"Spring ή Apple Blossoms", του άγγλου προραφαηλίτη (εποχής Μέντελσον),Τζων Έβερετ Μίλαι. Ο καλλιτέχνης στήνει ένα ειδυλλιακό τοπίο, αν και στοχαστικής διάθεσης, που παραπέμπει στο "fête champêtre" (γλέντι της γης ή υπαίθρια ψυχαγωγία) των Tιτσιάνο και Τζορτζόνε.
"Άνοιξη
Μια φλογέρα πότε παίζει,
πότε λίγο σταματά.
Τα πουλάκια στον αέρα
πέτονται παιχνιδιστά.
Και τ'αηδόνι στη λαγγάδα
ξαφαντώνει μια χαρά.
Τί γαλάζιος ο ουρανός!
Δες, να κι ο κορυδαλλός!
Άντε, φτάνει η νέα Χρονιά.
Να τής πούμε: "πέρνα, μπρος"!
με τραγούδια και βιολιά.
Αγοράκι όλο γέλια
και παιχνίδια ζωηρά.
Κοριτσάκι μια σταλίτσα,
όλο νάζια θηλυκά.
Τί μαγεία των παιδιών
κομπανία από κοντά:
κικιρίκου ο πετεινός,
σοβαρός, καμαρωτός.
Άντε, φτάνει η νέα Χρονιά.
Να τής πούμε: "πέρνα, μπρος"!
με τραγούδια και βιολιά..."
[Γουίλιαμ Μπλέηκ - "Τα τραγούδια της αθωότητας", μτφρ.Γ.Μπλάνας]
***
Τα "Tραγούδια χωρίς λόγια" του ΦΕΛΙΞ ΜΕΝΤΕΛΣΟΝ είναι πιανιστικές μινιατούρες ελεύθερης μορφής και αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα συγκεντρωμένες σε οκτώ βιβλία, το καθένα από τα οποία περιλαμβάνει έξι συνθέσεις.
Το τελευταίο τραγούδι από τον πέμπτο τόμο, που ο Φέλιξ αφιέρωσε στην Κλάρα Σούμαν έχει τον τίτλο: "Camberwell green".
Eίναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη, εξοχική περιοχή στα νότια του Λονδίνου, όπου διέμενε ο Μέντελσον κατά την περίοδο σύνθεσής του(1842). Ήταν άνοιξη και η μελωδία του αναδύει την ηρεμία και τη γαλήνη της φύσης, που ανθοφορεμένη καλεί τους ανθρώπους να βγουν απ'τα σπίτια και να ξεχυθούν στις εξοχές. Γι΄ αυτό και στη σύνθεση έχει δοθεί ο πρόσθετος τίτλος: "Spring song".
Προτείνω να ακούσουμε το "Spring Song" από τη Ginette Doyen, παιδί-θαύμα της εποχής της, της οποίας η ηχογράφηση στα "Τραγούδια χωρίς λόγια" του Μέντελσον πήρε διθυραμβικές κριτικές για την εκφραστικότητα και την απόδοση της παλέτας του συνθέτη.
Mendelssohn: "Song Without Words Op. 62-No. 6, Spring Song or Camberwell green" / Ginette Doyen:
"Ο προκείμενος νεκρός ήτο ένας αληθινός άνδρας, με θάρρος μεγάλο, με αυτοπεποίθησιν και δι' εαυτόν και δια τον λαόν, τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ίσως έκαμε πολλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν του επέλειψε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι ποτέ δεν περίμενε από την μοίραν να ιδή την χώραν του προηγμένην. Άλλά έθεσε εις την υπηρεσίαν της όλον το πυρ που είχε μέσα του, κάθε δύναμιν ψυχικήν και σωματικήν". (Το επίγραμμα στον τάφο του Βενιζέλου-λόγια τα οποία είχε απαγγείλει ο ίδιος ως επιτάφιό του στην Βουλή το 1932)
Ο Μανώλης Καλομοίρης, όπως όλοι γνωρίζουμε, θαύμαζε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, θεωρώντας τον ακρογωνιαίο λίθο της ευημερίας της Ελλάδας.
Ενα από τα έργα του που τού αφιέρωσε ήταν και η όπερά του "Ο Πρωτομάστορας", καθώς ο συνθέτης ονόμαζε τον έλληνα πολιτικό: "Πρωτοµάστορα της Μεγάλης Ελλάδας" , ο οποίος µαζί µε τον Κωστή Παλαµά στάθηκε "φάρος της πνευµατικής ζωής", όπως έλεγε ο Καλομοίρης.
Για την ημέρα θανάτου του Βενιζέλου υπάρχει η μαρτυρία:
"Το απόγευμα της 18ης Μαρτίου 1936, η γυναίκα του Καλομοίρη, Χαρίκλεια, βρήκε τον άνδρα της να γράφει μουσική στο πιάνο και τα μάτια του να τρέχουν δάκρυα. Τον ρώτησε γιατί έκλαιγε και εκείνος, συντετριμμένος, της απάντησε: "Μόλις πέθανε ο Βενιζέλος και προσπαθώ να γράψω ένα πένθιμο εμβατήριο για να θρηνήσω τον Πρωτομάστορα της Μεγάλης Ελλάδας".
Η παρτιτούρα που είχε μπροστά του ο Καλομοίρης ήταν από το "Συμφωνικό τρίπτυχο". Το έργο κυριαρχείται από ηρωικά και λυρικά στοιχεία.
1. Ξεκινά με το "Πρελούδιο" με ελεγειακή διάθεση και επιρροές από την δημοτική παράδοση και τα μοιρολόγια. Με πλούσια ενορχήστρωση και τα βασικά θέματα εκτελεσμένα από κόρνο και φλάουτο, δημιουργείται βουκολική, αλλά μελαγχολική ατμόσφαιρα.
2. Το "Ιντερλούδιο", που ακολουθεί είναι ένα πένθιμο εμβατήριο με διάχυτο το ελληνικό στοιχείο, αργό και επιβλητικό και με επική διάθεση.
3. Το φινάλε, ένα "Ποστλούδιο" συνιστά ανασκόπηση των προηγουμένων θεμάτων με εναλλαγή του μεγαλειώδους και του πένθιμου, επιστεγάζοντας με μνημειώδη διάθεση την ανάμνηση της Μεγάλης Ιδέας του Ελληνισμού(e-grammes.gr)
"Aγιος Aλέξιος, ο Άνθρωπος του Θεού", του Στέφανου Tζανκαρόλα (17ος αι.) από kathimerini
Σήμερα η Ορθόδοξη εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Αλεξίου, που είναι γνωστός και ως ο "άνθρωπος του Θεού", καθώς εγκατέλειψε τα πλούτη και την αριστοκρατική καταγωγή του, ασκήτευσε , και εκτιμήθηκε για την αρετή του. Γυρνώντας από τους Αγίους Τόπους στη Ρώμη, δεν αποκαλύφτηκε αλλά έζησε ως ζητιάνος αντιμετωπίζοντας περιφρόνηση, αδιαφορία και χλευασμό, μαζί με τους πειρασμούς του Σατανά. Όταν κατάλαβε πως θα πεθάνει έγραψε τα πάντα σε ένα χαρτί που βρέθηκε με θεϊκή εντολή. Επειδή, όταν πέθανε ο Αλέξιος ακούστηκε ουράνια φωνή λέγοντας: "Ζητήσατε τον άνθρωπο του Θεού", ονομάστηκε "Άνθρωπος του Θεού" φανερώνοντας έτσι την Αγιότητά του.
Την EΙΚΟΝΑ: "Aγιος Aλέξιος, ο Άνθρωπος του Θεού", έργο του Στέφανου Tζανκαρόλα, του 17ου αι. περιγράφει σε κείμενό του ο ακαδημαϊκός Παν. Bοκοτόπουλος:
"Kύριο θέμα της εικόνας είναι η παράσταση του Aγίου Aλεξίου σε αμφίστροφη κινημένη στάση, ντυμένου με καφέ ανοιχτό ποδήρη χιτώνα και καστανέρυθρο ιμάτιο. O άγιος κρατά στο ένα χέρι μεγάλο σταυρό και στο άλλο ειλητάριο, με τα λόγια που απευθύνει στον Xριστό, ο οποίος επιφαίνεται σε σύννεφο: "γιατί να εγκαταλείψει κανείς, Σώτερ, γονέα, σύζυγον, οικίαν, όλη την περιουσία του; Γιατί να προσφέρει τον ίδιο του τον εαυτόν; Σταυρόν κρατώ"-(Καθημερινή)
Η πρώτη όπερα με θέμα τα διάφορα επεισόδια της ζωής του Αγίου γράφτηκε από τον ιταλό Stefano Landi το 1631, σε λιμπρέτο του μετέπειτα Πάπα Κλήμη Θ΄, που είχε διακριθεί και ως λογοτέχνης. O Landi αναθέτει το ρόλο του Αλέξιου σε φωνή καστράτο.
Aκούμε από τη 2η Πράξη την άρια "O morte gradita" με τον Philippe Jaroussky:
"Aλέξιος, ο Άνθρωπος του Θεού", José Juárez Museo Nacional de Arte-Μεξικό
Στο διπλανό εικαστικό του 1653, ο José Juárez απεικονίζει τον άγιο Αλέξιο ανεβασμένο σε βάθρο κρατώντας μεγάλο Σταυρό στο ένα χέρι κι έναν ανθισμένο λευκό κρίνο, στο άλλο.
Γύρω του στο έδαφος υπάρχουν διάφορα αντικείμενα -μαλαματένια κοσμήματα, ένα σπαθί, χρυσά νομίσματα και πολύτιμα σκεύη- που υπαινίσσονται την κοσμική ζωή γεμάτη από πλούτη. Όλα, αντικείμενα υλικής αξίας που ο Άγιος απέρριψε.
Στο πίσω πλάνο έχει απεικονίσει ένα αρχιτεκτονικό κτίσμα χωρισμένο σε άνω και κάτω επίπεδο, μια διαίρεση που χρησιμεύει ώστε να παρουσιάσει σκηνές από τη ζωή του Αγίου: Επάνω την πλούσια ζωή στην πατρική του οικογένεια την οποία απαρνήθηκε και κάτω το νεκρό του σώμα.
Ένα ομότιτλο έργο "The Song of Alexis, Man of God, op 20" για χορωδία και ορχήστρα στον τύπο κοσμικής καντάτας μάς παρουσιάζει ο Ρίμσκυ Κόρσακωφ το 1878.
Ένα λεπτεπίλεπτο ηχητικά και κατανυκτικότατο χορωδιακό έργο, με το συνθέτη να μεταφράζει σε σύγχρονο ήχο τους ήχους μιας υμνωδίας, την οποία εμπλουτίζει χρωματικά, δημιουργώντας ένα νέο σύστημα αρμονικών μέσων, βασισμένο σε συνδυασμό της μιμητικής ανάπτυξης και του μελωδικού καλλωπισμού. Ένα φωνητικό αποτέλεσμα στα πρότυπα μιας φούγκας με πολυχρωμία, σαφήνεια, διαφάνεια.
Nωρίτερα, τo 1710, η φημισμένη στην εποχή της συνθέτιδα, Camilla de Rossi, γνωστή και ως συνθέτις "Romana-η Ρωμαία" δίνει ένα κατανυκτικότατο -αν και οπερατικού χαρακτήρα- ορατόριο, στο οποίο σκιαγραφείται μουσικά η ενάρετη και φιλεύσπλαχνη φύση του Αλέξιου, του "ανθρώπου του Θεού". Σε καμία όμως περίπτωση η σύνθεση δεν περιορίζεται σε ευσεβείς διαλογισμούς, αλλά δεικνύει και τις αμφιβολίες του Αλέξιου για τη θεϊκή του αποστολή, παρά την ισχυρή του πίστη:
Τελευταία Κυριακή της Αποκριάς σήμερα και ταξιδεύουμε στη Βραζιλία και το φημισμένο καρναβάλι του Ρίο!
Φτερά, πούπουλα, κέφι, ξεσάλωμα, εντυπωσιακά κοστούμια, μα κυρίως ρυθμός!
Όλα κινούνται στους χορευτικούς ρυθμούς της ΣΑΜΠΑ!
Η σάμπα ήταν χορός των Αφρικανών, που ως γνωστόν μεταφέρθηκαν στο Νέο Κόσμο ως σκλάβοι.
Παράδοξο, αλλά "Σάμπα" στη γλώσσα τους σημαίνει"μελαγχολία". Λέξη και έννοιες αντιφατικές, που δεν μπορούν λογικά να συνυπάρχουν.
Όμως, αν επισημανθεί πως η σάμπα προέρχεται από ένα χορό των προγόνων τους, τον χορό "τσόρο=θρήνος" με τον οποίο οι Αφρικανοί συνόδευαν τις ειδωλολατρικές θρησκευτικές τελετές του τόπου τους, ίσως η συσχέτιση γίνει αποδεκτή ευκολότερα.
Ως σκλάβοι, τους απαγορευόταν οποιαδήποτε θρησκευτική-τελετουργική έκφραση, φυσικά.
Έτσι, έπρεπε να βρουν ένα τρόπο να κρατήσουν ζωντανή την κουλτούρα, την παράδοση και τα έθιμά τους.
Άλλαξαν σε ταχύτατη τη ρυθμική αγωγή του τσόρο και με τη σάμπα, μετέτρεψαν δήθεν, τις θρησκευτικές τελετές σε χορευτικές εκδηλώσεις που έμοιαζαν με γιορτή κι έτσι ξεγελούσαν τους λευκούς.
Με το πέρασμα των χρόνων, η σάμπα αγαπήθηκε από όλους, ανεξαρτήτως χρώματος και καταγωγής και ενσωματώθηκε στην κουλτούρα τους...
O Λέοναρντ Μπερνστάιν το 1980 για τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας της Συμφωνικής της Βοστώνης(πόλης όπου μεγάλωσε) κλήθηκε να γράψει ένα "Divertimento για Ορχήστρα", μια σύνθεση για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα, αποτελούμενη από οκτώ σύντομες μπαγκατέλες, κάτι σαν "μουσικές νοσταλγίες".
Πρόκειται για συμφωνικό ρεπερτόριο από διαφορετικές ιστορικές περιόδους, καθώς ο συνθέτης αναφέρεται σε ποικίλα στυλ της αμερικανικής λαϊκής μουσικής. Φανφάρες, Εμβατήριο, Βαλς, Μαζούρκα, Μπλουζ, αλλά και Σάμπα, που κατά δήλωση του συνθέτη: "αντανακλούν τις μουσικές εμπειρίες της νεότητάς του που πάντα αναπολεί με ενθουσιασμό".
Όλη η σύνθεση στηρίζεται σε δυο τονικότητες: Την B (σι) από "Boston-Βοστώνη" και C (ντο) από Centennial-εκατονταετηρίδα".
Η "Samba" ακολουθεί ρυθμό "Allegro giusto", έχει γοητευτική λάτιν γεύση φυσικά, που υπογραμμίζεται από τα πολύχρωμα κρουστά. Σύντομης διάρκειας, στηρίζεται σε επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Η μελωδική ανάπτυξη οδηγεί τον ακροατή σε μοιραία σύγκριση με το ξεσηκωτικό: "West Side Story".
Μια σύνθεση που μάς θυμίζει καρναβαλικές φιέστες, μάς καλεί να φορέσουμε αυτοσχέδια φαντασμαγορικά κοστούμια και περίτεχνες μάσκες και να προσθέσουμε στους μουντούς καιρούς μας κάτι από το κλίμα της εύθυμης Αποκριάς...
Καλή Αποκριά με χαρά, κέφι και αστείρευτη διάθεση αισιοδοξίας, φίλοι μου!
Απελευθερώστε σώμα και μυαλό! Ξεχυθείτε σε ένα ατελείωτο ξεφάντωμα, γεμάτο παιχνίδι και τον αισθησιασμό μιας σάμπα! Leonard Bernstein: "Divertimento for Orchestra - Samba":
Με αφορμή την Ημέρα, σήμερα τιμούμε τη δύναμη, την αφοσίωση και την πίστη που μια γυναίκα μπορεί να δείξει στον αγαπημένο της. Εκείνη που αψηφά κάθε κίνδυνο, που παλεύει για το κοινό τους μέλλον και δεν υποχωρεί μπροστά στις δυσκολίες. Η γυναίκα είναι συνώνυμο θάρρους, αγάπης και ανιδιοτέλειας, εκείνη που μπορεί να σηκώσει το βάρος της προστασίας, της ελπίδας και της πίστης, με καρδιά ανοιχτή και ψυχή γενναία.
Σας προσκαλώ σε μια μουσική συνάντηση με την αφοσιωμένη "Λεονόρα" του Μπετόβεν.
Οι γυναίκες είμαστε μοναδικές, ελεύθερες να εκφράσουμε ό,τι και όσα νιώθουμε, μάς κάνουν να αγωνιούμε, να χαιρόμαστε ή μάς θλιβουν... Κι αυτο το τελευταίο, μην το λαμβάνουμε ως τρωτό, μα ως στοιχείο που ισχυροποιεί την ευάλωτη -για πολλούς- φύση μας. Η θηλυκότητα δεν είναι συνώνυμη της αδυναμίας.Είναι θέση της προσωπικότητάς μας, συνώνυμη της τρυφερότητας και της δοτικότητάς μας...
Είμαστε το βασικό θεμέλιο ανάμεσα σε κείνα που ο Καζαντζάκης απαρίθμησε: "Ψωμί, Κρασί, Φωτιά, ΓΥΝΑΙΚΑ"!
Δεν είναι τυχαίο που ποιητές, ζωγράφοι, γλύπτες και μουσικοί ανά τους αιώνες υποκλίθηκαν στο μεγαλείο της γυναικείας φύσης. Αυτή η φύση γίνεται μέσο έκφρασης του ανθρώπινου πάθους, οδηγεί στην υπέρβαση των δυσκολιών και γεννά όνειρα δημιουργικά, φέρνοντας τον άνθρωπο σε επαφή με το πραγματικό νόημα της ζωής.
Στο πλαίσιο αυτό, η μουσική και η λογοτεχνία συναντώνται στην ιστορική μορφή της Λεονόρας από την όπερα "Φιντέλιο" του Μπετόβεν. Η Λεονόρα είναι η γυναίκα που αψηφά τον κίνδυνο και ρισκάρει τη ζωή της για να σώσει τον άνδρα που αγαπά. Στη σκηνή της κορύφωσης, απελευθερώνει τον Φλορεστάν με τα ίδια της τα χέρια, ενώ το κοινό υμνεί τις αρετές της πιστής, αφοσιωμένης, ριψοκίνδυνης και γενναίας γυναίκας. άθε μουσικό στοιχείο, κάθε ερμηνευτική λεπτομέρεια, συντελεί στη δημιουργία της δραματικής έντασης και της συγκίνησης που χαρακτηρίζει το έργο.
Παρατηρείστε στο 3:00 όπου η Λεονόρα λύνει τις αλυσίδες και τις πετά μακριά, πώς ξεσπά το πλήθος σε μουσικές επευφημίες:
"Οποιος έχει δίπλα του ένα τέτοιο σύντροφο καρδιάς,
τόσο αφοσιωμένο, αξίζει τον απόλυτο σεβασμό μας!
Δυνατά ας ακουστεί ο επαινετικός ύμνος
αυτής που είναι ο σωτήρας του συζύγου της!",
ψάλλει η χορωδία!
Beethoven: "Fidelio-O Gott! Welch ein Augenblick!" / Wiener Staatstoper- L. Bernstein:
Όποιος έχει δίπλα του έναν τέτοιο σύντροφο καρδιάς, τόσο αφοσιωμένο και γενναίο, αξίζει τον απόλυτο σεβασμό και την αναγνώριση. Δυνατά ας ακουστεί ο ύμνος σε κείνη που είναι σωτήρας, προστάτης και φάρος της αγάπης!
Να υπενθυμίσουμε ότι η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε υπό τον τίτλο "Λεονόρα" σε διάφορες εκδοχές χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μόλις το 1814, με βελτιωμένη μορφή και νέο τίτλο "Φιντέλιο", σημείωσε θρίαμβο, χαρίζοντας στον Μπετόβεν τη δικαίωση που ανέμενε και την αίσθηση ότι είχε δημιουργήσει ένα αθάνατο μνημείο πίστης, αγάπης και ηρωισμού. Ο θρίαμβος της όπερας ανακούφισε το συνθέτη, που αναφώνησε το περιβόητο: "Αυτή η όπερα θα μου χαρίσει το φωτοστέφανο του μάρτυρα!"
***
Για την Ημέρα της Γυναίκας υπάρχουν πολλά κείμενα στο μπλογκ. Στη γραμμή αναζήτησης πάνω αριστερά, πληκτρολογήστε "Γυναίκα" και θα εμφανιστούν όλα τα σχετικά άρθρα.
Μωρίς Ραβέλ, ο μεγαλοφυής!Ενας από τους πιο χαρισματικούς πρωτομάστορες της σύνθεσης και της ενορχήστρωσης.Ανήσυχος, ευαίσθητος, λάτρης των εθνικών στυλ και του εξωτισμού.Επαναστάτης κι αισθηματίας.
(Με αφορμή τα γενέθλια του ΡΑΒΕΛ σαν σήμερα 7 Μαρτίου 1875)
Πιο δημοφιλής του σύνθεση είναι το "Boléro" και ίσως ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια στην Ιστορία της μουσικής. Όπως για κάθε διασημότητα, έτσι και για το "Μπολέρο" έχουν γραφτεί και ακουστεί διάφορες ιστορίες.
Π.χ:
Θεωρείται ένα από τα πιο συχνά παιζόμενα κομμάτια κλασικής μουσικής και υπολογίζεται ότι εκτελείται κάθε 15 λεπτά, κάπου στον κόσμο!
Eπίσης κατέχει την 3η θέση προτίμησης των ακροατών μετά την "9th Symphony" του Μπετόβεν και το "In the Hall of the Mountain King" του Γκρηγκ.
Η ΔΙΑΜΑΧΗ για το tempo: Ο Ραβέλ ήθελε ένα συγκεκριμένο τέμπο για το έργο του, το οποίο δεν ακολούθησε ο Αρτούρο Τοσκανίνι όταν κλήθηκε να το διευθύνει με την NBC. Ο μέγας ιταλός μαέστρος σχεδόν το διπλασίασε σε ταχύτητα, κάτι που εκνεύρισε τον Ραβέλ τόσο, που αρνήθηκε να σφίξει το χέρι του Τοσκανίνι. Ο δεύτερος του απάντησε πως η μουσική θα ήταν ανούσια αν δεν την εκτελούσε με τον τρόπο του..με τον Ραβελ να απαντά: "Τότε μην την ξαναπαίξετε!" Εσείς αποφασίζετε φίλοι μου! Ακούστε και αποφανθείτε ποιον δικαίωσε η Ιστορία...
Λίγο έως πολύ οι περισσότεροι γνωρίζουμε τα σχετικά περί "Μπολερό". Αξίζει όμως να διαβάσουμε πως τα αφηγείται στις σελίδες του βιβλίου του ο Ζαν Εσενόζ:
<<...Το επόμενο διάστημα ο Ραβέλ δεν έχει να κάνει κάτι που να τον συγκινεί. Έχει αρχίσει ν' ανησυχεί σφόδρα, όταν η Ίντα Ρουμπινστάιν τού προτείνει να ενορχηστρώσει κάποια κομμάτια από την "Ιβηρία" του Αλμπένιθ για ενα μπαλέτο που θα το χορέψει η ίδια. Η Ίντα είναι υπέροχη. Είναι αυτό το είδος γυναίκας που όταν βαριέται πάει στην Αφρική να κυνηγήσει λιοντάρια.. Που σου τηλεφωνεί μες στα μαύρα μεσάνυχτα από το Άμστερνταμ για να σου πει πως εκείνο το πρωί μες στο αεροπλάνο που την έφερνε απ' το Μπαλί είδε τον ήλιο ν' ανατέλλει κομψά πάνω στην Ακρόπολη... Η Ίντα είναι κάτισχνη, πανύψηλη, πανέμορφη, πάμπλουτη -δεν μπορείς να της αρνηθείς τίποτα. Ο Ραβέλ στρώνεται στη δουλειά. [...] Ο Νιν του επισημαίνει ότι το σχέδιο Αλμπένιθ παρουσιάζει ενδεχομένως κάποιο ζήτημα δικαιωμάτων, δεδομένου ότι κάποιος Αρμπός έχει ήδη ενορχηστρώσει κάποια κομμάτια. [...] Έξω φρενών ο Ραβέλ, νεύρα και στεναχώρια, "όλοι αυτοί οι νόμοι είναι ηλίθιοι"... "Και τώρα τι να πω στην Ίντα; Θα γίνει έξαλλη". [...] Στο μεταξύ ο χρόνος βιάζει. Χρειάζεται μια παρτιτούρα. "Έτσι θέλετε;" λέει ο Ραβέλ, θα τα βγάλω πέρα μόνος μου. Για μπαλέτο πρόκειται εξάλλου. Δεν χρειάζεται φόρμα, ούτε θεματική ανάπτυξη, ούτε καν μετατροπίες -μόνο ρυθμό και ενορχήστρωση" [...] Στο Σεν-Ζαν ντε λιζ πρωί πρωί είναι έτοιμος να φύγει για την ακρογιαλιά φορώντας ένα μπουρνούζι χρυσαφί. Καθυστερεί λίγη ώρα στο πιάνο και με το ένα δάκτυλο παίζει ξανά και ξανά στα πλήκτρα μια φράση. "Δεν βρίσκεις οτι αυτό το θέμα έχει κάτι επίμονο;", ρωτά τον Σαμαζέιγ και μετά πάει για μπάνιο. Συνεχώς σκέφτεται τη φράση... λέει να την αξιοποιήσει επαναλαμβάνοντάς τη πολλές φορές, αφήνοντας την ορχήστρα να ανεβαίνει, κλιμαμώνοντάς τη. [...] Την πρώτη φορά που το κομμάτι χορεύεται, προβληματίζει λίγο, αλλά γνωρίζει επιτυχία. Μετά όμως όταν παρουσιάζεται σε συναυλία γνωρίζει θριαμβευτική επιτυχία. Αυτό το έργο που δεν είχε ελπίδα, αφήνει άναυδο όλο τον κόσμο. Στο τέλος αυτή η επιτυχία αρχίζει να τον ανησυχεί. Το ότι ένα απαισιόδοξο σχέδιο γνωρίζει τόση δημοφιλία, σε σημείο ώστε να γίνει από τα πιο γνωστά ρεφρέν του κόσμου, είναι κάτι που γεννά ερωτήματα. Σε όσους αποτολμούν να τον ρωτήσουν ποιο από τα έργα του θεωρεί αριστούργημα του απαντά: "Το Μπολερό αλλά δυστυχώς είναι κενό μουσικής. Βέβαια, το ότι το περιφρονώ δεν σημαίνει ότι κι ο κόσμος πρέπει να το παίρνει ελαφρά κι ούτε να το παίζει με το τέμπο του." [...] Όταν ο Τοσκανίνι το διηύθυνε πιο γρήγορα, με δικούς του χρωματισμούς και accellerando, ο Ραβέλ πηγαίνει να τον δει όλο ψυχρότητα. Ο Τοσκανίνι σκύβει πάνω του επιμηκύνοντας κι άλλο το μακρύ του μούτρο ζαρώνοντας το αέτωμα που' χει για μέτωπο: "Μα εσείς δεν ξέρετε καλά καλά τη μουσική σας -τρέμουν τα μουστάκια του Τοσκανίνι- αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να περάσει στο κοινό!" Επιστρέφοντας σπίτι του, χωρίς να πει κουβέντα σε κανένα, ο Ραβέλ γράφει στον Τοσκανίνι. Κανείς δεν ξέρει τί του λέει σ αυτό το γράμμα..."
Εσείς αποφασίζετε φίλοι μου! Ακούστε και αποφανθείτε ποιον δικαίωσε η Ιστορία....!Αν και ίσως είναι καλύτερο να μην μετεχουμε της διαμάχης τους...! Καθε ερμηνεία έχει την προσωπική σφραγίδα του μαέστρου και αντίληψη του καθενός.Διαφορετικά μιλούν στην κάθε ψυχή κι ας πρόκειται για ίδια σημάδια πάνω στο πεντάγραμμο... Χωρίς διλήμματα λοιπόν και μόνο με προσδοκίες μεγάλων απολαύσεων, που μάς προσφέρει η Τέχνη, εύχομαι σε όλους καλό απόγευμα προσαρμοσμένο στο ιδανικό, για σας, τέμπο χαράς...
Ο Benoît-Constant Coquelin στο ρόλο του Cyrano de Bergerac
"Ε, όχι δα, μικρέ μου, τόσο μόνο; Μπορούσες χίλια πράγματα να πεις με άλλον τόνο! Άκουσε! Επιθετικά: "Αν είχα τέτοιο μύτο, να τονε κόψω η πρώτη μου απόφαση θα ήτο!". Και φιλικά: "Προσέξτε την, θα μπει μες στο φλιτζάνι! Εάν δεν την σηκώσετε, μέχρι τον πάτο φτάνει!". Με ύφος περιγραφικό: "Βουνοκορφή! Ίδια ράχη! Βράχος! Τι βράχος, φίλοι μου; Χερσόνησος μονάχη!".
Με περιέργεια: "Το κουτί αυτό μες στο συρτάρι το 'χεις για τα ψαλίδια σου, ή είναι καλαμάρι;". Χαριτωμένα: "Τα πουλιά τόσο πολύ σε νοιάζουν ώστε πάνω στη μύτη σου τα βάζεις και κουρνιάζουν;". Στα ίσια: "Πες μου, όταν ρουφάς ταμπάκο από τη μύτη, απ' τον καπνό πιάνει φωτιά και καίγεται το σπίτι, και πυρκαγιά, φωνάζουνε , στην καπνοδόχο οι άλλοι;". Με ύφος προστατευτικό: "Πρόσεχε το κεφάλι από το βάρος το πολύ μη γείρει προς το χώμα!"
("Συρανό ντε Μπερζεράκ", Rostand Edmond, μτφ. Λ.Μητσάκου, εκδ. Νεφέλη)
Ο πραγματικός Συρανό
Μπορεί ο Συρανό ντε Μπερζεράκ να ξεπήδησε από τις ρομαντικές σελίδες του μυθιστορήματος του Edmond Rostand, όμως ήταν υπαρκτό πρόσωπο.
Γεννήθηκε σαν σήμερα, 6 Μαρτίου 1619 στο Παρίσι και το πραγματικό του όνομα ήταν Savinien de Cyrano.
Καταγόταν από οικογένεια μικροευγενών, υπήρξε ιππότης αλλά και στρατιωτικός, ένας αξιοθαύμαστος μονομάχος γνωστός για την ακόλαστη, ερωτική ζωή του. Ξεχώρισε για τα ελευθεριάζοντα ήθη και φρονήματά του, την τόλμη του να δηλώνει τις φιλελεύθερες θέσεις του, μια πολυσύνθετη προσωπικότητα που ασχολήθηκε με την ποίηση και τη λογοτεχνία.
Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ ήταν ήρωας της παιδικής ηλικίας του Rostand, ο οποίος αγαπούσε τον ιδεαλισμό και το θάρρος του. Έτσι, όταν το έργο του πρωτοπαρουσιάστηκε στη σκηνή με ήρωα το είδωλό του το 1897, με τον διάσημο ηθοποιό Benoît-Constant Coquelin στο ρόλο του τίτλου, η υποδοχή ήταν θριαμβευτική!
Η ηρωική κωμωδία παιζόταν συνεχόμενα για 300 παραστάσεις με το κοινό να παραληρεί και να χειροκροτεί επί ώρες κάθε βράδυ μετά το κλείσιμο της αυλαίας! Τέτοιος ενθουσιασμός για έμμετρο θεατρικό έργο είχε να εμφανιστεί από την εποχή του Βίκτωρος Ουγκό με τον "Ερνάνη", γι' αυτό και ο "Συρανό" μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.
Από παράσταση του "Συρανό" το 1897 στη Στοκχόλμη
"Τι ελπίδα να ’χω μ’ αυτήν την προβοσκίδα;", αναρωτιέται ο Συρανό, καθώς έγινε γνωστός εμφανισιακά για την υπερμεγέθη μύτη του, στοιχείο , που διασώζει το θεατρικό έργο του Εντμόν Ροστάν.
Εντμόν Ροστάν
Το δημοφιλές θεατρικό θεωρείται από τα συναρπαστικότερα του παγκόσμιου δραματολογίου, ένα περίφημο δείγμα της ρομαντικής έκφρασης του 19ου αι.
Πρόκειται για έμμετρο πεντάπρακτο έργο που εκτός από την αφήγηση της ζωής του ονειροπαρμένου ξιφομάχου ποιητή με τη "διάσημη" μύτη, πλέκει και ερωτικές ιστορίες, απαραίτητες να ξετυλιχτεί το κουβάρι της πλοκής:
Ο Συρανό είναι ερωτευμένος με την Ρωξάνη, την οποία αγαπά και ο Κριστιάν. Δονκιχωτικός τύπος, ο Συρανό θα βοηθήσει τον δειλό Κριστιάν να πλευρίσει τη Ρωξάνη, και να τής εξομολογηθεί τον έρωτά του. Ετσι εφοδιάζει τον αντίζηλό του με ποιητικά ραβασάκια που τα παρουσιάζει σαν δικά του, που συγκινούν τη ρομαντική νέα...
Από το δράμα του Εντμόν Ροστάντ εμπνεύστηκαν καλλιτέχνες από διάφορες μορφές τέχνης.
Για σήμερα προτείνω μια όπερα και μια ουβερτούρα:
Ο Benoît-Constant Coquelin στο ρόλο του Cyrano de Bergerac
1. Τo 1936 γράφει την ομότιτλη όπερα του ο Φράνκο Αλφάνο, γνωστός μας συνθέτης επιτυχημένων μπαλέτων, αλλά επίσης γιατι ειναι εκείνος που πρότεινε ο Τοσκανίνι να ολοκληρώσει την Τουραντότ του Πουτσίνι.
Αρχικά η μουσική για το "Συρανό" γράφτηκε πάνω σε γαλλικό λιμπρέτο, που όμως στη συνέχεια άλλαξε στην ιταλική γλώσσα, όπως τότε συνηθιζόταν στις οπερατικές παραγωγές. Γαλλικού ύφους σύνθεση, όμως εμποτισμένη το ιταλικό πάθος και ταπεραμέντο.
Η όπερα, που χαρακτηρίζεται ως "ηρωική κωμωδία" δεν είχε την επιτυχία του θεατρικού. Πρωταγωνιστής ένας γενναίος ιππότης και ρομαντικός ποιητής, εγκλωβισμένος σε μια γελοία εμφάνιση, που δεν μπόρεσε να συγκινήσει το κοινό του Παρισιού των αρχών του 20ου αι. γι' αυτό κι έπεσε στην αφάνεια. Μέχρι το 2005, που αναβίωσε στη σκηνή της ΜΕΤ με τον Πλάθιντο Ντομίνγκο στον πρωταγωνιστικό ρόλο και η όπερα κατέκτησε τη θέση που τής αξίζει, καθώς η μουσική του Αλφάνο αποτελεί ηχώ Ντεμπισιανών και Ραβελικών αρμονιών, γεμάτη φινέτσα και κομψότητα σκιαγραφεί μια εξαιρετικά ρομαντική ατμόσφαιρα.
Franco Alfano:"Cyrano de bergerac"
2. Ο Johan Wagenaar ήταν ολλανδός συνθέτης και οργανίστας , γνωστός για τις επιδόσεις του σε χορωδιακά έργα του Μπαχ. Ξεχώρισε όμως και για τη σκηνική και προγραμματική μουσική του.
Αξιοπρόσεκτο το συναίσθημα που αναδύεται στην Ουβερτούρα του "Cyrano de Bergerac" που διακρίνεται για τον ενορχηστρωτικό πλούτο και τις λεπτές αρμονίες με εμφανείς επιρροές από συνθέσεις των Μπερλιόζ και Στράους.
Johan Wagenaar: "Overture: Cyrano de Bergerac, Op.23" Την Βασιλική Ορχήστρα Κόνσερτχεμπάου διευθύνει ο Riccardo Chailly:
Aπό τους ηθοποιούς που διακρίθηκαν στο ρόλο του "Συρανό" του Ροστάν, ήταν ο πατέρας του Σασά Γκιτρύ, Λυσιέν. Τον απεικόνισε με τα πινέλα του ο Ανρί Ματίς το 1903:
"A Musical Story by Chopin", Andrew Carrick Gow- Tate National Gallery
To ξανθό, χαριτωμένο αγόρι καθόταν στο σκαμνάκι του πιάνου. Τα πόδια του κρέμονταν, δεν έφτανε τα πεντάλ, όμως το χάδι των πλήκτρων δεν έχανε τίποτε από το βελούδο του...Συνομήλικοι και κάπως μεγαλύτεροι φίλοι του άκουγαν εκστασιασμένοι...
"Πόσο εκλεπτυσμένο μουσικό αισθητήριο", σκεφτόταν ο ένας.. "Ένας χλωμός ονειροπόλος ο μικρός, μια ευγενής καλλιτεχνική φύση ποτισμένη αστείρευτο συναίσθημα"... "Κάποτε, θα τον πουν "υπέρτατο ποιητή", ίσως να τον συγκρίνουν και με τον "Ραφαήλ", ένας "Ραφαήλ του πιάνου", ένας οραματιστής, ... με το πρώτο άγγιγμα των πλήκτρων χάνεσαι στα όνειρά του, οι μελωδίες του παρασέρνουν κάθε ευαίσθητο ακροατή...", η σκέψη του άλλου. Και τί έκφραση!, έκφραση που ακτινοβολεί φως!"
Γλυκός, αισθαντικός, ένας άγγελος στη θωριά ήταν ο Φρειδερίκος Σοπέν και δεν είχε συμπληρώσει ακόμη τα επτά του χρόνια, όταν έγραψε τις πρώτες του συνθέσεις.
Ο πατέρας του, Νίκολαoυς Σοπέν, τα δημοσίευσε για λογαριασμό του γιου του. Πρώτη δημιουργία του επτάχρονου θεωρείται μια "Polonaise" σε σολ ελάσσονα αφιερωμένη στην κοντέσα Victoire Skarbek κι εκτυπώθηκε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο του δασκάλου του Σοπέν, Ιωσήφ Ξάβερ Έλσνερ, ο οποίος αναγνώρισε την ιδιοφυία του μαθητή του.
Στο εξώφυλλο, αναφερόταν (λανθασμένα) η ηλικία του συνθέτη παιδιού-θαύματος(τον ανέφεραν 8 αντί 7) και το όνομα του ατόμου που απευθυνόταν η αφιέρωση. Η Βικτώρια ήταν κόρη ενός επιφανούς στρατιωτικού, που όταν ο γάμος των γονιών της διαλύθηκε, φιλοξενήθηκε με τη μητέρα της στη Ζελαζόβα Βόλα. Εκεί, γνωρίστηκε με την οικογένεια Σοπέν.
Oι πολωνικές εφημερίδες εγκωμίασαν τη σύνθεση, καθώς εντυπωσιάστηκαν από την νεαρή ηλικία του Φρειδερίκου:
"Ο συνθέτης αυτού του πολωνικού χορού, ένα νεαρό αγόρι οκτώ χρονών είναι ο γιος του καθηγητή γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Λύκειο της Βαρσοβίας, κ. Νικόλαους Σοπέν, μια πραγματική μουσική ιδιοφυΐα. Όχι μόνο παίζει τα πιο δύσκολα έργα στο πιάνο με μέγιστη ευκολία και εξαιρετική εκφραστικότητα, αλλά είναι επίσης συνθέτης πολλών χορών και σειράς παραλλαγών τους, που οι γνώστες δεν μπορούν παρά να θαυμάσουν στο έπακρο, δεδομένης της νεαρής ηλικίας του συνθέτη".
Και η κριτική τελειώνει με μια πρόταση που αποκαλύπτει ένα είδος πικρίας από μεριάς Πολωνών:
"Αν ο νεαρός είχε γεννηθεί στη Γερμανία ή τη Γαλλία, σίγουρα θα είχε προσελκύσει την προσοχή όλων των εθνών. Ας γίνει αυτή η αναφορά ένδειξη ότι γεννιούνται μεγαλοφυίες και στη δική μας χώρα και πως η έλλειψη ευρείας δημοσιότητας τούς κρατά αθέατους στο ευρύτερο κοινό"(chopin.nifc)
Η Πολονέζ σε σολ ελάσσονα, διακρίνεται για την 4 μέτρων μεγαλόπρεπη έναρξή της με δυο χαρακτηριστικές συγχορδίες, που κρατούν και την ενότητα με την επανάληψή τους καθ' όλη τη διάρκεια της πιανιστικής σύνθεσης, πριν το ευγενές άρπισμα...Ακολουθεί ο κύριος χορός σε δύο μέρη, και ένα τρίο που ακούγεται στη σχετική μείζονα κλίμακα, Σι ύφεση.
Έκπληξη προξενεί η ευφάνταστη επεξεργασία των θεμάτων, ο τρόπος που ο επτάχρονος συνθέτης μεταφέρει αντίλαλους από έργα που προφανώς μελετούσε, οι πλούσιες ηχητικά συγχορδίες, οι ρυθμικές φιγούρες με τις διασταυρώσεις χεριών, η αρμονική κινητικότητα των φθόγγων κι οι εντυπωσιακές κινήσεις σε όλο το μήκος του οργάνου... Η μουσική του έχει κάτι από την παιδική αθωότητα, αγνή αφήνεται σε μια χρωματική πορεία όπου η μελωδία καθοδηγεί.
Κι όλα αυτά από έναν μάγο των πλήκτρων, μόλις επτά χρονών!
Chopin : Polonaise in G minor - Posthumous / Vladimir Ashkenazy:
Το σπίτι που γεννήθηκε ο Σοπέν στη Ζελαζόβα Βόλα
Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη γενέθλια επέτειο του Φρειδερίκου Σοπέν. Γεννήθηκε στη Ζελαζόβα Βόλα, ένα γραφικό πολωνικό χωριό που περιβάλλεται από λόφους με ιτιές και φιδίσια ποταμάκια, έξω από τη Βαρσοβία. Το όνομα του χωριού του στα πολωνικά σημαίνει "σιδερένια θέληση" και ο κορυφαίος συνθέτης και πιανίστας με την ασθενική κράση φαίνεται να μοιάζει σ'αυτό με τη γενέτειρά του... Υπήρξε τολμηρός, πρωτοπόρος ως προς τον χειρισμό του πιάνου, ένας καλλιτέχνης με αξιοθαύμαστο θάρρος και θέληση να εξερευνά άγνωστες έως τότε οδούς απέναντι στα πλήκτρα.
Είδε το φως του κόσμου την πρώτη μέρα της άνοιξης, την 1η Μαρτίου του 1810. Η μουσική κλίση του μικρού αγοριού, όπως και της μεγαλύτερης αδερφής του, Λουντβίκα οφείλεται και στους δυο γονείς τους. Ο πατέρας έπαιζε φλάουτο και βιολί και η μητέρα, πιάνο. Ο μικρός Φρειδερίκος συγκινούνταν μέχρι δακρύων ακούγοντας τη μητέρα να παίζει. Από τα έξι του χρόνια μπορούσε να αναπαράγει ό,τι άκουγε ή να φτιάχνει καινούργιες μελωδίες, οπότε δικαίως χαρακτηρίστηκε παιδί-θαύμα στο πιάνο, συγκρινόμενος μάλιστα με τον Μότσαρτ στην αντίστοιχη ηλικία. Χαρακτηρίστηκε επίσης "ποιητής του πιάνου", καθώς έγραψε αποκλειστικά για το όργανο αυτό, δίνοντας συνθέσεις απίστευτης ομορφιάς που τις διαπερνά λυρισμός, μελωδικότητα και ποίηση μοναδικής αξίας και πνοής.
Εκκεντρικός, αλλά ταυτόχρονα και ανθρώπινος, δραματικός, έντονος, με ιδιαίτερη έκφραση του ρομαντικού και της ευαισθησίας. Ένας εραστής της αλληγορίας.
Ο Όσκαρ Κοκόσκα γεννήθηκε σαν σήμερα το 1886 για να ταράξει με το έργο, αλλά και τη ζωή του, την αισθητική της εποχής!
"...το 1911, μια ομάδα ζωγράφων, η Hagenbund, εκθέτει. Ο Κοκόσκα αντιπροσωπεύεται με πολλά έργα του. Τη μέρα των εγκαινίων ξαφνικά μια ανατριχίλα διαπερνάει τις γραμμές των επίσημων προσωπικοτήτων. Εμφανίζεται ο διάδοχος του θρόνου, Φραγκίσκος-Φερδινάνδος. Σεργιανάει σιωπηλά μπροστά στους πίνακες, τούς εξετάζει έναν-έναν, μετά στυλώνεται στη μέση της αίθουσας και κραυγάζει: -Αηδίες! Κάνει τρία βήματα και επαναλαμβάνει: -Βρωμιές! Και δείχνοντας με το δάκτυλο ένα πίνακα του Κοκόσκα, λέει: -Αυτός ο άνθρωπος αξίζει να τού τσακίσουν τα κόκκαλα ένα-ένα!"
"Portrait of Alma Mahler", Oskar Kokoschka, 1912
Όσοι ασχολούμαστε με τη μουσική, στο άκουσμα του ονόματος Κoκόσκα πάντα έρχεται στο νου μας η σχέση του με την Άλμα Σίντλερ-Μάλερ, για την οποία φιλοτέχνησε περίπου 450 έργα για να εκφράσει το πάθος του γι 'αυτήν. Το πρώτο διάστημα της γνωριμίας τους ο Κοκόσκα φιλοτέχνησε ένα πορτραίτο της Άλμα...
Όταν εκείνη είδε τη σύνθεση τελειωμένη, η μορφή, η χρωματική παλέτα κι οι γραμμές της, έβγαζαν μια ένταση που την παρέπεμψαν σε κείνη την αναγεννησιακή πριγκίπισσα, που ξελόγιασε τόσους καλλιτέχνες...Περιβόητη για την άγρια, παθιασμένη αγάπη της, Λουκρητία Βοργία! Οραματιστικό και συνάμα κυνικό!
Όμως ο Όσκαρ -όπως είπε- τήν ήθελε ως μια άλλη Τζοκόντα, με τα ίδια μυστήρια χαρακτηριστικά με αυτά που έδωσε ο ντα Βίντσι στη Μόνα Λίζα του. Σκιαγράφησε τη νεαρή γυναίκα με κομψές, ιριδίζουσες αποχρώσεις, ...κοκκινωπά, μακριά μαλλιά. Με στενά χείλη, που όμως ανέδυαν τόση ενεργητικότητα και την έκαναν να φαίνεται αποφασιστική, σχεδόν επικίνδυνη, μα συγχρόνως τόσο ελκυστική και ερωτεύσιμη!
Oι δυο τους συναντήθηκαν την άνοιξη του 1912 στην έπαυλη του Καρλ Μολ, πατριού της Άλμα.
Σύμφωνα με τα λόγια της γυναίκας:
"Ο Όσκαρ φορούσε ένα τριμμένο κοστούμι, τρύπιες κάλτσες...[...] ...είχε φέρει ένα στρατσόχαρτο για να σχεδιάσει. Τού πόζαρα..Ύστερα έκατσα στο πιάνο...Ξαφνικά , με άρπαξε στην αγκαλιά του! Έμεινα ακίνητη, μαρμαρωμένη..." Όσο για τη συνέχεια, -αν πιστέψουμε τον Κοκόσκα-...:
-Μετά το φαγητό η Άλμα με οδήγησε με το ζόρι σε μια αίθουσα που βρισκόταν το πιάνο κι εκεί τραγούδησε -για μένα μονάχα, όπως είπε- το "Θάνατο της Ιζόλδης"...
"Oskar Kokoschka and Alma Mahler", Oskar Kokoschka, 1912 (pinterest)
Το μουσικόδραμα του Βάγκνερ είναι ολοκληρωτικά επικεντρωμένο σε ένα και μοναδικό θέμα, την έκφραση του έρωτα! Η μουσική του, θρίαμβος του ρομαντισμού, υμνεί τον έρωτα ως μοίρα, τον έρωτα ως ισχυρή δύναμη...ακόμα κι αν είναι δύναμη καταστροφής...όπως το πάθος που ένιωσε ο Όσκαρ για την Άλμα, που άγγιζε τα όρια της τρέλας...Ευλογία και κατάρα μαζί...
Λίγους μήνες αργότερα ο αυστριακός καλλιτέχνης, Όσκαρ Κοκόσκα φιλοτέχνησε με την ανεπανάληπτη τεχνική του ένα εικαστικό διπλό πορτρέτο(διπλανή εικ.) με τους δυο τους να κοιτάζουν επίμονα το θεατή που τούς παρατηρεί. Αδιάφοροι για τις σκέψεις και τους συνειρμούς του παραμένουν πιασμένοι, σχεδόν αγκαλιασμένοι. Η στάση τους μοιάζει χορευτική, σαν να ετοιμάζονται να λικνιστούν απαλά και με λατρεία πάνω στους ήχους του "Liebestod", που η Άλμα τραγούδησε στο ζωγράφο εκείνη τη νύχτα της πρώτης τους συνάντησης...
Ακούμε το "Liebestod" από την υπέροχη δραματική σοπράνο, βρετανίδα Πολίν Τίνσλεϊ:
Η σχέση των δυο εραστών υπήρξε πολύχρονη. Μια σχέση γεμάτη πάθος, έντονη κτητικότητα και ατέλειωτες σκηνές ζήλιας. Όταν η 'Αλμα δήλωσε στον Κοκόσκα πως επιθυμούσε να μην είναι πια μαζί, εκείνος κατέρρευσε και η ζωή του έγινε ανυπόφορη... Η κατάσταση τον οδηγεί σε ψυχική διαταραχή και πνευματική αστάθεια... Αργότερα η Άλμα παραδέχτηκε πως οι απρόβλεπτες συναισθηματικές εκρήξεις του Όσκαρ ήταν η αιτία της διακοπής του δεσμού τους. Δεν άντεχε το βάρος της εμμονικής αγάπης του, παρότι ήταν αγάπη βαθιά ειλικρινής, με πάθος και άνευ όρων... "Τα τρία χρόνια μαζί του ήταν μια συνεχής αγάπης μάχη. Ποτέ δεν είχα γευτεί τόση κόλαση και τόσο πολύ παράδεισο..."
Παλαιότερο κείμενο για τη σχέση Κοκόσκα-Άλμας μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Τα κείμενα σε α΄πρόσωπο είναι από το βιβλίο: "Αλμα Μάλερ, η Τέχνη να σ'ερωτεύονται", Φρανσουάζ Ζιρού σελ 192, 195, εκδ. Ζαχαρόπουλος.
(Με αφορμή τα γενέθλια του μεγάλου δραματουργού, μυθιστοριογράφου και ποιητή, του εκπροσώπου του γαλλικού ρομαντισμού, ΒΙΚΤΩΡΟΣ ΟΥΓΚΩ σαν σήμερα 26 Φλεβάρη 1802)
"Φανταστείτε... Αλλά όχι! Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς εκείνη την τετράγωνη μύτη που θύμιζε ρύγχος, εκείνο το απαίσιο ξεδοντιασμένο στόμα, το μοναδικό στρογγυλό μάτι που κρυβόταν κάτω από μια κοκκινωπή τούφα που ήταν φρύδι, το δόντι που ξεπεταγόταν από τ' αποκρουστικά χείλη σα δόντι κάπρου... Όχι! Τέτοια ασχήμια δεν μπορεί να περιγραφτεί. Όπως δεν μπορεί να περιγραφτεί και η έκφραση που είχε εκείνο το πρόσωπο. Ένα μείγμα πονηριάς, σαστιμάρας και θλίψης...Είναι ο Κουασιμόδος: φώναξαν. Είναι ο κωδωνοκρούστης της Παναγίας! Το στοιχειό της μεγάλης εκκλησίας!... [...] Tην ίδια στιγμή είδε το πλήθος να παραμερίζει. Μια κοπέλα με αλλόκοτη φορεσιά και με ένα ντέφι στο χέρι πρόβαλε μέσα από τον κόσμο. Τη συνόδευε ένα μικρό, κάτασπρο κατσικάκι με χρυσωμένα κερατάκια. Το μοναδικό μάτι του Κουασιμόδου άστραψε. Είδε τη γυφτοπούλα που ο ίδιος είχε προσπαθήσει να απαγάγει την περασμένη νύχτα και που γι’ αυτήν είχε την αόριστη εντύπωση ότι τον τιμωρούσαν τώρα.[...] Η κοπέλα πλησίασε αμίλητη τον κατάδικο, που στριφογύριζε μάταια για να της ξεφύγει, και τραβώντας ένα παγούρι από τη ζώνη της το έφερε απαλά στα κατάξερα χείλη του. Και τότε, απ’ αυτό το ως τώρα ολόστεγνο και πυρωμένο μάτι είδαν ένα χοντρό δάκρυ να κυλά αργά σε όλο το κακάσχημο και παραμορφωμένο από τις συσπάσεις πρόσωπό του. Ίσως ήταν το πρώτο δάκρυ που είχε χύσει ποτέ ο άμοιρος..." (Β. ΟΥΓΚΩ: "Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ", από τη σειρά: "Τα βιβλία που αγαπήσαμε")
Ο Βίκτωρ Ουγκώ υπήρξε από τους επιφανέστερους Γάλλους ποιητές και δραματουργούς, μια πολύπλευρη, χαρισματική και πολυσχιδής προσωπικότητα, από τις φωτεινότερες μορφές του γαλλικού πανθέου...
Τα έργα του "Άθλιοι", καθώς και η "Παναγία των Παρισίων" του οποίου διαβάσαμε απόσπασμα θεωρούνται τα αριστουργήματά του.
Ο αυστριακός συνθέτης Franz Schmidt ήταν ένας ταλαντούχος καλλιτέχνης που διέπρεψε και ως βιρτουόζος του πιάνου και του τσέλου.
Υπήρξε αριστούχος μαθητής του Μπρούκνερ. Στη μουσική του, ο Schmidt ανέπτυξε τις βιεννέζικες κλασικές και ρομαντικές παραδόσεις που κληρονόμησε από τον Σούμπερτ, αλλά και τον μέντορά του, Μπρούκνερ. Υιοθέτησε επίσης το εξωτικό "τσιγγάνικο" στυλ των Λιστ και Μπραμς. Τα μνημειώδη έργα του με αρκετές καινοτομίες, απεικονίζουν τις νέες εξελίξεις στη μουσική σύνταξη που ξεκίνησε ο Mάλερ.
Από το παραπάνω αριστούργημα του Ουγκό "Η Παναγία των Παρισίων", ο Franz Schmidt εμπνέεται την ομώνυμη όπερά του.
Η "Notre Dame" είναι από τα πιο γνωστά του έργα και παρουσιάστηκε το 1914. Ο συνθέτης προσέγγισε την όπερα γράφοντας πρώτα τα ορχηστρικά μέρη της, προσθέτοντας τα φωνητικά, αργότερα, ενώ ενσωμάτωσε και υλικό από μια ημιτελή φαντασία του για πιάνο και ορχήστρα. Η όπερα είχε εκπληκτική υποδοχή, όμως στη συνέχεια έπεσε στην αφάνεια. Συχνά ακούγεται το "Intermezzo", που έχει χαρακτηριστεί ως "η πιο όμορφη τσιγγάνικη μουσική".
Σήμερα, παρουσιάζεται από ορχήστρες σαν ανεξάρτητο κομμάτι.
Franz Schmidt: "Notre Dame-Intermezzo" / Karajan
Στο μπλογκ υπάρχουν αρκετά κείμενα που αφορούν τον Ουγκώ. Περιηγηθείτε!
Επηρεασμένος από την πανέμορφη ισπανίδα χορεύτρια και τραγουδίστρια γνωστή και ως "Belle Otéro", που ο Ρενουάρ είχε απολαύσει πολλάκις σαν τη φίρμα των Folies-Bergère τη διετία 1896-1898, ζωγράφισε μια σειρά πινάκων με γυναίκες με σπανιόλικη ενδυμασία παίζοντας κιθάρα...
Ο ίδιος είχε αγοράσει το υπέροχο αυτό λευκό φόρεμα από στιλπνή μουσελίνα με τα ροδακινιά φιογκάκια για να το φορέσει η αγαπημένη του Germaine, που τού πόζαρε...
Το ευγενές λευκό έρχεται σε αντίθεση με το χρώμα της βελούδινης πολυθρόνας που στο χρώμα συνδυάζεται υπέροχα με το σώμα της κιθάρας και τους φιόγκους...Κάτω από το μακρύ φόρεμα αχνοφαίνεται η άκρη ενός χαριτωμένου πασουμιού με γουνάκι στο πόδι της κιθαρίστριας ακουμπισμένο πάνω σε ένα χρυσαφί μαξιλάρι που το ανυψώνει βοηθώντας το κράτημα του μουσικού οργάνου. Ζωντανά χρώματα, ενώ εμφατικά αναπαρίσταται το φως.
Το κορίτσι, ενώ είναι σκυμμένο και προσηλωμένο στην εκτέλεση της κιθάρας, ωστόσο ασκεί ακαταμάχητη γοητεία στο θεατή, εκπέμποντας γλυκύτητα και ευγένεια.
Ο διάσημος ζωγράφος -θα' λεγε κανείς- πως είναι φανερά επηρεασμένος κι από την τέχνη του Αντουάν Βαττώ που έδωσε έργα με γυναίκες με φορεσιές πλούσια διακοσμημένες κρατώντας μουσικά όργανα .
"Το έργο τέχνης πρέπει να σε κατακυριεύει, να σε τυλίγει γύρω του και να σε συνεπαίρνει", συνήθιζε να λέει ο ίδιος ο ζωγράφος και σίγουρα σε αυτόν τον πίνακά του καταφέρνει να μάς παρασύρει με τα χρώματα και τις γραμμές του στη δόνηση των κιθαρίσιων χορδών...
[O Ρενουάρ γεννήθηκε σαν σήμερα, 25 Φεβρουαρίου 1841 στη Λιμόζ και από μικρός έδειξε την λατρεία του για τη μουσική. Μαθητής δημοτικού ακόμη, ξεκίνησε σπουδές στο τραγούδι και έγινε μέλος της χορωδίας στο Παρίσι, την οποία διηύθυνε ο Σαρλ Γκουνώ. Ο Γκουνώ ήταν ο δάσκαλος, που εντόπισε την ιδιαίτερη ευαισθησία του και την απροσμέτρητη ανάγκη του για έκφραση].
Η μουσική συνοδεία έρχεται φυσικά με ισπανική, παραδοσιακή μουσική παιγμένη από γυναίκα κιθαρίστρια συνδυασμένη με την εικαστική έμπνευση του τιμώμενου -σήμερα- Ρενουάρ με την ισπανίδα "Belle Otéro".
Απολαμβάνουμε διασκευές Καταλανικών συνθέσεων του Βαρκελωνέζου, Miguel Llobet, μαθητή του Francisco Tárrega, που εκτός από συνθέτης και ενορχηστρωτής διέπρεψε -ως γνήσιος ισπανός- και ως βιρτουόζος κιθαριστής. Πολλές από τις δημοφιλείς διασκευές του καταλανικών λαϊκών τραγουδιών για σόλο κιθάρα ερμηνεύτηκαν από τον Αντρές Σεγκόβια.
Θαυμάστηκε από πολλούς συνθέτες, όπως ο Ντε Φάγια και ο Χίντεμιτ, που όταν τον άκουσε στο Βερολίνο εξέφρασε την επιθυμία του να συνθέσει για την κιθάρα..
Eκτελεί η ισπανίδα, Isabel Martínez, από τις ξεχωριστές προσωπικότητες της νέας γενιάς κλασικής κιθάρας με διεθνή βραβεία, μια παρουσία που αναδύει εξωτισμό και σαγήνη και κάλλιστα θα την χαρακτήριζες "Belle Otéro" της εποχής μας. Ο ερμηνείες της χαρακτηρίζονται από ωριμότητα μουσικής αντίληψης και διακρίνονται από ζεστό ήχο, που συνδυάζει ποιητική φαντασία και ελευθερία έκφρασης με την αυστηρότητα του ρυθμού.
Το "Cançó del lladre-Το τραγούδι του κλέφτη" είναι παραδοσιακό καταλανικό τραγούδι ανώνυμου συνθέτη του 18ου αιώνα:
Παλαιότερο κείμενο για τον Ρενουάρ μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Γεννήθηκε σαν σήμερα 21 Φεβρουαρίου 1885 και υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές του ονομαζόμενου "θεάτρου βουλεβάρτου".
Αναφέρομαι στον Σασά Γκιτρί, τον Γάλλο ηθοποιό και θεατρικό συγγραφέα, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1902 ως συγγραφέας δραματικών έργων, δείχνοντας τις μεγάλες ικανότητές του στο θέατρο. Αργότερα, στον κινηματογράφο επίσης σημείωσε μεγάλες επιτυχίες ως σεναριογράφος, σκηνοθέτης και ηθοποιός, με πνευματώδεις διαλόγους και πρωτοτυπία έκφρασης. Στη γοητευτική προσωπικότητά του συνυπήρχαν, σε ένα περίεργο μείγμα, η ειλικρίνεια και η προσποίηση.
Στην 50 ετών καριέρα του, έγραψε και παρουσίασε περισσότερες από εκατό κωμωδίες, στις περισσότερες από τις οποίες πρωταγωνίστησε με επιτυχία ο ίδιος. Τα έργα του διασκέδαζαν αφάνταστα το κοινό με εντυπωσιακές παραλλαγές σε επίκαιρα θέματα και την κριτική των ηθών. Στην κορυφή των επιδιώξεών του βρίσκεται ο σεβασμός των επιθυμιών του κοινού. Κατά την άποψή του, το γέλιο των θεατών αποτελεί την ένδειξη, αλλά και την απόδειξη για την ύπαρξη δύο στοιχείων, τα οποία αλληλοεξαρτώνται. Ειδικότερα, το γέλιο αποτελεί την έκφραση της ικανοποίησης του κοινού και την ίδια στιγμή σχηματοποιεί ένα μέσο, χάρη στο οποίο ο θεατής εκφράζει την ευγνωμοσύνη του απέναντι στον ερμηνευτή του ρόλου και κατά συνέπεια απέναντι στον δραματουργό.
O Γκιτρί στο ρόλο του Γκριμ
Για σήμερα, θα διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το θεατρικό του: "ΜΟΤΣΑΡΤ"
Πρόκειται για έναν "Μότσαρτ της φαντασίας" του Γκιτρί, καθώς δεν είναι απόλυτα "ιστορικός".
Η κωμωδία , που εξελίσσεται σε 3 πράξεις επενδύθηκε μουσικά από τον Reynaldo Hahn και παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου "Εδουάρδος Ζ" το 1929 με τον συγγραφέα στο ρόλο του Γκριμ και την σοπράνο σύζυγό του Yvonne Printemps στο ρόλο του Μότσαρτ. Οι κριτικοί κατατάσσουν την κωμωδία στην περίοδο "των ιστορικών ή βοογραφικών έργων του Γκιτρί", ο οποίος παρουσιάζει τον Μότσαρτ γύρω στα είκοσι χρόνια του, και την ολιγόμηνη διαμονή του στο Παρίσι. Όμως, για ποιο λόγο ο μέγας μουσικός έμεινε για τόσο σύντομο διάστημα στη γαλλική πρωτεύουσα;
Το αισθηματικό, τρυφερό και λεπτό δράμα που φαντάστηκε ο Σασά Γκιτρί μάς δίνει την πειστική εξήγησή του.
Ο φανταστικός αυτός Μότσαρτ του συγγραφέα, παρότι δεν είναι απόλυτα ιστορικός, ωστόσο έχει μέσα του μιαν αλήθεια αναμφισβήτητη, γιατί "προσφέρει το ίδιο το πνεύμα του μεγάλου μουσουργού, σε μια ενσάρκωση που θυμίζει παράλληλα Χερουβείμ και Δον Ζουάν και αντιπροσωπεύει τον καλλιτέχνη κάθε εποχής και την αιώνια νιότη".
Το έργο αυτό του Γκιτρί έχει όλη τη χάρη, την ελαφράδα και το θέλγητρο του 18ου αι.
Sacha Guitry: "ΜΟΤΣΑΡΤ", Μεταφρ:Πράτσικας Γ.
(απόσπασμα)
ΜΑΡΙΑ ΑΝΝΑ: Μάθετε πως δεν θ'ακουμπήσω ποτέ τα δάχτυλά μου σ'αυτό το κλαβεσέν! ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ: Γιατί; είναι μήπως ιερό; Κ. ντ'ΕΠΙΝΑΙ: -Σ'αυτό το κλαβεσέν έπαιξε πρώτος ο Μότσαρτ, στο Παρίσι. ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ:Α, εκείνο το παιδί-θαύμα που άρχισε να συνθέτει 18 μηνών; Κ. ντ' ΕΠΙΝΑΙ:Όχι δα και 18 μηνών, είναι υπερβολή!..αλλά 5 χρονών, αυτή είναι η αλήθεια.Ηταν οκτώ σαν ήρθε στο Παρίσι κι έπαιξε σπίτι μου![...] ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ: Κι ήταν πραγματικά ένα θαύμα αυτό το παιδί; Κ. ντ'ΕΠΙΝΑΙ: Ασύλληπτο!...Έπαιζε τα πάντα και μπορούσε να αυτοσχεδιάζει ώρες ολόκληρες! ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ:Πραγματικά, οι συνθέσεις ήταν δικές του; Κ. ντ'ΕΠΙΝΑΙ: Μα, ναι! Αν δεν με πιστεύεις αγαπητέ μου, ρώτα τον κ. ντε Γκριμ. Αυτός θα θυμάται! (μπαίνουν ο Γκριμ και η Γκιμάρ) ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ:Μιλούσαμε γι'αυτό το παιδί-θαύμα που προκάλεσε κατάπληξη σε όλους στο Παρίσι πριν δέκα χρόνια....Για πέστε μου, βαρώνε, άξιζαν τίποτε οι συνθέσεις του; ΓΚΡΙΜ:Αν άξιζαν;,,,Ω, φίλε μου ήταν...πώς να το εξηγήσω;..Ηταν απλές, αλλά πολύ συγκινητικές συνθέσεις! (η ορχήστρα παίζει ένα μινουέτο που συνέθεσε ο Μότσαρτ όταν ήταν παιδί) -Θυμόμουν για πολύ καιρό ένα μινουέτο που κάποιο βράδυ είχε παίξει εδώ.Μα, πώς ήταν..χμ..αυτό είναι κουτό...Το ακούω και όμως δεν μπορώ να το...Εκείνον όμως τον ξαναβλέπω ετούτη τη στιγμή...τόσο μικρό, τόσο χαριτωμένο μέσα στη φορεσιά του από ροζ σατέν....[...] ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ:Και τι απόγινε αυτός ο Μότσαρτ; ΓΚΡΙΜ: Σίγουρα δεν έγινε σπουδαίος, Τα παιδιά που γεννιούνται μεγαλοφυή, σπάνια αποχτούν ταλέντο....Ωστόσο μού είπαν για κάτι συμφωνίες, για κάτι σονάτες, ακόμα και για μια όπερα, έναν "Μιθριδάτη", που ήταν 14 χρονών όταν τον έγραψε...
[.........................................]
(η πόρτα ανοίγει και οΓκριμ αναγγέλει την είσοδο του Μότσαρτ)
Sacha Guitry στο ρόλο του Γκριμ με τη συζυγό του Yvonne Printemps στο ρόλο του Μότσαρτ
ΓΚΡΙΜ: Ιδού ο Μότσαρτ, κυρία μου! Κ. ντ'ΕΠΙΝΑΙ: Τι έκπληξη!Είναι γοητευτικός! ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ: Τι μέση! ΜΑΡΙΑ ΑΝΝΑ: Και το μάτι του, καθώς λάμπει, σε χαϊδεύει! Τι χαριτωμένο πρόσωπο! ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ:Τι φρόνιμος που φαίνεται! ΜΑΡΙΑ ΑΝΝΑ: Ξέρει τους καλούς τρόπους και φιλεί το χέρι! [...] Κ. ντ'ΕΠΙΝΑΙ:(απεθυνόμενη στον Μότσαρτ)-Είστε μόνος στο Παρίσι; ΜΟΤΣΑΡΤ: Με συνoδεύει η μητέρα μου! ΜΑΡΙΑ ΑΝΝΑ: Και θα μείνετε πολύ καιρό; ΜΟΤΣΑΡΤ: Όσος καιρός χρειαστεί, δεσποινίς!Έρχομαι να εμπιστευθώ το μέλλον μου στα χέρια του βαρώνου ντε Γκριμ, που τόσα έκανε για μένα σαν ήμουνα παιδί.Ερχομαι να καταχτήσω το Παρίσι, γυρεύοντας εδώ τη δόξα και τον πλούτο...Εννοείται, θα μπορούσα να αδιαφορήσω για τον πλούτο, ..είμαι συνηθισμένος, και το Παρίσι θα μπορούσε να μου τον αρνηθεί, δίχως αυτό να με λυπήσει πολύ...Όμως, αν μου αρνηθεί τη δόξα, τότε είμαι χαμένος! ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ: (προς τον Γκριμ) -Εκφράζεται περίφημα σαν μιλάει για τον εαυτό του! ΜΟΤΣΑΡΤ: (Θιγμένος αφού τον έχει ακούσει) -Εκφράζομαι αρκετά καλά σε όλες τις γλώσσες, όταν μιλάω για την Τέχνη μου!!!
*****
Ο Reynaldo Hahn, ήταν βενεζουελανικής καταγωγής, συνθέτης, αρχιμουσικός, και μουσικοκριτικός, γνωστός κυρίως για τα τραγούδια που συνέθεσε πάνω στο γαλλικό ύφος της "melodie"(παρόμοιο με το γερμανικό ληντ). Υπήρξε παιδί-θαύμα, και πρωτοεμφανίστηκε μικρός στο σαλόνι της πριγκίπισσας Ματίλντε τραγουδώντας άριες του Όφενμπαχ παίζοντας ταυτόχρονα πιάνο. Μαθήτευσε δίπλα στους Μασνέ, Γκουνώ και Σαιν-Σανς, ενώ συμφοιτητής του ήταν και ο Ραβέλ.
Θα πρέπει να πούμε πως αρχικά ο Σασά Γκιτρί είχε προτείνει να γράψει τη μουσική για την κωμωδία του στον André Messager, που όμως απέρριψε την προσφορά, υποστηρίζοντας ότι κανένας συνθέτης δεν θα τολμούσε να αντιπαραβάλει τη μουσική του με αυτή του Μότσαρτ. Ο Ρεϊνάλντο Αν, που όπως φαίνεται, είχε λιγότερους ενδοιασμούς, δέχτηκε. Χρησιμοποίησε μελωδίες ήδη έτοιμες οι περισσότερες από νωρίτερα, στις οποίες πρόσθεσε άριες για την Yvonne Printemps, μιμούμενος τη μουσική του Μότσαρτ, καταφέρνοντάς τα περίφημα! Μην ξεχνάμε πως ο Hahn ως μαέστρος θεωρήθηκε σπεσιαλίστας στον Μότσαρτ, ιδιαίτερα στις εμφανίσεις του στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ.
Sacha Guitry-Reynaldo Hahn: "Mozart ":
Πηγές: Περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 697, σελ.975-984, ekebi.gr., ygeiaonline, academia.edu-Κ.Κωστογιαννόπουλος "Η πρόσληψη του Théâtre de Boulevard του Σασά Γκιτρύ"