Άσχετα με την μετέπειτα σχέση τους, κατά την παιδική τους περίοδο ήσαν αγαπημένα αδέρφια. Μιλώ για τον Φρήντριχ Νίτσε και την αδερφή του, Τερέζα-Ελίζαμπεθ.
Με αφορμή το ημερολόγιο και τη σαν σήμερα επέτειο του θανάτου της (8 Νοεμβρίου 1935) θυμήθηκα μια σύνθεση του μεγάλου φιλοσόφου, που όπως γνωρίζετε εκτός από άνθρωπος της διανόησης υπήρξε λάτρης της μουσικής, πιανίστας και συνθέτης! Aσχολήθηκε με το πιάνο από μικρός και τις πρώτες συνθετικές του απόπειρες τις κάνει λίγο μετά τα δέκα. Έτσι, έφηβος ων, συνθέτει δυο έργα για πιάνο εμπνευσμένα από τη λαϊκή μουσική της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, που ενθουσίασαν την αδερφή του κι έτσι τις τα αφιέρωσε.
Πρόκειται για τα: "Unserer Altvordern eingedenk-Έχοντας επίγνωση των προγόνων, Μαζούρκα και Τσάρντας"
[Λέγεται πως η προφορά, αλλά και γλωσσικός τύπος του επωνύμου της οικογένειας(Nietzky) έκανε πολλούς να μιλούν για Πολωνική καταγωγή, κάτι που ίσως να είχε επηρεάσει την εποχή εκείνη το Νίτσε και να τον είχε στρέψει στη μελέτη της λαϊκής μουσικής της χώρας αυτής, αλλά και τις μουσικές παραδόσεις άλλων, όμορων χωρών... Εξάλλου, το θέμα της Πολωνικής ταυτότητας είχε και μελλοντικά απασχολήσει το φιλόσοφο-συνθέτη, κάτι που επαναλάμβανε συχνά:
"Οι πρόγονοί μου ήταν Πολωνοί ευγενείς ονόματι Nietzky, τύπος που γερμανοποιήθηκε.
Είμαι πολωνός, χωρίς σταγόνα "κακού" αίματος.
Η Γερμανία είναι μεγάλο έθνος μόνο επειδή στις φλέβες των ανθρώπων της
[Για τη γενέθλια επέτειο του Albert Camus- 7 Νοεμβρίου 1913]
<<ΠΑΝΟΥΚΛΑ>>
"...Έτσι οι αιχμάλωτοι της πανούκλας πάλεψαν όλη τη βδομάδα μ’ όποιον τρόπο μπορούσαν. Και μερικοί ανάμεσά τους όπως ο Ραμπέρ, έφθασαν, να φανταστούν ότι ενεργούσαν ακόμα σαν ελεύθεροι άνθρωποι, ότι μπορούσαν να διαλέξουν. Όμως μπορούμε πράγματι να πούμε ότι αυτή τη στιγμή, στα μέσα του Αυγούστου, η πανούκλα είχε καλύψει τα πάντα. Δεν υπήρχαν πια τότε προσωπικά πεπρωμένα, αλλά μια συλλογική υπόθεση που ήταν η πανούκλα και αισθήματα που τα μοιράζονταν όλοι. Το σημαντικότερο ήταν ο χωρισμός και η εξορία, μ’ όλο το φόβο και την εξέγερση που περιέκλειαν... [...] Στα μέσα εκείνης της χρονιάς ήταν που έπιασε ένας δυνατός άνεμος, που φυσούσε για πολλές μέρες μέσα στη χτυπημένη από την πανούκλα πόλη. Τον άνεμο τον φοβούνται ιδιαίτερα οι κάτοικοι του Οράν, γιατί χιμάει μ’ όλη του τη μανία μέσα στους δρόμους. Μετά απ’ αυτούς τους ατέλειωτους μήνες, που ούτε μια σταγόνα νερό δεν είχε δροσίσει την πόλη, το Οράν ήταν σκεπασμένο με μια γκρίζα σκόνη που ξεφλούδιζε στο φύσημα του ανέμου. Κι ο άνεμος σήκωνε κύματα σκόνης και χαρτιών που τυλίγονταν στα πόδια των σπάνιων πια περαστικών. Τους έβλεπες πια να διασχίζουν βιαστικοί τους δρόμους, γερμένοι μπροστά, φράζοντας μ’ ένα μαντίλι ή με το χέρι τους το στόμα. Το βράδυ, αντί οι άνθρωποι να μαζεύονται πολλοί μαζί προσπαθώντας να παρατείνουν τη διάρκεια αυτών των ημερών που καθεμιά τους μπορούσε να είναι κι η τελευταία γι’ αυτούς, συναντούσες μικρές ομάδες ατόμων που βιάζονταν να γυρίσουν στο σπίτι τους ή να χωθούν στα καφενεία. Οι δρόμοι ήταν έρημοι και μόνος ο άνεμος θρηνολογούσε ανάμεσά τους ασταμάτητα. Μια μυρωδιά από φύκια και αρμύρα αναδινόταν από την ταραγμένη και πάντα αόρατη θάλασσα. Και τότε τούτη η έρημη πόλη, ασπρισμένη από τη σκόνη, πλημμυρισμένη από μυρωδιές θαλασσινές, αντηχούσε από το ουρλιαχτό του ανέμου και βογκούσε σαν ένα νησί που το χτύπησε η συμφορά..."
[Αλμπέρ Καμύ, Η Πανούκλα, μτφ. Αγγελική Τατάνη]
Κυνικός, μα συγχρόνως αισθησιακά ονειροπόλος ο γάλλος λογοτέχνης, Καμύ, που πίστευε πως "βαδίζουμε μπροστά μόνο με "εύφορη" μουσική, εκείνη που ευνοεί τα όνειρα..."
Άποψη, που ενισχύουν και οι λυρικότατες μουσικές επιλογές του:
Λάτρευε τον Μοτσάρτιο "Δον Ζουάν" και όλα τα κουιντέτα του Σαλτσβουργιανού, τα κουαρτέτα του Μπετόβεν, και την ερμηνεία της Καθλήν Φεριέ στο "Τραγούδι της γης" του Μάλερ...
Όμως εγώ -για να συνδυάσω το θαυμάσιο απόσπασμα από την "Πανούκλα" του- επιλέγω τον ισπανό Roberto Gerhard, ο οποίος εμπνέεται από το έργο αυτό του γάλλου λογοτέχνη και δίνει μια καντάτα για αφηγητή, μεγάλη χορωδία και ορχήστρα με ομώνυμο τίτλο:
"The Plague"
Δυο λόγια για το συνθέτη:
"Ιn music the sense is in the sound", συνήθιζε να λέει ο Roberto Gerhard , που υπήρξε μαθητής του Granados, του Pedrell και του Schoenberg. Συνδέθηκε φιλικά με καλλιτέχνες της εποχής του, ανάμεσά τους ο ζωγράφος Χουάν Μιρό και ο τσελίστας Πάμπλο Καζάλς. Η μαθητεία του δίπλα στον Σαίνμπεργκ τον οδηγούν σε ενέργειες για την καθιέρωση της "νέας" μουσικής, που σε συνδυασμό με την άνθιση της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής πρωτοπορίας της Καταλονίας είναι εκείνος που γνωρίζει τους Schoenberg και Webern στους Ισπανούς. Από την άλλη, συλλέγει και επεξεργάζεται πλήθος παραδοσιακών τραγουδιών και και παλιά ισπανική μουσική. Ο εμφύλιος τον αναγκάζει να αποτραβηχτεί στη Βρετανία με τη μουσική του να απαγορεύεται δια νόμου από τον Φράνκο.
Η "Πανούκλα" του Καμύ είναι ένα διαχρονικό έργο, με ήρωες ανθρώπους αποκλεισμένους από τον έξω κόσμο, λόγω της πανούκλας που έχει ξεσπάσει στη Γαλλική Αλγερία. Νιώθουν ότι έχουν καταδικαστεί σε μια ιδιότυπη εξορία.Μέσα στην παραζάλη τους έχουν ο καθένας τους διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι σ'αυτόν το αποχωρισμό, το είδος φυλακής, την απομόνωση, αλλά και τον φόβο για τον θάνατο... Είναι η αντίφαση ανάμεσα στη ζωή και την πεπερασμένη θέση του ανθρώπου στο γήινο κόσμο, που διατρέχει όλο το έργο... Και η αντίφαση αυτή εκφράζεται μέσα από τη σύνθεση του Roberto Gerhard.
Μια σύνθεση, που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ατονικότητα και την τροπικότητα με εντυπωσιακό τρόπο, καθώς ο δημιουργός αρέσκεται σε μουσικούς πειραματισμούς και ανατροπές.
"Το πρώτο πράγμα που έφερε η πανούκλα στην πόλη μας ήταν η εξορία ... αυτή η αίσθηση ενός κενού, αυτή η παράλογη επιθυμία να επιστρέψουμε στο παρελθόν ...", γράφει ο Καμύ..
Αίσθηση, που ριζοσπαστικά προσεγγίζει ο συνθέτης.
Κανείς διακρίνει επιρροές από τους σειραϊστές, κυρίως δε το "Survivor from Warsaw" του Σαίνμπεργκ, του οποίου, όπως είπαμε υπήρξε μαθητής.
Ο συνθέτης δίνει έμφαση στις λεπτότερες λεπτομέρειες της ποιότητας των ήχων με χαρακτηριστική την ενορχήστρωση, η οποία περιλαμβάνει και μέρος για ακορντεόν, δίνοντας ιδιαίτερο χρώμα, και δραματική ένταση με τη μίξη των ήχων του με κείνους των φωνών και των κρουστών, τόσο που στην πρώτη παρουσίαση του έργου οι κριτικοί περιέγραψαν το ακορντεόν ως "ανάσα και βασικό μελωδικό πνεύμονα" της ορχήστρας.To όργανο αντιπροσωπεύει την πανώλη, το αόρατο τέρας, η οποία μεταδίδεται μέσω του αέρα, και έτσι συνδέεται με το φυσερό του ακορντεόν.
Tα μέρη του έργου ακολουθούν εν μέρει τους υπότιτλους της νουβέλας:
Εισαγωγή-Oράν Αρουραίος-Eπιδρομή Ο πρώτος θάνατος Το κλείσιμο των πυλών - Kαραντίνα Αφανισμοί Ο θάνατος του κοριτσιού Ήττα Κορύφωση Νυχτερινό Ταφές Απολογισμός Τέλος
Ακούμε τα μέρη:ΠΑΝΟΥΚΛΑ: Το κλείσιμο των πυλών - Kαραντίνα:
Είναι το πιο αινιγματικό χαμόγελο στην Ιστορία της Τέχνης...και η δημοφιλία του πίνακα που φιλοτέχνησε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι οφείλεται ακριβώς σε αυτή την ανεξιχνίαστη έκφραση του προσώπου της γυναίκας!
Σαν σήμερα, 3 Νοέμβρη του 1507 ο ευκατάστατος έμπορος μεταξιού Φραντσέσκο ντελ Τζοκόντο, αναθέτει στον Λεονάρντο Ντα Βίντσι να ζωγραφίσει το πορτρέτο της γυναίκας του με αφορμή τη μετακόμιση στο νέο τους σπίτι.
Eτσι, προκύπτει το αριστούργημά του: "Μόνα Λίζα" ή "Τζοκόντα" Από τη λογοτεχνία ξεχωρίζει η αναφορά του Ζαν-Πωλ Σαρτρ στο βιβλίο του: "Οι Λέξεις", που αναφερόμενος στη γιαγιά του γράφει:
"Θα καθόταν στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, θα φορούσε τα ματογυάλια της, αναστενάζοντας από κόπωση και ευχαρίστηση και θα χαμήλωνε τα βλέφαρα εκφράζοντας ένα διακριτικά αισθησιακό χαμόγελο, που μετέπειτα ανακάλυψα στα χείλη της Μόνα Λίζα"
Στο χώρο της κλασικής μουσικής, ένα από τα γνωστά παραδείγματα είναι η "Μόνα Λίζα" του Max von Schilling. Ενα οπερατικό αριστούργημα, εμπνευσμένο από το ομότιτλο πορτραίτο με στοιχεία μυθοπλασίας και αναφέρεται στην ερωτική ιστορίας της μοιραίας γυναίκας (femme fatale) της Λίζα Γκεραρντίνι που δολοφονεί το σύζυγό της μετά το θάνατο του εραστή της. Η όπερα γράφτηκε την εποχή που ο πίνακας είχε κλαπεί από το Μουσείο του Λούβρου, πράξη για την οποία κατηγορήθηκαν ανάμεσα σε άλλους ο Πικάσο και ο Απολιναίρ.
Η δίπρακτη όπερα αφιερώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, όταν απονεμήθηκε στο συνθέτη ο τίτλος του καθηγητή στη Φιλοσοφική Σχολή.
Οι δύο πράξεις της όπερας δεν χωρίζονται σε σκηνές, αλλά παρουσιάζονται συνεχείς, μουσικά και δραματικά. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από θέματα ζήλιας, προδοσίας, απελπισίας και εκδίκησης. Επίσης υπάρχουν σκηνές με έντονο τοπικό χρώμα, όπως το χτύπημα των καμπανών της εκκλησίας στη Φλωρεντία ή οι χορευτικές ταραντέλες στην σκηνή του καρναβαλιού. Επιρροές από τον Bάγκνερ και τον Ρίχαρντ Στράους είναι λιγοστές μεν, εμφανείς δε, στην όπερα του Σίλινγκ(ιδιαίτερα στην εισαγωγή), όπως κι από τους Πουτσίνι, Μασκάνι, Λεονκαβάλο και το κίνημα του βερισμού.
"Τοποθετεί μπροστά στα μάτια μας έναν καθρέφτη της πραγματικής ζωής",
έγραψαν οι κριτικοί μετά την πρεμιέρα.
Παραθέτω την ορχηστρική σουίτα του έργου:
Από τις ιστορικές ηχογραφήσεις θεωρείται εκείνη του 1953 υπό την διεύθυνση του Λέοπολντ Χάγκερ με την τεραστίου διαμετρήματος δραματική υψίφωνο Inge Borkh στο ρόλο του τίτλου:
Αρκετοί είναι οι καλλιτέχνες που υιοθέτησαν το βασικό μοτίβο του εικαστικού έργου, ως θέμα προσωπικών τους δημιουργιών.
Andy Warhol's Colored Mona Lisa
Προσωπικά, μού αρέσει πολύ η pop art εκδοχή της Μόνα Λίζα από τον Άντυ Γουόρχολ κι από τη σειρά του:
"Thirty are Better than one",
δηλωτική της μαζικοποίησης της εικόνας από τα μέσα, όπου ο Γουώρχολ σημειοδοτεί την προσωπική του οπτική ερμηνεία της πολλαπλής αξίας της Μόνα Λίζα, δεχόμενος επιδράσεις από το γενικότερο πνεύμα της εποχής.
Στον ελληνικό μουσικό χώρο ξεχωρίζουμε φυσικά το "Χαμόγελο της Τζοκόντας"...ένα ορχηστρικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι γεμάτο νοσταλγία, στοχασμό...Θέμα του, η γυναίκα και η ερημιά της...
"Σε μια παρέλαση στη Νέα Υόρκη, με μουσικές, με χρώματα και με πλημμυρισμένη από κόσμο
την 5η Λεωφόρο, βρισκόμουν μια Κυριακή απόγευμα το φθινόπωρο του 1963 ...
[...]
Χωρίς να καταλάβω, είχα σταθεί έξω από το βιβλιοπωλείο του Ριτζιόλλι και στη βιτρίνα του,
απέναντί μου ακριβώς, βρισκόταν ένα βιβλίο για τον Ντα Βίντσι με την Τζοκόντα στο εξώφυλλο του
να μου χαμογελά απίθανα αινιγματική..."
Ένα επίσης τραγούδι που ξεχώρισε κερδίζοντας και Όσκαρ τραγουδιού είναι το "Mona Lisa" των Jay Livingston-Ray Evans, από την ταινία "Captain Carey USA". Ακούστηκε από τον Nat King Cole και θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος σε πωλήσεις, δίσκος.
Mona Lisa / Nat King Cole
O Πωλ Μενεστρέλ έγραψε πάνω στη μελωδία ελληνικούς στίχους, δίνοντας τη δική του άποψη για μια φλογερή Μόνα Λίζα, που ερμήνευσε με τόσο ρομαντισμό ο πατρινός Φώτης Πολυμέρης...
Μια εμπύρετη παιδική ασθένεια ήταν η αιτία να γνωρίσει τον «Παράδεισο»…
Ο Ανρί Ματίς, ο κορυφαίος ζωγράφος που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα 3 Νοέμβρη του 1954, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, ιδρυτής του κινήματος του φωβισμού καθώς και μία από τις σπουδαιότερες μορφές της μοντέρνας τέχνης.
Παιδάκι ακόμα κι αφού έπρεπε να μείνει περιορισμένος στο σπίτι λόγω ασθενείας, η μητέρα του τού έφερε δώρο για να απασχολείται, ένα σετ ζωγραφικής. Αυτό ήταν!Χρώματα, γραμμές και ο συνδυασμός τους αποκωδικοποιήθηκε στα μάτια και την ψυχή του ως «μικρός Παράδεισος», κι έτσι αποφάσισε πως αυτό που επιθυμούσε ήταν να γίνει ζωγράφος.
"Από την πρώτη στιγμή που κράτησα στα χέρια μου το κουτί με τις μπογιές, ήξερα ότι αυτή θα ήταν η ζωή μου. Ρίχτηκα σαν θεριό που χιμάει στο πράγμα που λαχταρά", θα ομολογήσει ο ζωγράφος.
Παραδέχεται δε, πως η μητέρα του ήταν η πρώτη που τον συμβούλεψε να μην τηρεί τους "κανόνες" της τέχνης, αλλά κυρίως να στηρίζεται και ν' ακούει τα συναισθήματά του.
Από το 1917 μέχρι την ημερομηνία του θανάτου του το ‘54, ο Ματίς έζησε στο Σιμιέ, ένα προάστιο της Νις. Το 1941 διαγνώστηκε πως πάσχει από καρκίνο και ένα μέρος των τελευταίων χρόνων της ζωής του αναγκάστηκε να το περάσει σε αναπηρική καρέκλα. Παρά το γεγονός αυτό, δεν εγκατέλειψε το έργο του, αντιθέτως ασχολήθηκε ενεργά με την τεχνική του κολάζ, και την χαρτοκοπτική.
«Ο πραγματικός εαυτός μου βρίσκεται στα έργα που δημιούργησα κατά τη διάρκεια της αρρώστιας μου.
Σ’αυτά πνέει σαν άνεμος, η αίσθηση ελευθερίας μου!»,
συνήθιζε να λέει ο καλλιτέχνης.
Από αυτή την περίοδο είναι και το χαρτοκοπτικό του ,"Two Dancers".
Έργο, που χρησιμοποιήθηκε και στο μπαλέτο "Rouge et Noir", σε χορογραφία του Leonide Massine , που ο Ματίς είχε αναλάβει τα κοστούμια και τα σκηνικά και στο οποίο αποτυπώνεται σύμφωνα με τους ειδικούς η ίδια η φύση του χορού: Έργο χορογραφημένο μα και, την ίδια στιγμή, αυθόρμητο.
Το μπαλέτο βασίζεται στη μουσική της 1ης Συμφωνίας του Σοστακόβιτς.
Η μουσική, παρότι γραμμένη από το συνθέτη στην ηλικία 19 χρόνων, ενθουσίασε τον ζωγράφο, που την μετέφρασε σε χρωματικό σύστημα, όπου το μαύρο δηλώνει τη βία, το άσπρο τη γυναίκα, το κίτρινο τη μοχθηρία, το μπλε τη φύση...
Ο 18χρονος Σοστακόβιτς στις 28 Ιουνίου 1925, δύο μέρες πριν ολοκληρώσει τη Συμφωνία Νο 1 (The Musical bungalow, από τα αρχεία της Naxos records)
H 1η Συμφωνία του Σοστακόβιτς γράφτηκε το 1925 και ήταν το έργο που παρουσίασε στην αποφοίτησή του από την τάξη σύνθεσης στο Ωδείο του Λένιγκραντ. Αν και έργο της νεότητάς του, εμφανίζει έναν ενδιαφέροντα και χαρακτηριστικό συνδυασμό ζωντάνιας και χιούμορ από τη μία πλευρά, με δράμα και βαθύτητα από την άλλη, κάτι που έκανε πολλούς να μιλούν για επίδραση από Στραβίνσκι και Προκόφιεφ. Η ελαφρότητα και η διάθεση για παιχνίδι δεν μειώνει τη συμφωνική σύνθεση, αντίθετα κάνει εμφανή τα σημάδια της σπουδαιότητας του συνθέτη και της εξέλιξής του, ιδιαίτερα στα εκπληκτικής λάμψης μοτίβα και την ενορχήστρωση, που εντυπωσιάζουν πλέκοντας σκοτεινές αποχρώσεις, ειρωνία και σάτιρα με την πολύχρωμη και ευφάνταστη μουσική αυθάδεια του συνθέτη. Χαρακτηριστική μουσική, άλλοτε απρόβλεπτη, ξεκαρδιστικά αστεία, κι άλλοτε εκπληκτικά συγκινητική!' Άλλοτε ν’ακούγεται εκρηκτική, νευρώδης ή σκερτσόζα κι άλλοτε ζοφερά στοχαστική απαιτώντας βαθιά περίσκεψη και συλλογισμό!
Διευθύνει μια δεσπόζουσα μουσική μορφή, ο Βάλερι Γκέργκιεφ, οι ηχογραφήσεις του οποίου έχουν τιμηθεί με σημαντικά βραβεία παγκοσμίως, ανάμεσά τους και το Βραβείο «Ντμίτρι Σοστακόβιτς». Eνας μαέστρος, ο οποίος έχει περάσει μια ζωή βυθισμένη στη μουσική του ρώσου συνθέτη!
Ο Μητρόπουλος στο Musikverein στη Βιέννη, Οκτώβριος 1960(από operamusica.com)
"Aκούς μια Συμφωνία. Δεν αρκεί. Όπως δεν αρκεί να βλέπεις τον Παρθενώνα
και να αναρωτιέσαι πώς ανέβασαν εκεί πάνω τα μάρμαρα.
Πρέπει να συλλαμβάνεις το νόημα της αρχιτεκτονικής.
Όπως ο καλλιτέχνης καταβάλλει κόπο, πρέπει και το κοινό να μη ζητεί μια εύκολη τέρψη,
αλλά να κοπιάσει, και όταν κατανοήσει, θα νιώσει την απόλαυση που προσφέρει η μεγάλη τέχνη"
(Δημήτρης Μητρόπουλος)
Ήρθε στη ζωή για να υπηρετήσει το ύψιστο και την ιερότητα της μουσικής! Και σαν ιεροφάντης, έφυγε. Έπεσε επί των επάλξεων, στο πόντιουμ της Σκάλας του Μιλάνου, κατά τη δοκιμή της "Τρίτης Συμφωνίας" του Μάλερ από ανακοπή καρδιάς, μια μέρα σαν τη σημερινή, 2 του μελαγχολικού Νοέμβρη του 1960.
Έχουν πλασθεί πολλοί μύθοι για τον Μητρόπουλο, για τον άνθρωπο και τη ζωή του... Για να τον γνωρίσει κανείς σωστά χρειαζόταν μακρύ χρονικό διάστημα. Μόνο τότε θα τού δινόταν η ευκαιρία να διαπιστώσει ότι κάτω από αυτές τις αντιφάσεις της επιφάνειας η γραμμή ήταν ενιαία, ο άνθρωπος παρέμενε ο ίδιος, από το ξεκίνημα ως το μεσουράνημα της σταδιοδρομίας του.
Οι ίδιες αυστηρές αρχές, ο ίδιος έρως της τέχνης, το ίδιο αίσθημα ευθύνης, η ίδια τιμιότης, η ίδια μεγαλοψυχία, η ίδια ανθρωπιά, ο ίδιος αυτοσπαραγμός, η ίδια απίστευτη ανιδιοτέλεια...
Ήταν φύση δισυπόστατη. Συνδύαζε το Διονυσιακό με το Απολλώνιο. Αλλά και τα δυο συνυπήρχαν εξαρχής -είχε έμφυτα και το πάθος και το μέτρο.
Από τους πολύ πιστούς φίλους του υπήρξε και ο ποιητής μας Γ. Σεφέρης:
"Η φήμη του Μητρόπουλου ήταν πλατιά στον κόσμο.[...]Η μοίρα του ήταν μοναδική, θαρρώ, στα χρονικά του Νέου Ελληνισμού.Σ'ένα από τα ελάχιστα μηνύματά του, την 20 Μαρτίου 1960, μού έγραφε: "Δυστυχώς, η αφοσίωσή μου στη δουλειά μ'έχει πάρει ολωσδιόλου έξω απ'τη ζωή.Δε "ζω" πια, παρά μόνο για τις στιγμές που βρίσκομαι πάνω στο πόδιον. Ξοδεύω το υπόλοιπον της ζωής μου ετοιμάζοντας τον εαυτό μου με απογυμνωτική πειθαρχία, αμφιβολίες και ταπεινοσύνη... Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Μητρόπουλος..."
Αναφέρει η φίλη του μαέστρου Καίτη Κατσογιάννη στο βιβλίο με την αλληλογραφία τους:
"..Συναντηθήκαμε τελευταία φορά στην Όπερα της Βιέννης το 1960...Διηύθυνε μια σειρά παραστάσεις της όπερας: "Η Δύναμη του Πεπρωμένου" του Βέρντι. Οι δοκιμές ήταν δύσκολες ή τελευταία ταραχώδης. Η εποπτεία του Μητρόπουλου στη κάθε σκηνική λεπτομέρεια ήταν άμεση και απαιτητική.
Η πρώτη παράσταση ήταν ένα επίτευγμα[…]
Η δεύτερη στρωτή και άμεμπτη...μα η τρίτη!!!
Ένα από κείνα τα θαύματα που δεν μπορείς να τα εξηγήσεις, ούτε καν να τα συλλάβεις[...]
Από την πρώτη νότα φάνηκε πως συντελείτο κάτι μοναδικό -η τελειότης προξενούσε δέος!!!
Αναρωτιόσουν: "Γίνονται τέτοια πράγματα στη γη;" [...]
Την επομένη τον αποχαιρετούσαμε. Την τελευταία στιγμή μας κοίταξε την αδελφή μου κι εμένα με ένα βλέμμα όλο τρυφερότητα και μελαγχολία:
-Ας με αξιώσει ο Θεός να σας ξαναδώ..
-Μα Δημήτρη μου, αυτό από σένα εξαρτάται!
-Όχι από μένα -από τη Μοίρα!
Ήταν τα τελευταία λόγια που άκουγα από το στόμα του. Λίγες εβδομάδες αργότερα έφερνα πίσω στην πατρίδα μια μικρή, ορειχάλκινη τεφροδόχη -λίγη στάχτη"
Καίτη Κατσογιάννη
VERDI: "Overture - Forza del destino", Δ.ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ:
(«Δ.Μητρόπουλος, η αλληλογραφία του με την Καίτη Κατσογιάννη», εκδ. Ίκαρος, σελ. 12, 13, 22, 23, dimitrimitropoulos.gr )
Στο μπλογκ υπάρχουν πολλά κείμενα για το Δ. Μητρόπουλο. Περιηγηθείτε!
(Με αφορμή τη γενέθλια επέτειο του ποιητή μας Οδυσσέα Ελύτη)
"Πρώτη φορά σ΄ενός νησιού τα χώματα
δύο του Νοεμβρίου ξημερώματα
βγήκα να δω τον κόσμο…",
γράφει ο ποιητής μας στη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ του.
Εμείς σήμερα όμως απολαμβάνουμε ένα απόσπασμα από το αριστούργημα του "ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ"…
"Μέσα από τον πόνο και το πένθος για τη στέρηση του έρωτα διαγράφεται η ακατανίκητη δύναμή του και η τελική επικράτησή του σε ζωή και σε θάνατο. Αποθέωση του έρωτα είναι η αναγωγή του σε συνώνυμο της ζωής –ζωή είναι ο έρωτας και θάνατος το τέλος του. Ετσι το ποίημα είναι ταυτόχρονα και ύμνος στη ζωή, μια ζωή γεμάτη από αισθήσεις, που διαστέλλονται μέσω του έρωτα για να συλλάβουν και να χαρούν ό,τι μπορεί το πέρασμά μας από αυτή τη γη να μας προσφέρει. Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη είναι ο ωραιότερος ύμνος στον έρωτα που έτυχε στη ζωή μου να διαβάσω",
λέει ο Γιώργος Κουρουπός, που γοητευμένος με την ποίηση του Ελύτη, προσεγγίζει μουσικά το "ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ" του σε μια σκηνική καντάτα που απολαμβάνουμε με την Ορχήστρα Χρωμάτων υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη:
"Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’ αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
από παντού…
[…]
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά…"
Ο πιο ερωτικός, ευαίσθητος και φιλοσοφημενος μονόλογος, φίλοι μου!! Το βαθύ συναίσθημα, μα και η έννοια της αλληλοσυμπλήρωσης στον έρωτα, που διαπνέουν το ποίημα, είναι πράγματι συγκλονιστικά!
Και συνεχίζει ο ποιητής μας...:
ΚΟΛΑΖ: Οδυσσέας Ελύτης: "Σχολή πιάνου"
"Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν Εάν είναι αλήθεια Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες πού έκρουσαν γλυκά Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά Τα "πίστεψέ με" και τα "μη" Μια στον αέρα , μια στη μουσική Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας Που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί Πάνω απ’ τις ξερολιθιές, πίσω απ’ τους φράχτες Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος"
Τολμηρό το μελοποιητικό εγχείρημα του Κουρουπού, σως και δύσκολο ως ακρόαμα, καθώς κινείται σε περιχές ατονικής και σειριακής μουσικοχώρας, στον τύπο της σκηνικής καντάτας, καθώς απαιτεί στοιχειώδη -τουλάχιστον- σκηνική δράση, που το κείμενο υπαινίσσεται.
Παλαιότερες μελοποιήσεις περιλαμβάνουν εκείνες του Γιάννη Ζουγανέλη με Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Δήμητρα Γαλάνη και Ισιδώρα Σίδερη. Πάθος, συναισθηματισμός, αυθορμητισμός της νεανικότητας, ένας θρήνος για την απώλεια...Ο έρωτας κυκλοφορεί μέσα μας σε μια εναγώνια αναζήτηση και θροεί μ' έναν ψίθυρο, χροιάς παραδεισένιας.
"Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι"
Υπέροχη είναι και η προσέγγιση της Αγγελικής Ιονάτου, γνωστής ως Angelique Ionatos, που διαπρέπει στη Γαλλία. Ιδιόμορφη μελοποίηση με ασυνήθιστη ενορχήστρωση και χρήση παραδοσιακών ελληνικών ρυθμών, ενίοτε, όπου πλέκονται μαεστρικά στοιχεία έντεχνης μουσικής και μπαλάντας, πλάθοντας την ερωτική ατμόσφαιρα του Ελυτικού ποιήματος, χωρίς οι ήχοι να αλλοιώνουν το νόημά του. Μοναδική η αγνότητα που ο ποιητής εκφράζει το πένθος του, καθώς συνειδητοποιεί την απώλεια της αγαπημένης του. Ποιητικό σπάραγμα συμπαντικής διάστασης...
"Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μεσ' τον παράδεισο"
Oι απόψεις του Γ. Κουρουπού για το "Μονόγραμμα" αντλήθηκαν από (poiein).
Κατσουσίκα Χοκουσάι: "Το όνειρο της γυναίκας του ψαρά"
Η αποθέωση της ερωτικής απόλαυσης, ο απόλυτος αισθησιασμός με περισσή προκλητική διάθεση έρχεται απόψε μέσα από ένα έργο του ιάπωνα Κατσουσίκα Χοκουσάι.
Ο Χοκουσάι ( 31 Οκτωβρίου 1760 – 10 Μαΐου 1849)υπήρξε κορυφαίος καλλιτέχνης, σκιτσογράφος, χαράκτης, καλλιγράφος και ζωγράφος. Κυρίως όμως, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ουκίγιο-ε, ένα είδος ξυλογραφίας και ζωγραφικής που άνθισε τον 17ο αιώνα στην Ιαπωνία, μια τεχνική με μελάνι και συνεχείς εκτυπώσεις σε χαρτί, ανάλογα τα χρώματα.
Ένας από τους διασημότερους πίνακές του είναι "Το όνειρο της γυναίκας του ψαρά", όπου απεικονίζει μια γυναίκα σε ιδιαίτερες ερωτικές περιπτύξεις με ένα ....χταπόδι!
Το έργο ανήκει σε μια σειρά δημιουργιών αφιερωμένη στην ερωτική τέχνη, γνωστών με το όνομα Shunga. Η «γυναίκα του ψαρά» αφημένη στα χάδια του χταποδιού, τα πλοκάμια του οποίου την έχουν αρπάξει, εντυπωσιάζει με την ηδονική της έκφραση!
Δεν θα κάνω περισσότερη ανάλυση, μη θεωρηθεί η ανάρτηση πορνογραφικού περιεχομένου, αλλά βλέποντας τον πίνακα δεν χρειάζεται και πολλή φαντασία να κατανοήσει κανείς «τι θέλει να πει ο ποιητής...». Σίγουρα πάντως, το όνειρο της γυναίκας του ψαρά, θα ήταν για τον ψαρά φοβερός εφιάλτης...
Και επειδή η Μουσική δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο, απόψε απολαμβάνουμε βεριστή Πιέτρο Μασκάνι και την άριά του «Un di ero piccina» από την όπερα «Iris». Μια άρια, που λέγεται πως εμπνεύστηκε από αυτόν τον πίνακα! Στην άρια αυτή, που έχει τον υπότιτλο: «Octopus aria», η Ίρις περιγράφει μια εικόνα από ένα βουδιστικό ναό, που απεικονίζει ένα χταπόδι να αγκαλιάζει με τα πλοκάμια του μια νεαρή γυναίκα!...
Una gran piovra intanto....
I viscidi tentacoli...
Moveva il mostro, e per le gambe,
Pei reni e per le spalle,Poi per le chiome...
E il fronte e gli occhi,E il petto esile ansante...
Ένα μεγάλο χταπόδι στο μεταξύ ...
με γλοιώδη πλοκάμια
γλίστρησε στα πόδια και στους ώμους
στα μαλλιά,στο μέτωπο,στα μάτια και στο στρογγυλεμένο στήθος!
Βλέπουμε πως ο Χοκουσάι, όντως προχωρημένος, είχε την τόλμη να γυρίσει την πλάτη στα ταμπού και στις προκαταλήψεις της εποχής του, στοιχείο που ταυτίζεται απόλυτα με το πνεύμα του Βερισμού, που υπηρέτησε πιστά ο Μασκάνι! Ο συγκερασμός φαντασίας, ενστίκτου και οξύνοιας δίνει τα καλύτερα αποτελέσματα στην τέχνη, φίλοι μου και δω ο πρωτοπόρος Χοκουσάι φαίνεται να τα διαθέτει σε υπέρογκη ποσότητα, ενώ ο Μασκάνι με την αιχμηρή του ματιά εντοπίζει την «ουσία του πίνακα» και μετουσιώνει την εικόνα του σ' ένα εκπληκτικής διάστασης ηχητικό δημιούργημα!
Ελπίζω μετά την ανάγνωση-ακρόαση, τα γεννήματα του νου, σκέψεις, προβληματισμοί, αλλά και η ανταπόκριση όλων σας, να αποδείξουν τελικώς πως οι άνθρωποι που ασχολούμαστε και αγαπάμε τη μουσική είμαστε ανοιχτόμυαλοι και χωρίς βαρίδια να κρατούν το νου και το πνεύμα μας στα συντηρητικά, πουριτανικά πλαίσια! Tα πεδία της τέχνης δεν έχουν σύνορα!
Un di ero piccina-Μια μέρα,ήμουν παιδί...
Σε μια αριστουργηματική εκτέλεση από την Magda Olivero, με την μεγαλοπρεπή, γεμάτη αλλά ταυτόχρονα διάφανη φωνή της!
Για το περίφημο "Μεγάλο Κύμα" του Χοκουσάι και τη σχέση του με τον Κλωντ Ντεμπισί, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Πραγματικά πολύ μπροστά απ' τα κατεστημένα της εποχής του ο Χοκουσάι, Ελπίδα μου! Ακόμη και σήμερα, δύσκολα αποδέχεται η κοινωνία τέτοιου είδους ερωτικές συνευρέσεις, όμως μια τέτοια κατάσταση στην αρχαιότητα με τις διάφορες συνευρέσεις των θεών ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο. Εξαιρετικός ο πίνακας και πολύ ταιριαστή η μουσική του βεριστή Μασκάνι. Ευχαριστούμε πολύ, καλή μου φίλη και καλό Σαββατοκύριακο! ❤ReplyDelete Replies ELPIDA NOUSA31 October 2020 at 02:14
Τολμηροτατες καλλιτεχνικες προτασεις, για προχωρημενους και με ευρυ νου, αποδεκτες! Ο πινακας ιδιαιτερος, και μενα μου αρεσει πολύ, Αζη μου και φυσικά ο Μασκανι στα πλαισια του βερισμου που υπηρετησε, αξιοποιησε δεοντως! Καλι γω ευχαριστω! Καλημερα και καλο Σαββατοκύριακο, γλυκια μου φιλη!Delete
H καληνύχτα μου απόψε έρχεται με μια μεγάλη καλλιτεχνική προσωπικότητα, ένα ζωγράφο που τα έργα του χαρακτηρίζονται από πυρετώδη ένταση και ερωτισμό!
Ο Έγκον Σίλε έφυγε σαν σήμερα 31 Οκτωβρίου 1918. Η ζωή του πολύ σύντομη, έχασε τη μάχη με το θάνατο μόλις στα 28 του, τέσσερεις μέρες μετά από την απώλεια της γυναίκας του Ήντιθ , που κυοφορούσε το παιδί τους. Και οι δυο, έπεσαν θύματα της ισπανικής γρίπης που θέριζε την Ευρώπη εκείνη την εποχή. Ο Εγκον Σίλε είναι ένας ζωγράφος για τον οποίο αμέσως έδειξα ενδιαφέρον. Έχει κάτι το υπερβολικά ευαίσθητο στους πίνακες του, καθώς και μια τρομερή ιστορία ως καλλιτέχνης, λόγω της καταπίεσης που του ασκούσε καθημερινά ο περίγυρός του.
Γυναίκα με πράσινες κάλτσες
Σαν καλλιτέχνης βάζει τη γυναίκα στο επίκεντρο της δημιουργίας του, με τη σεξουαλική ενέργειά της να αποτελεί τη μεγαλύτερη έμπνευσή του, τόσο, που να στιγματιστεί για πορνογραφία. Αλλόκοτη η ζωή του κατηγορήθηκε και φυλακίστηκε για αποπλάνηση ανηλίκων, παράλληλες σχέσεις...κλπ...
Οι φιγούρες του συχνά είναι τραχιές, δύσκαμπτες, αποστεομένες, σχεδόν αποτρόπαιες. Στο έργο του συναντάς την ερωτική εκδοχή ενός σκληρού πεπρωμένου. Ιδιαίτερος, εκκεντρικός, απογυμνώνει την ομορφιά από κάθε τι εξωραϊστικό, με τρόπο αριστοτεχνικά βέβηλο! Ωμή η τεχνοτροπία του, με φιγούρες καχεκτικές και νευρώδεις. Ειδικά στις αυτοπροσωπογραφίες του φαίνεται να ποζάρει με έντονη θεατρικότητα, με στόχο να μας αποκαλυφθεί κάνοντας γκριμάτσες, μορφασμούς και δημιουργώντας έντονες συσπάσεις μυών.
Ένα έργο του που με συγκλόνισε καθόλη την διάρκεια της επεξεργασίας του, όταν το κοιτούσα στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Ν.Υόρκης είναι μια αυτοπροσωπογραφία του που θα τη χαρακτήριζα εικόνα ψυχολογικά σύνθετη, σχεδόν αποπνικτική.
Η φιγούρα του καλλιτέχνη ισχνή πάλι, με τραχιές γωνίες και την εσωτερική ένταση εμφανή αν παρατηρήσεις τις τρεμάμενες γραμμές του μολυβιού... Βιαστικές ντυμένες αγωνία και ταραχή. Ο Σίλε κοιτάζει άγρια με τα μεγάλα, σκούρα μάτια του κραυγαλέα απειλητικά, το στόμα ανοιχτό και τα μαλλιά του ηλεκτρισμένα! Η πόζα αδέξια κι άκαμπτη, ενώ η χρωματική παλέτα περιορίζεται σε αποχρώσεις του καφέ, εκτός ενός "σκοτωμένου" κόκκινου σε κάποια σημεία όπως το στόμα, οι θηλές, ο ομφαλός, και τα γεννητικά όργανα, σημεία σεξουαλικού ενδιαφέροντος για τον καλλιτέχνη κι ένα λευκό, τεθλασμένης υπόνοιας, περίγραμμα στο σώμα να τονίζει τον ηλεκτρισμό του, εγκλωβισμένος μέσα σε ένα κορμί, που λες πως δεν του ανήκει...
Self portrait
Rachel's : "Music for Egon Schiele"
Γραμμένη για ένα χοροθέατρο είναι η μουσική που προτείνω γι'απόψε, εμπνευσμένη από την τραγική ζωή του αυστριακού καλλιτέχνη.
Ένα ορχηστρικό έργο των Rachel's, ενός μουσικού συνόλου που στην προκειμένη περίπτωση υπηρετεί το είδος της "Σύγχρονης Μουσικής Δωματίου".
Το έργο έχει τίτλο "Music for Egon Schiele", ξετυλίγεται σε 12 μουσικά επεισόδια και προσπαθεί να σκιαγραφήσει διακριτικά την προσωπικότητα και τη ζωή του ζωγράφου, υφαίνοντας μια αραχνοΰφαντη, λεπτεπίλεπτη μελωδική γραμμμή, να τυλίξει με αγάπη τον τραγικό δημιουργό.
Το πιάνο μεταφέρει συγκλονιστικά την αίσθηση του δράματος με βαθιές συγχορδίες σε ένα επίμονο οστινάτο κατά το μεγαλύτερο μέρος της σύνθεσης, ενώ το τσέλο με το μελαγχολικό ηχόχρωμα, σε μια αέναη κίνηση του δοξαριού ταυτίζεται πιστά με την θλίψη του θεατή-ακροατή.
Με τη δυναμική συγκρατημένη και την ένταση να απελευθερώνεται σπάνια, εκτός από κάποια σημεία κορύφωσης της τραγικότητας, όπου πυκνώνει η υφή για να αποδώσει το απεγνωσμένο και βασανιστικό. Η κίνηση της μελωδίας από το πιάνο συνεχής, ακούραστη, ατέρμονη λαχτάρα για δημιουργία και πειραματισμό, στο 3ο και 5ο επεισόδιο , όπου περιγράφει την ανάγκη του για έκφραση εικαστική μέσα από τις αυτοπροσωπογραφίες του.
Συγκοπτόμενοι ρυθμοί σε μινιμαλιστικό ύφος η απόδοση της σχέσης του με την Mime Van Osen, αρτίστας της παντομίμας. Από τα pizzicati η έκφραση των αλλόκοτων, νευρωδών χαρακτηριστικών στα γυμνά σώματά του. Κρυστάλλινες πινελιές στη υψηλή περιοχή του πιάνου, η ανάσα κι η λατρεία του για την Ήντιθ...
Το έργο ολοκληρώνεται αφού επανέλθει στο αρχικό θέμα σε μια μονότονη αρμονική αλυσίδα, που κόβεται απότομα αφήνοντας ατελή την πτώση, μετέωρη την αισθηση της "αναμονής της λύσης".
Γεννημένη σαν σήμερα 30 Οκτώβρη του 1829, η Ολλανδή Συζάν Λίνχοφ υπήρξε άριστη πιανίστα στην εποχή της, όμως τη γνωρίζουμε περισσότερο με την ιδιότητά της ως γυναίκα του διάσημου ζωγράφου Εντουάρ Μανέ, του οποίου υπήρξε και μοντέλο. Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν η Συζάν προσλήφθηκε από τον πατέρα του Μανέ(του οποίου οι κακές γλώσσες έλεγαν πως υπήρξε ερωμένη)προκειμένου να διδάξει πιάνο στον Εντουάρ και τα αδέρφια του. Παντρεύτηκαν όταν πέθανε ο πατέρας του ζωγράφου, μετά από μυστική, πολύχρονη σχέση. Ανάμεσα στους πίνακες που φιλοτέχνησε ο Μανέ , πολλοί απεικονίζουν την Συζάν, όπως κι αυτός που συνοδεύω σήμερα την ανάρτησή μου.
Η Συζάν Λίνχοφ-Μανέ, καθισμένη στο πιάνο, απορροφημένη και δοσμένη ολοκληρωτικά στην ερμηνεία της …
-Τι να παίζει άραγε;
-Θα ρισκάρω και θα πω πως παίζει Σαμπριέ…
Ναι, θα ρισκάρω, παρότι το εικαστικό φιλοτεχνήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1860 με σκοπό ο ζωγράφος να αναδείξει το άφθαστο ταλέντο της γυναίκας του στο πιάνο, που την περίοδο εκείνη έπαιζε ώρες ατέλειωτες αποσπάσματα από έργα Βάγκνερ κυρίως, προκειμένου να γλυκάνει με τη μουσική του τις στιγμές στο νοσοκομείο μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο του φίλου τους ποιητή, Μπωντλέρ.
[Είναι γνωστή η αδυναμία του ποιητή στο γερμανό δημιουργό, κάτι που φαίνεται και σε σχετικό δοκίμιό του, όπου ο Μπωντλέρ σκιαγραφεί λεπτομερώς την αισθητική του έργου του Βάγκνερ και τη συμβολή του στο Γερμανικό Ρομαντισμό].
Tο επιχείρημά μου για το...ρίσκο της επιλογής:
Πορτραίτο του Σαμπριέ φιλοτεχνημένο από τον φίλο του, Εντουάρ Μανέ
Ο Εμμανυέλ Σαμπριέ, λάτρης της εικαστικής τέχνης και συλλέκτης μεγάλου αριθμού ζωγραφικών πινάκων υπήρξε καρδιακός φίλος του ζευγαριού (μάλιστα ο συνθέτης άφησε την τελευταία του πνοή στα χέρια του ζωγράφου) και οι συζητήσεις του με τη Συζάν ήταν πολύωρες καθώς τους ένωνε η κοινή τους αγάπη, το πιάνο.
Ας υποθέσουμε λοιπόν πως η Συζάν Μανέ εκτελεί την ολόγλυκη «impromptu», μιας και ο Σαμπριέ, όταν την συνέθεσε έσπευσε να τής την αφιερώσει!
To έργο, που δημοσιεύθηκε το 1873, ήταν το πρώτο σημαντικό έργο του γάλλου συνθέτη και σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του, των οποίων τα πρώιμα έργα προδίδουν απολύτως δικαιολογημένες επιρροές άλλων, ο Σαμπριέ αφήνει στην πρώτη απόπειρα σύνθεσης την προσωπική του μουσική σφραγίδα.
Η Impromptu αναπτύσσεται σε τρία μέρη, και καταλήγει με μια coda, με χαρακτηριστικό τον ιδιότυπο ρυθμό του, όμοιος με κείνον της εισαγωγής. Το πρώτο θέμα, ένα χαριτωμένο βαλς που σε κάποια σημεία εκπλήσσει ευχάριστα με τις τυπικές Σαμπριεκικές «ιδιαιτερότητες», που φανερώνουν τις άφθαστες δεξιότητες και την πλούσια φαντασία του συνθέτη… Το δεύτερο μέρος γοητευτικό και νωχελικό, όχι όμως φορτωμένο με συναισθηματική υπερβολή. Το φινάλε λυρικό, σχεδόν ποιητικό, απαιτεί ενισχυμένη εκφραστικότητα, καθώς ο συνθέτης υποδεικνύει τον τρόπο εκτέλεσης: «με περισσή γλυκύτητα». Ένα λεπτοφυές άρπισμα, που θυμίζει κωμική πιρουέτα μιας χορευτικής ύπαρξης, κλείνει την αυτοσχέδια μουσική ιδέα με τα εκθαμβωτικά αρμονικά χρώματα, που ενώνουν σχεδόν σαρκαστικά τον αντιρομαντισμό με την αισθητική ελαφρότητα.
H νεανική συνθετική σκέψη του Σαμπριέ αποκαλύπτεται άκρως ενδιαφέρουσα, με τον αυτοσχέδιο χαρακτήρα που υποδηλώνεται με τον τίτλο «impromptu», να εκδηλώνεται από τους καλλωπιστικούς αυτούς αρπισμούς σε ένα εμφαντικό κλείσιμο.
Το έργο, που ήταν από τα αγαπημένα της Συζάν Μανέ (γι’αυτό το εκτελούσε συχνά στις παρέες τους), πρωτοπαρουσιάστηκε το 1877 από τον Καμίλ Σαιν Σανς.
Το ακούμε σε εκτέλεση της αγαπημένης πιανίστα της «Ομάδας των Έξι», Marcelle Meyer, η οποία ως λεπτολόγος και δεινή δεξιοτέχνης, ανιχνεύει τα διάφανα χρώματα της πρωτότυπης σύνθεσης και αναδεικνύει όλες τις λεπτές αποχρώσεις της. Μια μελωδία αυτοσχέδια, πλήρης από μυρωδιές φθινοπώρου παράλογα μελαγχολικού...
Puvis de Chavannes: "Νεαρά κορίτσια δίπλα στη θάλασσα"
"Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.
Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.
Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα..."
Ένα μικρό απόσπασμα από την αγαπημένη "Γυμνοπαιδία Α΄-Σαντορίνη" του Γ. Σεφέρη είναι το παραπάνω... Μια συλλογή, που ο ποιητής μας έγραψε το 1935 μετά την γνωριμία του με το ομότιτλο πιανιστικό έργο του Ερίκ Σατί:"Les trois Gymnopédies".
Erik Satie, την περίοδο σύνθεσης των "Gymnopedies"
Ήταν μόλις 22 χρονών ο Σατί, όταν συνέθεσε τις "3 Gymnopédies" εμπνεόμενος -λένε- από την ετήσια γιορτή των Σπαρτιατών, όπου γυμνοί έφηβοι χόρευαν και τελούσαν γυμναστικές ασκήσεις προς τιμήν του Απόλλωνα και αφιερωμένες στη μνήμη των πεσόντων στη μάχη της Θυρέας.
Άλλοι υποστηρίζουν πως το ερέθισμα σχετίζεται με την όμορφη ιέρεια της Καρχηδόνας, Σαλαμπό, καθώς ο Σατί όταν συνέθετε τις "Γυμνοπαιδίες" διάβαζε το ομότιτλο βιβλίο του Φλωμπέρ, οπότε δεν αποκλείεται να εμπνεύστηκε τον τίτλο από τα γυμνά της, καλλίγραμμα πόδια...
Άλλοι τοποθετούν την πηγή έμπνευσης σε ποίημα του σύγχρονού του, De Latour στο οποίο υπάρχουν οι στίχοι: "...εκεί που τα κεχριμπαρένια σώματα, φωτιά πυροδοτούν, σμίγοντας τη σαραμπάντα με τη γυμνοπαιδία..."
Μια εκδοχή λιγότερο γνωστή θα μάς απασχολήσει σήμερα...
Puvis de Chavannes
Προέρχεται από εικαστικό του συμβολιστή ζωγράφου, Πυβί ντε Σαβάν με τίτλο: "Νεαρά κορίτσια δίπλα στη θάλασσα ", που ήταν και ο πλέον αγαπημένος πίνακας του γάλλου συνθέτη.
Ο Πυβί ντε Σαβάν, γάλλος κι αυτός, γεννήθηκε 24 Οκτώβρη 1824 και θεωρείται ζωγράφος τοιχογραφιών, σπουδαίος δάσκαλος μιας καθαρά προσωπικής ζωγραφικής με ιδεαλιστικές τάσεις.
Στο συγκεκριμένο πίνακα, ο καλλιτέχνης πλάθει μια ονειρική ατμόσφαιρα με τρεις γυναικείες γυμνές φιγούρες σε παράκτια τοποθεσία. Χρησιμοποιεί το ίδιο μοντέλο και για τις τρεις γυναίκες, δίνοντας διαφορετικό χρώμα στα μαλλιά τους. Καστανή, ξανθιά και κοκκινομάλλα. Επιθυμεί να απεικονίσει την ίδια γυναίκα σε τρεις διαφορετικές θέσεις. Δεν θέλει ούτε να σοκάρει, ούτε να αποπλανήσει. Επιδιώκει τη νηφαλιότητα, τη γαλήνη της ομορφιάς. Η γυναίκα του κέντρου με γυρισμένη την πλάτη στον θεατή ατενίζει τη θάλασσα χτενίζοντας τα μαλλιά της... Η άλλη στα δεξιά φαίνεται χαμένη στις σκέψεις της, ενώ η τρίτη με διάθεση στοχαστικής μελαγχολίας. Ο ουρανός αχνός. Μπογιατισμένος απαλά από τα χρώματα ενός ήρεμου δειλινού... Σχεδόν ακύμαντη και η θάλασσα, στιλπνό μετάξι, ενισχύει το αίσθημα της ερημιάς και την ονειροπόληση. Ένας μόνο γλάρος "γλιστρά" πάνω από το γλυκόστρωτο νερό...
Η σύνθεση, η οποία διακρίνεται για την απλότητά της και τη μειωμένη χρωματική ένταση, αντιπαραβάλει τη φαντασία, το όνειρο και την πνευματικότητα ως αναπόσπαστο μέρος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και εκτείνεται πέραν του αισθητού, στον κόσμο της παραίσθησης και του μυστηρίου.
Μια ατμόσφαιρα που κανείς δεν αμφισβητεί πως πλάθεται με τις νότες του Σατί στις "Γυμνοπαιδίες" του, γι' αυτό κι έκανε πολλούς ειδικούς να ισχυρίζονται πως το εικαστικό του Πυβί ντε Σαβάν έδωσε στο συνθέτη το ερέθισμα για τη δημιουργία του.
Ένα έργο που αποτελεί την πρώιμη εισαγωγή στη μουσική του 20ού αιώνα και με το οποίο κάθε ακροατής "αφήνεται". Ένα ιδεώδες ακρόαμα, που ερεθίζει τη φαντασία, ανακαλεί μνήμες, βοηθά το νου να τρέχει και ταυτόχρονα να γαληνεύει... Ένα ατμοσφαιρικό τρίπτυχο σε ρυθμό 3/4:
1. Lent et douloureux 2. Lent et triste 3. Lent et grave
"Ο Λιστ με πολλά χέρια σαν ανατολίτικη θεότητα", καρικατούρα (πηγή: thetimes.)
Υπήρξε μια περίοδος στη ζωή του Φραντς Λιστ -μετά το χωρισμό του από την κόμισσα ντ' Ανκού- που ενδίδει στη μεγαλομανία του, σχεδόν αγγίζει την αγυρτεία.
Βάζει να του κατασκευάσουν μια τεράστια άμαξα, εξοπλισμένη με πιάνο, που τη σέρνουν άσπρα άλογα. Εφοδιάζεται με μια πριγκιπική γκαρνταρόμπα. Χρησιμοποιεί ρούχα, πλούσια στολισμένα με πολύτιμους λίθους κι έχει μια συλλογή από 365 φουλάρια για το λαιμό, ένα για κάθε μέρα του χρόνου!
Οι συναυλίες του υπακούουν σε μια παραγωγή στηριγμένη επιδέξια στη θεαματικότητα: Φτάνει στη σκηνή με το ρούχο καλυμμένο από διακοσμήσεις. Τα μαλλιά του κατεβαίνουν μέχρι τους ώμους. Κοιτάζει με ηρεμία το κοινό, με βλέμμα μαγνητικό. Βγάζει αργά τα γάντια(συνήθως από ζαρκάδι), αφήνοντάς τα να πέσουν στο πάτωμα. Κάθεται στο πιάνο, ενώ η σιγή έχει πυκνώσει και η προσμονή για τις πρώτες νότες είναι σπασμωδική. Έπειτα επιτίθεται στο πιάνο, το τραντάζει, το κάνει να τραγουδήσει, τού αποσπά ασυνήθιστες κι απίστευτες ηχητικότητες...
Δεν είναι τυχαίο που του αρέσει να μεταγράφει για το πιάνο συνθέσεις άλλων μουσικών για ορχήστρα. Θεωρείται εξάλλου ο "άνθρωπος-ορχήστρα" και οι γελοιογράφοι διασκεδάζουν να τον απεικονίζουν με το κωνικό καπέλο του μάγου ή με πολλά χέρια σαν ανατολίτικη θεότητα.
Τα προγράμματά του σχεδιάζονται με σκοπό την επιτυχία. Ενα από τα τεχνάσματά του ήταν να βάζει στο πρόγραμμα την "Marche au supplice-Πορεία προς το Μαρτύριο" του Μπερλιόζ, που εκτελείται από ορχήστρα κι αμέσως μετά τη δική του μεταγραφή για πιάνο του ίδιου κομματιού παιγμένη εντυπωσιακά ώστε να ξεπερνά την ορχήστρα προκαλώντας απίστευτο ενθουσιασμό!
Ο ίδιος ο Λιστ αποκαλούσε αυτά τα κονσέρτα "Μονολόγους", φτάνοντας να βεβαιώνει: "Le concert c'est moi=Το κονσέρτο είμαι εγώ"!
Άλλωστε κάποτε και ο Μπερλιόζ τού είχε γράψει: "Μπορεις να διαβεβαιώσεις άνετα: Η ορχήστρα είμαι ΕΓΩ!Η χορωδία είμαι ΕΓΩ!Ο μαέστρος είμαι πάλι ΕΓΩ!" Ίσως εδώ είναι η κατάλληλη στιγμή να προσθέσουμε πως ο Μπερλιόζ μύησε τον Λιστ στο να αντιμετωπίζει το πιάνο σαν ορχήστρα, που εν τέλει οδήγησε στη φόρμα του συμφωνικού ποιήματος, που καθιέρωσε ο Φραντς Λιστ.
Aκούμε το μέρος από την ορχήστρα:
Μπερλιόζ: "Marche au supplice,Symphonie Fantastique
Και την εντυπωσιακή μεταγραφή του για πιάνο από τον Λιστ:
Φραντς Λιστ: Marche au supplice, Symphonie Fantastique:
Ο Λιστ γεννήθηκε σαν σήμερα, 22 Οκτωβρίου 1811, αγαπημένοι φίλοι... Είναι από τους λατρεμένους συνθέτες, που στην εποχή του αντιμετωπίστηκε σαν είδωλο, κάτι παρόμοιο με έναν ρόκ σταρ της εποχής μας. Μην ξεχνάμε πως είχε πρότυπο τον Παγκανίνι... Αναμφισβήτητα αξιολάτρευτος, πολυτάλαντος και χαρισματικός, γι'αυτό τού συγχωρούμε το "ατόπημα" της μεγαλομανίας που κάποια περίοδο της ζωής του, εξέφρασε... Μια περίοδο που φώτιζε σε σημείο υπερβολής τη ναρκισσιστική του φύση. Είπαμε, είχε χωρίσει από την χρόνια σύντροφό του και μητέρα των παιδιών του, Μαρί ντ'Ανκού... Ισως και όλο αυτό να αντικατοπτρίζει μια επώδυνη συναισθηματική πείνα. Δεν του φτάνει πόσο τον αγαπάνε, πάντα θέλει περισσότερο και θέλει να είναι ο καλύτερος όλων... Ζει μια κατάσταση, όπου ο ίδιος δεν μπορεί να ελέγξει, δε μπορεί να καλμάρει ...
(Το κείμενο περιλαμβάνει και στοιχεία από το βιβλίο του Ροδόλφο Βεντίτι: "Μικρός οδηγός στη μεγάλη μουσική, τόμος Γ΄, σελ.128-129)
Καθοριστικό γεγονός στη ζωή του κορυφαίου Φραντς Λιστ αποτέλεσε η γνωριμία του με τον Μπετόβεν. Μέχρι τα βαθιά γηρατειά του, ο Λιστ αναφερόταν στον κορυφαίο συνθέτη ως το μεγάλο του ιδεώδες, τον πρωτεργάτη του καλλιτεχνικού του σύμπαντος. Ιστορικής σημασίας σύμπραξη, πραγματικά, παρότι οι ερευνητές θεωρούν αναληθή τα στοιχεία-αποκύημα της φαντασίας του Λιστ- και αμφισβητούν τη συνάντηση των δυο κορυφαίων μουσικών.
[Για τα γενέθλια του Φραντς Λιστ, σαν σήμερα 22 Οκτωβρίου 1811]
"Ήμουν περίπου στα έντεκα όταν ο σεβαστός μου δάσκαλος Τσέρνυ με παρουσίασε στον Μπετόβεν. Ήδη, πολύ καιρό πριν τού είχε μιλήσει για μένα και επέμενε σε μια ακρόαση, την οποία απέφευγε ο τιτάνας, καθώς αποστρεφόταν τα παιδιά-θαύματα. Τελικά ο επίμονος Τσέρνυ, τον έπεισε... Ήταν περίπου δέκα το πρωί όταν μπήκαμε στο Schwarzspanierhaus με τα δυο μικρά δωμάτια, όπου ζούσε τότε ο Μπετόβεν. Ήμουν πολύ ντροπαλός και σε αμηχανία, όμως ο δάσκαλός μου με ενθάρρυνε να προχωρήσω. Ο Μπετόβεν καθόταν στο μακρύ τραπέζι κοντά στο παράθυρο και δούλευε. Μάς κοίταξε με αυστηρότητα, συνομίλησε λίγο με τον Τσέρνυ, ο οποίος μου ζήτησε να καθίσω στο πιάνο και να παίξω. Εκτέλεσα ένα σύντομο κομμάτι του μαθητή του Μπετόβεν, Ries. Όταν τελείωσα, ο Μπετόβεν με ρώτησε αν μπορούσα να παίξω μια φούγκα από τον Μπαχ. Επέλεξα τη φούγκα σε ντο ελάσσονα από το "Καλώς Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο. -"Θα μπορούσες τώρα να την μεταφέρεις σε άλλη κλίμακα;", με ρώτησε. Ευτυχώς, μπορούσα!Όταν πάτησα και την τελευταία συγχορδία στο πιάνο σήκωσα τα μάτια μου και είδα το βαθιά διεισδυτικό βλέμμα του Μπετόβεν. Σχεδόν αμέσως έφερε το χέρι του στο κεφάλι μου και χάιδεψε τα μαλλιά μου. -"Είσαι ένας μικρός διαβολάκος, το ξέρεις;", μού είπε. Πήρα θάρρος και τον ρώτησα: -"Μπορώ να παίξω κάτι δικό σας τώρα;'' Εκείνος συμφώνησε κι έπαιξα το πρώτο μέρος από το κονσέρτο του για πιάνο. Όταν τελείωσα, ο Μπετόβεν έπιασε τα δυο χέρια μου, με φίλησε στο μέτωπο και μου είπε: -"Είσαι ευλογημένος γιατί θα δώσεις χαρά και ευτυχία σε πολλούς ανθρώπους και δεν υπάρχει τίποτα σπουδαιότερο απ'αυτό!" -"Αυτή η συνάντηση με τον Μπετόβεν παρέμεινε η μεγαλύτερη περηφάνια μου σε όλη την καλλιτεχνική μου πορεία!"
(Πηγή: Michael Hamburger: "Beethoven: Letters, Journals and Conversations", μτφ. δική μου)
Το περιστατικό-συνάντηση συνέβη τον Απρίλη του 1823.
Από γκραβούρα ανωνύμου απεικονίζεται η συνάντηση Λιστ -Μπετόβεν (όχι ιδιωτικά αλλά σε συναυλία του μικρού βιρτουόζου με πλήθος ακροατών)
Όλοι γνωρίζουμε πως ο Λιστ εκτός από βιρτουόζος του πιάνου και μεγαλοφυής συνθέτης υπήρξε και άφθαστος στις "μεταγραφές" του, οι οποίες αποτελούν από μόνες τους μοναδικό μάθημα στην Ιστορία της μουσικής.Το ρεπερτόριό του με έργα προγενέστερων μεταγραμμένα για σόλο πιάνο, είναι απίστευτο. Από λαϊκές, απλές μελωδίες, φαντασίες, άριες μέχρι ολόκληρες όπερες και συμφωνίες!
Ο Λιστ πειραματιζόμενος πάνω στις Μπετοβενικές Συμφωνίες, δίνει στο σύνολό τους την πιανιστική τους μεταγραφή, ένα έργο που αποτελεί διαμάντι της πιανιστικής φιλολογίας!Εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες του οργάνου επιτυγχάνει την απόδοση στο έπακρο της αρμονικής δύναμης των συμφωνιών και αναπαράγει όλους εκείνους τους ηχοχρωματικούς συνδυασμούς της ορχήστρας! Όπως χαρακτηριστικά έχει πει σε συνέντευξή του ο Βλαντμίρ Χόροβιτς: "...λυπάμαι βαθιά που δεν ερμήνευσα ποτέ σε κοινό αυτό το έργο, που το θεωρώ ένα από τα δυνατότερα του πιανιστικού ρεπερτορίου, καθώς δεν λείπει καμμιά από τις νότες του Μπετοβενικού έργου στα πατήματα που ο Λιστ υποδεικνύει για το πληκτρολόγιο, στον πιανίστα..." Ο Λιστ αφιέρωσε τις μεταγραφές στον φον Μπύλοβ, έναν από τους πιο αγαπημένους και καλύτερους μαθητές του. Είναι απαιτητικότατες σε ερμηνεία μεταγραφές , και βρίσκονται στην υψηλή κορυφή αυτού που ονομάζουμε "δύσκολο πιανιστικό ρεπερτόριο", γι'αυτό και ο Γκλεν Γκουλντ τις ονόμαζε "Super Sonatas", με απίστευτη τεχνική, και εκφραστικότητα.
Ηχογράφηση και των εννέα συμφωνιών, έχει γίνει από ελάχιστους πιανίστες, ανάμεσά τους και ο κύπριος βιρτουόζος Κυπριανός Κατσαρής, απ΄τον οποίο θα ακούσουμε πιανιστική μεταγραφή της υπέροχης αλλά συγχρόνως τόσο αδικημένης 4ης Συμφωνίας.Κατά τον μουσικολόγο Γκίλμαν είναι "όμοια με την Σταχτοπούτα", γιατί ενώ έχει τόσα θέλγητρα, δεν είναι ευρύτερα αποδεκτή, όπως οι αδερφές της...την αμέσως δηλαδή μεγαλύτερή της 3η(Ηρωική) και τη μικρότερή της 5η(της Μοίρας), παρότι η σύνθεση είναι γεμάτη ευθυμία, χιούμορ, τρυφερότητα, χάρη και ομορφιά...