
Περισσότερο την ενδιέφερε η έμπνευση και λιγότερο η τεχνική, καθώς αναζητούσε τη "θεία έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος".
Ο χορός της είχε απίστευτη χάρη, χαρακτηριζόταν από κομψότητα, μελωδικότητα και έντονη εκφραστικότητα.
Τιμητικά στο πρόσωπό της ο Φρέντερικ Άστον το 1976 θα χορογραφήσει ένα μπαλέτο με τίτλο: "Five Brahms Waltzes in the Manner of Isadora Duncan", για μια solo χορεύτρια πάνω σε μουσική του Γιοχάνες Μπραμς.
Ο Άστον επιλέγει 5 από τα 16 Βαλς του "Opus 39" του γερμανού συνθέτη.
Συγκεκριμένα τα Βαλς 1, 2, 8, 10, 13 και 15 από το "Sechzehn Walzer, Op. 39" που ο Μπραμς συνέθεσε το 1865 λίγο πριν εγκατασταθεί στην Βιέννη προκειμένου να τιμήσει την χορευτική φόρμα με την οποία είναι συνδεδεμένη η "πόλη του Βαλς".
Ο Μπραμς ολοκλήρωσε τον κύκλο αρχικά για πιάνο με 4 χέρια και αμέσως μετά τα διασκεύασε για σόλο πιάνο. Το έργο αφιέρωσε στον μουσικοκριτικό και φίλο του, Eduard Hanslick.
Από τα πέντε Βαλς που χορογράφησε ο Άστον προς τιμήν της Ισιδώρας Ντάνκαν, το πρώτο εκτελείται πριν την εμφάνιση της χορεύτριας ως προοίμιο.
Ο Άστον επέλεξε να εμπνευστεί από τις παραστάσεις της Ντάνκαν που είχε δει, αντί να αναδημιουργήσει με ακρίβεια τις χορογραφίες της. Ατόφιο παρουσιάζει στο χορευτικό σόλο μόνο τον περίφημο "Χορό των πετάλων" , που το όνομα της Ντάνκαν συνδέθηκε μ' αυτόν. Η χορεύτρια κινούμενη προς τα μπρος με ανάλαφρα μικρά, ρυθμικά βήματα κρατώντας στις παλάμες της πέταλα ανθέων, τα αφήνει ν' ανεμίζουν προς τα πίσω καθώς τρέχει...(6:27'). H ρέουσα, γλυκιά μελωδία από το Βαλς Ν. 15, το δημοφιλέστερο της σύνθεσης, καθοδηγεί τις αέρινες, ευγενικού χαρακτήρος, κινήσεις της μπαλαρίνας, προξενώντας στους φιλότεχνους θεατές χείμαρρο αισθήσεων και ρομαντισμού...
"Brahms Waltzes in the manner of Isadora Duncan":
Για την Ισιδώρα Ντάνκαν μπορείτε να διαβάσετε κι εδώ.
"Παιδί μ' τα μάτια σκούπισε και πάψε να δακρύζεις,
κι ένα μονάχα να σκεφτείς και μες στο νου σου βάλε:
Άμα δεμένοι σαν γροθιά και δυνατοί σαν βράχος,
όλη την ιστορία μας αξέχαστη κρατούμε
και με της λύρας τους σκοπούς πάντοτε τραγουδούμε,
Κάστρο σπουδαίο κι άπαρτο θάναι για πάντα ο Πόντος!"
(Θωμάς Ακριτίδης)
Με της λύρας τους σκοπούς κρατάμε τη μνήμη άσβεστη...Της λύρας της ποντιακής, που θεωρείται ιερή για κάθε Πόντιο.
Είναι ένα έγχορδο όργανο με 3 χορδές, που παίζεται με δοξάρι και το "σκάφος" της(κυρίως σώμα του οργάνου) είναι φιαλόσχημο. Τη γούλα ή λαιμό, κρατάει ο λυράρης με το αριστερό χέρι. Στο κιφάλ, ή κεφαλή του οργάνου, δηλαδή το ανώτερο τμήμα του στερεώνονται τα 3 κλειδιά. Πάνω στο καπάκι της λύρας υπάρχουν τα "ρωθώνια, ή μάτια", 12 μικρές τρύπες Η ταστιέρα που οι Πόντιοι ονομάζουν "μπερντέ", έχει μήκος 33 εκατοστά. Η ποντιακή λύρα, έχει και "ψυχή". Πρόκειται για ένα ευλύγιστο ξύλο που είναι σφηνωμένο στο εσωτερικό του οργάνου, ανάμεσα στο ηχείο και την πλάτη του.
Η λύρα είναι γνωστή και με το όνομα "κεμετζές", που κατά τους ερευνητές προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κέλης (σκάφος) ή το ρήμα κέλομαι (παροτρύνω).
Χαρακτηριστικό επίσης είναι πως οι Πόντιοι διατυπώνουν μια άποψη που συσχετίζει τη λύρα με τη θρησκεία. Συγκεκριμένα γίνεται μια αναλογία των χαρακτηριστικών της λύρας με στοιχεία της Ορθόδοξης παραδοσης:
Π.χ :
Τα 3 κλειδιά και οι 3 χορδές με την Αγία Τριάδα. Οι 12 οπές με τους 12 Αποστόλους Το μήκος του μπερντέ (33 εκ.) με τα χρόνια του Χριστού και Κατά την εκτέλεση το δοξάρι με τη λύρα κρατιέται με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζεται το ιερό σχήμα του Σταυρού.
Η μνήμη είναι το μόνο όπλο να καταδικάσουμε τέτοιες αποτρόπαιες βαρβαρότητες... Και η συγκεκριμένη αναφορά είναι το ελάχιστο, ως μνημόσυνο για τους αδίκως σφαγιασθέντες. Στη μνήμη τους ηχεί από την ιερή λύρα ένας μακρόσυρτος "Θρήνος", ένας μουσικός λυγμός για τις βαναυσότητες κατά των αθώων του Ελληνισμού του Πόντου...
"Η τέχνη είναι πάντα και παντού η μυστική ομολογία και ταυτόχρονα
η αθάνατη κίνηση της εποχής της.
Η Μουσική είναι ο καθρέφτης της πραγματικότητας"
(Καρλ Μαρξ)
Το μελαμψό χρώμα του δέρματός του έκανε τον περίγυρό του να του κολλήσει το παρατσούκλι: "ο Μαύρος".
Ο γεννημένος σαν σήμερα, 5 Μαΐου 1818, "μαύρος" Καρλ Μαρξ, ο μεγάλος στοχαστής και φιλόσοφος, ιστορικός, ριζοσπάστης και επαναστάτης, μικρός ήθελε να γίνει ποιητής με διακαή πόθο να "κατακτήσει τον κόσμο με τη φαντασία και τα ποιήματά του".
Τζένη φον Βεστφάλεν-Μαρξ
Ως φοιτητής έγινε μέλος της "Λέσχης ποιητών" κι έγραψε και ερωτικά ποιήματα! Προφανώς, κάτι πλέον παράδοξο, που κανείς θα μπορούσε να θαυμάσει σε μια ενημερωμένη βιβλιοθήκη. Είναι άγνωστο στου πολλούς -όντως- ακόμα και στους κριτικούς πως ο Μαρξ έγραψε ερωτική ποίηση και για τους οπαδούς του Μαρξιστές είναι σίγουρα ταμπού.
Πάντως, ταμπού ή όχι, τα ποιήματα αυτά στον τύπο μελωδικών σκίτσων γράφτηκαν από το χέρι εκείνου που μερικά χρόνια αργότερα θα προσπαθούσε να πείσει την εργατική τάξη πως το σύμπαν αποτελεί μυστηριώδες οικονομικό παιχνίδι.
Οι μελιστάλαχτοι στίχοι του νεαρού Καρλ αφιερώνονται σε μια τρυφερή δεσποσύνη, από κείνες που ο ρομαντισμός κάθε καρδιάς και κάθε πένας ονειρεύεται να πολιορκεί με νοσταλγικές ομοιοκαταληξίες. Η νεαρή του σοφού επαναστάτη που είχε κλέψει την καρδιά του άκουγε στο όνομα Τζένη φον Βεστφάλεν, ήταν αριστοκράτισσα, κόρη κυβερνητικού συμβούλου, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του και παρά τις αντιρρήσεις οι δυο νέοι αρραβωνιάστηκαν κρυφά το 1836.
Έχει αποφοιτήσει από το σχολείο, είναι ήδη φοιτητής Νομικής στο Παν/μιο της Βόννης και συμμετέχει σε κάθε εκδήλωση της έντονης φοιτητικής ζωής. Πίνει, γλεντάει, ονειρεύεται και γράφει ερωτικά ποιήματα...
Το παραπάνω μικρό ποιητικό πόνημα του Καρλ Μαρξ αποτελεί δείγμα γερμανικού ρομαντισμού και όπως ο ίδιος ο Μαρξ δήλωνε για την ποίησή του: "είναι καμωμένη από φεγγαρόφωτο".
Η ποίηση χαρακτηρίζεται μέτρια από τεχνική άποψη, έχει όμως πάθος και είναι απόλυτα ειλικρινής.
Παραθέτω ένα ακόμη δείγμα ποιητικής έκφρασης του Καρλ Μαρξ, που ξεχειλίζει ερωτισμό για τη Τζένη:
Ο Καρλ Μαρξ, εκτός από την ενασχόλησή του με την τρυφερή ποίηση, άκουγε και μουσική ρομαντικών συνθετών. Έργα των Σούμπερτ, Σούμαν και Μέντελσον, άγγιζαν την ερωτευμένη του καρδιά, τη λαβωμένη από τη Τζένη, που αργότερα έγινε γυναίκα του...
Έφηβος ακόμα, λέγεται πως ακούγοντας την όπερα του Γκλουκ "Armide" εμπνεύστηκε ένα ποίημα που το τιτλοφόρησε: "Sir (G)luck's Armide" και τελειώνει με τη φράση: "Κάθισα, αφέθηκα στη μαγεία της μουσικής..."
Η όπερα "Αρμίδα", που είναι βασισμένη σε επεισόδιο από το έπος "Η ελευθερωθείσα Ιερουσαλήμ" του Toρκουάτο Τάσσο επικεντρώνεται στον ακαταμάχητο έρωτα της Αρμίδας μάγισσας με τον εχθρό της, ιππότη Ρινάλντο.
Το λιμπρέτο ήταν του Philippe Quinault, στο οποίο είχε στηριχτεί και ο Lully στο ομώνυμο μελόδραμα του. Το έργο του Γκλουκ επαινέθηκε θερμά κι από τον Μπερλιόζ.
Aκούμε την άρια "Αχ! Αν πρέπει να χάσω την ελευθερία μου!" από την 1η Πράξη. Την επέλεξα επειδή αναφέρεται στην ελευθερία της Αρμίδας, θέμα που ο Μαρξ πραγματεύτηκε στα δοκίμια, τις πολιτικές δράσεις και διακηρύξεις του...
Gluck: "Armide - Ah! Si la liberté me doit être ravie":
[Με αφορμή τη γενέθλια ημέρα (5 Μαΐου 1889) του σπουδαίου συγγραφέα, κριτικού και μεταφραστή]
Ο Βασίλης Ρώτας λάτρευε το δημοτικό τραγούδι και την βυζαντινή μουσική! Ήταν καλλικέλαδος κι έψαλλε θαυμάσια! Αγαπούσε τα τσάμικα και τα συρτά που έμαθε να χορεύει λεβέντικα στα πανηγύρια, που μικρός πήγαινε με την οικογένειά του στο Χιλιομόδι απ' όπου καταγόταν. Ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης συχνά έλεγε πως ο "Ρώτας χορεύει σαν τον αϊτό!"
Ομως ο Βασίλης Ρώτας αγαπούσε και την κλασική μουσική. Οι φίλοι του τον απολάμβαναν σε ερμηνείες από άριες των Μότσαρτ και Βάγκνερ.
Την αγάπη του για τη μουσική κληρονόμησε ο γιος του, συνθέτης και μουσικοπαιδαγωγός, Νικηφόρος...
Επίσης τεράστια επίδραση στην διαμόρφωση της καλλιτεχνικής προσωπικότητάς του έπαιξε το Σαιξπηρικό έργο, το οποίο μετέφρασε στο σύνολό του, αλλά και οι αρχαίοι ποιητές.
Ιστορική έμεινε η μετάφρασή του της κωμωδίας του Αριστοφάνη "Όρνιθες" για τη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν το 1959, γνωστή με τον υπότιτλο: "Πετούμενα".
Επεισοδιακή ήταν η παράσταση, γιατί προκάλεσε αναταραχή και αγανάκτηση σε μεγάλη μερίδα του κοινού, για τις "ασεβείς" καινοτομίες λεκτικά, σκηνοθετικά, μουσικά, ενδυματολογικά κλπ...
Ένθερμος υποστηρικτής της λαϊκής μας γλώσσας, και φανατικά αντισυμβατικός, ο Βασίλης Ρώτας, δεν διστάζει να ονοματίζει τα πράγματα με το πραγματικό όνομά τους. Κάθε λέξη που χρησιμοποιεί χτίζει -καθώς πιστεύει- το πνευματικό οικοδόμημα και εξέλιξη του λαού. Στον εκφραστικό λόγο του θωρακίζει την παράδοση, την οποία φυλά ως πολύτιμο θησαυρό αξιών. Θησαυρό, που βγάζει απ'το σεντούκι του όταν η περίσταση απαιτεί τα καυστικά, αιχμηρά του σχόλια.
δε θα τα κάνει απάνω του, παρά πετάει, πετάει ψηλά
τσερλοπορδίζει κι αλαφρύς ξαναπετάει στη θέση του.
Κι αν τύχει κάποιος μ’ αλλουνού γυναίκα να τραβιέται
και βλέπει στο βουλευτικό τον άντρα της στο βήμα να μιλεί
κάνει φτερά, στα πεταχτά τηνε σφιχταγκαλιάζει
και πάλι ελαφροφτέρουγος ξανάρχεται στη θέση του.
Ε, δεν αξίζει απάνω απ’ όλα να `σαι φτερωτός;
(μτφ: Β. Ρώτας)
Χατζιδάκις - Ρώτας: " Όρνιθες-Να' χεις φτερά":
Ο Άγγελος Τερζάκης έγραψε στο Βήμα για τη μετάφραση του Ρώτα:
"Ο κ. Ρώτας στη μετάφρασή του, τη συχνά ρωμαλέα, πέφτει και πάλι στο λάθος να συγχέει τη γλώσσα του πεζοδρομίου με τον κρουστό δημοτικό λόγο. Αυτό δεν αφορά βέβαια τις βωμολοχίες, που είναι - για το αίσθημα του καιρού μας - κακό αναπόφευκτο. Άκουγα τις χυδαιολογίες, έβλεπα τα επιθεωρησιακά καμώματα, και αναρωτιόμουν: Πως θα εξηγήσουμε στο μέσο θεατή, δηλαδή στη συντριπτική πλειοψηφία, πως αυτά - εδώ είναι θεμιτά, ωραία, αξιοσύστατα, καλλιτεχνικώς δικαιωμένα, ενώ, όταν γίνονται αλλού, είναι βρωμερά, φτηνά, αθέμιτα; Η σύγχυση είναι κρίσιμη".
Η τολμηρή μουσική στην παράσταση ήταν του Μάνου Χατζιδάκι, μια διονυσιακού χαρακτήρα φιέστα ρυθμών και χρωμάτων!
"Ω, μακάρια πετεινά
με τα ωραία φτερά ντυμένα
το χειμώνα ξένοιαστα για παπούτσια και για χλαίνα.
Ούτε θέρος απ`αχτίνα
του ήλιου ξερολαχανιάζω
μες στα ρόδα και στα κρίνα
και στις φυλλωσιές φωλιάζω
άμα ο τζίτζικας ο λάλος χαίρεται που ο ήλιος καίει
κι απ`την κάψα μεθυσμένος με ψιλή φωνή το λέει
κι έχω χειμαδιό σπηλιές
όπου παίζω με ξωθιές
και την άνοιξη βοσκάω μύρτα τρυφερά παρθένα
που τα καλλιεργούν οι Χάρες σε βουνόπλαγα ανθισμένα"
Το "πρώτο τη τάξη" τάγμα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι το Τάγμα της Περικνημίδας, ένα Ιπποτικό Τάγμα, το οποίο αρχικά δημιουργήθηκε στη μεσαιωνική Αγγλία και πήρε το όνομα του από το έμβλημα του τάγματος, μια περικνημίδα πάνω στην οποία είναι γραμμένη με χρυσά γράμματα η φράση: "Honi soit qui mal y pense = ντροπή σε αυτόν που σκέφτεται άσχημα".
Το Τάγμα είναι συνδεδεμένο με τον πάτρονα Άγιο της Αγγλίας, Άγιο Γεώργιο, καθώς τα νέα μέλη ανακηρύσσονται ανήμερα της γιορτής του.
Υπάρχουν πολλοί θρύλοι που σχετίζονται με τη δημιουργία του Τάγματος της περικνημίδας, ανάμεσα στους δημοφιλέστερους εκείνος που υποστηρίζει πως ο Ριχάρδος Α' εμπνεύστηκε το 12ο αιώνα κατά τις μάχες του στις Σταυροφορίες να δέσει περικνημίδες γύρω από τα πόδια των ιπποτών του, όπως έκανε και ο Άγιος Γεώργιος.
Πολλά είναι και τα σχετικά ποιήματα-τραγούδια που γράφτηκαν για την περίσταση. Όλα κάνουν λόγο για τους γενναίους Ιππότες που σαν '"Αγιοι Γεώργιοι" θα νικήσουν το "Δράκο".
Μια από τις χαρακτηριστικές απεικονίσεις (εικ.1) είναι εκείνη με τον ιππότη καβάλα στο άλογό του, φορώντας πλήρη πανοπλία, το άλογο καλυμμένο με το ύφασμα με σχέδια του Σταυρού του Αγίου και τον Ιππότη κρατώντας μια λόγχη και το ιερό λάβαρο στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο έχει δεμένο το δράκο. Παρατηρείστε την καλτσοδέτα που κρέμεται από το λαιμό του δράκου, υποδηλώνοντας την αντιστοιχία μεταξύ εμβλήματος του Τάγματος και της καλτσοδέτας της βασιλοπούλας με την οποία ο Άγιος Γεώργιος έδεσε τον φτερωτό, πελώριο δράκο κι απάλλαξε το λαό από το φοβερό τέρας.
Καθώς η μουσική κατείχε κυρίαρχη θέση στις θρησκευτικές γιορτές του Τάγματος των Ιπποτών της περικνημίδας, φυσικά δεν άφησαν αναξιοποίητο το θρύλο.
Υπάρχει μια μελωδία του 16ου αιώνα για το σύνθημα του Τάγματος: "Honi soit qui mal y pense", γραμμένη σε ρυζόχαρτο και φυλάσσεται στα εκθέματα της Βρετανικής Βιβλιοθήκης.
Είναι γραμμένη σε τετράγραμμο της εποχής σε σχήμα κύκλου(καλτσοδέτας) και στο κέντρο ένας ιππότης με λόγχη (φτιαγμένη ως μουσική απεικόνιση της φράσης), που τραυματίζει το δράκο (εικ.2). Η παρτιτούρα φέρει την ένδειξη Morel, πιθανώς του συνθέτη της, αρχιμουσικού του Οίκου των Arundel, και μελών του Τάγματος. Πρόκειται για τετράφωνο κανόνα.
Επειδή δεν βρήκα στο youtube την μελωδία, σας ανεβάζω ένα midi της μελωδίας.
Ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ ήταν 25 χρονών όταν συνέθεσε τη "Σουίτα Νο. 1, Op. 5" για δύο πιάνα. Ήταν το καλοκαίρι του 1893, που έκανε ολιγοήμερες διακοπές στο κτήμα Lysikof στο Kharkov. Ο αρχικός τίτλος της σύνθεσης ήταν "Fantaisie-tableaux" επειδή ο συνθέτης είχε κατά νου να δημιουργήσει μια σειρά μουσικών εικόνων.
Το έργο αναπτύσσεται σε 4 μέρη, καθένα από τα οποία εμπνέεται από ποιητικά αποσπάσματα των Μιχαήλ Λερμόντοφ, Λόρδου Βύρωνα, Φιόντορ Τιούτσεφ και Αλεξέι Χομιάκοφ, αντίστοιχα, με τίτλους:
1.Βαρκαρόλα
2. Νυχτερινή Αγάπη
3. Δάκρυα
4. Πάσχα ή Φωτεινές Διακοπές
Παρότι η Σουίτα δεν είναι προγραμματική, τα ποιήματα μεταφέρουν το "συναισθηματικό" τόνο της μουσικής , που στο σύνολό της αφιερώθηκε στον Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ που είχε πεθάνει πρόσφατα.
Στην παρτιτούρα αναγράφεται σε κάθε ένα από τα τέσσερα μέρη του κύκλου το αντίστοιχο ποιητικό επίγραμμα που εξηγεί την πρόθεση του συνθέτη για πολύχρωμη ενσωμάτωση εικόνων στη μουσική του, μια προσπάθεια δημιουργικής φαντασίας και έκφρασης.
Λόγω ημέρας επικεντρωνόμαστε στο τέταρτο μέρος με αναφορά στην Ημέρα της Γιορτής του Πάσχα, βασισμένο ως ιδέα σε ποιητικό απόσπασμα του ρώσου θεολόγου, ποιητή, φιλοσόφου και συγγραφέα Αλεξέι Χομιάκοφ από το ποίημα: "Kremlin Matins for Easter-Πασχαλινά πρωινά στο Κρεμλίνο".
"Μες στη σιωπή, κάτω από το πέπλο της νύχτας,
η Μόσχα περίμενε την ιερή ώρα:
και το δυνατό χτύπημα της καμπάνας
ήχησε πάνω απ' τη γη,
κι η πλάση έτρεμε απ'το βουητό!
Ύμνοι - αργυρές αστραπές αντηχούσαν το μήνυμα του ιερού θριάμβου..."
Η βάση της μουσικής εικόνας είναι ένα κουδούνισμα. Μια καμπάνα που χτυπάει, όχι μονότονα και θλιβερά, αλλά χαρμόσυνα, προκαλώντας πνευματικό διαλογισμό , μια μορφή μουσικής αντήχησης των "καλών νέων" για την Ανάσταση! Οι συνθετικές τεχνικές του Ραχμάνινοφ θυμίζουν αναμφίβολα τις περίφημες καμπάνες του Mουσόργκσκυ στη σκηνή της στέψης από τον "Μπορίς Γκοντούνοφ", αλλά εμφανέστατη κυρίως είναι και η χρήση του "Πασχαλινού" μοτίβου από την "Russian Easter Festival Overture" του Ρίμσκυ Κόρσακωφ.
Ρυθμικές παραλλαγές πάνω στην Πασχαλινή μελωδία δημιουργούν χαρακτηριστική πολυφωνία πανηγυρικού ύφους, προκαλώντας ανάταση ψυχής!
Σημαντική παράδοση των ομόδοξων Ρώσων και της ρωσικής λειτουργικής μουσικής αποτελούν τα Obikhod, μια συλλογή από πολυφωνικά λειτουργικά άσματα της Ορθόδοξης Ρωσικής εκκλησίας του 16ου αι.
Πάνω σ'αυτά, στηρίχτηκε ο Ρίμσκι-Κόρσακωφ για να συνθέσει την "Russian Easter Festival Overture", που είδαμε πως πάνω της βασίστηκε ο Ραχμάνινοφ στην παραπάνω Σουίτα του για 2 πιάνα.
Πρόκειται για μια μουσική, αφηγηματική ιστορία της Κυριακής του Πάσχα, γνωστής στη Ρωσία ως "Bright Holiday", από το πρωί μέχρι το σούρουπο.
Ο σκοπός του "άθεου" συνθέτη είναι να "ζωγραφίσει" μουσικά τις διακοπές του Πάσχα.
Η Πασχαλινή "Εισαγωγή" ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1888 και ο συνθέτης την αφιέρωσε στη μνήμη των Mουσόργκσκυ και Μποροντίν, από την Ομάδα των Πέντε. Θεωρείται ως το τελευταίο εξαιρετικό έργο του συνθέτη...
Στη συγκεκριμένη εκτέλεση υπό τη δ/νση του Stokowski, την ψαλμωδία του ιερέα μιμείται η φωνή του βαρύτονου(6:48).
Rimsky-Korsakov: "Russian Easter Festival Overture" / Stokowski